Λογοτεχνικές δίκες και δικανική λογοτεχνικότητα

640px-music_and_literature_william_michael_harnett

Οι λογοτεχνικές δίκες ως φορέας έκφρασης, διάπλασης και εδραίωσης της κοινωνικής αντίληψης για την δικαιοσύνη

Μέσα από τις διάφορες τέχνες που έχουν για αντικείμενό τους δίκες προκύπτει, μεταξύ άλλων, η αντίληψη του καλλιτέχνη τόσο για το ουσιαστικό δίκαιο, όσο και για την δικονομία και την απόδειξη. Δηλαδή για τους κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν την διεξαγωγή μιας δικαστικής διαδικασίας και τον τρόπο απόδειξης της υπόθεσης. Ευρύτερα για τη δικαιοσύνη. Σκηνές συλλήψεων, ανακρίσεων ή εν εξελίξει δικών αποτυπώνονται σε πίνακες, σκίτσα, γελοιογραφίες ή αναπαρίστανται στο θέατρο ή τον κινηματογράφο.

Δίκες απασχόλησαν και τη λογοτεχνία. Οι «λογοτεχνικές δίκες», όπως γενικότερα οι «καλλιτεχνικές δίκες», μπορεί να βασίζονται σε γεγονότα που υπήρξαν όντως επίδικα ή σε φανταστικές δικαστικές διαφορές. Η δίκη μπορεί να μην είναι το κύριο θέμα ενός λογοτεχνικού έργου, αλλά μέσα στην μυθιστορηματική πλοκή ή τον ποιητικό στίχο να γίνεται αναφορά σε δίκη ή δικαστήριο ή σε δικαστηριακές έννοιες.

Ο σκοπός δεν είναι να χαρτογραφηθεί η πορεία μιας σχέσης μεταξύ της λογοτεχνίας και του δικαίου, πόσο μάλλον με αναφορά στο ουσιαστικό δίκαιο (Magris, 2009) και τις πτυχές κοινωνικής ηθικής, που αυτό εξ’ ορισμού περιέχει. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν μάλλον ακατόρθωτο. Η ενασχόληση της λογοτεχνίας με το δίκαιο ενδιαφέρει στον βαθμό που συνιστά μια εκφρασμένη κοινωνική αντίληψη και δυνητικά ένα μέσο διάπλασης και εδραίωσης συγκεκριμένης κοινωνικής αντίληψης για το δίκαιο και τη δικαιοσύνη.

Ο καλλιτέχνης συνήθως απευθύνει την τέχνη του στο κοινό. Επομένως καταθέτει δημόσια και την προσωπική του αντίληψη για την δικαιοσύνη και το δίκαιο. Θα πρέπει να προβληματίζεται ο νομικός. Γιατί ο καλλιτέχνης έχει αυτή την άποψη και πόσο αντιπροσωπευτική θα μπορούσε να είναι αυτή η άποψη σε σχέση με την ευρύτερη κοινή γνώμη;

Όταν ο Charles Dickens έγραψε τη νουβέλα του ‘Bleak House’, βάζοντας για ακόμα μια φορά στο λογοτεχνικό του στόχαστρο το Court of Chancery και το δικηγορικό επάγγελμα (Gest, 1913), συντάραξε με την περιγραφή της κακής δικαστικής πρακτικής – της «ομίχλης» – του Court of Chancery, όπως είχε διαμορφωθεί τότε. Δεν άργησε καθόλου ν’ ακολουθήσει συναφής νομοθετική αλλαγή. Υπήρξαν διάφορες θεωρίες ότι ο Dickens εμπνεύστηκε από συγκεκριμένες πραγματικές υποθέσεις ή προσωπικές του εμπειρίες.

Αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων του εκάστοτε αποδέκτη της λογοτεχνικής δίκης (π.χ. βαθμό και είδος προσωπικής εμπειρίας του σχετικά με τη δικαιοσύνη) (Miethe, 1995∙ Silbey, Ewick & Schuster, 1993∙ Roberts and Stalans, 1997∙ Benesh & Howell, 2001), η λογοτεχνία μπορεί να διαπλάθει ή να εδραιώνει η ίδια την κοινωνική αντίληψη με τον τρόπο που εισηγείται ο καλλιτέχνης.

Η τέχνη συχνά δημιουργεί και τις μοναδικές παραστάσεις και εντυπώσεις των πολιτών για τα δικαστήρια και τους παράγοντες της δίκης. Το ίδιο έργο επιτελούν και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης («ΜΜΕ»), ειδικότερα εκεί όπου επιτρέπεται η βιντεοσκόπηση των δικών ή υπάρχουν τηλεοπτικά κανάλια που μεταδίδουν δίκες, ως μια πτυχή – διευρυμένη – της αρχής της δημοσιότητας. Άνθρωποι, οι οποίοι ουδέποτε έχουν επισκεφθεί προσωπικά το δικαστήριο και δεν έχουν παρακολουθήσει οποτεδήποτε μια πραγματική δίκη ή που δεν έχουν διαβάσει καθόλου τους σχετικούς κανόνες δικαίου, έχουν στο μυαλό τους εικόνες για το πώς είναι ένας δικαστής επί τω έργω, για το πώς υποβάλλει ερωτήσεις ο δικηγόρος υπεράσπισης στον μάρτυρα κατηγορίας, τι δικαιούται να ρωτά και τι όχι ή για την μορφή ενός εισαγγελέα, αναλόγως των εικόνων που έχουν συλλάβει, είτε δια των ΜΜΕ, είτε δια της τέχνης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και τα παιδιά σε ηλικίες 7 έως 10 ετών μπορούν ν’ αποτυπώσουν στις ζωγραφιές τους την εικόνα του δικαστή και του δικαστηρίου, μέσα από τις οποίες να εκφράσουν τις αντιλήψεις τους. Έρευνα που δρομολογήθηκε σχετικά πρόσφατα από το Vilnius University (Cunichina, Valickas, Pakalniskiene & Navickas, 2015), σε δείγμα 222 παιδιών από την Λιθουανία, η οποία είχε παρουσιαστεί στο EAPL & World Conference 2015 στη Νυρεμβέργη, είχε δείξει, μεταξύ άλλων, ότι τα παιδιά έχουν κατά νου ως δικαστή, κυρίως, έναν νεαρό άνδρα, ενώ το περιβάλλον του δικαστηρίου που φαντάζονται φέρει αρκετά θετικά στοιχεία, αναλόγως της πηγής πληροφόρησης των παιδιών. Η πληροφόρησή τους δια των ΜΜΕ φαινόταν να έδινε κάπως πιο ρεαλιστικά στοιχεία. Δεν έλειπαν, βέβαια, οι αποτυπώσεις δικαστών που κάθονταν σε αντικείμενο που έμοιαζε με έλκηθρο ή που φορούσαν παράξενα ρούχα. Αλλά, γενικότερα, οι χρωματισμοί που είχαν χρησιμοποιηθεί από τα παιδιά έδειχναν την αντίληψη ή αίσθηση τους ότι πρόκειται, πάντως, για κάτι που δεν στερείται σοβαρότητας και επιβλητικότητας.

Ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας ασχολείται με την ανακριτική φάση των ποινικών διαδικασιών, με τη διερεύνηση εγκλημάτων∙ τα αστυνομικά μυθιστορήματα είναι πλέον μια αρκετά δημοφιλής ξεχωριστή κατηγορία λογοτεχνικών έργων με υποκατηγοριοποιήσεις, εκ των οποίων και σχετική με το «αληθινό έγκλημα». Οι πιο ένθερμοι αναγνώστες αστυνομικών μυθιστορημάτων μπορεί να αισθάνονται, μάλιστα, ότι οι ίδιοι έχουν πλέον καταρτιστεί τόσο δια της αναγνωστικής τους εμπειρίας και ενασχόλησής τους με το λογοτεχνικό παράδειγμα, ώστε θα μπορούσαν να είναι και ικανότατοι ποινικοί ερευνητές, να’ χουν αντίστοιχες προσδοκίες από την αστυνομία (όπως ανάλογα συμβαίνει με το «CSI Effect») (Schweitzer & Saks, 2007) ή τα επίπεδα φόβου ή ευαισθησίας τους έναντι στο έγκλημα να παρουσιάζονται επηρεασμένα. Βέβαια αντιδράσεις σε σχέση με το λογοτεχνικό έγκλημα δεν φαίνεται να υπήρξαν, όπως είχε συμβεί στην περίπτωση της τηλεοπτικής σειράς «CSI» (Cole & Dioso, 2005· Podlas, 2006). Οι πεποιθήσεις ή προσδοκίες σχετικά με τον τρόπο απάντησης στην εγκληματικότητα δεν αποκλείεται να επηρεάζονται από τις νουβέλες με υπερ-ήρωες (π.χ. Superman, Batman, κλπ), ακόμα κι από αυτές κωμικού τύπου ή τις εικονογραφημένες (Reyns & Henson, 2010).

Τα ΜΜΕ δεν αποκλείεται ν’ αποτελούν και την αποκλειστική πηγή πληροφόρησης και του καλλιτέχνη, ο οποίος είναι επίσης μέρος της κοινής γνώμης. Σε τέτοια περίπτωση, η τέχνη να παρεμβάλλεται ως μη πρωτογενής φορέας πληροφόρησης για το πώς διεξάγεται μια δίκη. Εκεί αναμένεται ότι η διάσταση από τα ρεαλιστικά στοιχεία μιας δίκης, περνώντας μέσα από πολλαπλά φίλτρα, μεγεθύνεται, υπόθεση που ερείδεται από το γεγονός ότι τα ΜΜΕ δεν αποκλείεται να παραπληροφορούν για το δίκαιο και τη δικαιοσύνη κι αυτά να επηρεάζουν ήδη την κοινή γνώμη (Tonry, 1998∙ Zemans, 1991∙ Roberts and Stalans, 1998).

Ο λογοτέχνης, με τη σειρά του, απευθύνεται συχνά σε κοινή γνώμη που μπορεί να μην περιορίζεται χωροχρονικά, αλλά να επεκτείνεται στον χρόνο και στον χώρο. Επομένως του λογοτεχνικού φιλτραρίσματος της πληροφορίας για το δίκαιο και τη δικαιοσύνη έπεται διάδοση των λογοτεχνικών δικών σε κοινωνίες όπου οι δίκες μπορεί να διεξάγονται με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Δεν αποκλείεται, έτσι, να υπάρχει και η πεποίθηση ορισμένων Κυπρίων χωρίς προσωπική εμπειρία ή γνώση για το δίκαιο ότι υπάρχει και στην Κυπριακή ποινική δικονομία σύστημα ενόρκων, επειδή τέτοια εικόνα να έχουν εισπράξει είτε από τον κινηματογράφο είτε από την λογοτεχνία.

Η λογοτεχνική ευθύνη και ο θεραπευτικός ρόλος

Επειδή η τέχνη, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστά μόνο φορέα έκφρασης της κοινωνικής αντίληψης (παθητικό φορέα, όπως οι προαναφερόμενες ζωγραφιές των παιδιών), αλλά, όταν απευθύνεται στο κοινό, συνιστά δυνητικά και μέσο διάπλασης ή εδραίωσης της κοινωνικής αντίληψης (ενεργητικό φορέα), θα πρόσθετε, κανείς, ότι κι ο ρόλος της είναι αρκετά σοβαρός, όταν καταπιάνεται με το αντικείμενο αυτό, με το έγκλημα και τη δικαιοσύνη. Φέρει ενός είδους κοινωνική ευθύνη, στον βαθμό που συμβάλλει, κατά κάποιο τρόπο, στην διαμόρφωση της κοινωνικής αντίληψης ή στερεοτύπων για τη δικαιοσύνη και το δίκαιο, συνακόλουθα εφόσον μπορεί να επιδρά στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τον θεσμό.

Η άλλη όψη της λογοτεχνικής ευθύνης, όμως, είναι αυτή της ενδεχόμενης αξιοποίησης των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας και της τέχνης, είτε για να διορθωθεί το δίκαιο που κατά την λαϊκή αντίληψη έχει παρεκκλίνει, είτε για να διαδοθεί στην ευρύτερη κοινή γνώμη το δίκαιο, όπως αυτό τουλάχιστον πράγματι ισχύει. Το κοινό πολύ πιο εύκολα μπορεί να διαβάσει ένα λογοτεχνικό έργο και ν’ αφομοιώσει το ουσιαστικό του περιεχόμενο, απ’ ότι ένα κανονιστικό κείμενο με δύσκολη ορολογία.

Ειδικά, σε μια εποχή σαν την σημερινή, το δίκαιο, θα μπορούσε να πει κανείς, έχει ανάγκη τη λογοτεχνία και την τέχνη· ένα απλοποιημένο μέσο λαϊκής επαφής και εξοικείωσης. Τόσο για ν’ αφουγκραστεί την κοινωνική αντίληψη και να δει τι φταίει που η εμπιστοσύνη του κόσμου προς τον θεσμό της δικαιοσύνης κλονίζεται, όσο και για ν’ αποταθεί το ίδιο στο κοινό που υπηρετεί. Χωρίς να σημαίνει ότι η ανεξαρτησία και  η ελευθερία του καλλιτέχνη μπορούν να μπουν σε στεγανά ή ο καλλιτέχνης ν’ αρχίσει ν’ ακολουθεί χειριστικές οδηγίες νομομαθών και χωρίς η τέχνη ν’ ανέχεται κάποια μετατροπή της σε χώρο κηρύγματος του νομιζόμενου ως ορθού δικαίου. Η ανεξαρτησία και ελευθερία του καλλιτέχνη (του λαϊκού δικαστή) είναι όσο πολύτιμη είναι η αμεροληψία και ανεξαρτησία του τακτικού δικαστή.

Η δικανική ή νομική λογοτεχνικότητα ως περιγραφική / αφηγηματική μέθοδος ή ως πολύπλευρο επικοινωνιακό εργαλείο

Η «λογοτεχνική ευθύνη», όμως, είναι έννοια με δύο κεφάλια. Το ένα ανήκει, όπως λέχθηκε, στον λογοτέχνη ο οποίος καταπιάνεται με τη δικαιοσύνη και το δίκαιο. Το άλλο ανήκει στον δικηγόρο, τον δικαστή ή τον νομοθέτη, στον νομικό, οι οποίοι είναι οι λειτουργοί της δικαιοσύνης και του δικαίου, όταν αυτοί χειρίζονται εντέχνως τον νομικό τους λόγο. Η λογοτεχνική ευθύνη του λογοτέχνη είναι κοινωνική ευθύνη, που απορρέει από την χρήση της λογοτεχνικής δίκης (του δικαίου μέσα στη λογοτεχνία). Η λογοτεχνική ευθύνη του νομικού είναι κοινωνική ευθύνη, που απορρέει από την χρήση της δικανικής ή νομικής λογοτεχνικότητας (της λογοτεχνίας μέσα στο δίκαιο).

Αυτές οι δύο όψεις «δίκαιο στη λογοτεχνία» και «λογοτεχνία στο δίκαιο» φαίνεται να συνηθίζονται κατά την εξέταση του θέματος «λογοτεχνία και δίκαιο». Εκφράζουν, όμως, καλύτερα την οπτική από την οποία ο εκάστοτε μελετητής βλέπει την σχέση αυτή. Εάν την θεωρεί από την πλευρά του λογοτέχνη, επομένως θα μιλήσει για το δίκαιο στη λογοτεχνία ή εάν την θεωρεί από την πλευρά του νομικού, επομένως θα μιλήσει ευκολότερα για την λογοτεχνία στο δίκαιο. Η λογοτεχνία στο δίκαιο είναι ζήτημα εξίσου ευρύ.

Συνήθως, ο κόσμος αναμένει από έναν δικηγόρο να γνωρίζει καλά την τέχνη του λόγου, να μπορεί να χειρίζεται τον λόγο με τρόπο ώστε να ασκεί, δι’ αυτού, πειθώ. Να είναι, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο λογοτέχνης, ίσως με τεχνική ή επιφανειακή έννοια, η οποία παραπέμπει περισσότερο σε ικανότητα χρήσης της ρητορικής τέχνης. Αυτή ήταν και ιστορικά μια από τις πρώτες προσεγγίσεις της σχέσης του δικαίου με τη λογοτεχνία, η θεώρηση του δικαίου, ακριβέστερα της δικηγορίας, ως ρητορικής τέχνης (London, 1960∙ Reich, 1965). Όχι μόνο στη σύγχρονη μεταπολεμική εποχή, μα ήδη από την Αττική Δημοκρατία, όπου οι δικηγόροι ήταν ένα ανύπαρκτο επάγγελμα (θεωρούνταν επικίνδυνοι για τη δικαιοσύνη) και οι διάδικοι είχαν βοήθεια για την συγγραφή των λόγων τους από τους λογογράφους. Στην πορεία του χρόνου η σχέση του «δίκαιο και λογοτεχνία» παρέμεινε να αιωρείται σε ακαδημαϊκό επίπεδο περιστρεφόμενη γύρω από τον εαυτό της και κυρίως γύρω από την αποτυχία της να πείσει ότι υπάρχει∙ κατέληξε, δε, να φέρεται ως κίνημα (movement). Ο White (1973), με το έργο του «Legal Imagination», είχε εισηγηθεί, μεταξύ άλλων, όπως η λογοτεχνική εκπαίδευση είναι μέρος της νομικής εκπαίδευσης. Ο δικηγόρος – ρήτορας πάντως εξακολουθεί να είναι, τουλάχιστον το πεδίο της δικαστηριακής πρακτικής, μια αμφιλεγόμενη μορφή.

Ο κόσμος μπορεί να περιμένει, επίσης, από έναν δικαστή να είναι μέρος του κοινωνικού συνόλου και ν’ ακούει η να διαβάζει προσεκτικά και ν’ αντιλαμβάνεται αυτά που ακούει και διαβάζει. Έπειτα, να εξηγεί ορθά, με καλή και ακριβή αφήγηση, τα γεγονότα και τους κανόνες δικαίου που εφαρμόζει∙ να εκδίδει αποφάσεις που να είναι κατανοητές και άρτιες, όχι μόνον νομικά, αλλά και λογοτεχνικά∙ άρα ευκολότερα αποδεκτές από το κοινό, που καταρχάς δεν έχει την ειδική νομική γνώση και δεν το ενδιαφέρει το δίκαιο ως επιστήμη, αλλά ως κοινωνική κατάσταση. Αυτή η προσδοκία, η οποία σήμερα, σε μια εποχή κοινωνικής κρίσης και κρίσης αξιών, μπορεί να είναι κάπως μεγαλύτερη, παραπέμπει στον ουμανισμό, στον ουμανιστή δικαστή (Weisberg & Barricelli, 1982), ή άλλως πώς στη ανάγκη εξανθρωπισμού του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παραπέμπει, ειδικότερα, στον δικαστή ο οποίος δεν εκδίδει μηχανικά τεχνικές δικαστικές αποφάσεις, δεν διατηρεί την εσωστρέφεια του δικαίου και την επιστημοσύνη ή επαγγελματικότητα της δικαιοσύνης ως κόρην οφθαλμού. Παραπέμπει σ’ αυτόν που εκδίδει αποφάσεις εκ μέρους της κοινωνίας, οι οποίες μιλούν άμεσα στους συγκεκριμένους διαδίκους και στον κόσμο στους οποίους γνωρίζουν το δίκαιο.

Η διαδικασία επιβολής ποινής είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, ανάμεσα σε περισσότερα άλλα. Εάν παρατηρήσει, κανείς, τις αποφάσεις επιβολής ποινών στο σύγχρονο αγγλικό ή και αυστραλιανό δίκαιο (και όχι μόνον), μέσα από τα πλέον δημοσιευμένα “sentencing remarks”, θα δει ότι χρησιμοποιείται στον δικαστικό λόγο το δεύτερο πρόσωπο («εσύ»). Δηλαδή, ο δικαστής μιλά απευθείας σ’ αυτόν στον οποίον επιβάλλει την ποινή και του εξηγεί, ως εάν ο ίδιος ο δικαστής, εκείνη τη στιγμή, να’ ταν ολόκληρη η κοινωνία, την οποία εκφράζει, καθηκόντως, ως μέσο, και την απάντηση της οποίας δίνει στον κατηγορούμενο για το έγκλημά του. Εξάλλου, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, ο δικαστής λαμβάνει την εξουσία του από την κοινωνία, όχι από κάποια μυστική δύναμη, και εφαρμόζει τους νόμους των πολιτών, όχι τους δικούς του νόμους. Αυτή η εξωτερίκευση και αμεσότητα στην έκφραση θεωρείται και μια εκδήλωση διαφάνειας της δικαιοσύνης. Μάλιστα, κάποτε, συναντά, κανείς, κάποια αχρείαστη ή και όχι εντελώς ακίνδυνη υπερβολή, όσον αφορά τον συναισθηματικό παράγοντα που επιστρατεύεται γι’ αυτό τον κοινωνικό σκοπό (Lowenstein, 2016), που ορισμένες φορές τείνει να αγγίζει τα όρια του μελοδράματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν στο Δικαστήριο βρίσκεται η οικογένεια του θύματος θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, υπάρχουν παραδείγματα δικαστών, σ’ αυτή την ίδια σχολή δικαστικής προσέγγισης (π.χ. ο  Αυστραλός John Robertson), που, πριν στραφούν προς τον κατηγορούμενο για να του επιβάλουν την ποινή του, μιλούν απευθείας στην οικογένεια του θύματος∙ τους τοποθετούν μέσα στην όλη κοινωνική προσέγγιση, τους κάνουν μέρος της διαδικασίας απονομής του δικαίου, και τους εξηγούν, επίσης στο δεύτερο πρόσωπο («εσείς»), μεταξύ άλλων, την κατανόηση που δείχνει το δικαστήριο στην απώλεια και το πένθος, ότι θα επιβάλει το δικαστήριο μια ποινή στον κατηγορούμενο η οποία, όμως, προβλέπεται από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων, και δεν θα μπορέσει αυτή ν’ αναπληρώσει με οποιονδήποτε τρόπο την δική τους μεγάλη και τραγική απώλεια, εκφράζοντας το ανθρώπινο πρόσωπο της δικαιοσύνης προς αυτούς.

Ενώ συχνά ο λόγος γίνεται για δικαιοσύνη πιο φιλική προς τα παιδιά ή για διαμεσολάβηση, η έννοια της διαπροσωπικής δικαιοσύνης, ως άξονας της θεραπευτικής δικαιοσύνης, στην οποία ο λόγος και η επικοινωνία είναι απαραίτητα συστατικά, όπως και η λογοτεχνικότητα, στην Κύπρο φαίνεται ότι είμαστε αρκετά πίσω από αυτή την σχολή θεώρησης της δικαιοσύνης. Χρησιμοποιώντας το ίδιο παράδειγμα, στα Κυπριακά ποινικά δικαστήρια, η χρήση του λόγου, κατά την επιβολή της ποινής, ενώ ο κατηγορούμενος είναι εκεί, παρών, είναι κυρίως σε τρίτο πρόσωπο, σαν ν’ απευθύνεται, ο δικαστής, σ’ ένα πρόσωπο που είναι απών ή που δεν έχει ακοή ή αντίληψη και γενικά σαν να υπάρχει μια βιτρίνα ανάμεσα στον δικαστή και στον κατηγορούμενο, παρόλο που η ποινή σ’ αυτόν επιβάλλεται και σ’ αυτόν απευθύνεται. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις όπου ο δικαστής μιλά απευθείας με τον κατηγορούμενο, ίσως για σκοπούς επεξήγησης κάποιων όρων αναστολής κλπ, χωρίς να επαρκεί αυτό για να δημιουργήσει μια κατάσταση διαπροσωπικής δικαιοσύνης. Βλέπουμε, όμως, ότι η λογοτεχνικότητα, ως έννοια, είναι στενά συνδεδεμένη με την διαπροσωπικότητα.

Η εντύπωση είναι ότι είναι κάπως παρεξηγημένη η έννοια της δικαστικής ελευθερίας, ως προς τον τρόπο διατύπωσης των δικαστικών αποφάσεων, σε σημείο όπου η έλλειψη δομής, σαφήνειας και νοήματος να μπορεί εύκολα ν’ ανάγεται σε θέμα «στυλ» και η μόνη τροχοπέδη να είναι τυχόν έμμεσες παρατηρήσεις του Εφετείου, δια του έργου του. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τη δομή και τον λόγο μα και τον τρόπο εκφοράς του λόγου των δικαστικών αποφάσεων και γενικά του δικαστικού λόγου, δεν μπορεί να θεωρηθεί απ’ όλους ως ενός είδους αποδεκτός φιλελευθερισμός, ειδικά όταν τίθεται, τελικά, η ανάγκη γεφύρωσης κάποιου κοινωνικού χάσματος. Ειδικότερα όσον αφορά τον τρόπο επιβολής ποινής, η σύγχρονη αντίληψη, έχοντας περάσει ήδη από τα δικονομικά δικαιώματα του κατηγορούμενου, έχοντας διανύσει βήματα για να προσεγγίσει την αναμορφωτική δικαιοσύνη (θεραπευτική δικαιοσύνη στις δικές μου παραμέτρους), ένας πήχης σε σχέση με τη «λογο-τεχνία στο δίκαιο» θα έπρεπε να ήταν, ίσως, κάπου τοποθετημένος.

Στο κέντρο της επικαιροποιημένης ουμανιστικής αντίληψης της σχέσης βρίσκεται και μια οδός κοινωνικοποίησης και ρεαλισμού του δικαίου, ο λεγόμενος ουμανιστικός ρεαλισμός, ο οποίος λειτουργεί ως αντίδοτο στον νομικό φορμαλισμό και την τεχνικότητα. Ως αντίδοτο για την εξάλειψη της αίσθησης που μπορεί να κυριαρχεί στην σημερινή κοινωνία (η οποία δεν θα πρέπει να παρακάμπτεται ως να μην υπήρχε ή ως να ήταν λανθασμένη) ότι η έδρα είναι αποκομμένη από τα κοινωνικά δρώμενα και ανάγκες, ότι οι αποφάσεις της είναι αποσυνδεδεμένες από το κοινωνικό γίγνεσθαι και δεν επικοινωνούν το δίκαιο με την κοινή γνώμη. Ο Weisberg (1999), ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της σχέσης «δίκαιο και λογοτεχνία» ως ξεχωριστού κλάδου, μέσα από το παράδειγμα των «Αδελφών Καραμαζώβ», μεταξύ άλλων, εκθείασε και τις κριτικές ικανότητες της λογοτεχνίας έναντι στο δίκαιο, δίνοντας και τη διάσταση ότι δια της λογοτεχνίας, που φέρει την κοινωνική αλήθεια, μπορεί να επέλθει η ηθική ανανέωση και διόρθωση του δικαίου (“poethics”).

Πόση λογοτεχνία ή λογοτεχνικότητα, όμως, αντέχει τελικά το δίκαιο; Ποιος και μέχρι πού είναι ο αναγκαίος εκλογοτεχνισμός του δικαίου και πότε η δικανική ή νομική λογοτεχνία ή λογοτεχνικότητα αρχίζει να γίνεται «τοξική»; Γιατί μπορεί να υπάρχει, για παράδειγμα, μια μερίδα πληθυσμού η οποία ν’ αναμένει από τον δικηγόρο να ασκεί τέτοια λογοτεχνική δεινότητα, με την οποία να διαπλάθεται τελικά η ίδια την αλήθεια, κοινώς το μαύρο να γίνεται άσπρο. Γιατί μπορεί να υπάρχουν, όντως, νομικοί, οι οποίοι να επιστρατεύουν τη δικανική ή νομική λογοτεχνία για έναν σκοπό που τελικά συγκρούεται με τον δεοντολογικό τους ρόλο, να μετέχουν σε μια δίκη ο σκοπός της οποίας είναι η διάγνωση της αλήθειας. Είναι, τελικά, η δεοντολογία, το σύνολο των ηθικών κανόνων που διέπουν το έργο του νομικού, ο φάρος και το όριο στη χρήση της νομικής λογοτεχνίας ή λογοτεχνικότητας; Μπορεί, όντως, να υπάρχει όριο ή για να έχει και η ίδια η δεοντολογία τόσο καλά ακονισμένα αντανακλαστικά χρειάζεται μια ολική επανατοποθέτηση της όλης δικαστηριακής νοοτροπίας ή της αντίληψης των σκοπών για τους οποίους γίνεται μια δίκη και του ρόλου της δίκης;

Για να μπουν όλοι αυτοί οι λογισμοί σε μια καλύτερη σειρά, θα πρέπει ίσως να γίνει μια πρώτη θεωρητική ταξινόμηση των ειδών της λογοτεχνίας που συναντούμε στο δίκαιο. Η λογοτεχνία, ως περιγραφική και αφηγηματική μέθοδος μέσα στο δίκαιο, είναι ένα πράγμα. Η λογοτεχνία ως πολύπλευρο επικοινωνιακό εργαλείο μέσα στο δίκαιο είναι, ενδεχομένως, κάτι άλλο. Και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να αρμόζει καλύτερα η έννοια «λογοτεχνικότητα» ή η λογοτεχνία μέσα στο δίκαιο να είναι συχνότερη με την έννοια της λογοτεχνικότητας (τέχνης του λόγου), παρά με την παραπομπή σε λογοτεχνία.

(α) Η λογοτεχνία ως περιγραφική και αφηγηματική μέθοδος

Ο τρόπος περιγραφής και αφήγησης των γεγονότων και των νομικών δεδομένων ανάγεται σε μέθοδο ορθού χειρισμού της λογικής, του λόγου και του συγχρονισμού των δύο. Η σύνθετη αυτή διεργασία απαιτεί και εξάσκηση αλλά και επιδεξιότητα ή ταλέντο. Πέρα από την εσωτερική διαδικασία της πνευματικής επεξεργασίας των διαφόρων διασκορπισμένων δεδομένων, της συσχέτισης και της τοποθέτησής τους σε μια νοητή σειρά, ικανή να οδηγήσει σε συγκεκριμένο δομημένο λόγο, ο λόγος ο οποίος τελικά παράγεται είναι ο φορέας μέσα στον οποίον έχει συμπτυχθεί όλη εκείνη η εσωτερική διαδικασία. Μπορεί να έχει γίνει έντονη εσωτερική επεξεργασία και να’ χει παραχθεί σύντομος αλλά περιεκτικός λόγος, όπως συμβαίνει συχνά με την ποίηση. Μπορεί, όμως, και να μην έχει γίνει η δέουσα εσωτερική επεξεργασία και να’ χει παραχθεί εκτενής και περιττός λόγος. Πολλές φορές η έκταση του λόγου δείχνει, ακριβώς, την έλλειψη επαρκούς πνευματικής επεξεργασίας, η οποία μπορεί να διεγείρεται ή να επικουρείται δια της ίδιας της διαδικασίας της διατύπωσης. Σκέφτομαι και γράφω, γράφω και σκέφτομαι.

Στον χώρο του δικαίου, η «τέχνη» είναι, ίσως, το να μπορεί να διατηρεί, κανείς, την ισορροπία ανάμεσα στη λογική και τον λόγο. Να μην είναι ούτε λακωνικός ποιητής ούτε αμετροεπής στην εκφορά του λόγου. Ν’ ασκεί επαρκές πνευματικό έργο και να εκφέρει επαρκή λόγο. Λόγο ο οποίος να μην υπολείπεται νοήματος και να μην εξαναγκάζει τον αναγνώστη να προβεί ο ίδιος σε εντατικότερη ή ελεύθερη πνευματική εργασία. Αλλά ούτε και να υπερχειλίζει με νοήματα ή να περιέχει αντικρουόμενα νοήματα και να δημιουργήσει σύγχυση ή κούραση στον αναγνώστη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι πολύ πιθανή η έλλειψη προσοχής του αναγνώστη σ’ όλα τα ουσιαστικά σημεία που θίγει ο λόγος και μια κακή επικοινωνία. Η έλλειψη καλής επικοινωνίας μεταξύ των νομικών και των πολιτών, σε διαχρονική βάση, μπορεί να λειτουργεί ως «σαράκι» στην εμπιστοσύνη των πολιτών έναντι στον θεσμό της δικαιοσύνης γενικά.

Όταν καθορίζεται αυτό το σημαντικό μέτρο του λόγου σε συνάρτηση με τη λογική, η διατύπωση του λόγου καταρχάς μπορεί να είναι από μόνη της καλύτερη. Ο γράφων, έχοντας καθαρό και τακτοποιημένο το πνευματικό του πεδίο, είναι σε θέση να επιλέγει με μεγαλύτερη ευκολία τις κατάλληλες λέξεις, οι οποίες να εκφράζουν με ακρίβεια το νόημα που θέλει να δώσει. Η έκφραση του ιδίου να είναι, επίσης, αποτελεσματικότερη∙ δι’ αυτής να αδειάζει εντελώς τον πνευματικό του όγκο, χωρίς να αφήνει σκόρπια κατάλοιπα.

(β) Η λογοτεχνία ως πολύπλευρο επικοινωνιακό εργαλείο

Όταν η λογοτεχνία ή λογοτεχνικότητα χρησιμοποιείται κατόπιν αυτού του εσωτερικού καθορισμού του μέτρου της λογικής και του λόγου, για σκοπούς αποτελεσματικότερης έκφρασης και με απώτερο στόχο την καλή επικοινωνία είναι, ίσως, επιβεβλημένη.

Η λογοτεχνία στο δίκαιο δεν περιορίζεται απλά στον ρόλο του επικοινωνιακού μέσου. H λογοτεχνία ως επικοινωνιακό μέσο αφορά στον καθέναν από εμάς∙ είναι μια καταρχάς προσωπική υπόθεση, όλοι χρειαζόμαστε καλά επικοινωνιακά μέσα. Πέρα από αυτή την παθητική διάσταση, σ’ ένα οποιοδήποτε ήδη εγκαθιδρυμένο ανοιχτό επικοινωνιακό πλαίσιο, όπου πρέπει ή μπορούν να εκφραστούν περισσότεροι άνθρωποι και να περάσει ο ένας στον άλλο κάποια νοήματα, όπως είναι κι αυτό μιας δίκης, τα επικοινωνιακά μέσα συνιστούν παράλληλα επικοινωνιακά εργαλεία.

Παράγω, αυτή την στιγμή, τον λόγο μου, κάνω χρήση αυτού του επικοινωνιακού μέσου. Εσύ τον λαμβάνεις και τον επεξεργάζεται, δημιουργείς το δικό σου νόημα ή συμπέρασμα, και μπορείς να κάνεις χρήση του δικού σου επικοινωνιακού μέσου του λόγου. Στη δική μου λογική, πριν και κατά την παραγωγή του δικού μου λόγου, έχουν επιδράσει Χ παράγοντες. Στη δική σου λογική έχουν επιδράσει Ψ παράγοντες και επιδρά σ’ αυτήν πρόσθετα και ο δικός μου ο λόγος. Σ’ αυτή την συνεχή ανταλλαγή ερεθισμάτων με ανέλεγκτες επιδράσεις ήδη απώλειες των νοημάτων υπάρχουν. Γιατί εγώ, ακόμα κι αν έχω παράγει και εκφράσει τον δικό μου λόγο με έναν τρόπο που θεωρώ τέλειο και χωρίς οποιοδήποτε αθέμιτο σκοπό, δεν ξέρω τους παράγοντες που έχουν επιδράσει στην δική σου λογική και πώς εσύ θα τον λάβεις και θα τον επεξεργαστείς για να καταλήξεις στο δικό σου νόημα ή συμπέρασμα. Εάν ξέρω κάποιους απ’ αυτούς τους παράγοντες που έχουν επιδράσει ή επιδρούν παράλληλα στη δική σου λογική ή εάν τους υποθέτω, μπορώ να τους λάβω υπόψη κατά την διαδικασία παραγωγής του δικού μου λόγου (η γνώση αυτή ν’ αποτελεί αυτοτελές ερέθισμα που επιδρά στη δική μου λογική κατά την διαδικασία παραγωγής του δικού μου λόγου). Εάν δεν γνωρίζω, κάπου θα υπάρξει απώλεια. Γι’ αυτό λέμε, πιο απλά, ότι πρέπει πρώτα να ακούμε προσεκτικά, να καταλαβαίνουμε, να σκεφτόμαστε και μετά να μιλάμε, να εκφέρουμε τον δικό μας λόγο.

Το ανοιχτό επικοινωνιακό πλαίσιο της δίκης είναι από μόνο του σύνθετο και με ορισμένες ιδιαιτερότητες. Η πολυπλοκότητά του δεν συνιστάται απλά στο γεγονός ότι μετέχουν σ’ αυτό πολλά πρόσωπα με δικά τους επικοινωνιακά μέσα και εργαλεία, με υποχρεώσεις και δικαιώματα, με κανόνες επικοινωνίας, ορολογία, διαδικασία, διάφορες άλλες πρόσθετες παραμέτρους. Έχουν κι αυτά την δική τους σημασία. Την πολυπλοκότητα δημιουργεί κυρίως ο σκοπός ή ό,τι εκλαμβάνεται ως ο σκοπός μιας δικαστικής διαδικασίας και η συνθήκη που δημιουργείται, όπου δια της αντιπαράθεσης, ο ένας να προσπαθεί να πείσει τον άλλον ότι έχει το δίκαιο με το μέρος του.

Εισερχόμαστε σιγά-σιγά σ’ ένα κάπως πιο φιλοσοφικό πεδίο, το οποίο οδηγεί στο αγαπημένο κεφάλαιο της θεραπευτικής δικαιοσύνης: Είναι αυτός εξ’ ορισμού ο σκοπός μιας δικαστικής διαδικασίας, η «νίκη» μέσα από την αντιπαράθεση και τον αγώνα; Εάν θεωρητικά δεν είναι αυτός, γιατί κάποια αυθεντική δεοντολογική – κοινωνικοηθική εκδοχή επιβάλλει όπως μια δικαστική διαδικασία γίνεται για την διαπίστωση των γεγονότων και του δικαίου που βασίζεται σ’ αυτά, για την επίλυση του προβλήματος μεταξύ δύο αντίθετων εκδοχών, στην δικονομική πράξη ποια ακριβώς θέση υπέχει αυτός ο σκοπός; Πώς κυριαρχεί επί της ανάγκης κάθε διάδικης πλευράς που εισέρχεται σε μια δικαστική διαδικασία ν’ αντέξει στην συστημική αντιπαράθεση και να «κερδίσει» την δίκη;

Σ’ ένα άλλο επικοινωνιακό πλαίσιο σαν αυτό εδώ, για παράδειγμα, μεταξύ μας, μπορεί να μην υπάρχει αυτός ο σκοπός∙ εγώ δεν προσπαθώ να σε πείσω ότι έχω δίκαιο, εσύ δεν θέτεις απέναντί μου τα δικά σου επιχειρήματα με ζητούμενο να «δικαιωθείς»∙ εγώ αρκούμαι στο να παράγω καλά τον δικό μου λόγο, να εκφραστώ καλά, και ευελπιστώ ότι εσύ θα τον εισπράξεις με τον τρόπο που έχω κατά νου. Μπορεί να μην τον εισπράξεις για διάφορους λόγους που είτε σχετίζονται με την δική μου εκφορά του λόγου, είτε με την δική σου διάθεση συλλογής, αντίληψης και επεξεργασίας. Στον δικανικό διάλογο, όμως, υπάρχει η ανάγκη κάθε διάδικης πλευράς να «κερδίσει» τη δίκη, η οποία προκύπτει αναγκαστικά από την αντιπαράθεση των διαφορετικών εκδοχών και το έργο του δικαστηρίου είτε να πράξει ως διαιτητής σε αγώνα είτε ν’ αποφασίσει. Η ανάγκη αυτή, θεμιτή ή μη, ενόσω υπάρχει αποτελεί και ερέθισμα στην διαδικασία χρησιμοποίησης του δικηγορικού λόγου ως επικοινωνιακού μέσου και εργαλείου. Ο δικηγόρος θα παράγει τον λόγο του μ’ αυτό το δεδομένο, ότι μπαίνει σ’ έναν δικαστικό αγώνα για να «κερδίσει».

Πρόσφατα, σε μια έρευνα του Harvard Business School (Rogers, Zeckhauser, Gino, Schweitzer, Norton, 2014), που δημοσιεύτηκε ξανά τα τέλη του 2016 από τον American Psychological Association (APA) δημιουργώντας και μεγαλύτερη δημοσιότητα, αντικείμενο αποτέλεσε το λεγόμενο «Paltering» και η επίδρασή του στη διαπραγμάτευση. Ο όρος “Paltering”, στην εν λόγω έρευνα, εισήχθη ως νέος όρος, για ν’ ανοίξει, κατά την πρόκληση των ερευνητών, ένα πιο εξειδικευμένο νέο πεδίο έρευνας και στη δικανική και νομική ψυχολογία, όσον αφορά τον εντοπισμό του ψεύδους στις δικαστικές διαδικασίες. “Paltering” είναι η τέχνη του να πείθει κάποιος λέγοντας την αλήθεια, αλλά όχι όλη την αλήθεια· επειδή όμως, ακριβώς, τα λεγόμενά του βασίζονται στην αλήθεια μπορεί να μην αναπτύσσει ο ίδιος τα συνήθη αρνητικά συναισθηματικά επακόλουθα του ψεύδους (βάσει των οποίων γίνεται και η διάγνωση του ψεύδους, άρα να δυσχεραίνει η διάγνωση), να έχει, δηλαδή, ήσυχη τη συνείδησή του. Τέχνη του λόγου είναι, κατά μία άποψη, και το “Paltering”, η οποία, απλά, επιστρατεύει ένα συνδυασμό ποιοτικού και ποσοτικού κριτηρίου. Η αναγνωστική σκέψη ήταν ότι αυτή η τέχνη του λόγου χρησιμοποιείται ούτως ή άλλως στο δικηγορικό επάγγελμα, ως απόρροια, επίσης, της ανάγκης επικράτησης σε μια αντιπαράθεση. Σε μια αντιπαράθεση η οποία εκλαμβάνεται από τους συμμετέχοντες σε μια δίκη ως προσωπικός «αγώνας» (ο «δικαστικός αγώνας»), παρά ως κοινή πορεία διάγνωσης γεγονότων που αμφισβητούνται ή δεν είναι γνωστά, για να επιλυθεί το πρόβλημα με την αντιπαράθεση να είναι απλά εργαλείο όπου χρειάζεται για την προσέγγιση της αλήθειας. Και να φανταστεί κανείς ότι ο όρκος που χρησιμοποιείται στις δικαστικές διαδικασίες μιλά για την αλήθεια και «όλη την αλήθεια», δηλαδή περιλαμβάνει το ποσοτικό κριτήριο, παρόλο που εύκολα μπορεί να διερωτηθεί, κανείς, εάν η αλήθεια μπορεί να μετρηθεί, όντως, ποσοτικά και με ποιο τρόπο.

Ένα άλλο σημείο συσχετισμού δημιουργείται από το γεγονός ότι πολλές φορές οι δικηγόροι στα δικόγραφά τους ή ένορκες δηλώσεις που συντάσσουν χρησιμοποιούν παρομοιώσεις ή λογοτεχνικά διανθισμένες αξιολογικές κρίσεις, παρά εκθέτουν αυστηρά τα πιο ουσιώδη γεγονότα, κι αυτή η συνήθεια, παραπέμπει, ίσως, σε περισσότερο κακή λογοτεχνική εισβολή στο δικόγραφο, παρά σε επωφελή χρήση νομικής φαντασίας (δεν χρήζει παντού). Υπάρχει, όμως, και η περίπτωση όπου κάποιος μπορεί να γράφει ή να μιλά πολύ, να χρησιμοποιεί λέξεις θορυβώδεις ή άλλως πώς ικανές να ελκύουν την προσοχή του αναγνώστη ή του ακροατή, χωρίς, όμως, να λέει οτιδήποτε επί της ουσίας. Η «τέχνη» του να μιλά ή να γράφει κανείς χωρίς να λέει κάτι. Πρόκειται τότε, ίσως, για καθαρή σπατάλη λογοτεχνικής ενέργειας, κάποτε βλαπτική για το δίκαιο, άλλοτε απλά αδιάφορη ή απλά μια κακή όψη της δικηγορίας.

Έπειτα, εκτός από την ανάγκη της κάθε διάδικης πλευράς να «κερδίσει» την δίκη (που σκαρφαλώνει συχνά σ’ όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας), που στη σχολή της θεραπευτικής δικαιοσύνης θεωρείται «απόστημα» μέσα στο δικαστικό σύστημα, δεν απουσιάζουν περιπτώσεις όπου επικρατεί και η ανάγκη του δικαστηρίου να επιβάλει τον δικό του λόγο. Η ανάγκη αυτή δεν θεωρείται πιο θεμιτή απλά επειδή το δικαστήριο ασκεί εξουσία. Δεν ασκεί ατομική εξουσία. Η «επιβολή» δεν πρέπει να συνιστά την ατομική ανάγκη του δικαστή, αλλά το αποτέλεσμα του δικού του καλά εκφρασμένου τελικού κοινωνικού λόγου. Ο δικαστής, πέρα από το να καταλήξει σ’ αυτό τον λόγο και να τον εκφράσει, θα πρέπει να τον εκφράσει με τρόπο ώστε αυτός να είναι όχι μόνον σαφώς κατανοητός αλλά και αποδεκτός. Αποδεκτός και από τις δύο διάδικες πλευρές, ακόμα και από την πλευρά που δεν «κερδίζει» την δίκη. Για να συμβεί αυτό, ο λόγος του θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να’ χει παραχθεί αφού τύχουν επεξεργασίας όλα τα διαθέσιμα δεδομένα (που θα πρέπει να έχουν εισπραχθεί πλήρως και ορθά) και κατά την εκφορά του ν’ απαντά στους συγκεκριμένους παράγοντες που εμφανώς επιδρούν στη λογική και τη διαδικασία παραγωγής του λόγου της κάθε διάδικης πλευράς, με κάποιο μέτρο. Να νιώθει ο κάθε διάδικος ότι η πολιτεία του απαντά πλήρως σ’ αυτό που τον απασχολεί. Έπειτα, το δικαστικό επικοινωνιακό μέσο του λόγου, θα πρέπει να τηρεί τις προϋποθέσεις της λογοτεχνίας ως περιγραφικής και αφηγηματικής μεθόδου.

Συχνά στο κεφάλαιο της σχέσης του δικαίου με τη λογοτεχνία εμπλέκεται και το «γράμμα του νόμου», η «γραμματική ερμηνεία» ή ακόμα και τα άλλα είδη ερμηνείας, ως έννοιες και μέθοδοι οι οποίες βασίζονται στο τεκμήριο ότι τόσον ο νομοθέτης όσο και ο εφαρμοστής των νόμων έχουν επαρκή ικανότητα χρήσης της γραμματικής και του λόγου, ότι μεταξύ τους υπάρχει ο απαραίτητος λογοτεχνικός συντονισμός. Εμπλέκεται, επίσης, το ζήτημα της νομικής φαντασίας ή δημιουργικότητας μέσα από την ερμηνεία. Το να υπάρχει νομική φαντασία και δημιουργικότητα στην ερμηνεία δεν είναι κατ’ ανάγκη βλαπτικό, όταν χρησιμοποιείται ορθά και με μέτρο. Το ποιο είναι το ορθό και το μέτρο είναι το ζητούμενο, ενώ φαίνεται ότι η όλη εκτίμηση είναι κι αυτή κάπως υποκειμενική. Από την άλλη, δεν μπορεί να μην τύχει παραδοχής ότι το δίκαιο δεν εξελίσσεται μερικές φορές μέσα στο μακρύ τούνελ του χρόνου χωρίς το «καύσιμο» εκείνο της νομικής διαπλαστικής ερμηνείας, που προϋποθέτει έναν βαθμό νομικής φαντασίας και λογοτεχνικής ικανότητας. Η δυνατότητα «λογοτεχνικής ερμηνείας» δίνει τάχα έναν αέρα ελευθερίας στο δίκαιο μέσα στον χρόνο. Από την άλλη μπορεί να θεωρείται από κάποιαν άλλη σχολή σκέψης ως ταυτόσημη του νομικού μηδενισμού (Fiss, 1982), κοινώς – με σημερινή ορολογία – ως μορφή παράβασης της αρχής της νομιμότητας, της ασφάλειας του δικαίου ή και της αρχής διάκρισης των εξουσιών, εάν ο κανόνας είναι ότι το δίκαιο πρέπει να εξελίσσεται νομοθετικά.

Όσον αφορά παραπομπές στη λογοτεχνία, δεν αποκλείονται. Κάποτε οι δικηγόροι στις αγορεύσεις τους και οι δικαστές στις αποφάσεις τους παραπέμπουν σε λογοτεχνικά έργα, ιδίως όταν επιχειρούν να δημιουργήσουν κάποιου είδους συναισθηματική έμφαση. Προσφάτως, στην γνωστή δίκη του παραολυμπιονίκη Πιστόριους χρησιμοποιήθηκε ο χαρακτηρισμός «ανθρώπινη τραγωδία Σαιξπηρικών αναλογιών». Ο Shakespeare, ειδικότερα, γίνεται συχνά σημείο αναφοράς από δικηγόρους, τόσο που, χαριτολογώντας, είχε λεχθεί, σε κάποια ανύποπτη στιγμή, πως για να τρέφουν οι δικηγόροι τόσην αγάπη για τον Shakespeare, μάλλον ο αληθινός Shakespeare θα ήταν δικηγόρος. Στα Κυπριακά πράγματα η εντύπωση είναι ότι δεν δημιουργούν καλή αίσθηση τέτοιου είδους παραπομπές.

Μια τελικά περίεργη ανάγκη συσχετισμού

Στη λογοτεχνία, λοιπόν, οι δίκες χρησιμοποιούνται για έναν υπέρτερο λογοτεχνικό σκοπό. Στις δίκες, η λογοτεχνία χρησιμοποιείται για έναν υπέρτερο νομικό σκοπό. Η λογοτεχνία και το δίκαιο, ως εργαλεία, στη μία και στην άλλη περίπτωση, προς εξυπηρέτηση κάποιων σκοπών, θεμιτά ή μη. Δεν είναι τα μοναδικά εργαλεία προς εξυπηρέτηση των ίδιων σκοπών. Έχουν, άραγε, κάποιο κοινό στοιχείο (το δίκαιο και η λογοτεχνία), ως τέτοια εργαλεία, ή απλά αρέσει στους νομικούς και τους λογοτέχνες η ευκαιριακή τους συνεύρεση στο εκάστοτε πεδίο και περιφέρονται ασκόπως να βρουν κάποιον άλλου είδους συσχετισμό; Όταν μιλάμε για λογοτεχνία και δίκαιο μιλάμε για διεπιστημονικότητα, άρα κάποιο πραγματικό ερευνητικό πεδίο με αρχή, μέση και τέλος, ή μιλάμε απλά για μια μέθοδο τράχυνσης της λογοτεχνίας με επιστήμη και λείανσης (ή κοινωνικοποίησης ή εξανθρωπισμού ή άλλως πως χαρακτηριζόμενης μεταβολής) της επιστημοσύνης δικαίου με τέχνη; Μιλάμε για μια υγιή και ωραία σχέση ή για την νόθευση της επιστημοσύνης και της αυτονομίας του δικαίου με τέχνη και εν τέλει για απειλή; Ή μήπως το δίκαιο συνιστά τελικά και μια ειδική κατηγορία τέχνης ή τεχνικής συσχετισμού της λογικής και του λόγου;

Όταν η τέχνη και η λογοτεχνία συγκεκριμένα λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής αντίληψης και αντιμετώπισης στο παρόν, υπάρχει αρκετό ερευνητικό ενδιαφέρον, έστω και στον άξονα μιας ακαθόριστης αλλά διαχρονικά ελκυστικής σχέσης. Υπάρχουν, όμως, και κάποιες κάπως πιο καθαρές περιπτώσεις, όπου η τέχνη και η λογοτεχνία συνιστούν τον μοναδικό φορέα ιστορικής πληροφόρησης, για το τι ίσχυε όσον αφορά το δίκαιο ή τη δικονομία σε κάποια παλαιότερη εποχή, όπου ενδεχομένως να μην υπάρχουν άλλες διαθέσιμες άμεσες πηγές ιστορικής πληροφόρησης (Holdsworth, 1929). Εκεί το ερευνητικό ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως στην προσπάθεια διασταύρωσης των πηγών και επαλήθευσης της πληροφόρησης.

Διανύοντας μια πολύ μικρή απόσταση από αυτό το μεγάλο ταξίδι, με αναφορά στο θέμα «λογοτεχνία και δίκαιο», χωρίς ν’ απαντούμε στα ρεύματα υπέρ και κατά της σχέσης «λογοτεχνίας και δίκαιο», καταλήξαμε, μια φιλόλογος και μια δικηγόρος, στην προσπάθεια να γράψουμε ένα θεατρικό έργο για τη Δίκη του Σωκράτη, κάνοντας συγκεκριμένες επιλογές. Χρησιμοποιήσαμε την λογοτεχνία, χρησιμοποιήσαμε το δίκαιο, προσεγγίσαμε το δίκαιο, και πάλι, με την λογοτεχνία. Αναμένονται ασφαλώς τ’ αποτελέσματα μ’ έναν σχετικό ενθουσιασμό.

———–

Benesh, S. C., & Howell, S. E., (2001). Confidence in the Courts: A Comparison of Users and Non-users. Behavioral Sciences & the Law,19, 199-214.

Cole, S. & Dioso, R. (2005). Law and the Lab: Do TV Shows Really Affect How Juries Vote? Let’s Look at the Evidence. The Wall Street Journal (ηλεκτρονικά).

Cunichina K., Valickas G., Pakalniskiene V., Navickas V. (2015). How 7-10 year old children perceive image of judges and courts // Current challenges for psychology and law / World & EAPL Conference, 4-7 Αυγούστου, 2015. Nuremberg, 2015, σελ. 44–45.

Fiss, O. M. (1982). Objectivity and Interpretation. Stanford Law Review, 34, 739-764.

Gest, J. M. (1913). The Lawyer in Literature. London: Sweet & Maxwell Limited.

Holdsworth, W. S. (1929). Charles Dickens as a Legal Historian. New Haven: Yale University Press.

London, E. (1960). The World of Law: A Treasury of Great Writing about and in the Law: Short Stories, Plays, Essays, Accounts, Letters, Opinions, Pleas, Tran- scripts of Testimony, from Biblical Times to the Present. New York: Simon.

Lowenstein, M. (2016). Emotive riot sentencing remarks: Qualitative analysis of the English Judicial perspective. Internet Journal of Criminology (ηλεκτρονικά).

Magris, C. (2009). Before the law. Literature and Justice. Στο: C. Magris. Literature, Law, and Europe. The First Romano Guarnieri Lecture in Italian Studies and a Debate with Frans Timmermans. (Εκδ.) Η. Harald. Italianstica Ultraiectina, 5. Utrecht: Igitur, Utrecht Publishing and Archiving Services.

Miethe, T. D., (1995). Predicting Future Litigiousness, Justice Quarterly, 12, 563, 578.

Podlas, P. (2006). “The CSI Effect”: Exposing the Media Myth. Fordham Intellectual Property, Media and Entertainment Law Journal, 16, 430-465.

Reich, C. A. (1965). Toward the Humanistic Study of Law. Yale Law Journal 74, 1402-08.

Reyns, B. W. & Henson, B. (2010). Superhero Justice: The depiction of crime and justice in modern-age comic books and graphic novels. Popular Culture, Crime and Social Control Sociology of Crime, Law and Deviance, 14, 45–66.

Roberts, J. V. & Stalans, L. J., (1997) Public Opinion, Crime and Criminal Justice. Boulder CO: Westview Press.

Roberts, J. V. & Stalans, L. J., (1998) Crime, Criminal Justice, and Public Opinion. Στο: Μ. Tonry, (Εκδ.) The Handbook of Crime and Punishment. New York: Oxford University Press.

Rogers, T., Zeckhauser, R., Gino, F., Schweitzer, M. & Norton, M. (2014). Artful Paltering: The Risks and Rewards of Using Truthful Statement to Mislead Others. Journal of Personality and Social Psychology: Interpersonal Relations and Group Processes (ηλεκτρονικά).

Schweitzer, N. J. & Saks, M. J. (2007). The CSI Effect: Popular fiction about forensic science affects the public’s expectations about real forensic science. Jurimetrics, 47, 357-364.

Silbey, S. S., Ewick, P., & Schuster, E., (1993). Differential Use of Courts by Minority and Non-Minority Populations in New Jersey. Report from Supreme Court Task 102 Force on Minority Concerns of the New Jersey Judiciary. Developed under a grant from the State Justice Institute.

Tonry, (1998) Crime and Justice in America. Στο: Μ. Tonry (Εκδ.) The Handbook of Crime and Punishment. New York: Oxford University Press.

Weisberg, R. & Barricelli, JP. (1982). Literature and Law. New York: MLA.

Weisberg, R. (1999). Literature’s twenty-year crossing into the domain of Law: Continuing trespass or right by adverse possession? Στο: M. Freeman & A. D. E. Lewis (Εκδ.) Law and Literature. Oxford: Oxford University Press.

White, J. B. (1973). The Cultural Background of “The Legal Imagination”. Στο: A. Sarat, C. Frank, M. Anderson (Εκδ.). Teaching Law and Literature. New York: Modern Language Association.

Zemans, F. K., (1991). In the Eye of the Beholder: The Relationship Between the Public and the Courts. The Justice System Journal 15, 722-740.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s