Η περίπτωση του «Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ»: Μια δίκη με τη μορφή δράματος ή ένα δράμα με τη μορφή δίκης;

statue-socrates-242x300

Από: Μαρία Α. Μίτλεττον*

~~~~~~~~

Αν ήθελε κανείς να δώσει απάντηση στο μείζον ερώτημα «Τι θα κάναμε με τον Σωκράτη, αν ζούσε στην εποχή μας», δεν θα προέβαινε σε φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά  πιθανότατα σε μια επανεκδίκαση της υπόθεσής του. Η αναπαράσταση μιας δίκης του Σωκράτη ως επιλογή, αντί της επιστημονικής διατριβής, ή του απλού στοχασμού, δεν θα μπορούσε, μολοντούτο, ν’ αποδοθεί ως σύγχρονη «δίκη» – ἐν δικαστηρίῳ και με τη νενομισμένη διαδικασία, αλλά καλύτερα θα μπορούσε ν’ αποδοθεί μέσω της τέχνης και όχι με τη μορφή οποιασδήποτε τέχνης, π.χ. ιστορικού μυθιστορήματος, αλλά με τη μορφή του δράματος. Η σχέση όμως της Δικαιοσύνης με τις τέχνες ανάγεται ήδη στην εποχή του Σωκράτη, ίσως να είναι και προγενέστερη, ενώ και μια κατηγορία κειμένων που έχουν γραφεί για τον ίδιο, οι Διάλογοι και η Απολογία, ενέχουν θεατρικά στοιχεία. Ασφαλώς ούτε το φαινόμενο του δικαστικού δράματος είναι ξένο στους θεατές. Επομένως ένας συσχετισμός του Σωκράτη και της δίκης του με το δράμα δεν είναι παράτολμο εγχείρημα. Ο Σωκράτης και η δίκη του υπήρξαν άλλωστε θέμα του δράματος των Νεφελών και τούτο δεν μπορεί να μην χρησιμοποιηθεί ως βάση (ούτε και μπορεί να μην χρησιμοποιήθηκε και ως ηθική βάση για την πραγματική κρίση των Αθηναίων το 399 π.Χ.). Επιλογή μας λοιπόν ήταν ν’ αναπαραστήσουμε τη δίκη του Σωκράτη ως δράμα, αντλώντας, όμως, από το δράμα ορισμένα στοιχεία. Με τον Σωκράτη ως επί το πλείστον τραγικό και εν μέρει κωμικό ήρωα, μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να επαναδιαπραγματευτεί το ερώτημα που απασχολεί διαχρονικά: Γιατί οι Αθηναίοι σκότωσαν τον Σωκράτη και τι θα κάναμε εμείς με τον Φιλόσοφο, αν ζούσε στην εποχή μας; Ίσως να πρέπει ν’ απαντήσουμε πρώτα στο πρώτο ερώτημα, για να μπορέσουμε να δώσουμε απάντηση στο δεύτερο, ίσως να πρέπει ν’ απαντήσουμε πρώτα στο δεύτερο, για να μπορέσουμε να δώσουμε απάντηση στο πρώτο. Ίσως πάλι να μην μπορούμε (φόρος τιμής και προς τον ίδιο τον Σωκράτη) να δώσουμε καμιά απάντηση. Αλλά η φιλοσοφία και η ηθικοπνευματική αναζήτηση είναι τόσο αναγκαία και στην εποχή μας, που ένα ταξίδι σε αυτήν δεν είναι ποτέ χαμένος χρόνος.

~~~~~~~~

Η Δικαιοσύνη στις τέχνες

 Γιατί οι Αθηναίοι σκότωσαν τον Σωκράτη; Το ερώτημα τίθεται ξανά και ξανά εδώ κι αιώνες. Το ερώτημα δεν θα μπορούσε να μην μας απασχολήσει, παρά τα όσα έχουν γραφεί και, ασφαλώς, ο ιδανικός τρόπος να διερευνηθεί δεν είναι μια ακόμα επιστημονική μελέτη. Το Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ  είναι ένα κείμενο που βρίσκεται ανάμεσα σε πρακτικά δίκης και λογοτεχνικό – δραματικό λόγο.  Η ιδέα ήταν εξαρχής να δοθεί στη δικαστική-ιστορική πραγματικότητα η λογοτεχνική άποψη και στη λογοτεχνική – ιδανική αντίληψη του Σωκράτη η δικαστική –πραγματολογική πτυχή. Το Δίκαιο, είναι αλήθεια, δεν υπήρξε ποτέ αντικείμενο αποκλειστικά των δικαιϊκών κειμένων και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Το Δίκαιο ως τούτο και οι παρεμφερείς έννοιές του, απασχόλησαν την τέχνη: τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, τη γλυπτική. Η τυφλότητα, η ζυγαριά και άλλα στοιχεία του Δικαίου πέρασαν ως σύμβολα και αφετηρία προβληματισμού στις τέχνες. Ενδεικτικά ας αναφερθεί η ανδρική απεικόνιση της δικαιοσύνης από τον Σολωμάντζαρο. Και στεκόμαστε σ’ αυτήν. Γιατί πολλοί καλλιτέχνες, αν τους είχε ζητηθεί ν’ απεικονίσουν τη δικαιοσύνη με μια ανδρική μορφή, πιθανόν να προσέτρεχαν είτε στη μορφή του Προμηθέα, που πλήρωσε την υπερπροσφορά του στην ανθρωπότητα με τη σύγκρουσή του με τη Βία και το Κράτος, είτε στη μορφή του Ορέστη, που δικάστηκε τελικά με δημοκρατικές διαδικασίες οδηγώντας σε εξέλιξη την ίδια την κοσμική δικαιοσύνη, είτε στη μορφή του Σωκράτη.

Τα κείμενα που γράφτηκαν για τον Σωκράτη

 Τα κείμενα που γράφτηκαν για τον Σωκράτη δεν είναι λογοτεχνικά. Μπορούν να διακριθούν ειδολογικά σε δύο κατηγορίες: στα έργα του Πλάτωνα (Διαλόγους και Απολογία) και τις επιστημονικές μελέτες για την ανασύνθεση του ιστορικο – ιδεολογικού πλαισίου εντός του οποίου συντελέστηκε η καταδίκη του Φιλοσόφου. Οι Διάλογοι έχουν ιστορική – φιλοσοφική αξία, ενώ εμφανής είναι ο στόχος του δημιουργού να καταστήσει κτήμα των επόμενων γενεών το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Σωκράτη, αλλά και ν’ αποκαταστήσει τον ίδιο τον Φιλόσοφο. Η όποια λογοτεχνική αξία τους, δεν απασχόλησε τους μελετητές. Από την άλλη, στα υπόλοιπα κείμενα εξάγονται συμπεράσματα από διασταυρούμενες πηγές, ενώ υπηρετείται ο σκοπός να εννοήσουμε εμείς, οι σύγχρονοι, γιατί οι Αθηναίοι σκότωσαν τον Σωκράτη.[1] Στο Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ υπάρχουν στοιχεία και από τις δύο κατηγορίες, είναι όμως σε δύο νέα είδη – πλαίσια που επανατοποθετείται ο Σωκράτης: στη δραματική ποίηση και στη σύγχρονη δικονομία. Η σύγχρονη δικονομία δίνει το διαρθρωτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Σωκράτης δικάζεται και αντιμετωπίζεται, το κανονιστικό σχήμα που τον παρακολουθεί και που θα τον παρακολουθούσε, εάν ζούσε σήμερα. Η δραματική ποίηση δίνει στον Σωκράτη το χρώμα της διαχρονίας, φέροντάς τον σ’ επαφή με σχήματα γενικά προβληματισμού και παιδείας γύρω από τα θέματα του Δικαίου, όπως απασχόλησαν ανέκαθεν τον άνθρωπο.

Το φαινόμενο του δικαστηρίου και της κρίσης ἐν θεάτρῳ

 Η δικαιοσύνη ως έννοια απασχόλησε τα μέγιστα τους τραγικούς, αλλά και τους κωμικούς ποιητές. Από την αισχύλεια αντίληψή της μέχρι και τον Ευριπίδη, δόθηκαν στους θεατές θεάματα που αφορούσαν στην παραβίαση των αρχών Δικαίου και στην άνωθεν επιβαλλόμενη δικαιοσύνη. Και είναι ακριβώς τούτο το σχήμα που πραγματεύεται η τραγωδία. Τη διαδρομή του ήρωα μέχρι ο από μηχανής θεός ν’ αποκαταστήσει, αλλά και να επιβάλει τη δικαιοσύνη, το θέλημα των θεών.[2] Σε κάθε περίπτωση, στο δράμα ο θεός είναι κριτής και δικαστής.[3] Ακόμα και στις Ευμενίδες, όπου παρακολουθούμε μια εξέλιξη στη δικαιοσύνη με τη σύσταση ορκωτού δικαστηρίου, μια μετάβαση δηλαδή από την αρχέγονη μορφή δικαιοσύνης και το δίκαιο της ανταπόδοσης (αλλά και της θείας τιμωρίας) στην κρίση των ανθρώπων, είναι με την παρέμβαση των θεών που γίνεται τούτο και είναι η ίδια η Αθηνά που δίνει την αθωωτική της ψήφο στον μητροκτόνο Ορέστη. Στην αριστοφανική κωμωδία η δικαιοσύνη αποδίδεται σε καθαρά κοσμικά πλαίσια και στις Νεφέλες, οι θεότητες διεκπεραιώνουν τον ρόλο τους ως παρατηρητών. Ναι, παραπλανούν, όμως δεν αποδίδουν εκείνες στο τέλος δικαιοσύνη.  Το φαινόμενο του δικαστηρίου ἐν θεάτρῳ, της διαδικασίας δίκης δηλαδή εντός ενός δραματικού έργου, παρουσιάστηκε ήδη στους Αθηναίους με τις Ευμενίδες και τις Νεφέλες. Είναι όμως στις Ικέτιδες του Αισχύλου που γίνεται αναφορά σε ψηφοφορία του λαού, ώστε να ληφθεί απόφαση για το αίτημα των Δαναΐδων για παροχή ασύλου. Και αποτελεί τούτο την παλαιότερη αναφορά σε ψηφοφορία στο πλαίσιο δημοκρατικής συνέλευσης.[4] Αλλά σημαντικά στοιχεία δίκης -κρίσης καθώς και συνελεύσεις παρουσιάστηκαν και στις κωμωδίες (έστω παρωδούμενα).[5] Από τις Ικέτιδες, όμως, και τις Ευμενίδες, είχαν περάσει πολλά χρόνια. Ενώ ήταν μόλις 24 χρόνια πριν από την πραγματική δίκη του Σωκράτη που οι Αθηναίοι παρακολούθησαν την καταδίκη του στις Νεφέλες (423 π.Χ.) Με τη διαφορά ότι και εκεί οι θεατές παρακολούθησαν πώς αποφάσισαν τα δρώντα πρόσωπα. Εδώ (Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ)  το Κοινό αποφασίζει – ψηφίζει, ενώ τα δρώντα πρόσωπα παρακολουθούν.

Ο Σωκράτης στις Νεφέλες

 Ο Σωκράτης δεν υπήρξε χαρακτήρας ή θέμα πολλών δραματικών κειμένων, παρά μόνον ίσως των Νεφελών. Εκεί αντιπροσωπεύει τη σοφιστική παιδεία που αντιπαρατίθεται στα παραδοσιακά ήθη και τιμωρείται στο τέλος με την πυρπόληση του φροντιστηρίου του. Η πραγματική δίκη του Σωκράτη το 399 π.Χ. δεν ήταν κάτι σοκαριστικό για τους Αθηναίους, καθώς ο Σωκράτης είχε ήδη καταδικαστεί στις Νεφέλες, ενώ το ερώτημα που θέτουμε σήμερα τέθηκε σαφώς στην αντιπαράθεση Δίκαιου και Άδικου Λόγου στην ίδια κωμωδία:

-Ό,τι λες θα το μπαντάρω με έξυπνες αντιλογίες. Δεν υπάρχει Δικαιοσύνη.

-Δεν υπάρχει;

-Δείξε μου την.

-Στους θεούς ψηλά![6]

Η εκλογή του Φειδιππίδη στο αριστοφανικό έργο να πάει είτε με τον Δίκαιο είτε με τον Άδικο Λόγο, εκλογή ανάμεσα σε δύο δρόμους, η οποία είχε απασχολήσει ως θέμα με τον Ηρακλή ανάμεσα στις επίσης προσωποποιημένες Αρετή και Κακία, όπως αναφέρεται στον μύθο του Προδίκου[7], είναι κάτι που ενέπνευσε κι εμάς στην εκλογή του Κοινού. Είναι τελικά επιλογή του ανθρώπου να πάει είτε με το δίκαιο είτε με το άδικο, ή εκείνο που του φαίνεται ως δίκαιο ή άδικο. Εν είδει μιας προοικονομίας που θα οδηγούσε στην πτώση του Φειδιππίδη και του Στρεψιάδη, ο Αριστοφάνης τότε έβαλε τον Δίκαιο Λόγο να ηττάται από τον Άδικο, ήταν όμως τούτο μια πρότερη γνώση και υποσυνείδητο δεδομένο για την επιλογή των Αθηναίων 24 χρόνια μετά;

Γιατί στοιχεία δραματικής ποίησης;

 Γιατί όμως σε μια αναπαράσταση της δίκης του Σωκράτη ταιριάζει να δοθεί το σχήμα της δραματικής ποίησης και όχι ενός άλλου λογοτεχνικού είδους; Δεν είναι τόσο ότι το δράμα υπήρξε το είδος της εποχής του Σωκράτη, όσο η δομή του δράματος (τα κατά ποσόν μέρη του), αλλά και τα κατά ποιόν μέρη που ενυπάρχουν και στις δίκες (εξαιρουμένου του μέλους). Είναι κυρίως το γεγονός ότι τόσο οι σύγχρονες δίκες όσο και τα αρχαία δράματα πραγματεύονται το ίδιο θέμα: τη δικαιοσύνη και πώς αυτή εφαρμόζεται στις ζωές των ανθρώπων. Η λήψη μιας απόφασης, ακόμα και στη σύγχρονη εποχή, δεν παύει ν’ αποτελεί ένα τραγικό δίλημμα, ένα συγκρουσιακό θέμα.[8] Επιπλέον, αγνοώντας τη νιτσεϊκή θέση του δεδομένου ότι ο Σωκράτης δεν ήταν φίλος της δραματικής ποίησης και της ποίησης εν γένει, καθώς εκφράζει την εποχή ενός επιστημονικού εξορθολογισμού που συγκρούστηκε με το ποιητικό σύμπαν και ειδικά τη διονυσιακή καταγωγή του δράματος, ταιριάζει στις μέρες μας να φέρουμε μια συμφιλίωση. Ανάμεσα στην άνωθεν γνώση που παραδοσιακά επιβάλλει η τραγωδία πλέκοντας τον ήρωα στα δίχτυα της ύβρεως και της πτώσης και τη σωκρατική άγνοια ως αρχή της επιστήμης, θα ήταν καλό να δούμε κάπου ανάμεσα: ναι, οι θεοί, οι αρχές υπάρχουν, αλλά οι άνθρωποι κρίνουν στη βάση της δεδομένης πίστης και της άγνοιας εμπρός στα ισοδύναμα επιχειρήματα των αντιπάλων. Οι άνθρωποι είναι που προσαρμόζουν πάντοτε τις γενικές αρχές στα μέτρα τους. Ο Σωκράτης θα ήταν ο ιδανικός τραγικός ήρωας από αυτή την άποψη και καθώς αμφισβήτησε ελεύθερα τα παρα – δεδομένα ήθη και τη δεδομένη γνώση. Δανείζομαι τη φράση του Νταμπακάκη πως «Ο τραγικός ήρωας δεν πάσχει επειδή είναι ένοχος, αλλά διότι είναι, υπάρχει• και είναι ένοχος διότι είναι». Και μολαταύτα δεν πρέπει ο Σωκράτης να παρουσιαστεί εδώ ως ένοχος ούτε κατ’ ανάγκη να οδηγηθεί στην πτώση, παρά το ιστορικά γεγενημένο. Οι άνθρωποι θ’ αποφασίσουν στο Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ αναθεωρώντας τούτη τη φορά όχι τη σχέση τους με τους θεούς, αλλά την οικείωση της συνείδησής τους με την έννοια του Δικαίου – μιας, κατά κάποιον τρόπο, θεότητας.

Στοιχεία τραγωδίας και κωμωδίας στο έργο

 Το Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ δεν δίνει στο Κοινό απάντηση σε επιμέρους ιστορικά ζητήματα, όπως γιατί οι Αθηναίοι περίμεναν μέχρι να γίνει ο Σωκράτης 70 χρόνων για να τον δικάσουν  ή και σε γενικότερα ερωτήματα.[9] Με το έργο αυτό, που δεν είναι ιστορικό, αλλά βασίζεται στην ιστορία, δεν δίνεται στο Κοινό ούτε ένα δικαστικό κείμενο στο οποίο συμμετέχει καθορίζοντας την έκβαση, μα ένα κείμενο που λειτουργεί ως διαχρονικός προβληματισμός για τις έννοιες του Δικαίου, της κρίσης και της τιμωρίας. Η σύγχρονη δικονομία δικάζει τον Σωκράτη σύμφωνα με τους όρους του σήμερα, το αρχαίο θέατρο και ο Χορός τον τοποθετούν στην εποχή της διαχρονίας αναγκάζοντάς μας ν’ αναθεωρήσουμε, ως οι αρχαίοι θεατές, τη σχέση μας με τ’ ανώτερα και άυλα όντα: τη δικαιοσύνη, το θείο, τις αρχές που η τήρησή τους ορίζει την ηθική ποιότητα του ιδιαίτερου βίου μας.

 Για το Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ δανειστήκαμε το σχήμα της τραγωδίας ως προς τα κατά ποσόν μέρη της και την εναλλαγή των διαλογικών και των χορικών μερών (χωρίς συγκεκριμένο μέτρο). Στο έργο δεν ακολουθείται, επομένως, αυστηρά η δομή του δράματος (Πρόλογος, Πάροδος, εναλλαγή Επεισοδίων και Στασίμων, Έξοδος). Ακολουθείται μάλλον το γενικό σχήμα:  θέση (και θέαση) του προβλήματος, ιστορικό του, ανάπτυξη – σύγκρουση, λύτρωση. Και αντιστοιχεί γενικά τούτη η σειρά στη σειρά των γιγνομένων μιας δίκης: κατηγορία, επίδοση – κλήση, κυρίως δίκη και απόφαση – κατάληξη. Ειδικότερα αποφασίσαμε την παρέμβαση του Χορού ύστερα από κάθε σκηνή (μορφολογικά, αλλά και με λειτουργικό ρόλο) και ορισμένα κωμικά στοιχεία. Για το κείμενό μας δανειστήκαμε, επίσης, το σχήμα του Χορού των Νεφελών, με μια πιο διακριτική παρουσία και, ασφαλώς, χωρίς στο τέλος να γίνεται ο Χορός τιμωρός –εκδικητής. Από τις Νεφέλες πήραμε και άλλα μεμονωμένα στοιχεία, όπως και από την Απολογία και τους διαλόγους «Φαίδων», «Ευθύφρων» κ.ά.

Ο Χορός

 Είναι όμως ο Χορός το βασικό στοιχείο τέχνης που προστίθεται στον δικαιϊκό λόγο που παρουσιάζει τα επιχειρήματα των μερών, εκτός από το «δρώντων» και το «ἡδυσμένῳ λόγῳ», που αναφέρεται στην Ποιητική, στοιχεία που κάνουν το κείμενο κάτι πέρα από δίκη. Ο Χορός στη δραματική ποίηση, ειδικότερα στην Τραγωδία, χωρίζει την πλοκή – δράση σε μέρη και παρεμβάλλεται για να υπομνήσει θέματα που ο θεατής πρέπει να έχει υπόψη, αλλά και ν’ αναγάγει το συγκεκριμένο που παρακολουθούμε σε κάτι γενικό. Ο Χορός είναι το πολυπρόσωπο άτομο που υμνεί τις αξίες, τις αρχές, τους θεούς (και η Δικαιοσύνη ήταν θεότητα), ενώ υπενθυμίζει στους θνητούς την πρέπουσα σχέση με τις ανώτερες αυτές δυνάμεις που καθορίζουν τη ζωή μας.[10] Ο Χορός εδώ δεν «σπάζει» το κείμενο σε επεισόδια και στάσιμα. Η παρέμβασή του ύστερα από κάθε σκηνή, έρχεται για να θέσει την καταγωγή του Δικαίου, τη σχέση του με τους ανθρώπους και την οφειλή των ανθρώπων, ώστε να τηρείται η ισορροπία στη ζωή τους και να μην διαταράσσονται οι σχέσεις τους με τα θεία.

 Ο Χορός είναι λοιπόν φορέας παραδεδομένων αντιλήψεων -οι οποίες εντούτοις μπορούν ν’ αμφισβητηθούν από τους θεατές (αλλά δεν αμφισβητούνται επί σκηνής από τον Σωκράτη, καθόσον δεν είναι ορατές). Θέτει και επανα-θέτει τη διαχρονική σχέση των πολιτών οποιασδήποτε πόλης με το Δίκαιο μέσω του δικαστικού συστήματος. Η επανάληψη «εμείς σας αναθρέψαμε…» είναι σαφής παραπομπή στις Ευμενίδες μα και τις Νεφέλες. Ο Χορός δεν αλλάζει όψη. Δεν μεταμορφώνεται. Την ταυτότητα και παρουσία του επισημαίνει στον μαθητή του Σωκράτη στο τέλος. Είναι οι Νόμοι, εκπρόσωποι της τυφλής και αόρατης Δικαιοσύνης, την οποίαν οι άνθρωποι – δρώντα προσωπα δεν αντιλαμβάνονται, είναι όμως η παρουσία τους αντιληπτή από τους θεατές, αν και διακριτική, μιλούν λοιπόν στους θεατές έως αν να ήταν σε μια εξακολουθητική  Παράβαση. Λίγο Νεφέλες και λίγο Ευμενίδες, ο Χορός  διατηρεί τη σταθερότητα και τη διακριτικότητά του, χωρίς να γίνεται τιμωρός, αφήνοντας και αναθέτοντας την κρίση στους θεατές και ορίζοντας τον ρόλο του ως παντεπόπτη, αλλά όχι «λειτουργού» της Δικαιοσύνης.

 Ο Χορός ξεκινά και κλείνει το έργο σε μια κυκλική σύνθεση που καταλήγει στο ίδιο τραγούδι, στο ίδιο σημείο. Καθώς στα πρώιμα Αισχύλεια έργα, τους Πέρσες και τις Ικέτιδες, που ξεκινούσαν με την Πάροδο του Χορού, έτσι κι εδώ ο Χορός ξεκινά το έργο. Δεν υπάρχει Πρόλογος, σε μια προσπάθεια ν’ αποφευχθεί ένας μονόλογος του Σωκράτη, εφόσον άλλωστε υπάρχει και στο τέλος, πριν ψηφίσει το Κοινό. Στην τελευταία σκηνή, ο Χορός δεν παίζει καν τον ρόλο του αγγελιαφόρου. Του αγγελιαφόρου που υπάρχει σε κάθε τραγωδία και έρχεται ν’ αναγγείλει και συνάμα να ερμηνεύσει το συμβάν που συντελέστηκε εκτός σκηνής και ανεξάρτητα από την κρίση του Κοινού. Το συμβάν, εν προκειμένω η θανάτωση του Σωκράτη, που δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με την αρχαία αντίληψη για το δράμα, να ήταν θεατό, και πάλι δεν αποκαλύπτεται επί σκηνής. Άλλωστε το συμβάν έχει δια του λόγου αποδοθεί στον διάλογο Φαίδων. Και είναι ο μαθητής του Σωκράτη που παίζει εδώ τον ρόλο του αγγελιαφόρου, αγγέλλοντας στους θεατές, αλλά και στον Χορό (που ήδη γνωρίζει) τις τελευταίες στιγμές του Φιλοσόφου (παρ’ ότι δεν πρόκειται για σκηνή βίας). Ο Χορός όμως, ενώ δεν μοιάζει με τον συνηθισμένο Χορό μιας τραγωδίας, ενώ δεν τραγουδά με μέτρο ούτε τηρεί τυπικά τα κατά ποσόν μέρη που του αναλογούν, ενώ δεν γίνεται ούτε καν αγγελιαφόρος, έρχεται να δώσει εκείνο το αίσθημα που πρέπει να δίνουν όλες οι επιμέρους δίκες και όλα τα επιμέρους λογοτεχνικά έργα και τα έργα τέχνης εν γένει: το αίσθημα της κάθαρσης.

Η κάθαρση

 Ο Αριστοτέλης όρισε την κάθαρση ως το καταληκτικό συναίσθημα που προκύπτει από τη θέαση μιας τραγωδίας. Και είναι η κάθαρση ο καθαρισμός από τα αισθήματα ελέου και φόβου.[11] Θεωρούμε ότι τα αισθήματα τούτα υπάρχουν στο έργο. Η λύπηση για τον ήρωα και ο φόβος μήπως βρεθούμε στη θέση του. Ο Χορός έρχεται να διασαφηνίσει ότι η ορθή και ανεπιτήδευτη κρίση είναι εκείνο που κάνει τους θεατές να αισθανθούν ανακούφιση. Και το γεγονός ότι, παρά την όποια τους απόφαση, η δικαιοσύνη ως τέτοια θ’ αποδεικνύεται και θα θριαμβεύει, ακόμα και μετά από εσφαλμένες μεμονωμένες κρίσεις και την πάροδο χρόνων.  Και πάλι είναι μια γενική διατύπωση που οδηγεί στο εξόδιον άσμα του Χορού όπως και στις τραγωδίες: η παραδοχή ανώτερων νόμων – δυνάμεων που κυβερνούν τη ζωή των ανθρώπων και ξέρουν τον τρόπο με τον οποίο θα φέρουν τα πράγματα, ώστε να επέλθει το «ηθικό δίδαγμα». Το τραγούδι όμως του δικού μας Χορού τελειώνει με τα πιο κάτω λόγια:

Ελάτε να μου δείξετε έναν άνθρωπο,

ελάτε να μου πείτε την Αλήθεια.

Το γενικό, το ανώτερο, οι αρχές, προσδιορίζεται μέσω του ειδικού, αλλά και το ειδικό (ο άνθρωπος) προσδιορίζεται μέσω του γενικού (Αλήθεια).  Ζητά ο Χορός να μάθει την Αλήθεια μέσω ενός ανθρώπου ή ζητά να μάθει τον άνθρωπο δια της οδού της Αλήθειας;

Η τραγική ειρωνεία και η περιπέτεια

 Η τραγική ειρωνεία υπάρχει εκεί όπου οι θεατές βλέπουν τον Χορό, αλλά τα δρώντα πρόσωπα ενεργούν έως αν δεν είναι παρών. Τίποτε άλλο δεν γνωρίζουν οι θεατές που το γνωρίζουν οι ήρωες. Ούτε καν την έκβαση της δίκης, ούτε καν με ποιου το μέρος είναι το δίκαιο και το άδικο. Είναι άλλωστε και θέμα φιλοσοφίας. Η εναγώνια προσπάθεια του Σωκράτη να εμβαθύνει στις έννοιες και να τις ορίσει. Η περιπέτεια στο Ἡ τοῦ Σωκράτους Δίκη ἐν θεάτρῳ είναι και πάλι για τους θεατές μια απρόβλεπτη εμπειρία. Δεν είναι σε τούτη την περίπτωση το να περιπέσει ο ήρωας από τη δυστυχία στην ευτυχία ή το αντίστροφο, αλλά η άγνωστη τύχη του Σωκράτη που θ’ αποφασίσουν οι θεατές συνειδητοποιώντας τον ρόλο τους στη διαμόρφωση της ιστορίας.

Το μεγάλο ερώτημα

 Επαναδιαπραγματευόμαστε λοιπόν ως ένα άλλο λογοτεχνικό έργο και μια άλλη δίκη το μέγιστο ερώτημα που έχει τεθεί επανειλημμένα στη δραματική ποίηση και που εύστοχα και συμπυκνωμένα απέδωσε ο Ευριπίδης στην Ελένη του, που παίχτηκε το 412 π.Χ., 13 μόλις χρόνια πριν από την κατα – δίκη του Σωκράτη: Τι είναι ο Θεός, τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;[12] Στο ερώτημα τούτο δεν επιχειρούμε να δώσουμε απάντηση, ούτε οι θεατές να δώσουν. Το έργο είναι περισσότερο μια τραγωδία ανάλαφρη και σοβαρή, συμβατική και αντισυμβατική, χωρίς προδιαγεγραμμένα θύματα και θύτες, που συνδιαλέγει  την ιστορία με τη σύγχρονη ιδεολογία και ηθική και που μάλλον θέτει ένα νέο ερώτημα: «Τι είναι άνθρωπος, τι απάνθρωπος και τι το ανάμεσό τους;» Και, ασφαλώς, ούτε σε αυτό το ερώτημα υπάρχει απάντηση.

 Γιατί οι Αθηναίοι σκότωσαν λοιπόν τον Σωκράτη; Αν εκκινήσει κανείς από τούτο το απλό ερώτημα, για να καταλήξει μέσω της όποιας έρευνας ή τέχνης σε μια ασφαλή απάντηση, δεν θα μπορέσει. Ίσως επειδή κάποια πράγματα είναι τόσο σπουδαία, που αξίζει να παραμένουν αναπάντητα σε κάθε εποχή, για να τροχίζουν το πνεύμα μας και να επισημαίνουν τη μικρότητα του ανθρώπου. Η Αθήνα, η πόλη της αποθέωσης της άποψης του ατόμου και της δημοκρατίας, η πόλη του υπερδημοκρατικού μέτρου του Οστρακισμού, που υπήρξε ανοικτή και ανεκτική στον διάλογο και τη γόνιμη αντιπαράθεση ακόμα και με τα παραδεδομένα ήθη, η πόλη που σύμφωνα με τις Ευμενίδες θεμελίωσε το δημοκρατικό δικαστικό σύστημα έναντι μιας αρχέγονης αντίληψης της δικαιοσύνης, με συνήγορο μάλιστα την προστάτιδα θεά της, η Αθήνα, η ανοικτή σε καινά δαιμόνια, που είχε αφιερωμένο ένα βωμό στον άγνωστο θεό (τῷ ἀγνώστῳ θεῷ), όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων[13] -με τον Απόστολο Παύλο να διδάσκει τη νέα θρησκεία στον ίδιο τον Άρειο Πάγο, σημείο απόδοσης δικαιοσύνης-, έρχεται και γίνεται εξωφρενικά παράδοξη σκοτώνοντας ένα ελεύθερο άνθρωπο. Γιατί; Η μόνη απάντηση είναι πως τούτη η αναζήτηση (ή απορία), τούτος ο διάλογος (ή σύγκρουση) του ατόμου με την πόλη, το σύστημα, τους θεσμούς, είναι σημερινή και αυριανή, είναι συνεχής και δεν εξαντλείται στην όποια εκλογική δοσοληψία μας. Ίσως τελικά είναι μοιραίο να συναντούμε το Κράτος και τη Βία στο δρόμο μας, ώστε να τα εξελίσσουμε και να εξελισσόμαστε μέσω αυτών. Το ερώτημα μας βάζει πάντα σε μια «σωκρατική» άγνοια και απορία, μέχρι σήμερα. Η απορία είναι όμως η αρχή της φιλοσοφίας και της γνώσης. Και οι σύγχρονες δημοκρατικές πόλεις μας πρέπει να παρέχουν τούτη την προοπτική.

~~~~~~~~

[1] Η μελέτη του Stone, I.,F. στο εκτενές έργο Η Δίκη του Σωκράτη είναι μια απόπειρα να δοθούν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα.

[2] Νταμπακάκης, Χρ.:2012, Baldock, M.: 2005

[3] Ήδη στον Αγαμέμνονα γίνεται αναφορά  – 784-791 – σε ψηφοφορία των θεών για την τύχη της Τροίας: εἰς αἱματηρὸν τεῦχος οὐ διχορρόπως ψήφους ἔθεντο.

[4] Νταμπακάκης, Χρ.:2012

[5] Στεφανοπούλου – Δεκάζου, Φ.: 1999

[6] -Οὐδέ γαρ εἶναι πάνυ φημὶ Δίκην.

-Οὐκ εἶναι φής;

-Φέρε γάρ, ποῦ’ στίν;

-Παρὰ τοῖσι θεοῖς.

[7] Ξενοφών, Απομνημονεύματα II 1, 21-34: ο Ξενοφών βάζει τον μύθο του Προδίκου στο στόμα του Σωκράτη σε συνομιλία του με τον Αρίστιππο τον Κυρηναίο, για να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του (Σκουτερόπουλος, Ν.,Μ.: 1991, σχόλια, σελ. 319).

[8] Νταμπακάκης, Χρ.: 2012

[9] Η μελέτη του Stone, όπως και άλλες, δίνει επαρκώς απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα.

[10] «Αυτοί οι γέροντες ή οι γυναίκες, οι τόσο καλά συντονισμένοι μεταξύ τους, μιλούν επιγραμματικά για τον “κόσμο”». Καραποστόλης, Β., «Σύγχρονοι θεατές, αρχαία αινίγματα και ο ρόλος του χορού», Η Καθημερινή, 25.08.2013

[11] Περί ποιητικής, 6,1449b 24-28

[12] «ὅ,τι θεός ἤ μή θεός ἤ τό μέσον, τίς φησ’ ἐρευνήσας βροτῶν;» (1137)

[13] Πράξ. 17,22-31

~~~~~~~~

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Stone, I.,F., Η Δίκη του Σωκράτη, μτφ. Σ. Ταμβάκη, εκδ. Λιβάνη, 1996

Καραποστόλης, Β., «Σύγχρονοι θεατές, αρχαία αινίγματα και ο ρόλος του χορού», Η Καθημερινή, 25.08.2013

Τοπούζης, Κ., Εισαγωγή στην έκδοση της τραγωδίας «Ευμενίδες», εκδ. Επικαιρότητα, 1991

Πουλής, Κ., «Ο Άδικος Λόγος στις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη», περ. «σημειώσεις»,  Ιούνιος 2010, 71: 13-20

Πετρίδης, Α., «Η “κυρίως παράβασις” των “Νεφελών”: μετάφραση και σχόλια», antonispetrides.wordpress.com

Σκουτερόπουλος, Ν.,Μ., Η Αρχαία Σοφιστική: Τα σωζόμενα αποσπάσματα, εκδ. Γνώση, 1991

Στεφανοπούλου – Δεκάζου, Φ., Δίκες, δικαστές και δικαστήρια στις κωμωδίες του Αριστοφάνη, Τετράδια Εργασίας, 31, Τμήμα Ψυχολογίας, Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Πάντειον Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 1999

Νταμπακάκης, Χρ., Δίκαιο και τραγωδία. Συγκριτική θεώρηση των περί δικαίου αντιλήψεων των τριών αρχαίων τραγικών και οι σύγχρονες προεκτάσεις τους, Αθήνα, 2012

Baldock, M., Ελληνική τραγωδία, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης. Μια εισαγωγή, μτφ. Λ. Ταχμαζίδου, Σειρά Κλασικός Κόσμος, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα, 2005

Murray, G., Αισχύλος, Ο δημιουργός της τραγωδίας, μτφ. Β. Μανδηλαράς, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1989.

Nietzsce, Fr., Η γένεσις της τραγωδίας, μτφ. Ν. Καζαντζάκη, 1912, εκδ. ΦΕΞΗ (ανατ. 1965)

Δρομάζος, Στ., Ι., Αριστοτέλους Ποιητική, Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια, εκδ. Κέδρος, 1982

Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, Κρίτων, μτφ. Θ. Σαμαράς, εκδ. Ζήτρος (Σειρά Αρχαίοι Συγγραφείς), 2007

Πλάτων, Φαίδων, Πρωταγόρας, μτφ. Ευ. Παπανούτσος, επιμέλεια: Β. Τατάκης, εκδ. Δαίδαλος ( Ζαχαρόπουλος Ι.), 2004

Αριστοφάνης, Νεφέλαι, μτφ. Κ. Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, 1994

Αισχύλος, Ευμενίδες, μτφ. Κ. Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, 1991

~~~~~~~~
*Πτυχίο Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου, ΜΑ in Classical Studies (Greek Drama), University of Nottingham, UK
Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.