Εκλογικό δίκαιο: Το κριτήριο του τόπου εργασίας των τελευταίων τροποποιήσεων του δημοτικού / κοινοτικού εκλογικού νόμου και το ενδεχόμενο νομικό ελάττωμα

employees-vote-on-benefits-offering-decisions

Είναι κάπως εντυπωσιακό το γεγονός ότι στην Κύπρο εξακολουθεί να είναι ένα συχνό φαινόμενο, πριν από κάποια εκλογική αναμέτρηση, να υποβάλλονται διάφορες προτάσεις τροποποίησης των εκλογικών νόμων που θα εφαρμοστούν στην περίπτωση και μ’ αυτό τον σκοπό. Κάποιες από τις προτάσεις αυτές, μάλιστα, εγκρίνονται και ακολούθως ψηφίζονται τροποποιητικοί νόμοι, ακόμα και παραμονές των εκλογών, ακόμα κι αν η τροποποίηση δεν είναι διευκρινιστικής ή τεχνικής φύσης, αλλά άπτεται ουσιαστικών ζητημάτων. Χωρίς ρήτρα του τροποποιητικού νόμου να εφαρμοστεί σε μεθεπόμενες εκλογές ή μετά από χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός χρόνου, που να διασφαλίζει την μη εφαρμογή του σε επικείμενες εκλογές. Περισσότερο εντυπωσιακό, όμως, είναι το γεγονός ότι αυτή η συνθήκη δεν φαίνεται να ενοχλεί το δημοκρατικό αίσθημα.

Υπάρχει, μάλλον, η εντύπωση πως, επειδή δεν απαγορεύεται ρητά ή δεν περιορίζεται χρονικά το εγχείρημα δια του εγχώριου Συντάγματος ή του νόμου, αυτό συνάδει και με την νομιμότητα. Ωστόσο, μια από τις βασικές αρχές των εκλογικών νόμων και της θέσης τους σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία είναι η αρχή της σταθερότητας (principle of stability), η οποία, τουλάχιστον στην σύγχρονη θεωρία του δικαίου (του εκλογικού δικαίου), διόλου άγνωστη είναι. Μα περιλαμβάνεται και στις συστάσεις του Οργανισμού για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη και της Επιτροπής της Βενετίας[1]. Η αρχή αυτή ισχύει ανεξαρτήτως εάν ο εκλογικός νόμος αφορά τις Βουλευτικές Εκλογές, τις Προεδρικές εκλογές ή τις Δημοτικές και Κοινοτικές Εκλογές ή άλλες και θα πρέπει, ίσως, να διασφαλιστεί νομοθετικά και στην Κύπρο, ενδεχομένως, μέσα σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενοποίησης και εκσυγχρονισμού (νομικής επικαιροποίησης) του εκλογικού δικαίου.

Η αφορμή για την αναφορά αυτή είναι βέβαια η διαπίστωση πως πριν τις Δημοτικές και Κοινοτικές Εκλογές της 18.12.2016, την 06.12.2016 δημοσιεύτηκαν και τέθηκαν σε άμεση ισχύ και για τις επικείμενες εκλογές συναφείς τροποποιήσεις δια του περί Δήμων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2016, Ν. 128(Ι)/2016 και αντίστοιχα του περί Κοινοτήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016, Ν. 129(Ι)/2016 («οι τροποποιήσεις του Δεκέμβρη»). Έπειτα η διαπίστωση, μέσα από το αρχείο των εκκρεμών νομοσχεδίων – προτάσεων νόμου της Βουλής των Αντιπροσώπων, ότι είχαν υποβληθεί κι άλλες σχετικές τροποποιητικές προτάσεις τους τελευταίους μήνες, και ότι γενικά υπάρχει αυτή η τάση. Η τάση αυτή της τροποποίησης των εκλογικών νόμων πριν τις εκλογές είναι ένα θέμα (που δεν έχει να κάνει με συγκεκριμένο κομματικό συνασπισμό, είναι γενική). Άλλο θέμα είναι το ίδιο το περιεχόμενο των εν λόγω τροποποιήσεων του Δεκέμβρη, που δεν συνιστά, κατά την γνώμη μου, δείγμα υπεύθυνης νομοθέτησης ή νομοθέτησης που λαμβάνει υπόψη άλλους (ακόμα) εν ισχύ νόμους, αλλά και τις γενικότερες αρχές του εκλογικού δικαίου (π.χ. έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στο δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, κριτήρια εκλογιμότητας άλλα από αυτά που βασίζονται στη διαμονή, κλπ.).

Αρχίζοντας, όμως, από το πρώτο θέμα, η αρχή της σταθερότητας των εκλογικών νόμων απορρέει από την αρχή της νομιμότητας και την απαίτηση οι εκλογικοί νόμοι να είναι απόλυτα σαφείς, προσβάσιμοι στο ευρύ κοινό και γνωστοί εκ των προτέρων ώστε οι συνέπειές τους να είναι προβλέψιμες και ο πολίτης να έχει το περιθώριο προσαρμογής της συμπεριφοράς του με βάση αυτούς. Αποτελεί βασικό εργαλείο με βάση το οποίο ελέγχεται η αποφυγή πολιτικής μεθόδευσης και αποκλεισμού δημιουργίας κοινωνικής εντύπωσης περί ύπαρξης διαφθοράς και ανάγκης εξυπηρέτησης έκτακτων πελατειακών σχέσεων. Βέβαια νομικά ο λόγος γίνεται για πολιτικά δικαιώματα, ο σεβασμός των οποίων είναι δείκτης δημοκρατικής αντίληψης.

Με τις τροποποιήσεις του Δεκέμβρη επιχειρείται η επέκταση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, με την εισαγωγή ενός νέου και άγνωστου τεκμηρίου εκλογιμότητας. Το εκλογικό δίκαιο βασίζεται, παραδοσιακά, στη διαμονή και χρησιμοποιεί την εγγραφή στον εκλογικό κατάλογο, αφενός ως τεκμήριο διαμονής, αφετέρου ως τεκμήριο ύπαρξης του δικαιώματος του ατόμου σε ψήφο, τόσο ενεργητικά (εκλέγειν) όσο και παθητικά (εκλέγεσθαι). Η ενεργητική διάσταση του δικαιώματος ψήφου δεν έχει διαχωριστεί με σαφήνεια μέχρι σήμερα από την παθητική διάσταση σε όλες τις επιμέρους πτυχές και όσον αφορά τα κριτήρια και περιορισμούς που ισχύουν στη μία και στην άλλη περίπτωση, παρόλο που παρουσιάζονται σε αρκετά κράτη – μέλη διαφοροποιήσεις όσον αφορά την ελάχιστη ηλικία, βάσει του επιχειρήματος ότι το δικαίωμα του εκλέγεσθαι απαιτεί, εκτός από απλή πολιτική ωριμότητα, και δυνατότητα διοίκησης ή ενεργής συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για το σύνολο. Συνακόλουθα, είναι εμφανής και η ανάγκη για μεγαλύτερο περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά το παθητικό δικαίωμα.

Όσον αφορά το κριτήριο της διαμονής, πέρα από την διασύνδεσή του με την εθνικότητα ή τη διαμονή σε διακρατικό επίπεδο, δεν διαφοροποιείται σε περαιτέρω τοπικό επίπεδο, με αναφορά στη δυνατότητα εγγραφής σε τοπικό εκλογικό κατάλογο άλλον από αυτόν στον οποίο αντιστοιχεί η διεύθυνση κατοικίας. Επειδή ακόμα συνδέεται με το κακό επιχείρημα ότι εκεί όπου διαμένει το άτομο και πληρώνει φόρους (άρα είναι ενδιαφερόμενο) εκεί έχει δικαίωμα συμμετοχής στη δημόσια ζωή. Όμως σε πιο τοπικό επίπεδο είναι, όντως, γεγονός ότι ένα άτομο μπορεί να υποβάλλεται σε φορολόγηση από διαφορετικούς δήμους, αυτόν στον οποίο διαμένει και αυτόν στον οποίον επαγγέλλεται (επαγγελματικούς φόρους). Ο διαχωρισμός μιας μικρής γεωγραφικά περιοχής σε περισσότερους δήμους δημιουργεί πολύ εύκολα το φαινόμενο της ετερότητας του δήμου / κοινότητας διαμονής από τον δήμο / κοινότητας εργασίας. Εκεί τίθεται το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου στον δήμο εργασίας, είτε με κάποια διευρυμένη προσέγγιση του όρου «διαμονή», ως απόρροια του δικαιώματος του επαγγελματία να συμμετέχει στην δημοτική / κοινοτική ζωή του τόπου όπου δραστηριοποιείται επαγγελματικά, είτε με δυνατότητα διπλής εγγραφής, είτε άλλως πώς.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι απασχολεί το ζήτημα, γιατί ορθά απασχολεί και δίνει, θα έλεγα, μια ακόμα πρόκληση στο εκλογικό δίκαιο ευρύτερα, που χρήζει να συζητηθεί σε διευρωπαϊκό επίπεδο (ακόμα κι αν δεν φαίνεται να ήταν σ’ αυτήν που στόχευαν οι εμπνευστές των τροποποιήσεων, με έγνοια για τον εκσυγχρονισμό του εκλογικού δικαίου και τον καλύτερο συντονισμό του με τα ανθρώπινα δικαιώματα και δη το δικαίωμα εργασίας). Υπάρχουν, ασφαλώς, αρκετά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να συζητηθούν πριν ωριμάσει η δυνατότητα νομοθέτησης του σημείου, εάν δικαιολογείται, γιατί με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα δεν φαίνεται να έχει κάποια καλή βάση. Για παράδειγμα, είμαι (ας υποθέσουμε) ελεύθερη επαγγελματίας και συνεργάζονται με μια εταιρεία στην Λάρνακα, δια της οποίας παρέχω υπηρεσίες στο κοινό της Λάρνακας, πράττω ομοίως, όμως, με μια εταιρεία στην Λευκωσία, και διαμένω στην Πάφο, μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα ψήφου μου (αρνητικά και παθητικά) σ’ όλους αυτούς τους δήμους στους οποίους έχω δραστηριότητα, επειδή εγώ θεωρώ ότι επηρεάζουν την εργασία μου και μ’ ενδιαφέρουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται; Μπορώ να γραφτώ σ’ όλους τους εκλογικούς καταλόγους; Μπορεί να ισχύει το ίδιο διευρωπαϊκά, το γεγονός ότι έχω εξ’ αποστάσεως εργασία στην Γαλλία να μου δίνει δικαίωμα ψήφου στην χώρα αυτή; Είναι (υποθετικά πάντα) διευθύντρια σε πολλές εταιρείες με έδρες σε όλη την Κύπρο, μπορώ να επιλέξω να εγγραφώ σε όποιο εκλογικό κατάλογο θέλω και να το αλλάζω όποτε θέλω; Ασφαλώς όχι, μέχρι στιγμής, γιατί το κριτήριο του τόπου εργασίας είναι καταρχάς μη συναφές με το εκλογικό δικαίωμα.

Το πρόβλημα, όσον αφορά την ουσιαστική προσέγγιση των τροποποιήσεων του Δεκέμβρη, είναι (πρόσθετα με όσα προαναφέρθηκαν) ότι δεν δικαιολογείται κιόλας η χορήγηση του δικαιώματος ψήφου μόνον παθητικά και όχι αρνητικά, χωρίς να δημιουργείται ανισότητα (γιατί να μην μπορεί κάποιος να ψηφίζει και στον δήμο όπου επαγγέλλεται, αλλά να μπορεί να εκλέγεται σ’ αυτόν). Όσον αφορά την τεχνική προσέγγιση, οι τροποποιήσεις του Δεκέμβρη, παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους πως στο όλο σύστημα εγγραφής που ισχύει τη δεδομένη στιγμή, η αυστηρότητα του τεκμηρίου της διαμονής διαχέεται σε πολύ τοπικό επίπεδο, ώστε να είναι υποχρεωτική η εγγραφή στον εκλογικό κατάλογο του τόπου διαμονής (χωρίς δυνατότητα ευρείας ερμηνείας του όρου) και μάλιστα να ποινικοποιείται, με τον περί Εγγραφής Εκλογέων και Εκλογικού Καταλόγου Νόμο του 1980, Ν. 40/1980, η παράλειψη αίτησης για διόρθωση του καταλόγου σε περίπτωση μετακόμισης εντός ορισμένης προθεσμίας. Οι τροποποιήσεις του Δεκέμβρη, όμως, έθεσαν ως προϋπόθεση την ύπαρξη εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο του τόπου (δήμου / κοινότητας) εργασίας τα τουλάχιστον τελευταία συνεχή πέντε χρόνια, χωρίς να διευκρινίζεται ποια είναι η ακριβής προσέγγιση: (α) Νοείται η ύπαρξη κάποιου (παράλληλου) δικαιώματος εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο του τόπου εργασίας (χωρίς νόμο), δηλαδή μπορεί κάποιος να αιτηθεί εγγραφή στον εκλογικό κατάλογο του δήμου / κοινότητας εργασίας του και μετά από πέντε χρόνια να μπορεί να βάλει υποψηφιότητα εκεί αλλά στο μεταξύ να μην μπορεί να ψηφίζει εκεί; (β) αίρεται το άδικο της παράλειψης διόρθωσης του εκλογικού καταλόγου μετά από μετακόμιση της διαμονής ή (γ) εισάγεται κάποια διευρυμένη έννοια του όρου «διαμονή» (χωρίς νόμο);

Οι τροποποιήσεις του Δεκέμβρη, τουλάχιστον όπως δείχνει το γράμμα, είναι ξεκάθαρο διαχωρισμό του εισάγουν, μεταξύ της «συνήθους τόπου διαμονής» και του τόπου επαγγελματικής στέγης ή άσκησης «κατά κύριο λόγο» του επαγγέλματος ή του επιτηδεύματος. Το ποιος είναι ο «κύριος λόγος» και πώς μετριέται και το τι σημαίνει «επιτήδευμα» θα ήταν μάλλον λεπτομέρειες ν’ απασχολήσουν, δεδομένων όλων των υπολοίπων σημείων. Η εντύπωση είναι πως εάν κάποιοι «τυχεροί» έμειναν εγγεγραμμένοι στον κατάλογο του τόπου εργασίας τους τουλάχιστον τα τελευταία πέντε χρόνια, τότε μπορούν να εκλεγούν στον τόπο εργασίας τους (με την υποτιθέμενη «προϋπόθεση» ύπαρξης εγγραφής τους στον εκλογικό κατάλογο του τόπου εκείνου, εκεί θα ασκήσουν, προφανώς, και ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα). Οι άλλοι που δεν γνώριζαν για την δυνατότητα να παραμείνουν εγγεγραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο του τόπου εργασίας τους και μεταγράφηκαν, γιατί αυτό απαιτεί ο νόμος, μάλλον, δεν ενδιαφέρουν τον νομοθέτη. Ο καθένας, φυσικά, μπορεί να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

Η νομική παρατήρηση (αδιάφορα από την όποια πολιτική ευαισθησία του θέματος, γιατί πραγματικά υπερτερεί η σοβαρότητά του, με αναφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα) θα ήταν ότι, ακόμα και ουσιαστικό δικαίωμα επιλογής να εισάγονταν, με ισότητα (π.χ. δικαίωμα όλων των πολιτών που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο, ν’ ασκούν δικαίωμα ψήφου, ενεργητικά και παθητικά, είτε στον δήμο / κοινότητα όπου βρίσκεται η διεύθυνση διαμονής τους είτε στον δήμο / κοινότητα όπου βρίσκεται η διεύθυνση εργασίας τους) και με τεχνική ορθότητα, δεν θα ήταν νομικά ασφαλές το διάβημα τη δεδομένη χρονική στιγμή. Θα’ ταν μια πρώιμη επέκταση. Χωρίς να αποκλείεται το νομικό ενδιαφέρον (που δεν προσανατολίζεται, ακριβώς, σε κάποια πιθανή ιστορική εξέλιξη αναγνώρισης του ατομικού δικαιώματος ψήφου του εργαζόμενου, όμοια με την ιστορική αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών, γιατί αποσυντονίζει η διάσπαση της ατομικότητας του δικαιώματος). Γιατί σ’ αυτό το στάδιο του νομικού προβληματισμού, τουλάχιστον, το ίδιο το κριτήριο του τόπου εργασίας (του «κατά κύριο λόγο» τόπου εργασίας) ή άσκησης επιτηδεύματος είναι ρευστό· επιδέχεται πολλαπλότητα ή δυνατότητα εύκολων μεταβολών, με τρόπο που μπορεί να διαταράσσει την εξίσου αυστηρή αρχή της μονιμότητας της εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο. Αλλά και ως προς την συσχέτισή του με το κριτήριο του τόπου της συνήθους διαμονής, το κενό είναι μεγάλο και δεν υπάρχει γέφυρα που ν’ απαντά ασφαλώς στην αρχή της νομιμότητας. Άλλωστε, το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με τυχόν διαθέσιμες οδούς πολιτικής συμμετοχής των εργαζομένων στα κοινά πράγματα του τόπου εργασίας τους (π.χ. δια ενώσεων εργαζομένων), άλλες από αυτήν την συγκεκριμένη, του ατομικού δικαιώματος ψήφου, και το τι παραπάνω προσφέρει η θέσπιση τέτοιου δικαιώματος ψήφου στον τόπο εργασίας ή η εξατομίκευση του δικαιώματος ψήφου του εργαζόμενου, χωριστά.

——————————-

[1] European Commission for the Democracy through Law (Venice Commission) (2003). Code for Good Practices in Electoral Matters: Guidelines and Explanatory Report. Opinion No. 190/2002. CDL-AD (2002) 23 rev.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.