Το Supreme Court (ΗΒ) επί της αρχής «lex mitior» και η πρόκληση της Scoppola

c5q5-7hz

Στην πρόσφατη R v Docherty (Appellant) [2016] UKSC 62 («Docherty»), το Supreme Court (ΗΒ) εξέτασε την αρχή της εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης («lex mitior») στην Αγγλική πρακτική και σε συνάρτηση με το άρθρο 7 § 1 της ΕΣΔΑ και την Scoppola v Italy (No 2) (2010) 51 EHRR 12 («Scoppola»).

Ο εφεσείων καταδικάστηκε για αδικήματα σοβαρής βίας. Κατά τον χρόνο καταδίκης του, ίσχυε συγκεκριμένο σχήμα ποινολογικής μεταχείρισης, με βάση την Criminal Justice Act 2003, το οποίο, μετά την καταδίκη του και πριν την επιβολή της ποινής του, είχε αλλάξει με την Legal Aid, Sentencing and Punishment of Offenders Act 2012. H μεταβατική διάταξη προέβλεπε, μεταξύ άλλων, όπως το νέο σχήμα εφαρμόζεται σ’ όλους όσους αδικοπραγούν, καταδικάζονται και τους επιβάλλεται ποινή μετά την θέση σε ισχύ του νέου νόμου. Αλλά όπως το παλαιό σχήμα διατηρείται για τις περιπτώσεις όπου η καταδίκη (conviction) ήταν πριν από την θέση σε ισχύ του νέου νόμου και η επιβολή της ποινής (sentence) μετά από την θέση σε ισχύ του νέου νόμου, όπως ήταν και η περίπτωση του εφεσείοντος. Ανεξαρτήτως εάν το νέο σχήμα ήταν, όπως ισχυρίζονταν ο εφεσείων, ευμενέστερο ή όχι κι αν υπήρχε όντως ανισότητα στην μεταχείριση κατηγορουμένων που εγκλημάτησαν κατά τον ίδιο χρόνο (αλλά καταδικάζονταν και τους επιβάλλονταν ποινή μετά την θέση σε ισχύ του νέου νόμου) ή όχι, και πέρα από την κατάληξη του Δικαστηρίου (απορριπτική της έφεσης), ενδιαφέρει το μέρος της απόφασης όπου το Δικαστήριο μπαίνει στη διαδικασία εξέτασης των πτυχών της αρχής «lex mitior» στην Αγγλική πρακτική και σε συνάρτηση με το Ευρωπαϊκό δίκαιο.

Το άρθρο 7 § 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζει την βασική αρχή «Nullum crimen nulla poena sine praevia lege poenali» (κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς προϋφιστάμενο ποινικό νόμο), η οποία υπαγορεύει ότι κανένας δεν μπορεί να καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, πράξη ή παράλειψη, που κατά τον χρόνο τέλεσής της δεν συνιστούσε ποινικό αδίκημα, με βάση εγχώριο ή διεθνή νόμο, που δεν ήταν δηλαδή αξιόποινη. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 § 1 θεσπίζεται η αρχή «lex gravior», με βάση την οποία ούτε ποινή μπορεί να επιβληθεί βαρύτερη από αυτήν που ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος.

Η αρχή lex mitior είναι κάπως διαφορετική, όπως επισημαίνει το Supreme Court. Εφόσον αυτή προβλέπεται πρόσθετα στο άρθρο 15 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Το κείμενο του άρθρου 15 § 1 του ΔΣΑΠΔ απαντάται μεν και στην πρόνοια του άρθρου 7 § 1 της ΕΣΔΑ, αλλά στο ΔΣΑΠΔ υπάρχει και μια περαιτέρω πρόνοια ότι, εάν μετά τη διάπραξη του αδικήματος ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται απ’ αυτήν. Το Supreme Court παρέπεμψε στην απόφαση της μειοψηφίας της Scoppola για να επεξηγήσει τη διαφοροποίηση της αρχής lex mitior από την αρχή lex gravior σε νόημα και σημασία.

Η αρχή lex gravior άπτεται της προσωπικής ελευθερίας και απαγορεύει την εφαρμογή ενός Χ κανόνα, ενώ η αρχή lex mitior εκφράζει μια επιλογή που αντανακλά την κοινωνική διάσταση του ποινικού δικαίου και επιβάλλει την εφαρμογή ενός Ψ κανόνα. Θίγει, όμως, το Supreme Court ότι, κατά την σύνταξη του άρθρου 7 § 1 της ΕΣΔΑ, η αρχή lex mitior συζητήθηκε και συνειδητά δεν εντάχθηκε στο ευρωπαϊκό κείμενο. Αυτή είναι η ιστορική συντακτική ερμηνεία δεν πρέπει να παρακάμπτεται. Το κείμενο του ΔΣΑΠΔ ήταν το πρώτο διεθνές κείμενο που  έδωσε στην αρχή lex mitior επισήμως σημασία. Έπειτα, η αρχή αυτή εισχώρησε στο Αμερικανικό Σύμφωνο, αλλά και στο άρθρο 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, και πάλι, όπως επισημαίνει το Supreme Court, παρόλο που ο Χάρτης εφαρμόζεται στην Ε.Ε., η αρχή αυτή δεν εντάχθηκε τελικά σε αρκετούς εγχώριους νόμους των κρατών – μελών.

Προς ενίσχυση της θέσης ότι η ιδιαίτερη σημασία στην αρχή lex mitior είναι λανθασμένη (γιατί η αρχή αυτή δεν δεσμεύει ως κανόνας) και προς υποστήριξη της θέσης ότι αυτή δεν καλύπτεται από το άρθρο 7 § 1 της ΕΣΔΑ, το Supreme Court παρέπεμψε στις X v Germany Αίτηση αρ. 7900/77 του ΕΔΔΑ, Petit v UK Αίτηση αρ. 35574/97, και Zaprianov v Bulgaria Αίρηση αρ. 41171/98. Παρέπεμψε, επίσης, στις υποθέσεις Berlusconi (Συνενωμένες C-387/02, C-391/02 και C- 403/02) [2005] ECR I-3565 του ΔΕΚ, όπου (ανεξαρτήτως του λοιπού περιεχομένου τους) η εντύπωση ήταν πως η αρχή lex mitior προσεγγίστηκε ως αρχή που απορρέει από την αρχή της νομιμότητας (και της προβλεψιμότητας των ποινών), παρά από κάποια συγκεκριμένη νομική υποχρέωση του Κράτους να επιβάλλει ευμενέστερες ποινές.

Η αρχή συνιστά καλύτερα πτυχή εξαίρεσης από την απαγόρευση της μη αναδρομικότητας των ποινικών νόμων, παρά, η ίδια, ανάγεται σε θετικό κανόνα. Παρόλο που στην Scoppola, το Grand Chamber, κατά πλειοψηφία, υποστήριξε (δίνοντας, κατά το Supreme Court, και την εντύπωση ότι αλλάζει θεώρηση) ότι η σύγχρονη ανάγνωση του άρθρου 7 § 1, αν κι αυτό σιωπά, πρέπει να περιλαμβάνει κι αυτή την επιμέρους αρχή (ως μη αποκλειόμενη και εξυπακουόμενη). Μα εάν ήθελε να την περιέχει, θα την περιείχε, όπως προσθέτει το Supreme Court. Το Supreme Court δεν φαίνεται να ενστερνίζεται αυτή τη «διαφοροποιημένη προσέγγιση» της Scoppola ή να δέχεται ότι ο σκοπός ήταν όντως τέτοια διαφοροποίηση, ούτε την ουσιαστική αιτιολογία της πλειοψηφίας θεωρεί καλή (που βασιζόταν στην αλλαγή που επήλθε στο ποινικό δίκαιο από την X v Federal Republic of Germany και μετέπειτα), γιατί έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία σύνταξης του άρθρου 7 § 1 και τα προηγούμενα. Η Scoppola για το Supreme Court είναι μια απόφαση ελλιπής και συγκεχυμένη, που θα μπορούσε να διαφοροποιεί καλύτερα την αρχή lex mitior από την αρχή lex gravior και να διασαφηνίζει την ηθικονομική διάσταση που υπάρχει μεταξύ της θετικής και της αρνητικής διατύπωσης του κανόνα (για το δικαστήριο) σε κάθε περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και η Scoppola, όπως φαίνεται στο Supreme Court, δεν εξέφραζε, ακριβώς, επιθυμία να ενταχθεί η αρχή lex mitior στον κανόνα του άρθρου 7 § 1, παρά την σημασία που της έδωσε.

Όπως επισήμανε το Supreme Court, το κοινοδίκαιο δεν αναγνωρίζει κάποιο κανόνα με τ’ όνομα «lex mitior», παρόλο που ως αρχή εισχώρησε στα συνταγματικά κείμενα ορισμένων κρατών του κοινοδικαίου (π.χ. Καναδάς, Νέα Ζηλανδία). Η αρχή, τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένες πτυχές από αυτές που ίσως αναγνωρίστηκαν στην Scoppola, δεν είναι άγνωστες στην μακρά Αγγλική δικαστηριακή πρακτική, όπου, όμως, η αρχή εφαρμόζεται με την αυθεντική της μορφή και χωρίς την υπερβολή της αναγωγής της σε θετικό κανόνα. Τα Αγγλικά δικαστήρια επιβάλλουν ποινές σύμφωνα με τον νόμο και την πρακτική που ισχύουν κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής, οποτεδήποτε κι αν διαπράχθηκε το αδίκημα, και υπόκεινται στην αρχή lex gravior που προβλέπεται στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ, όπως η ποινή που θα επιβάλουν να μην είναι βαρύτερη από αυτήν που ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Με εξαίρεση την δια βίου κάθειρξη για το αδίκημα του φόνου, η Αγγλική νομοθεσία δεν προβλέπει συγκεκριμένες ποινές για κάθε αδίκημα, αλλά μόνον την μέγιστη ποινή και η επιβολή ποινής μέσα στο πλαίσιο που θέτει η πρόβλεψη της μέγιστης ποινής είναι ζήτημα δικαστικής κρίσης, που διαμορφώνεται για σκοπούς εξατομίκευσης και αφού λαμβάνονται υπόψη οι μετριαστικοί παράγοντες. Πολύ λίγες είναι οι εξαιρέσεις όπου υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη κατώτατης ποινής ή καθορισμός του πλαισίου ποινής παράλληλα κατά κατώτατο και ανώτατο όριο. Υπάρχουν, επίσης, οι γενικές κατευθυντήριες γραμμές, που εκδίδονται από τη δικαστική εξουσία, αλλά όπου ο Δικαστής μπορεί να αποκλίνει απ’ αυτές, όταν το θεωρεί δέον.

Έτσι, σύμφωνα με την Αγγλική πρακτική, μεταξύ άλλων, εάν η μέγιστη ποινή έχε αυξηθεί δια νόμου, από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, θα εφαρμοστεί η αρχή lex gravior, κι αν η μέγιστη ποινή έχει μειωθεί δια νόμου, από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, θα εφαρμοστεί το νέο πλαίσιο. Θίγει, το Supreme Court (εύστοχα), ότι στις χώρες όπου υπάρχει προβλεπόμενο πλαίσιο και κατά κατώτατο όριο, η αύξηση του κατώτατου ορίου ερμηνεύεται, και πάλι, ως επαύξηση του αξιοποίνου ενάντια στην αρχή lex gravior, όπως στην Maktouf v Bosnia & Herzegovina (2014) 58 EHRR 11. Εκεί ο προσφεύγων είχε καταδικαστεί με το νέο κατώτατο όριο ποινής (των 5 ετών, αντί του 1 έτους, που ίσχυε ως κατώτατο όριο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος). Ενώ αυτό ήταν εντός και του παλαιού και του νέου ανώτατου ορίου, ερμηνευόταν, και πάλι, ως επιβολή βαρύτερης ποινής, με το σκεπτικό ότι, εάν εφαρμόζονταν το παλαιό πλαίσιο ποινολογικής μεταχείρισης, θα επιβάλλονταν χαμηλότερη ποινή, ακόμα κι αν δεν θα επιβάλλονταν, όντως, χαμηλότερη ποινή, γιατί κι εκείνη που επιβλήθηκε ήταν ενός του τότε προβλεπόμενου ανώτατου ορίου.

Ο σκοπός, όπως λέει το Supreme Court, δεν είναι να εξεταστούν όλες οι πιθανές διαφοροποιήσεις κανόνων, πρακτικών και θεωρήσεων που μπορούν να μεσολαβήσουν από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος μέχρι και την τελική καταδίκη για το αδίκημα αυτό, περιλαμβανομένων όλων των ποιοτικών μεταβολών, λόγω της εξέλιξης της επιστήμης και των αναγκών της δημόσιας πολιτικής, στην βάση των οποίων μπορεί να γίνει η γενικότερη στάθμιση για να διαπιστωθεί εάν η ποινική μεταχείριση είναι συνολικά ευμενέστερη ή συνολικά δυσμενέστερη. Δεν μπορεί, σε οποιαδήποτε περίπτωση, να μην υπάρχει εξέλιξη στη διάρκεια του χρόνου. Και το ότι δεν παραμένει στάσιμη η ποινική μεταχείριση να ερμηνεύετεται, χωρίς άλλο, ως αδικία για έναν αδικοπραγούντα. Ένα αδίκημα δεν μπορεί να τιμωρείται σήμερα με κάποια «παλαιομοδίτικη» προσέγγιση, ως προς τη σοβαρότητά του. Θα ήταν λάθος, όπως λέει το Supreme Court, ένα Δικαστήριο, το 2016, να προσπαθεί να αποφασίσει για ένα αδίκημα με τρόπο ως εάν το ίδιο αυτό Δικαστήριο παρακάθονταν (υποθετικά) το 1984.  Ο μηχανισμός (που εκφράζεται μέσα από την αρχή lex gravior) της πρόβλεψης της ανώτατης ποινής και η δυνατότητα επιβολής ποινής μέχρι την ανώτατη ποινή που ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος φαίνεται να επαρκεί, κατά το Supreme Court (για ν’ αποδώσει και το νόημα – το αυθεντικό νόημα – της αρχής lex mitior), και δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Από αυτή την οπτική δεν είναι αποδεκτή από το Supreme Court οποιαδήποτε άλλη επέκταση της αρχής lex mitior σύμφωνα με το πνεύμα που ορισμένοι αποδίδουν στη Scoppola.

Το Supreme Court θεωρεί ιδιαίτερα δύσκολο να προσεγγίσει ερμηνευτικά και λογικά την Scoppola, αλλά και ότι η Αγγλική πρακτική εφαρμόζει την αυθεντική και ορθή διάσταση της αρχής lex mitior, που είναι ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τιμωρείται με τον νόμο και την πρακτική που ισχύει κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής, με την επιφύλαξη αυτή να μην υπερβαίνει τα όρια (συνηθέστερα τα ανώτατα όρια) που προβλέπονταν κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος (βασικά, ως εξαίρεση στην μη αναδρομικότητα των ποινικών νόμων – ex post facto, που όμως αποδίδεται ακριβώς μέσα από την ίδια την αρχή lex gravior παρά ως θετική υποχρέωση εφαρμογής αναδρομικά ευμενέστερου νόμου). Στην Scoppola δεν υπήρξε, κατά το Supreme Court, ξεκάθαρη αποδοχή ενός πρόσθετου θετικού κανόνα (παρόλες τις ερμηνευτικές τάσεις σε σχέση με τις παραγράφους 108 και 109 της Scoppola), ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να εφαρμόσει την ευμενέστερη ποινή ή προσέγγιση που διαμορφώθηκε μεσολαβούντος του χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής (οι συνέπειες ενός τέτοιου κανόνα θα ήταν πραγματικά πολλές και αρνητικές), αλλά κι αυτή η επέκταση (θετική υποχρέωση) δεν είναι, κατά το Supreme Court, το ορθό και αποδεκτό νόημα της αρχής lex mitior.

Παρόλο που και η ίδια η απόφαση του Supreme Court δεν είναι λιγότερο αντιφατική ή περισσότερο σαφής από την εικόνα που η ίδια δίνει για την Scoppola, το ζήτημα της θεώρησης της αρχής lex mitior, ως εξαίρεσης στην αρχή της μη αναδρομικότητας των ποινικών νόμων ή ως αρχής ή κανόνα με αυτοτελές θετικό περιεχόμενο, είναι ζήτημα ερμηνευτικής δυναμικής πολύ ενδιαφέρον. Το Supreme Court ρίχνει κάποιο βοηθητικό φως  ως προς τις πρακτικές συνέπειες της διαφοροποίησης σ’ αυτή τη δυναμική. Της διαφοροποίηση της αρχής lex mitior, ως υποχρέωσης επιβολής της ευμενέστερης ποινής, από την αρχή lex gravior, ως υποχρέωση μη εφαρμογής της βαρύτερης ποινής. Γιατί, όντως, η μη βαρύτερη ποινή μπορεί να μην είναι και η ευμενέστερη (αυτό το ζήτημα παραπέμπει κάπως σε αρχαία ελληνική φιλοσοφία). Αναλόγως, βέβαια, και των δεδομένων που χρησιμοποιούνται κάθε φορά στο συγκριτικό μέτρο (γιατί περί συγκριτικού μέτρου πρόκειται). Άρα το να υποχρεούται κάποιος να μην επιβάλει κάποια βαρύτερη ποινή δεν ταυτίζεται ή δεν ταυτίζεται πάντα με υποχρέωσή του να επιβάλει την ευμενέστερη.

Η αρχή lex mitior, πάντως, δεν περιορίζεται πλέον στο να αποτελεί μόνον την εξαίρεση στον κανόνα της μη αναδρομικότητας. Έχει μια θέση και στις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται περισσότερα κράτη στην ποινική αντιμετώπιση μιας συμπεριφοράς. Ίσως απ’ αυτή την πραγματικότητα να ενθαρρύνεται ως προς το να θεωρείται και ως αρχή με θετικό περιεχόμενο ή ως κανόνας ή να μην διαχωρίζεται η διάστασή της σε διακρατικό επίπεδο (όπου τα συγκριτικά δεδομένα είναι σαφή και λέμε ευκολότερα ότι μια επαπειλούμενη ποινή είναι «ευμενέστερη») από αυτήν σε εσωτερικό επίπεδο. Δίνεται, έτσι, εντύπωση νόθευσης της εσωτερικής της εφαρμογής (της «αυθεντικής», κατά το Supreme Court) με τάσεις που εισφέρει η ανάγκη ποινικής διακρατικής συνεργασίας ή ότι εξομοιώνεται ή ταυτίζεται λανθασμένα ο κανόνας ή αρχή lex mitior στο διεθνές ή ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο με την παραδοσιακή αρχή lex mitior (και η τελευταία επεκτείνεται αυθαίρετα). Επειδή η αφετηρία και των δύο είναι (ή θεωρείται ότι είναι) κοινή: η μη πρόκληση αδικίας σ’ ένα κατηγορούμενο ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με διαφορετικά καθεστώτα ποινικής μεταχείρισής του, είτε λόγω της εμπλοκής διαφορετικών ποινικών συστημάτων, είτε λόγω εσωτερικής νομοθετικής διαφοροποίησης.

Αυτή η ποιοτική εξομοίωση ή ονομαστική ταύτιση, με άξονα την ανάγκη απόδοσης εύνοιας προς τον κατηγορούμενο όταν αυτός βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικές πιθανές ή επαπειλούμενες ποινές δεν θίγει, πάντως, κατ’ ανάγκη τη δυνατότητα ενός Κράτους να εξελίσσει το ποινικό του δίκαιο και να το κρατά επικαιροποιημένο σύμφωνα με την επιστήμη, τα κοινωνικά ήθη και τις ανάγκες της δημόσιας πολιτικής. Είναι ενδεχομένως ακραία αυτή η διασύνδεση.

Όμως το Supreme Court λέει, μεταξύ άλλων, κάτι πολύ σημαντικό. Λέει ότι η νομική προσέγγιση (όπως δείχνει και η νομολογιακή στάση στην «μετά – Scoppola» εποχή) είναι ίσως συγκεχυμένη· ότι μάλλον θα πρέπει να γίνουν όλοι οι αναγκαίοι θεωρητικοί νομικοί διαχωρισμοί και οριοθετήσεις αυτής της αρχής (lex mitior), ώστε να είναι πιο σαφείς οι απαντήσεις: (α) Πότε αυτή η αρχή εφαρμόζεται υποχρεωτικά ως νομοθετικός κανόνας (πιθανόν σε διακρατικό επίπεδο και νοουμένου ότι εμπλέκεται διασυνοριακό στοιχείο), με ποια έννοια και γιατί, και (β) Πότε αυτή (πρέπει να) εφαρμόζεται ως δικαστική δυνατότητα (πιθανόν σε εσωτερικό επίπεδο), πώς εφαρμόζεται μέσα στο πλαίσιο της αρχής lex gravior (που μπορεί, όντως, να καλύπτει το θέμα της διασφάλισης της ποινικής μεταχείρισης λόγω αναδρομικότητας, παράλληλα με τον κανόνα της μη αναδρομικότητας), και γιατί.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.