Η συμπλήρωση και το κλείσιμο των δικογράφων

Ίσως να έχει δημιουργηθεί κάποια σύγχυση σχετικά με το πότε αρχίζει να προσμετρά ο κρίσιμος χρόνος της προθεσμίας για καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες. Την σύγχυση αυτή, ενδεχομένως, να δημιουργεί και η παραπομπή στην Δ. 26, κ. 11, η οποία κάνει λόγο για το πότε τα δικόγραφα πρέπει να θεωρούνται κλειστά σε κάποιες από τις διαδικασίες παράλειψης (default proceedings). Η Διαταγή αυτή δημιουργεί, ίσως, την εντύπωση ότι καθορίζει γενικά το πότε τα δικόγραφα θεωρούνται «κλειστά» και ότι βάσει αυτής, η κλήση για οδηγίες θα πρέπει να γίνεται με την αφετηρία της προθεσμίας να τοποθετείται στο χρονικό σημείο που προβλέπει η Δ. 26, κ. 11, δηλαδή 7 ημέρες μετά από το τελευταίο δικόγραφο. Δεν θεωρώ καθόλου ασφαλή αυτό τον συνειρμό.

Τα δικόγραφα «κλείνουν», κατά την γνώμη μου: (1) είτε όταν το δικαίωμα δικογράφησης έχει ασκηθεί κανονικά και έχει εξαντληθεί (2) είτε όταν παρέλθει  η προβλεπόμενη ή καθορισμένη προθεσμία για την άσκησή του κι αυτό δεν έχει καταχωρηθεί και παραδοθεί.

Το «κλείσιμο» των δικογράφων έχει την έννοια της παύσης της δυνατότητας εισαγωγής οποιασδήποτε άλλης πρότασης μέσα στην δικογραφία ή καταχώρησης δικογράφου. Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και την συμπλήρωσή τους.  Η συμπλήρωση των δικογράφων σημαίνει την κατάθεση των έγγραφων προτάσεων της κάθε διάδικης πλευράς που μετέχει στην δίκη, την άσκηση και εξάντληση του δικονομικού δικαιώματος, που δημιουργεί και την δικονομική δυνατότητα διεξαγωγής δίκης γα την αγωγή. Ενώ τα συμπληρωμένα δικόγραφα είναι πάντα κλειστά (εκ των πραγμάτων), τα κλειστά δικόγραφα δεν είναι πάντα συμπληρωμένα. Τα μη συμπληρωμένα δικόγραφα, π.χ. επειδή υπάρχει κάποια παράλειψη καταχώρησης ενός υποχρεωτικού δικογράφου εντός της καθορισμένης προθεσμίας, μπορούν να θεωρούνται κλειστά (deemed to be closed), να κλείνουν αναγκαστικά, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένους λόγους. Το αποτέλεσμα του «κλεισίματος» είναι το ίδιο, σε κάθε περίπτωση, ήτοι η παύση του δικαιώματος καταχώρησης δικογράφου. Σε ποια δικονομική φάση οδηγεί το «κλείσιμο» κάθε φορά, εξαρτάται από τους λόγους για τους οποίους αυτό έχει επέλθει.

Η σημασία της διάκρισης μεταξύ συμπληρωμένων δικογράφων και κλειστών δικογράφων δεν είναι θεωρητικά αδιάφορη, γιατί και το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει να μετρά η προθεσμία βάσει της οποίας μπορεί να γίνει η κλήση για οδηγίες (που εάν δεν γίνει – προς το παρόν – υπάρχει εκείνος ο κίνδυνος αυτόματης απόρριψης της αγωγής) προϋποθέτει την συμπλήρωση των δικογράφων και όχι απλά το κλείσιμό τους. Η αγωγή στην οποία υπάρχουν συμπληρωμένα (και γι’ αυτό κλειστά) δικόγραφα, αυτή είναι επιδεκτική οδηγιών βάσει της κλήσης για οδηγίες της Δ. 30, η οποία αναφέρεται ρητά, στον Κανονισμό 1(α), σε «συμπληρωμένα δικόγραφα». Η αγωγή όπου υπάρχουν μη συμπληρωμένα δικόγραφα δεν είναι επιδεκτική οδηγιών βάσει της κλήσης για οδηγίες της Δ. 30. Μπορούν, ασφαλώς, να δοθούν οδηγίες βάσει άλλων Διαταγών ή αιτήσεων που υποβάλλονται, είτε για συμπλήρωση των δικογράφων ή άλλως πώς, αναλόγως των δικονομικών δικαιωμάτων που δημιουργεί η παράλειψη δικογράφησης, που οδηγεί στο κλείσιμο των δικογράφων.

Το πότε τα δικόγραφα θεωρούνται «συμπληρωμένα» προβλέπεται στις Δ. 20 και Δ. 21. Είναι το χρονικό σημείο όπου το δικαίωμα καταχώρησης του κάθε δικογράφου ασκείται και το διάδικο μέρος, που έχει εκφράσει την θέση του, δεν μπορεί να καταχωρήσει περαιτέρω δικόγραφο.

(α) Ο Ενάγων, όταν δεν καταχωρεί Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με βάση την Δ. 2, κ. 6, θα πρέπει να καταχωρήσει και να παραδώσει την Έκθεση Απαίτησής του, λαμβανομένης υπόψη και της Δ. 17, εντός 10 ημερών μετά την καταχώρηση εμφάνισης. Εκτός εάν καθορίσει διαφορετικό χρόνο το Δικαστήριο.

(β) Ο Εναγόμενος, ο οποίος εμφανίζεται στην διαδικασία, θα πρέπει να καταχωρήσει και να παραδώσει την Έκθεση Υπεράσπισής του εντός 14 ημερών από τον καθορισμένο χρόνο εμφάνισής του ή από την παράδοση της έκθεσης απαίτησης σ’ αυτόν (εάν η παράδοση αυτής έπεται της εμφάνισής του). Εκτός εάν ο χρόνος αυτός επεκταθεί από το Δικαστήριο. Και εκτός εάν ο Ενάγων ενεργοποιήσει την διαδικασία της Δ. 18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης και επιδίδει στον Εναγόμενο την σχετική αίτηση, εφόσον τότε προϋποτίθεται άδεια για υπεράσπιση. Σε περίπτωση που χορηγείται στον Εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση, με βάση την Δ. 18, τότε ο Εναγόμενος θα πρέπει να καταχωρήσει την υπεράσπισή του εντός του χρόνου που καθορίζει το σχετικό διάταγμα που του δίδει την άδεια ή, εάν δεν καθορίζεται τέτοιος χρόνος στο διάταγμα, εντός 8 ημερών μετά το διάταγμα.

(γ) Όπου ο Εναγόμενος καταχωρεί την Έκθεση Υπεράσπισής του (και δεν καταχωρεί και Ανταπαίτηση) και ο Ενάγων επιθυμεί να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση, θα πρέπει να την καταχωρήσει και να την παραδώσει εντός 7 ημερών από την παράδοση, σ’ αυτόν, της Έκθεσης Υπεράσπισης. Μετά την καταχώρηση και παράδοση της Απάντησης στην Υπεράσπιση, σύμφωνα με την Δ. 21, κ. 14(2), δεν καταχωρείται άλλο δικόγραφο. Εκτός εάν εκδοθεί σχετικό διάταγμα για περαιτέρω δικόγραφο και εντός του χρόνου που προβλέπει ένα τέτοιο διάταγμα.

(δ) Όπου ο Εναγόμενος καταχωρεί και Ανταπαίτηση, ο Εναγόμενος θα πρέπει να καταχωρήσει την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός του ίδιου χρόνου που ισχύει για τις Υπερασπίσεις, δηλαδή εντός 14 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση του προηγούμενου δικογράφου.

(ε) Στον βαθμό που ο Καθ’ ου η Ανταπαίτηση θεωρείται, κατά κάποιο τρόπο, εναγόμενος δια της Ανταπαίτησης, όπου ο Ενάγων καταχωρεί Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ο Εναγόμενος (ανταπαιτητής) δεν εμποδίζεται, εάν το επιθυμεί, να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός του ιδίου χρόνου που ισχύει για την Απάντηση, δηλαδή εντός 7 ημερών.

Όπου τα δικόγραφα καταχωρούνται και παραδίδονται μέσα στον χρόνο που καθορίζουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί ή τυχόν υφιστάμενα διατάγματα, η καταχώρηση και παράδοση του τελευταίου δικογράφου, οδηγεί και στην συμπλήρωση των δικογράφων. Εάν καταχωρηθεί  και παραδοθεί Απάντηση, τα δικόγραφα συμπληρώνονται την ημέρα κατά την οποία καταχωρείται και παραδίδεται η Απάντηση, εφόσον δεν μπορεί (δεν διατάχθηκε) ν’ ακολουθήσει άλλο δικόγραφο μετά την Απάντηση. Λόγω της συμπλήρωσης των δικογράφων, αυτά «κλείνουν». Από την ίδια ημέρα αρχίζει, κατά την γνώμη μου, να προσμετρά και η προθεσμία για την καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες.

Η Δ. 26 δεν καθορίζει τον χρόνο συμπλήρωσης των δικογράφων γενικά. Προβλέπει τις δικονομικές συνέπειες της παράλειψης καταχώρησης των δικογράφων. Αυτό υποδηλώνει και ο τίτλος της Δ. 26: «παράλειψη καταχώρησης δικογράφων» (default of pleading). Μια από αυτές τις συνέπειες είναι και αυτή που προβλέπει ο Κανονισμός 11, την αυτόματη συμπλήρωση και κλείσιμο της δικογραφίας, λόγω παράλειψης, η οποία αφορά στο τελευταίο μη υποχρεωτικό δικόγραφο. Ο εν λόγω Κανονισμός λέει ότι όταν δεν υπάρχει διάταγμα για περαιτέρω δικόγραφο μετά την «Υπεράσπιση ή την Απάντηση (εάν υπάρχει»), άρα αυτό είναι και το τελευταίο δυνητικό δικόγραφο, μετά την πάροδο αυτών 7 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση της «Υπεράσπισης ή Απάντησης (εάν υπάρχει)», τα δικόγραφα θεωρούνται κλειστά (συμπληρωμένα). Υπάρχει η διάζευξη η οποία δημιουργεί σύγχυση, «at the expiration of seven days from the delivery of the defence or reply (if any)», δημιουργώντας τον συνειρμό ότι η πρόνοια αναφέρεται σε δύο ξεχωριστά δικόγραφα, ήτοι στην Έκθεση Υπεράσπισης και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση. Ως προς την Έκθεση Υπεράσπισης, δεν δημιουργεί δικονομική ασυνέπεια η εκδοχή ότι, εάν δεν καταχωρηθεί Απάντηση στην Υπεράσπιση εντός 7 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση της Έκθεσης Υπεράσπισης, τότε τα δικόγραφα κλείνουν. Αυτό λέει η πρόνοια. Τέτοια ασυνέπεια δημιουργεί, όμως, η εκδοχή ότι, εάν δεν υπάρχει διάταγμα για περαιτέρω δικόγραφο και καταχωρείται και παραδίδεται, όντως, το τελευταίο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση εντός των 7 ημερών από την παράδοση της Έκθεσης Υπεράσπισης (άρα εμπρόθεσμα), τότε από την καταχώρηση της Απάντησης εκείνης δεν αρχίζει να προσμετρά κάποιος χρόνος, αλλά ότι θα πρέπει να περάσουν άλλες 7 ημέρες από την Απάντηση, για να θεωρηθούν τα (συμπληρωμένα) δικόγραφα και κλειστά. Δεν θα ένιωθα ιδιαίτερα ασφαλής με μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση και ασφαλώς δεν θα ρίσκαρα να προσμετρήσω τέτοια περίοδο 7 ημερών μέσα στην υπολογιζόμενη ημερομηνία των 30 ημερών της κλήσης για οδηγίες, βασιζόμενη στην Δ. 26, κ. 11.

Υπάρχει, βέβαια, και σ’ άλλα συστήματα (π.χ. Σιγκαπούρης) ρύθμιση με την οποία το «κλείσιμο» των δικογράφων προβλέπεται μετά την πάροδο συγκεκριμένης προθεσμίας από την συμπλήρωση των δικογράφων (άρα διάσταση του χρόνου συμπλήρωσης από τον χρόνο «κλεισίματος», με τοποθέτηση του τελευταίου κάπου μεταγενέστερα, 7 ή 14 ή άλλες ημέρες). Όμως τυχόν αποδοχή της ερμηνευτικής αυτής προσέγγισης, ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα ή κλειστά εκ του Κανονισμού 11 της Δ. 26 όταν παρέλθουν 7 ημέρες από την καταχώρηση καί της Απάντησης, τότε οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση κλήσης για οδηγίες γίνει την επομένη ή την μεθεπόμενη της καταχώρησης της Απάντησης θα είναι πρόωρη, ως εάν αυτές οι «7 ημέρες» να συνιστούν περίοδο δικονομικής χάριτος για κάποιο σκοπό (π.χ. για να δίνεται η δυνατότητα στον διάδικο που παραλείπει να αιτείται για κάτι) ή δικονομικά άσκοπες ή αδρανείς ημέρες. Και όμοια «δικονομική χάρη» δεν προβλέπεται, τουλάχιστον, σε άλλες περιπτώσεις παραλείψεων, για να παρέχει έρεισμα σε μια τέτοια ερμηνεία.

Διαδικαστικός κανονισμός στη Δυτική Αυστραλία, ο οποίος ρυθμίζει σχετικά με το κλείσιμο των δικογράφων, με παρόμοια διάζευξη, αλλά με σαφέστερη διατύπωση, αναφέρεται στην πάροδο συγκεκριμένης προθεσμίας από την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση (εάν υπάρχει) και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, θεωρώντας αυτό ως το τελευταίο δικόγραφο. Αντίστοιχα, διαδικαστικός κανονισμός στην Κένυα προβλέπει (O. VI, r. 11):The pleadings in a suit shall be closed fourteen days after service of the reply or defence to counter claim or if neither is served fourteen days after service of the defence, not withstanding that any order or request for particulars has been made but not complied with”. Σχετικά εμπνευσμένη ερμηνεία (με κάπως διαπλαστικό στοιχείο, ομολογουμένως) θα μπορούσε να είναι κι αυτή η οποία να υποστηρίζει ότι και η Δ. 26, κ. 11, με την φράση «defence or reply (if any)» κάνει αναφορά στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση (αν υπάρχει) και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το τελευταίο δικόγραφο, ερμηνεία η οποία μπορεί να δικαιολογεί και την δυνατότητα καταχώρησης και παράδοσης, εντός 7 ημερών, Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η οποία δεν προβλέπεται αλλού ρητά. Αλλιώς να κλείνει η δικογραφία.

Την πιο πάνω ερμηνεία ενθαρρύνει και το γεγονός ότι, πέρα από το ότι η Δ. 26 αφορά γενικά στην παράλειψη καταχώρησης δικογράφων, ο ίδιος ο Κανονισμός 11, αμέσως μετά, στην ίδια την πρώτη παράγραφό του, περιέχει το εδάφιο που προβλέπει καθαρά την αντίστοιχη παράλειψη καταχώρησης του περαιτέρω δικογράφου, όταν τέτοιο διατάζεται (άρα αυτό είναι το τελευταίο δικόγραφο) εντός του καθορισμένου χρόνου, καθιστώντας σαφέστερο το νόημα, ότι η Δ. 26, κ. 11 μιλά για το «κλείσιμο» των δικογράφων που δημιουργείται μετά την πάροδο των προβλεπόμενων δικονομικών προθεσμιών για την καταχώρηση του τελευταίου δικογράφου και δεν αποκλίνει από την αναγκαιότητα να υπάρχει σύμπτωση του χρόνου εκπνοής της προβλεπόμενης ή καθορισμένης προθεσμίας και του «κλεισίματος» (και όχι διάσταση). Αυτού του δικογράφου που, ως μη υποχρεωτικό ή δυνητικό, δεν δημιουργεί βλαπτική συνέπεια εις βάρος του διαδίκου που το παραλείπει. Στον βαθμό που η παράλειψή του εξισώνεται, κατά το τεκμήριο της Δ. 26, κ. 11, με άρνηση των ουσιωδών γεγονότων του προηγούμενου μη απαντημένου δικογράφου. Περαιτέρω, στη δεύτερη παράγραφό του, ο Κανονισμός 11, σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι αυτός δεν εφαρμόζεται (δεν δημιουργεί όμοια ωφέλιμο, για τον διάδικο που παραλείπει, τεκμήριο) στην περίπτωση παράλειψης καταχώρησης της ίδιας της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση (όπου εκεί υπάρχει υποχρεωτικότητα). Αυτή, εάν δεν καταχωρηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 14 ημερών ή εντός άλλης καθορισμένης ημερομηνίας, δημιουργείται τεκμήριο εις βάρος του διαδίκου που την παραλείπει, ότι όσα γεγονότα αναφέρονται στην Ανταπαίτηση θεωρούνται καταρχάς αποδεκτά. Η αυτόματη συμπλήρωση ή κλείσιμο, στην οποία αναφέρεται η Δ. 26, κ. 11, ως δικονομική συνέπεια, βασίζεται στην παράλειψη καταχώρησης του τελευταίου δυνητικού δικογράφου και αποκλείει την ερμηνεία ότι ένας διάδικος μπορεί να παραλείπει να καταχωρήσει το τελευταίο δικόγραφο, διατηρώντας και την δικογραφία εσαεί ανοιχτή, παρόλο που το τελευταίο απαντητικό δικόγραφο δεν είναι υποχρεωτικό για τον βασικό προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων.

Η Δ. 26, στους άλλους Κανονισμούς της, προβλέποντας τα δικονομικά δικαιώματα των μερών ή τις δικονομικές συνέπειες, όπως διαμορφώνονται λόγω παράλειψης καταχώρησης δικογράφου, δημιουργεί έδαφος και για την δημιουργία της ευρύτερης έννοιας του «κλειστού» δικογράφου, σε κάθε περίπτωση παρόδου της προβλεπόμενης δικονομικής προθεσμίας για την καταχώρηση κάποιου δικογράφου. Με την έννοια της δυνατότητας δημιουργίας δικονομικών συνεπειών λόγω της παράλειψης, άρα περαιτέρω δικονομικών διαβημάτων, ικανών ν’ αφήσουν πίσω τους την φάση της δικογράφησης.

Μία διαπίστωση, μέσα από την θεώρηση διαφόρων δικονομικών προσεγγίσεων, σε διάφορα συστήματα, σε σχέση με το ζήτημα του κλεισίματος των δικογράφων, είναι ότι δεν υπάρχει ομοιομορφία, παρόλη την σχεδόν κοινή αντίληψη της έννοιας του «κλειστού δικογράφου». Άλλη διαπίστωση είναι ότι δεν υπάρχει παντού τόση ρυθμιστική σύγχυση για το θέμα αυτό, όση στους Κυπριακούς διαδικαστικούς κανονισμούς και σε όσους διατήρησαν το ίδιο λεκτικό διατύπωσης χωρίς μετέπειτα βελτίωση. Ο Ιρλανδικός διαδικαστικός κανονισμός (Ο. 27, r. 11) είναι με αρκετά μεγαλύτερη σαφήνεια που δημιουργεί το αυτόματο κλείσιμο της δικογραφίας λόγω παράλειψης καταχώρησης του δυνητικού τελευταίου δικογράφου: «If the plaintiff does not deliver a reply, or any party does not deliver any subsequent pleading, within the period allowed for that purpose, the pleadings shall be deemed to be closed at the expiration of that period, and all the material statements of fact in the pleading last delivered shall be deemed to have been denied and put in issue.». Κι άλλοι αντίστοιχοι διαδικαστικοί κανονισμοί άλλων χωρών, που προβλέπουν το «αυτόματο» κλείσιμο των δικογράφων λόγω παράλειψης, είτε άμεσα με την εκπνοή της προθεσμίας καταχώρησης είτε μετά από καθορισμένη χρονική περίοδο, δεν δημιουργούν σύγχυση μεταξύ του «αυτόματου» κλεισίματος λόγω παράλειψης και του κλεισίματος λόγω κανονικής συμπλήρωσης των δικογράφων. Βέβαια, από την στιγμή που το κλείσιμο ή η συμπλήρωση των δικογράφων έχει σημασία για διάφορα δικονομικά διαβήματα, θα μπορούσαν να προβλέπονται ρητά και στους Κυπριακούς διαδικαστικούς κανονισμούς οι περιπτώσεις και ο χρόνος όπου τα δικόγραφα θεωρούνται «κλειστά» (λόγω συμπλήρωσης, λόγω παράλειψης, κλπ.), προς αποφυγή, έστω, διαφόρων θεωρητικών αναζητήσεων σε ένα θέμα άκρως πρακτικό. Σε κάποιες Αμερικανικές πολιτείες εκδίδεται είτε κατόπιν αίτησης είτε αυτομάτως (μετά από την καταχώρηση του τελευταίου δικογράφου) κάποιο Certificate of Closed Pleadings, αίροντας οποιαδήποτε πραγματική ασάφεια, σχετικά με το πότε το Δικαστήριο θεωρεί «κλειστά» τα δικόγραφα και για ποιόν λόγο.

Το ζήτημα του «κλεισίματος» ή της «συμπλήρωσης» των δικογράφων μπορεί να γίνει λίγο ακόμα πιο πολύπλοκο όταν λάβει, κανείς, υπόψη ότι οι Δ. 20, Δ. 21 και Δ. 26, κ. 11 αναφέρονται σε παράδοση εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών τους. Άρα η προθεσμία για την καταχώρηση της αίτησης για κλήση για οδηγίες θα πρέπει ν’ αρχίζει από την παράδοση και όχι από την καταχώρηση του τελευταίου δικογράφου. Η παράδοση, όμως, δεν βεβαιώνεται, με την έννοια του ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί από μέρους του παραλήπτη. Από αυτή την οπτική, μπορεί να δημιουργεί κάποια ασφάλεια η αποδοχή κάποιας άλλης εκδοχής ότι (πρέπει να) προβλέπεται συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ασφαλείας μετά την καταχώρηση της Απάντησης ή του τελευταίου δικογράφου, για να θεωρηθούν τα δικόγραφα κλειστά και ν’ αρχίσει να προσμετρά η προθεσμία, εντός του οποίου να επιτευχθεί λογικά και η παράδοση. Όμως κι εκεί που προβλέπεται χρονική περίοδος μετά την καταχώρηση και παράδοση του τελευταίου δικογράφου για να επέλθει το κλείσιμο της δικογραφίας, αυτή η χρονική περίοδος δεν φαίνεται να είναι τόσο για να διασφαλίζει ότι θα λάβει χώρα η παράδοση, αφού και για την έναρξη του υπολογισμού της προαπαιτείται η παράδοση του προηγούμενου δικογράφου.

Εάν θα μπορούσε να διατυπωθεί μια κατακλείδα, που να συνοψίζει την (προσωπική) θέση:

Α. Η συμπλήρωση των δικογράφων, η οποία προαπαιτείται για να μπορεί να προχωρήσει η αγωγή στο στάδιο των οδηγιών, γίνεται:

1. Με την κανονική καταχώρηση και παράδοση των δικογράφων εντός των προβλεπόμενων των Δ. 20 και Δ. 21 ή καθορισμένων προθεσμιών (χρόνος καταχώρησης και παράδοσης – θετικής πράξης),

2. Με την πάροδο 7 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση της Έκθεσης Υπεράσπισης ή της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, και την μη καταχώρηση τελευταίου μη υποχρεωτικού απαντητικού δικογράφου (Δ. 26, κ. 11) (χρόνος εκπνοής προθεσμίας),

3. Με την εκπνοή του χρόνου που καθορίζει το διάταγμα για την καταχώρηση οποιουδήποτε περαιτέρω απαντητικού δικογράφου και την μη καταχώρησή του εντός αυτής της περιόδου (Δ. 26, κ. 11) (χρόνος εκπνοής προθεσμίας).

Β. Η παράλειψη καταχώρησης και παράδοσης υποχρεωτικών δικογράφων (Έκθεσης Απαίτησης, Έκθεσης Υπεράσπισης, Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση) κλείνει την δικογραφία χωρίς αυτή να έχει συμπληρωθεί και δημιουργεί άλλου είδους δικονομικά δικαιώματα ή συνέπειες, γενικά μη επωφελείς για τον διάδικο που παραλείπει, επομένως τότε χρειάζεται δικαστική παρέμβαση για την δικονομική θεραπεία (που πολλές φορές στην πράξη παρακάμπτεται).

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s