Τα βάρη για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

Ένα από τα δύσκολα ζητήματα στη δικονομία και το δίκαιο της απόδειξης στις αστικές υποθέσεις είναι τα βάρη για την απόδειξη.

Ο σκοπός μιας δικαστικής διαδικασίας είναι ν’ αναδομήσει την πραγματική εικόνα μ’ όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν και να εφαρμόσει το δίκαιο επί αυτών. Αυτή η διαδικασία ουδέποτε είναι τέλεια. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το τι πραγματικά συνέβη στο παρελθόν ή τα εμπλεκόμενα μέρη εισφέρουν αντικρουόμενα γεγονότα.

Κάθε βάση αγωγής συντίθεται από ορισμένα ζητήματα. Για κάθε ένα από αυτά τα ζητήματα μπορούν να διατίθενται υπερασπίσεις. Περισσότερα ζητήματα μπορεί να περιέχουν περισσότερα γεγονότα. Μια υπόθεση συνήθως συντίθεται, στο σύνολό της, από πολλά γεγονότα. Τα δικόγραφα είναι αυτά που προσδιορίζουν τα γεγονότα και από αυτά προκύπτουν οι διάφορες εκτιμήσεις αναφορικά με το ποιος πρέπει ν’ αποδείξει τι. Ένα γεγονός μπορεί να πρέπει να αποδειχθεί (factum probandum) και κάποιος να πρέπει να το αποδείξει, να’ χει το βάρος να το αποδείξει (onus probandi). Οι ουσιαστικοί κανόνες δικαίου προβλέπουν συνήθως ποιος έχει γενικά το βάρος για την απόδειξη κάθε ζητήματος. Έπειτα, ο καθορισμός ως προς το ποια πλευρά έχει το βάρος για την απόδειξη σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, εξαρτάται από την ουσιαστική φύση της απαίτησης του Ενάγοντος και τις διαθέσιμες υπερασπίσεις του Εναγόμενου.

Υπάρχει πολλές φορές η εντύπωση ότι το βάρος για την απόδειξη βρίσκεται πάντα στους ώμους του Ενάγοντος, όπως και του εισαγγελέα σε μια ποινική υπόθεση. Δεν είναι ορθή αυτή η εντύπωση. Ο λόγος γίνεται πάντα για γεγονότα και το βάρος απόδειξης δίνει αναφορά σε κάθε ένα γεγονός που πρέπει ν’ αποδειχθεί ξεχωριστά. Συνήθως, το (αρχικό) βάρος για την απόδειξη βρίσκεται στον Ενάγοντα, εάν το επίδικο γεγονός είναι αναγκαίο για την στοιχειοθέτηση της βάσης της αγωγής του (π.χ. εάν η ύπαρξή του είναι όρος ύπαρξης και προώθησης της αγωγής)[1]. Το βάρος βρίσκεται στον Εναγόμενο, εάν η πρότασή του δεν είναι απλή άρνηση ενός βασικού συστατικού της βάσης της αγωγής (όπου τότε ο Ενάγων διατηρεί το βάρος για την απόδειξη της απαίτησής του), αλλά τέτοια (π.χ. περιέχει συγκεκριμένους θετικούς ισχυρισμούς), που εάν αποδειχθεί, θα συνιστά μια καλή υπεράσπιση, η οποία θα του επιτρέψει, ενδεχομένως, ν’ αποφύγει την απαίτηση, που ο Ενάγων, εκ πρώτης όψεως, έχει. Η δυσκολία είναι το να προσδιοριστεί τι συνιστά ακριβώς βασικό συστατικό της βάσης της αγωγής, και πότε η τεκμηρίωση μιας πρότασης υπεράσπισης (ο θετικός ισχυρισμός του Εναγόμενου) μπορεί να οδηγήσει σε αποφυγή της απαίτησης. Είναι κάθε θετικός ισχυρισμός του Εναγόμενου ικανός να του εναποθέσει στους ώμους βάρος για απόδειξη γεγονότος, στη βάση κάποιας τόσο γενικευμένης αρχής ότι ο καθένας φέρει το βάρος για την απόδειξη των δικών του ισχυρισμών; Το δόγμα affirmanti incumbit probation δεν έχει βέβαια την έννοια ότι ένας αρνητικός ισχυρισμός του Εναγόμενου δεν υπόκειται σε απόδειξη. Είναι ενδεχομένως η δυσκολία προσδιορισμού του βάρους για την απόδειξη που συχνά οδηγεί στην τάση το βάρος για την απόδειξη ν’ αποδίδεται ανορθόδοξα σχεδόν πάντα στον Ενάγοντα, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει ασάφεια σχετικά με το ποιος φέρει το βάρος για την απόδειξη. Μια ενδεχόμενα δυνατή επάνοδος σε συνθήκη ασφάλειας δικαίου θα ήταν και δια της έγερσης του εξής (αρνητικά διατυπωμένου) ερωτήματος: Εάν δεν προσκομιστεί μαρτυρία για το συγκεκριμένο ζήτημα, θα είναι επιτυχής η απαίτηση του Ενάγοντος; Εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική, τότε για το συγκεκριμένο ζήτημα το βάρος θα πρέπει, ίσως, ν’ αποδίδεται στην πλευρά του Εναγόμενου. Σε κάθε τέτοια συνήθη περίπτωση, ο Ενάγων θα πρέπει να εκπληρώσει το δικό του βάρος απόδειξης για να μπορεί να γίνει λόγος για το βάρος απόδειξης του Εναγόμενου. Εάν ο Ενάγων αποτύχει να εκπληρώσει το βάρος απόδειξης των βασικών στοιχείων της απαίτησής του, η αποτυχία του Εναγόμενου ν’ αποδείξει τους δικούς του (δικογραφημένους) ισχυρισμούς θα’ ναι και άνευ οποιασδήποτε σημασίας.

Όταν για ένα ζήτημα το δικαστήριο ικανοποιείται, σε ικανό επίπεδο, σχετικά με την ύπαρξη ή την μη ύπαρξη γεγονότων που αφορούν στο επίδικο ζήτημα, τότε δεν υπάρχει βάρος για την απόδειξη. Από το βάρος για απόδειξη μπορεί να απαλλάσσεται το μέρος που καταρχάς το φέρει και για άλλους λόγους (π.χ. ύπαρξης παραδοχής γεγονότος, κάλυψη από τεκμήριο νόμου ή κάλυψη από το δόγμα res judicata). Εάν το δικαστήριο δεν ικανοποιείται, σε ικανό επίπεδο, σχετικά με ένα επίδικο ζήτημα, τότε το ζήτημα αποφασίζεται εις βάρος αυτού που έχει το βάρος για την απόδειξη. Δεν υπάρχει κάποια εξουσία του δικαστηρίου να επιχειρήσει ένα διαφορετικό μέτρο ή μια ενδιάμεση υπόθεση. Ο Α ενάγει τον Β για οδική αμέλεια, λόγω σύγκρουσης που συνέβη μεταξύ του οχήματός του και του οχήματος που οδηγούσε ο Β. Ο Β έχει υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Τόσον ο Α όσο και ο Β ισχυρίζονται ότι οδηγούσαν στην ορθή πλευρά του δρόμου και ότι το ατύχημα συνέβη όταν ο άλλος εισήλθε στην λάθος πλευρά του δρόμου. Μέσα από την δίκη δεν καθίσταται δυνατό για το δικαστήριο να προβεί σε εύρημα γεγονότος για το πού συνέβη η σύγκρουση, στην δεξιά ή την αριστερή πλευρά ή το κέντρο του δρόμου. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευθύνη τόσο του Α όσο και του Β βάσει κάποιας δικής του υπόθεσης, αλλά θα πρέπει, μάλλον, ν’ απορρίψει και την αγωγή και την ανταπαίτηση, στον βαθμό που το σημείο της σύγκρουσης κρίνει ότι είναι βασικό συστατικό για την απαίτηση ενός εκάστου. Σε πολλούς μπορεί να φαίνεται αδιανόητο σε μια δίκη να υπάρχει αυτή η κατάληξη, ν’ απορρίπτεται και η απαίτηση και η ανταπαίτηση, επειδή, ενδεχομένως, να υπάρχει η λανθασμένη πεποίθηση ότι πρόκειται για ένα δικαστικό «αγώνα» και ότι κάποιος πρέπει να’ ναι ο «νικητής» του.

Πολλές φορές με την έννοια «βάρος απόδειξης» μπορεί να εννοούνται διάφορα άλλα επιμέρους βάρη. Παραδόξως η εννοιολογική διάκριση αφενός δεν είναι κοινά αποδεκτή, αφετέρου όσοι την αποδέχονται δεν την αποδέχονται απλά, αλλά την θεωρούν και πολύ σημαντική. Συνηθίζεται, λοιπόν, διάκριση ανάμεσα στο αποδεικτικό βάρος (ή μαρτυρικό βάρος) και το νομικό βάρος[2]. Η διάκριση αυτή κινείται σε μια αρκετά λεπτή γραμμή. Παραδείγματος χάριν, μετά από την παρουσίαση της υπόθεσης του πρώτου μέρους, το άλλο μέρος μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει υπόθεση για ν’ απαντήσει, γιατί το πρώτο μέρος δεν εκπλήρωσε το αποδεικτικό βάρος που έχει, σε βαθμό όπου ν’ απαιτείται απάντηση από το άλλο μέρος. Σε τέτοια περίπτωση, εάν το αποδεικτικό βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντος και το σημείο το οποίο δεν αποδείχθηκε είναι σημαντικό για την στοιχειοθέτηση της βάσης της αγωγής του, το πιο πιθανόν είναι η αγωγή του ν’ απορριφθεί[3]. Όταν, μετά το πέρας της υπόθεσης, το δικαστήριο δεν μπορεί να προσδιορίσει πού βρίσκεται η αλήθεια, κάθε ζήτημα ως προς το οποίο το δικαστήριο των γεγονότων δεν μπορεί ν’ αποφανθεί, απολήγει ενάντια στο μέρος εκείνο που έχει το νομικό βάρος σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα[4]. Το νομικό βάρος είναι το βάρος ενός μέρους, π.χ. του Ενάγοντος, ν’ αποδείξει τα συστατικά που συνθέτουν την απαίτησή του[5]. Εάν η απαίτησή του είναι για αμέλεια, ν’ αποδείξει το καθήκον επιμέλειας και το εύρος του, την παράβασή του, την ζημιά, την αιτιώδη συνάφεια[6]. Είναι το βάρος του μέρους που ζητά από το δικαστήριο να πράξει κάτι[7]. Το αποδεικτικό βάρος θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι η υποχρέωση προσκόμισης επαρκούς μαρτυρίας για την υποστήριξη (όχι κατ’ ανάγκη την απόδειξη) του κατά πόσο ένα επίδικο γεγονός υφίσταται ή δεν υφίσταται. Περιέχει ένα κριτήριο ποσοτικό και για κάποιους περιέχει και επιμέρους έννοιες. Περιλαμβάνει τόσο την υποχρέωση προσκόμισης μαρτυρίας για ένα ζήτημα, που να είναι επαρκής ώστε αυτό να μην αποφασιστεί προς όφελος του δικονομικού αντιπάλου, όσο και τον κίνδυνο απώλειας, σε περίπτωση που το συγκεκριμένο ζήτημα δεν αποδειχθεί ή δεν αποδειχθεί περαιτέρω σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση, ο λόγος γίνεται για το αποδεικτικό βάρος με την στενή του όρου έννοια, και στην δεύτερη περίπτωση χρησιμοποιείται, προς διάκριση, η έννοια του τακτικού βάρους.

Κατά μία άποψη το μόνο αυθεντικό βάρος για την απόδειξη μιας απόδειξης είναι το νομικό βάρος. Το νομικό βάρος ουδέποτε μετατίθεται∙ είναι σταθερό[8]. Συνήθως, το μέρος που έχει το νομικό βάρος έχει και το αποδεικτικό βάρος. Από το αποδεικτικό βάρος αυτό που μετατίθεται είναι, κατά μία άποψη, μόνον το τακτικό βάρος. Το μέρος που έχει το νομικό βάρος για ένα συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να το εκπληρώσει σε κάποιο στάδιο της δίκης. Τότε το τακτικό βάρος μεταφέρεται στο άλλο μέρος, το οποίο θα πρέπει να προσκομίσει αντίθετη μαρτυρία ή να διατρέξει τον κίνδυνο να χάσει το ζήτημα. Εάν το άλλο μέρος προσκομίσει τέτοια αντίθετη μαρτυρία, το τακτικό βάρος επιστρέφει πίσω στο πρώτο μέρος το οποίο φέρει το νομικό βάρος. Αυτή η δυνητικά συνεχής μετακίνηση του τακτικού βάρους κατά την εκκρεμοδικία δεν αφορά στο νομικό βάρος αλλά ούτε και στο αποδεικτικό βάρος με την στενή του όρου έννοια.  Για παράδειγμα, εάν υπάρχει μία διαφορά βάσει γεγονότος και οι μόνες πιθανές λύσεις είναι δύο, η Χ και η Ψ και το μέρος Α έχει το βάρος για την απόδειξη μόνον του Χ, εάν ο Α προσκομίσει επαρκή απόδειξη για την απόδειξη του Χ και ο Β δεν προσκομίσει απόδειξη για την απόδειξη του Ψ, πιθανόν ο Α η απόφαση να είναι προς όφελος του Α. Ο Β θα πρέπει να πράξει κάτι εάν θέλει ν’ αποφύγει αυτή την εξέλιξη, χωρίς να σημαίνει ότι είχε οποτεδήποτε το βάρος για απόδειξη. Κατ’ άλλη άποψη, η έννοια του τακτικού βάρους είναι ξεχωριστή και χωρίς οποιαδήποτε νομική σημασία, και φυσικά δεν καθορίζει το ποιο μέρος οδηγεί αποδεικτικά την υπόθεση σε κάθε στάδιο της δίκης. Έπειτα, είναι παραπλανητική και επικίνδυνη η υπερβολική εναπόθεση πίστης ότι κάτι οι υποχρεώσεις απόδειξης μπορούν να μετακινούνται, πράγματι, κατά την διάρκεια μιας δίκης.

Η λειτουργία των τεκμηρίων (π.χ. πρόνοια ότι εάν αποδειχθούν συγκεκριμένα γεγονότα, υπάρχει τεκμήριο απόδειξης) δεν σχετίζεται με την μετάθεση οποιουδήποτε βάρους, αλλά με την εκπλήρωση του βάρους, που συμβαίνει, εκτός εάν επέλθει η ανατροπή του τεκμηρίου. Κάποτε ο ίδιος ο νόμος μπορεί να προσδιορίζει το νομικό βάρος ή το αποδεικτικό. Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει τέτοια νομοθετική καθοδήγηση, οι συλλογισμοί που γίνονται λαμβάνουν υπόψη την (κοινωνική) ασφάλεια και την βολικότητα. Όταν ένα γεγονός εμπίπτει στο πεδίο γνώσης του ενός μέρους, είναι κάτι το απόλυτα συναφές.

Ανάλογα διαμορφώνεται το επίπεδο απόδειξης, σε δύο στάδια. Σ’ ένα πρώτο στάδιο εξετάζεται κατά πόσον το μέρος που έχει το αποδεικτικό βάρος το ικανοποιεί ή το εκπληρώνει, ώστε να δημιουργείται μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Για να ικανοποιείται αυτό το επίπεδο το δικαστήριο θα πρέπει, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα, να μπορεί να καταλήξει, σε περίπτωση που δεν προσκομιστεί αντίθεση μαρτυρία. Σ’ ένα δεύτερο στάδιο εξετάζεται κατά πόσον το πρόσωπο που φέρει ο νομικό βάρος το ικανοποιεί. Το επίπεδο αυτό, στις αστικές υποθέσεις, είναι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων[9] (δεν θα γίνει αναφορά σε άλλες ιδιαίτερες περιπτώσεις). Τι σημαίνει, όμως, αυτό το ισοζύγιο των πιθανοτήτων; Θα πρέπει το μέρος που φέρει το αποδεικτικό βάρος να δείξει απλά ότι είναι πιο πιθανόν να υφίσταται η κατάσταση που απαιτείται για την τεκμηρίωση της υπόθεσής του, παρά όχι; Ή μήπως το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι πιο πιθανόν, παρά όχι, η κατάσταση που απαιτείται για την τεκμηρίωση της υπόθεσης να υφίσταται; Υπάρχει μια σημαντική διαφορά στην διατύπωση. Για παράδειγμα, εάν ο Ενάγων προσπαθεί ν’ αποδείξει ότι τα φρένα του αυτοκινήτου που αγόρασε, μάρκας Χ, είναι ελαττωματικά, άραγε αρκεί να προσκομίσει μαρτυρία, με βάση την οποία, τα περισσότερα αυτοκίνητα μάρκας Χ έχουν ελαττωματικά φρένα και να βασίσει την υπόθεσή του σε μια στατιστική πιθανότητα; Ασφαλώς όχι. Η προϋπόθεση της ικανοποίησης του δικαστηρίου προσθέτει κάτι περισσότερο από την απλή μηχανική ή μαθηματική εκτίμηση των πιθανοτήτων∙ προϋποθέτει μια ουσιαστική θετική πεποίθηση, βάσει των γεγονότων, στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο πρώτος διάδικος είναι το μέρος που έχει δικαίωμα ν’ αρχίσει πρώτο με την προσαγωγή της μαρτυρίας του και συνήθως είναι το μέρος που φέρει το νομικό βάρος. Κατά μία άλλη άποψη, το δικαίωμα της έναρξης (στον βαθμό που θεωρείται δικαίωμα) δεν ακολουθεί κάποιον τόσο αυστηρό κανόνα, αλλά εκφράζει την αρχή της δικαιοσύνης ανάμεσα στα μέρη, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις[10], και μπορεί να τύχει ανάλογης διαχείρισης από το δικαστήριο.

Το ζήτημα των βαρών δεν άφησε αδιάφορη την μέχρι σήμερα Κυπριακή νομολογία, μεταξύ άλλων αναφέρονται, ενδεικτικά, οι Κίρλαππου ν. Μιχαηλίδη (Ττόρος) (1996) 1 ΑΑΔ 1397, Kυπριακή Tράπεζα Aναπτύξεως Λτδ ν. Apak Agro Industries και Άλλου (1999) 1 ΑΑΔ 1721, Μαρία Κυπριανού-Μεσαρίτη ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 181/2011, 4/3/2014, και άλλες.

—————

[1] Βλ. και Chapman v Oakleigh Animal Products Ltd (1970) 8 KIR 1063 σελ. 1072, CA.

[2] Βλ.και Wakelin v London and South Western Rly Co (1886) 12 App Cas 41, HL∙ και Hill v Baxter [1958] 1 QB 277, [1958] 1 All ER 193, DC∙ και Brown v Rolls Royce Ltd [1960] 1 All ER 577,[1960] 1 WLR 210, HL∙ και Bratty v A-G for Northern Ireland [1963] AC 386, [1961] 3 All ER 523, HL.

[3] Βλ. και Joseph Constantine Steamship Line Ltd v Imperial Smelting Corpn Ltd [1942] AC 154, [1941] 2 All ER 165, HL∙ και Huyton-with-Roby UDC v Hunter [1955] 2 All ER 398, [1955] 1 WLR 603, CA∙ και Brown v Rolls Royce Ltd [1960] 1 All ER 577, [1960] 1 WLR 210, HL.

[4] Βλ. και  Pickup v Thames and Mersey Marine Insurance Co Ltd (1878) 3 QBD 594, CA∙ και Wakelin v London and South Western Rly Co (1886) 12 App Cas 41, HL∙ και Alexander v Rayson [1936] 1 KB 169, CA∙ και Young v Rank [1950] 2 KB 510, [1950] 2 All ER 166.

[5] Βλ. και Mills v Barber (1836) 1 M & W 425∙ και Abrath v North Eastern Rly Co (1883) 11 QBD 440, CA∙ και affd (1886) 11 App Cas 247, HL∙ και Talbot v Von Beris [1911] 1 KB 854, CA∙ και Robins v National Trust Co Ltd [1927] AC 515, PC∙ και Huyton-with-Roby UDC v Hunter [1955] 2 All ER 398, [1955] 1 WLR 603, CA.

[6] Dublin, Wicklow and Wexford Rly Co v Slattery (1878) 3 App Cas 1155, HL∙ και Wakelin v London and South Western Rly Co (1886) 12 App Cas 41, HL∙ και Heranger (Owners) v Diamond (Owners) [1939] AC 94, HL.

[7] Dickinson v Minister of Pensions [1953] 1 QB 228, [1952] 2 All ER 1031∙ και The Glendarroch[1894] P 226, CA.

[8] Βλ.και Emanuel v Emanuel [1946] P 115, [1945] 2 All ER 494∙ και Southport Corpn v Esso Petroleum Co Ltd [1954] 2 QB 182, [1954] 2 All ER 561, CA.

[9] Βλ. και Miller v Minister of Pensions [1947] 2 All ER 372 at 373–374∙ και Newis v Lark (1571) 2 Plowd 408∙ και Cooper v Slade (1858) 6 HL Cas 746∙ και Lancaster v Blackwell Colliery Co Ltd (1919) 89 LJKB 609, HL∙ και Bonnington Castings Ltd v Wardlaw [1956] AC 613, [1956] 1 All ER 615, HL∙ και Dingwall v J Wharton (Shipping) Ltd[1961] 2 Lloyd’s Rep 213, HL∙ και Whalley v Montracon Ltd [2005] EWCA Civ 1383,[2005] All ER (D) 269 (Nov).

[10] Scott v Lewis (1836) 7 C & P 347∙ και Soward v Leggatt (1835) 7 C & P 613.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.