Η κλήση για Οδηγίες υπό συγκεκριμένες περιστάσεις

Ανάμεσα στις διάφορες πρακτικές δυσχέρειες, οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νέας Δ. 30 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), παραδόξως, είναι κι αυτή που δημιουργείται από την διχογνωμία, σχετικά με το εάν και πότε χρειάζεται να εκδοθεί κάποια κλήση για οδηγίες, όταν τα δικόγραφα θα έχουν συμπληρωθεί (υποθετικά για όλους τους διαδίκους), υπό διάφορες επιμέρους περιστάσεις.

Ειδικότερα, το ένα ζήτημα το οποίο προέκυψε είναι το κατά πόσον η κλήση για οδηγίες χρειάζεται να εκδοθεί και από τον εναγόμενο, ο οποίος εγείρει ανταπαίτηση. Είδαμε δικαστήρια να κρίνουν ότι δεν χρειάζεται να γίνεται το διάβημα αυτό και από τον εναγόμενο, ξεχωριστά, όταν η υπόθεση έχει ήδη αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες μετά από αίτηση του ενάγοντος (ορθολογική προσέγγιση). Είδαμε, όμως, και δικαστήρια ν’ απορρίπτουν ανταπαιτήσεις επειδή δεν είχε εκδοθεί γι’ αυτές ξεχωριστά κλήση για οδηγίες από τον εναγόμενο, παρόλο που τέτοια έχει εκδοθεί από τον ενάγοντα και παρόλο που ο εναγόμενος καταχώρησε εμπρόθεσμα τον δικό του Τύπο 25 (φορμαλιστική προσέγγιση).

Το άλλο ζήτημα το οποίο προέκυψε είναι η έκταση της «ανάλογης» εφαρμογής της Δ. 30 και στις διαδικασίες ενώπιον των ειδικών δικαστηρίων, με βάση τον τροποποιητικό διαδικαστικό κανονισμό της 06.02.2015, με αναφορά στην υποχρέωση έκδοσης κλήσης για οδηγίες. Οι διαδικασίες αυτές αρχίζουν με εναρκτήριο μέσο το οποίο λαμβάνει εξ’ αρχής ημερομηνία κι έτσι η υπόθεση άγεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς η περίοδος συμπλήρωσης των έγγραφων προτάσεων ή καθορισμού των επιδίκων θεμάτων να γίνεται στο διαδικαστικό παρασκήνιο. Έτσι, μετά την «συμπλήρωση των δικογράφων» δίδεται απευθείας ημερομηνία από το ειδικό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου βρίσκεται η υπόθεση για Οδηγίες ή σπανιότερα για Ακρόαση, χωρίς να μεσολαβεί διαδικαστικό κενό. Είδαμε, όμως, την πρακτική να οπισθοδρομεί ξαφνικά η όλη διαδικασία και στη βάση κάποιας υποχρέωσης έκδοσης αίτησης για οδηγίες (απαίτησης που είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες ή για ακρόαση), να καλείται ο αιτών να εκδώσει κλήση για οδηγίες, την οποία να ορίσει την ημέρα που είναι ήδη ορισμένη η υπόθεση, για να καταχωρήσει, βασικά, τον πίνακα του Τύπου 25. Αντίστοιχα, αξιώσεις απόρριψης απαιτήσεων επειδή δεν εκδόθηκε κλήση για οδηγίες για υπόθεση η οποία είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες ή για ακρόαση.

Έκδοση κλήσης για οδηγίες από τον ανταπαιτούντα εναγόμενο

Η Δ. 30, κ. 1(α) αναφέρεται στην κλήση για οδηγίες αποδίδοντας υποχρέωση έκδοσής της στον ενάγοντα. Η Δ. 30, κ. 1(β) προνοεί ότι, σε περίπτωση όπου ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος (εντός αγνώστου προθεσμίας, που όμως συμπεραίνει, κανείς, ότι δεν πρέπει να υπερβαίνει τις περαιτέρω 30 ημέρες, εντός των οποίων θα είχε ο ίδιος περιθώριο να ενεργήσει, εάν εκδίδονταν κανονικά η κλήση για οδηγίες) εκδίδει και επιδίδει στον ενάγοντα ειδοποίηση με την οποία τον ενημερώνει για την παράλειψή του και τον καλεί όπως, εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης, καταχωρήσει την αίτηση για οδηγίες. Η Δ. 30, κ. 1(γ) προβλέπει τη δικονομική συνέπεια όταν ο ενάγων δεν εκδίδει την κλήση για οδηγίες ή ο εναγόμενος δεν δίδει την προβλεπόμενη ειδοποίηση ή ο εναγόμενος δίδει μεν την προβλεπόμενη ειδοποίηση αλλά ο ενάγων δεν ανταποκρίνεται μετά την παραλαβή της, οποιοδήποτε από αυτά. Αναφέρει, ειδικότερα, ότι «σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε οποιαδήποτε από τις προηγούμενες πρόνοιες», όπου οι προηγούμενες πρόνοιες είναι (i) η έκδοση και επίδοση κλήσης για οδηγίες από τον ενάγοντα και (ii) η έκδοση και επίδοση ειδοποίησης από τον εναγόμενο και (iii) η έκδοση κλήσης για οδηγίες από τον ενάγοντα μετά την ειδοποίηση του εναγομένου και εντός της παρατεινόμενης προθεσμίας. Κι αυτή η δικονομική συνέπεια κάνει λόγο ρητά, πλέον, και στην ανταπαίτηση.

Η αγωγή ή η ανταπαίτηση, όπως λέει, θα «θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα» και θα «απορρίπτεται από το Δικαστήριο» στη λήξη της περιόδου των 60 ημερών, με έξοδα εναντίον του ενάγοντος, ως θα είναι η περίπτωση. Καταρχάς, οι υπολογιζόμενες 60 ημέρες είναι σχετικές, εφόσον οι 30 ημέρες καταλογίζονται στην παράλειψη του ενάγοντος να δράσει (κλήση για οδηγίες), οι άγνωστου αριθμού ημέρες καταλογίζονται στην παράλειψη του εναγομένου να δράσει (ειδοποίηση), που συμπεραίνουμε ότι είναι άλλες 30 ημέρες (άρα 30 κλήση για οδηγίες + 30 ειδοποίηση = 60) και οι άλλες 30 ημέρες καταλογίζονται στην παράλειψη του ενάγοντα ν’ ανταποκριθεί στην ειδοποίηση (άρα 30 ειδοποίηση + 30 κλήση για οδηγίες = 60). Στην πράξη, μπορεί να παρέλθουν έως και 90 ημέρες για να ξεκαθαρίσει το τοπίο, εάν ο ενάγων παραλείψει να εκδώσει κλήση για οδηγίες εντός 30 ημερών, ο εναγόμενος εκδίδει ειδοποίηση εντός 30 ημερών από την παράλειψη του ενάγοντος, και ο ενάγων ενεργεί (εκδίδει ή δεν εκδίδει κλήση για οδηγίες) εντός περαιτέρω 30 ημερών.

Έπειτα, η σκέψη είναι ότι, για ν’ απορριφθεί από το Δικαστήριο μια απαίτηση ή ανταπαίτηση με έξοδα, στη βάση του «τεκμηρίου της εγκατάλειψης», η αγωγή θα πρέπει, και πάλι, ν’ αχθεί, με κάποιον τρόπο, ενώπιον του Δικαστηρίου. Να εκδοθεί απόφαση απορριπτική της υπόθεσης, λόγω παράλειψης προώθησης, και να επιδικαστούν τα έξοδα, να μπορεί να ζητήσει την σύνταξή της ο διάδικος, να καταρτίσει και να καταχωρήσει κατάλογο εξόδων, και η οποία, ασφαλώς, να υπόκειται σε κάποια διαδικασία προσβολής, εάν τυχόν είναι λανθασμένη (με όση τυπικότητα κι αν πρέπει να εγχειρίζεται το ζητούμενο). Άγεται, όντως, μια υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για έκδοση τέτοιας απόφαση, και εάν ναι, πώς; Ο Τύπος 25, πάντως, και η διαδικασία των οδηγιών καλύπτει και οποιοδήποτε «άλλο αίτημα», ενώ η ύπαρξη υποχρέωσης του ενάγοντος για έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν σημαίνει έλλειψη δικονομικής δυνατότητας ή και εμπόδιο για τον εναγόμενο να υποβάλει ο ίδιος αίτηση για οδηγίες, εάν επιθυμεί να δοθούν σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως εάν δεν έχει ανταπαίτηση.

Ενώ μέχρι ένα σημείο της Δ. 30, κ. 1(β) μπορεί να σκεφτεί, κανείς, ότι το νόημα είναι πως, όταν ο εναγόμενος έχει ανταπαίτηση, τότε έχει και λόγο να εκδώσει την προβλεπόμενη ειδοποίηση προς τον ενάγοντα, να μην την παραλείψει και ο ίδιος σκοπίμως, για να οδηγήσει την απαίτηση σε απόρριψη, γιατί τότε θα παρασυρθεί και η δική του ανταπαίτηση, έρχεται το τελευταίο εδάφιο του ιδίου Κανονισμού και δίδει ερμηνευτική διευκρίνιση, η οποία εντάσσει στην έννοια του ενάγοντος και τον εναγόμενο που ανταπαιτεί, οδηγώντας σ’ άλλον ερμηνευτικό δρόμο. Ότι, όντως, και ο εναγόμενος που ανταπαιτεί, θα πρέπει να εκδώσει, όπως ο ενάγων, κλήση για οδηγίες, εντός 30 ημερών από την συμπλήρωση των δικογράφων, αδιάφορα με το τι θα πράξει ο ενάγων για την δική του απαίτηση, κι αν δεν την εκδώσει, ο ενάγων να μπορεί, εάν θέλει, να διασώσει την ανταπαίτηση, να εκδώσει και να επιδώσει ειδοποίηση προς τον εναγόμενο ανταπαιτούντα.

Άραγε είναι την ταυτόχρονη εφαρμογή της υποχρέωσης κλήσης για οδηγίες από τον ενάγοντα και τον ανταπαιτούντα εναγόμενο, άρα την έκδοση δύο κλήσεων για οδηγίες (που προφανώς θα οριστούν την ίδια ημέρα), που εννοεί η Δ. 30 και ο σκοπός της; Εάν ναι, γιατί το παράρτημα του Τύπου 25 που καταχωρεί ο Ενάγων αναφέρεται, το ίδιο, ξεκάθαρα και στην ανταπαίτηση; Στην πράξη, τι γίνεται όταν τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος που ανταπαιτεί εκδίδουν κλήση για οδηγίες μέσα στις 30 ημέρες; Η εικόνα του ταυτόχρονου είναι η εξής θορυβώδης:

  • Καταχωρεί, ο ενάγων, εντός 30 ημερών από την συμπλήρωση των δικογράφων, την αίτηση για οδηγίες, με το παράρτημα του Τύπου 25 συμπληρωμένο, σύμφωνα με την Δ. 30, κ. 1(α).
  • Καταχωρεί, ο εναγόμενος, εντός 30 ημερών από την συμπλήρωση των δικογράφων την αίτηση για οδηγίες, με το παράρτημα του Τύπου 25 συμπληρωμένο, σύμφωνα με την Δ. 30, κ. 1(α). Ορίζεται (υποθετικά) την ίδια ημέρα με την αίτηση που καταχώρησε ο Ενάγων.
  • Καταχωρεί, ο εναγόμενος, εντός 30 ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν της κλήσης για οδηγίες του ενάγοντος, το παράρτημα του Τύπου 25 συμπληρωμένο, σύμφωνα με την Δ. 30, κ. 2(α).
  • Καταχωρεί, ο ενάγων, εντός 30 ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν της κλήσης για οδηγίες του εναγόμενου, το παράρτημα του Τύπου 25 συμπληρωμένο, σύμφωνα με την Δ. 30, κ. 2(α).
  • Η υπόθεση άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου (υποθετικά) σε μια ημερομηνία και το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τέσσερα συμπληρωμένα έντυπα του Τύπου 25.

Με δεδομένο το περιεχόμενο του πίνακα του Τύπου 25, αλλά και του σκοπού της Δ. 30, είναι άραγε αυτή η σωστή πρακτική διάσταση, ένας διάδικος να υποβάλλει, ουσιαστικά, εις διπλούν τα αιτήματά του στο Δικαστήριο, σε σχέση με τη διαφορά, ως διαμορφώνεται μέσα από τις συμπληρωμένες έγγραφες προτάσεις; Κατά την γνώμη μου, όχι.

form-25

Η αντίληψη είναι ότι το Δικαστήριο χρειάζεται, δια της Δ. 30, να έχει, κατά την πρώτη δικάσιμο, ενώπιον του, τα αιτήματα του κάθε διαδίκου, με βάση τον πίνακα του Τύπου 25, για να μπορέσει να προχωρήσει στην ανάλογη διαχείριση της υπόθεσης, με σκοπό την προετοιμασία της για την ακρόαση. Έπειτα ότι, προς αυτό, αρκεί κάθε διάδικος να υποβάλει μία φορά ένα τέτοιο Τύπο 25, είτε είναι ενάγων, είτε εναγόμενος, είτε τριτοδιάδικος, για να πει στο Δικαστήριο, βασικά, τι θέλει, μ’ έναν δεσμευτικό τρόπο. Εάν ο ενάγων θέλει λεπτομέρειες σε σχέση με την ανταπαίτηση του εναγομένου, μπορεί να τις ζητήσει συμπληρώνοντας κατάλληλα εξ’ αρχής τον πίνακα του Τύπου 25. Είναι δυνατόν να τον συμπληρώσει μόνον για την υπεράσπιση και όχι για την ανταπαίτηση, όταν αναφέρεται σε κοινό δικόγραφο; Τα υπόλοιπα αιτήματα που περιέχονται στον πίνακα του Τύπου 25 δεν είναι εφικτό να ισχύουν ξεχωριστά για την απαίτηση και ανταπαίτηση. Εάν ο εναγόμενος θέλει να γίνουν παραδεκτά γεγονότα σε σχέση με την ανταπαίτησή του μπορεί να συμπληρώσει κατάλληλα το δικό του πεδίο στον Τύπο 25.

Προφανώς, όμως, το πρόβλημα δημιουργείται σε περίπτωση παράλειψης οποιουδήποτε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τον Τύπο 25, είτε εντός του θεμιτού χρόνου των 60 (ή 90 κατά περίπτωση) ημερών, είτε κατά την δικάσιμο που ορίζεται μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες. Πρόβλημα που εδραιώνεται όταν και η Δ. 30, κ. 2(β) επιφυλάσσει τη δυνατότητα παράτασης των προθεσμιών των 30 ημερών, που έχει ο κάθε διάδικος (ενάγων ή εναγόμενος) για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας ή για άλλο «καλό λόγο» που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει κάποια παράταση. Τότε, ο διάδικος που παρέλειψε να καταχωρήσει τον Τύπο 25, θα πρέπει να υποστεί και τις ανάλογες δικονομικές συνέπειες. Βέβαια, επειδή η Δ. 30, κ. 1(α) αποδίδει την υποχρέωση στην ενάγοντα ή και στον ανταπαιτούντα εναγόμενο ωφελεί με έξοδα τον άλλον, ακόμα κι αν ο άλλος είναι, επίσης, αμελής.

Εν πάση περιπτώσει, έχει σημασία η νομική προσέγγιση της προβλεπόμενης δυνατότητας του εναγομένου ν’ αντιδράσει στην παράλειψη του ενάγοντος να εκδώσει κλήση για οδηγίες με ειδοποίηση, όπου τέτοια ειδοποίηση προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του ιδίου Κανονισμού. Ο Τύπος της ειδοποίησης εισήχθη με τον τροποποιητικό διαδικαστικό κανονισμό της 06.02.2015, χωρίς αρίθμηση (π.χ. Τύπος 25Α), επομένως δεν φαίνεται να έχει εισαχθεί στην ενοποιημένη ηλεκτρονική έκδοση. Έχει ως εξής:

form-x

Η ειδοποίηση κινείται σε διαδικαστικό παρασκήνιο και δεν είναι ικανή, η ίδια, να άγει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα διευκόλυνε, αναμφίβολα, τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις και τα πράγματα, εάν, σε περίπτωση παράλειψης του ενάγοντος να εκδώσει κλήση για οδηγίες εντός των 30 ημερών, ο εναγόμενος μπορούσε να εκδώσει ο ίδιος κλήση για οδηγίες (εάν έχει λόγο να το κάνει, όπως, για παράδειγμα, τέτοιο λόγο που να προκύπτει από την ανάγκη προώθησης της ανταπαίτησής του) και όχι απλά να καταχωρεί μια ειδοποίηση, δια της οποίας να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης κλήσης για οδηγίες από τον άλλο. Ακόμα περισσότερο, εάν ο χρόνος προώθησης μιας υπόθεσης από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο διάδικο, ήταν 60 ημέρες από την συμπλήρωση των δικογράφων, εντός του οποίου οποιοσδήποτε να μπορούσε να προχωρήσει με κλήση για οδηγίες, αναλόγως του συμφέροντός του να προωθηθεί η υπόθεση.

Θα ρωτούσε, φυσικά, κάποιος, γιατί ο ενάγων, σε τέτοια περίπτωση, να είναι καταδικασμένος να προωθεί πάντα, ταυτόχρονα με την δική του απαίτηση, και την ανταπαίτηση του εναγομένου. Ο σκοπός ύπαρξης της Δ. 30, κ. 1(α) φρονώ πως δεν είναι να δημιουργεί κάποια πόλωση στα δικονομικά συμφέροντα ενός εκάστου, το ενδιαφέρον του οποίου για προώθηση της υπόθεσής του, δεν μπορεί να κριθεί, εξάλλου, με τόση δικονομική αυστηρότητα. Η «τυπικότητα» του εναγομένου θα διαφανεί κατά την άσκηση της δικής του υποχρέωσης, μετά την παραλαβή της κλήσης για οδηγίες ή σε περίπτωση παράλειψης του ενάγοντος να ενεργήσει, από τις ενέργειες που θα επιλέξει να κάνει, χωρίς να μπαίνει, με τον ένα ή με τον άλλο  τρόπο, η εξουσία του Δικαστηρίου να κρίνει τη δικονομική συμπεριφορά, σε κάποια στεγανά.

Είναι βάσιμη, πάντως, η υπόθεση ότι, ως έχουν οι κανονιστικές πρόνοιες, θα πρέπει ο εναγόμενος που ανταπαιτεί να μην περιμένει τον ενάγοντα να εκδώσει κλήση για οδηγίες και να εκδίδει ο ίδιος. Ότι η πραγματική διάσταση του τελευταίου εδαφίου της Δ. 30, κ. 1(γ) βοηθά, αντί να δυσχεραίνει, μιαν ερμηνεία ως εξής: Ότι η υποχρέωση της Δ. 30, κ. 1(α) αφορά, καταρχάς, και στον ενάγοντα και στον εναγόμενο που ανταπαιτεί. Η δική μου θέση, όμως, είναι ότι αρκεί, σε κάθε περίπτωση, ν’ ασκηθεί, η υποχρέωση αυτή (έκδοσης κλήσης για οδηγίες), από οποιονδήποτε από τους διαδίκους που απαιτούν στο πλαίσιο της αγωγής (απαίτηση ή ανταπαίτηση), εντός των 30 ημερών. Τότε, η άσκησή της από τον έναν (οποιοσδήποτε πράξει πρώτος), δημιουργεί την υποχρέωση στον άλλον να καταχωρήσει τον Τύπο 25, ώστε να υπάρχουν οι θέσεις των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου την πρώτη δικάσιμο (ως ο σκοπός), και οδηγεί σε αδράνεια οποιαδήποτε άλλη υποχρέωσή του. Σε περίπτωση παράλειψης του άλλου να καταχωρήσει τον Τύπο 25 εντός των 30 ημερών, ενδεχομένως να δημιουργεί συνέπειες στην δική του υπόθεση. Δεν θεωρώ, όμως, ότι εξυπηρετεί σε οτιδήποτε η ύπαρξη δύο ίδιων αιτημάτων να οριστεί η υπόθεση για οδηγίες, πέραν του ότι αίτημα να οριστεί η υπόθεση για οδηγίες ενώ είναι ήδη ορισμένη είναι και άνευ αντικειμένου, εφόσον με την αίτηση του ενός η υπόθεση ορίστηκε ήδη για να δοθούν από το Δικαστήριο οδηγίες και ό,τι μένει είναι να πουν και οι υπόλοιπο διάδικοι τι οδηγίες θέλουν αυτοί, εάν θέλουν. Ο σκοπός είναι η υπόθεση να οριστεί για οδηγίες στον χρόνο που πρέπει και έως τότε οι διάδικοι να έχουν καταχωρήσει τον πίνακα του Τύπου 25.

Από την άλλη, θα φάνταζε κάπως δυσανάλογο, ο εναγόμενος που ανταπαιτεί, αλλά δεν εξέδωσε ο ίδιος κλήση για οδηγίες εντός των πρώτων 30 ημερών, να μπορεί να διασώζει, δια ειδοποίησης, την απαίτηση του ενάγοντος, αλλά όχι την δική του ανταπαίτηση. Εάν ο εναγόμενος που ανταπαιτεί εκδώσει ειδοποίηση και δώσει στον ενάγοντα παράταση των 30 ημερών για να εκδώσει κλήση για οδηγίες, ο ίδιος ο εναγόμενος που ανταπαιτεί, άραγε δεν μπορεί, τότε, μέσα στην ίδια παρατεινόμενη χρονική περίοδο των 30 ημερών, να εκδώσει και ο ίδιος αίτηση για κλήση για οδηγίες; Ή θα πρέπει να παρατείνει την δική του προθεσμία ο (ήδη αμελής) ενάγων, καταχωρώντας αντίστοιχη ειδοποίηση (προς τον αμελή ανταπαιτούντα αλλά επιμελή εναγόμενο); Ποιο θα ήταν το λογικό νόημα μιας τέτοιας παραδοχής; Ο ενάγων μπορεί, ανταποκρινόμενος στην ειδοποίηση του εναγομένου, να εκδώσει κλήση για οδηγίες που ν’ αφορά και στην ανταπαίτηση, ο εναγόμενος ν’ ανταποκριθεί και η υπόθεση να αχθεί κανονικά ενώπιον του Δικαστηρίου και να κυλήσει ομαλά. Γιατί να υπάρξει παράπλευρη απώλεια; Εξάλλου, υποθέτει, κανείς, ότι ο σκοπός της Δ. 30 δεν είναι να πλάσει δικονομικές παγίδες για τους διαδίκους (ή να ενθαρρύνει σχετικές προσφιλείς τακτικές), αλλά να διευκολύνει το έργο της εκδίκασης των υποθέσεών τους.

Βέβαια, η πρόνοια που σχετίζεται με την ειδοποίηση και το αποτέλεσμα της παράτασης φαίνεται να είχε εισαχθεί εκ των υστέρων, κατόπιν παρεμβάσεων που σχετίζονταν με την δραστικότητα της αυτόματης συνέπειας της απόρριψης της αγωγής, σε περίπτωση μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες εντός 30 ημερών από την συμπλήρωση των δικογράφων, υποχρέωση που προβλέφθηκε εξ’ αρχής και αποδόθηκε στον ένα μόνον διάδικο. Στο πλαίσιο, προφανώς, κάποιας καλώς νοούμενης συναδελφικής αλληλεγγύης (εάν υπάρχει), ο εναγόμενος (δια του δικηγόρου του) να ειδοποιεί τον αμελή ενάγοντα και να διασώζει την αγωγή. Δεν φαίνεται, όμως, η κανονιστική εύνοια προς τον ενάγοντα να κινήθηκε σε περίμετρο όπου οι διάδικοι φέρονται στην ίδια διαδικασία με διττούς ρόλους, λόγω ύπαρξης ανταπαίτησης. Ούτε, ίσως, ν’ απασχόλησε γιατί ο (καλόκαρδος) εναγόμενος που δεν ανταπαιτεί, δεν θέλει να επιδικαστούν έξοδα προς όφελός του, αλλά θέλει να οριστεί η υπόθεση για οδηγίες και να προωθηθεί η υπόθεση και η υπεράσπισή του και να αποδειχθεί ότι ο ενάγων δεν έχει υπόθεση, το συντομότερο δυνατόν, θα πρέπει να καταχωρήσει ειδοποίηση για να καλεί τον άλλον να το πράξει εντός περαιτέρω χρόνου, και να μην μπορεί (ή να μην πρέπει) ο ίδιος να εκδώσει κλήση για οδηγίες, γιατί αυτή είναι μια υποχρέωση που με βάση την Δ. 30, κ. 1(α) αποδίδεται στον ενάγοντα ή στον ανταπαιτούντα εναγόμενο (ως η ερμηνευτική διευκρίνιση). Κάπως έτσι και η δικονομική εμβέλεια της ειδοποίησης, ως μέσου επέκτασης μιας αρχικά προβλεπόμενης δικονομικής προθεσμίας, προς άρση των αυτόματων συνεπειών του δεύτερου εδαφίου της Δ. 30, κ. 1(γ), κάπου σταματά να έχει λογικό νόημα.

Κατά την γνώμη μου, η οποία είναι, σε κάθε περίπτωση, προσωπική (παρόλο που τα διαδικαστικά ζητήματα δεν θα έπρεπε να είναι επιδεκτικά προσωπικών γνωμών και να έχουν τόσο μεγάλα περιθώρια ερμηνευτικής απόκλισης):

  • Όταν υπάρχει ανταπαίτηση, η υποχρέωση έκδοσης κλήσης για οδηγίες σύμφωνα με την Δ. 30, κ. 1(α) αφορά τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο που ανταπαιτεί.
  • (Θα πρέπει, όμως, να) αρκεί: Οποιοσδήποτε ενεργήσει πρώτος με αίτηση για κλήση για οδηγίες, οδηγεί την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Τότε, η υποχρέωση του άλλου διαμορφώνεται και είναι να καταχωρήσει και ο ίδιος τον πίνακα του Τύπου 25 εντός των περαιτέρω 30 ημερών. Η αρχική του υποχρέωσή να εκδώσει αίτηση για κλήση για οδηγίες αδρανεί, εφόσον το αίτημα αυτό υποβλήθηκε ήδη στο Δικαστήριο από τον αντίδικό του. Δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε και είναι άνευ αντικειμένου η ύπαρξη παράλληλου αιτήματος να οριστεί η υπόθεση για οδηγίες, αφού αυτή ορίστηκε, με βάση την αίτηση του αντιδίκου.
  • Σε περίπτωση που εντός των 30 ημερών ουδείς εκ των ενδιαφερόμενων διαδίκων (ενάγων / εναγόμενος στην απαίτηση ενός εκάστου εναντίον του άλλου) εκδίδει κλήση για οδηγίες, υπάρχει δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας αυτής με έκδοση ειδοποίησης σύμφωνα με τον μη αριθμημένο Τύπο που εισήγαγε ο τροποποιητικός διαδικαστικός κανονισμός της 06.02.2015.
  • Από την στιγμή που αυτή η προθεσμία έκδοσης κλήσης για οδηγίες παρατείνεται για τον ενάγοντα από τον εναγόμενο ή για τον εναγόμενο από τον ενάγοντα (θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι) εντός της ίδιας παρατεινόμενης προθεσμίας, επιβιώνει και η υποχρέωση έκδοσης κλήσης για οδηγίες του άλλου, χωρίς να χρειάζεται αντίστοιχη ειδοποίηση παράτασης από τον άλλο. (Ότι) αρκεί η χρήση του δικονομικού μέσου της «ειδοποίησης» για να ενεργοποιηθεί η παράταση, οπότε και εντός της παρατεινόμενης προθεσμίας θα πρέπει να εκδοθεί η κλήση για οδηγίες από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο στην προώθηση της αγωγής ή της ανταπαίτησης.
  • Η αντιμετώπιση της ανταπαίτησης ως μιας ανεξάρτητης διαδικασίας που ακολουθεί έναν άλλο δρόμο, έξω από την πορεία της αγωγής και του ρόλου του εναγομένου ως ικανού να διασπαστεί και οι δραστηριότητές του να διασκορπίζονται, ώστε άλλες να αφορούν στην απαίτηση και άλλες στην ανταπαίτηση, δεν είναι, ακριβώς, σχετική με την θεώρηση της ανταπαίτησης ως αγωγής του εναγομένου, δια διάφορους άλλους (πιο ουσιαστικούς) λόγους.

β) Η υποχρέωση έκδοσης κλήσης για οδηγίες στις ειδικές διαδικασίες

Συναφής με τον σκοπό της έκδοσης κλήσης για οδηγίες είναι και η αποδοχή ότι στις ειδικές διαδικασίες οι οποίες είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων, ό,τι πρέπει να συμβαίνει δεν είναι να εκδίδεται κλήση για οδηγίες, με την οποία να καλείται κάθε ενδιαφερόμενο μέρος να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την δικάσιμο που ήδη έδωσε το Δικαστήριο, αλλά μέχρι εκείνη τη δικάσιμο, να ζητά τυχόν συγκεκριμένες οδηγίες που θέλει από το Δικαστήριο, ενδεχομένως, δια του Τύπου 25 (όπου εάν δεν της ζητήσει, στην χειρότερη περίπτωση, να θεωρείται ότι δεν τις θέλει). Θα ήταν, φυσικά, αρκετά πιο πρακτικό, το ειδικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται ήδη της υπόθεσης και διαπιστώνει την συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων, όταν ορίζει την υπόθεση για οδηγίες, αντί να δίνει οδηγίες σε σχέση με την καταχώρηση του Τύπου 25, να ερωτά τους διάδικους τι θέλουν εκ του περιεχομένου του Τύπου 25 (ανεξαρτήτως εάν δεν έχει καταχωρηθεί) και να εκδίδει τις ανάλογες οδηγίες ή να εκδίδει σχετικά διατάγματα, εφόσον υπάρχουν οδηγίες ή διατάγματα που ζητούνται. Χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσει κάποια δικονομική βαβούρα, για να χωρέσει με το ζόρι, κάπου, κάποιο υποτιθέμενο «τεκμήριο εγκατάλειψης».

Όταν η υπόθεση προωθείται κανονικά ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν υπάρχει παράλειψη προώθησής της εντός ορισμένης προθεσμίας, το εάν και τι επιζητεί κάθε διάδικος, εκ του περιεχομένου του Τύπου 25, δεν είναι συναφές. Οι διαδικαστικοί κανονισμοί δεν υποχρεώνουν τους διαδίκους να ζητήσουν οτιδήποτε από αυτά που περιλαμβάνει ο Τύπος 25, παρόλο που η μη αξίωσή τους στο στάδιο των οδηγιών, μπορεί να κλείνει τον δρόμο για την αξίωσή τους σ’ ένα μεταγενέστερο χρονικό στάδιο, ως προαναγγέλλει και το δεύτερο εδάφιο της Δ. 30, κ. 3(β). Όμως, εάν ο σκοπός της ύπαρξης αυτούς του Τύπου 25 είναι η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του δικονομικού σταδίου των οδηγιών, η μη σπατάλη του δικαστικού χρόνου και, δια των διαθέσιμων οδηγιών, το συγύρισμα της υπόθεσης (στο μέτρο του εφικτού, γιατί από μόνη της Δ. 30 δεν επιτυγχάνει τέτοιο σκοπό), φαίνεται αντιφατικό το ίδιο το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι ήδη ορισμένη η υπόθεση για Οδηγίες, να μην τις δίνει, επειδή οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων δεν ακολούθησε κάποιο τύπο. Δεν εκφράζει ορθά την επιθυμητή και μάλλον σκοπούμενη διεύρυνση των διαχειριστικών δυνατοτήτων του Δικαστηρίου, ούτε και εξυπηρετεί στην αύξησης της ταχύτητας της δικαστικής διαδικασίας.

Δεν απασχολούν αυτή την αναφορά όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που έχουν παρατηρηθεί σε σχέση με την Δ. 30 (π.χ. ανάγκη συμπλήρωσης των δικογράφων για όλους τους εναγομένους, χειρισμός του Τύπου 25 από το Δικαστήριο κατά την πρώτη δικάσιμο και δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων άμεσα δι’ αυτού, χωρίς να καταχωρούνται γραπτές αιτήσεις εντός των χρονικών οδηγιών του Δικαστηρίου βάσει του Τύπου 25, κλπ.).

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.