ΕΔΔΑ: Η Paradiso and Campanelli v. Italy [GC]

Την  Paradiso and Campanelli v. Italy [GC] την ανέμεναν πολλοί, με την σκέψη ότι θα έδινε μια πρόσθετη κατευθυντήρια, η οποία να βοηθά σε κάποια περαιτέρω εναρμονιστική προσπάθεια, προς αποφυγή των μεγάλων προβλημάτων που δημιουργεί, συνήθως, η απόκτηση παιδιού με τη διαδικασία της παρένθετης μητέρας σε κράτος το οποίο διέπει διαφορετικό νομοθετικό και ηθικό καθεστώς (ανέλεγκτος αναπαραγωγικός τουρισμός). Εν τέλει εκδόθηκε την 24.01.2017.

Μετά την απόφαση του Chamber, την 27.01.2015, και την αναγνώριση, από την πλειοψηφία, παράβασης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, έγινε πιστευτό ότι η Paradiso and Campanelli v. Italy είχε κάνει ένα βήμα πιο πέρα από τις Mennesson v. France και Labassee v. France, εκ του οποίου να προκύπτει ότι, δεν έχει σημασία η απουσία βιολογικού δεσμού και η μικρή χρονική περίοδος συμβίωσης του παιδιού με τους γονείς του. Το Grand Chamber, όμως, προέβη σε κάποιες άκρως χρήσιμες διακρίσεις. Διακρίσεις οι οποίες δεν είναι κατ’ ανάγκη αποθαρρυντικές, ούτε αποκλείουν την περαιτέρω αξιοποίησή τους, για τον υγιή νομικό σκοπό. Απεναντίας, θα μπορούσε να πει, κανείς.

Προς υπενθύμιση, στην Paradiso and Campanelli v. Italy, οι προσφεύγοντες, ευκατάστατο ζεύγος Ιταλών με μια καλή ζωή, οι οποίοι αντιμετώπιζαν πρόβλημα γονιμότητας, από την πλευρά της συζύγου, ενώ είχαν εγκριθεί για υιοθεσία, τελικά είχαν αποταθεί σε κλινική στη Μόσχα, όπου συμβλήθηκαν να γίνει χρήση δανεικών ωαρίων και με την μεσολάβηση διαθέσιμης γυναίκας από τη Ρωσία ν’ αποκτήσουν παιδί με την μέθοδο της παρένθετης μητέρας. Για την διαδικασία είχαν δαπανήσει €50.000 (τα φανερά). Ενώ η προσφεύγουσα, όπως ισχυρίζονταν, είχε μεταφέρει η ίδια, από την Ιταλία στη Μόσχα, σπερματικό υλικό του συζύγου της και είχε ληφθεί και πιστοποίηση από την Ρωσική κλινική, ότι στην εξωσωματική γονιμοποίηση χρησιμοποιήθηκε το σπερματικό υλικό του προσφεύγοντος συζύγου, αυτό που προέκυψε στην πορεία ήταν ότι δεν είχε γίνει η χρήση του γενετικού υλικού του προσφεύγοντος. Η (ατυχηματική ή μη) έλλειψη βιολογικού δεσμού είχε λειτουργήσει, πάντως, καταλυτικά στις μετέπειτα εξελίξεις.

Το παιδί γεννήθηκε στη Μόσχα και εγγράφηκε κανονικά εκεί ως παιδί των προσφευγόντων, όπου εκδόθηκε και το πιστοποιητικό γέννησης, σύμφωνα με τους νόμους της Ρωσίας. Όταν έγινε η προσπάθεια εισόδου του παιδιού στην Ιταλία, τραγικά, προέκυψε αναφορά ότι το πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού, το οποίο εκδόθηκε στη Ρωσία, περιείχε ψευδείς πληροφορίες, για την σχέση των προσφευγόντων με το παιδί· επομένως και οι αντίστοιχες προσπάθειες μετεγγραφής του πιστοποιητικού στην Ιταλία συναντούσαν εμπόδιο.  Παράλληλα, ακολούθησε και ποινική δίωξη εναντίον των προσφευγόντων, για σοβαρά ποινικά αδικήματα, ως αυτοί να ήταν κοινοί εγκληματίες. Το παιδί αφαιρέθηκε από την φυσική επιμέλεια των προσφευγόντων και ξεκίνησαν άμεσα οι διαδικασίες για την υιοθεσία του, γιατί θεωρήθηκε ως εγκαταλελειμμένο, έπειτα τοποθετήθηκε σε καθεστώς επιτροπείας και στη συνέχεια δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια.

Η εγγραφή του πιστοποιητικού δεν είχε γίνει αποδεκτή πρωτοδίκως από το Ιταλικό δικαστήριο, τα εγχώρια ένδικα μέσα που έλαβαν περαιτέρω οι προσφεύγοντες επικεντρώθηκαν στα μέτρα που είχαν ληφθεί σε σχέση με το παιδί, καθιστώντας βασικά μη επίδικο, για το ΕΔΔΑ, το θέμα της άρνησης των Ιταλικών αρχών να αποδεχθούν την εγγραφή του πιστοποιητικού, βάσει της νομιμότητάς του στη Ρωσία. Οι προσφεύγοντες κατέληξαν σε μιαν ανώφελη νομική διαμάχη στο ΕΔΔΑ και το παιδί να μεγαλώνει σε ξένια χέρια και με νέα ταυτότητα. Και τούτο παρόλο που οι αναφορές των ψυχολόγων ήθελαν την ύπαρξη βαθύτερου συναισθηματικού δεσμού των προσφευγόντων αλλά και της οικογένειάς τους με το πολυπόθητο παιδί και της ενδεχόμενα αρνητικής επίδρασης στο παιδί από τον αποχωρισμό. Προσπάθεια των προσφευγόντων να υιοθετήσουν οι ίδιοι το παιδί αποκλείστηκε άμεσα. Τα μέτρα που είχαν ληφθεί, σε σχέση με την αφαίρεση του παιδιού, ως εκ της φύσης τους (έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση άμεσου κινδύνου) κρίθηκαν από το Chamber δυσανάλογα, υπό τις περιστάσεις, γιατί το Chamber εφάρμοσε πλήρως το άρθρο 8, και ήταν η έλλειψη διατήρησης της ισορροπίας μεταξύ των ιδιωτικών και των δημόσιων συμφερόντων που είχε οδηγήσει στην αρχική διαπίστωση του ΕΔΔΑ περί παράβασης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Η «οικογενειακή ζωή» υπό το άρθρο 8

Το Grand Chamber, όμως, διέκρινε, καταρχάς, σαφώς την Paradiso and Campanelli v. Italy από τις Mennesson v. France και Labassee v. France, όπου εκεί υπήρχε βιολογική συγγένεια τουλάχιστον του ενός κι εκείνες αφορούσαν σε άρνηση εγγραφής πιστοποιητικού, επισημαίνοντας ότι η Paradiso and Campanelli v. Italy δεν αφορά σε άρνηση εγγραφής πιστοποιητικού αλλά στα μέτρα αφαίρεσης και μόνιμης απομάκρυνσης. Διέκρινε, περαιτέρω, το γεγονός ότι η μη χρήση γενετικού υλικού καθιστούσε την διαδικασία παρένθετης μητρότητας που χρησιμοποιήθηκε «μη παραδοσιακή». Το πιο σημαντικό, όμως, είναι, ίσως, ότι το ΕΔΔΑ οριοθέτησε, κατά κάποιο τρόπο, το άρθρο 8, πότε και πώς αυτό εφαρμόζεται, όσον αφορά την πτυχή της «οικογενειακής ζωής».

Η ύπαρξη ή μη ύπαρξη «οικογενειακής ζωής» σχετίζεται με τα πραγματικά δεδομένα κι απαντά στους υφιστάμενους προσωπικούς δεσμούς (Marckx v. Belgium και K. and T. v. Finland). Το άρθρο 8 σχετίζεται με την οικογενειακή ζωή που εγκαθιδρύεται με τον γάμο ή με άλλο συναφή οικογενειακά σχήματα (Kroon and Others v. the NetherlandsJohnston and Others v. Ireland, Keegan v. Ireland, και X, Y and Z v. the United Kingdom), άρα νομίμως. Όπως επισημαίνει το Grand Chamber, αυτό το άρθρο δεν διασφαλίζει είτε το δικαίωμα δημιουργίας οικογένειας είτε το δικαίωμα υιοθεσίας. Το δικαίωμα σεβασμού της «οικογενειακής ζωής» δεν διασφαλίζει την απλή επιθυμία δημιουργίας οικογένειας, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη οικογένειας ή τουλάχιστον την πραγματική προοπτική δημιουργίας της σχέσης μεταξύ, για παράδειγμα, παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου και του βιολογικού πατέρα (Nylund v. Finland) ή τη σχέση που προκύπτει από έναν νόμιμο γάμο, ακόμα κι αν δεν εγκαθιδρύθηκε πλήρως η οικογενειακή ζωή (Abdulaziz, Cabales and Balkandali v. the United Kingdom) ή την σχέση ενός πατέρα και του αναγνωρισμένου τέκνου του, ακόμα κι αν αποδειχθεί εκ των υστέρων η απουσία βιολογικού δεσμού (Nazarenko v. Russia) ή την σχέση που δημιουργείται από μια νόμιμη υιοθεσία (Pini and Others v. Romania).

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρχε ούτε βιολογικός ούτε νόμιμος δεσμός. Οι προσφεύγοντες επιχείρησαν είσοδο στη χώρα ενός παιδιού χωρίς βιολογική σχέση μαζί τους, κατά παράβαση των κανόνων διεθνούς υιοθεσίας, κι ενώ στην χώρα αυτή απαγορεύεται η ετερόλογη τεχνητή γονιμοποίηση. Το Δικαστήριο, αυτό που κλήθηκε ν’ αποφασίσει, ήταν κατά πόσον η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ των προσφευγόντων και του παιδιού εμπίπτει στην έννοια της «οικογενειακής ζωής» του άρθρου 8. Ήταν αποδεκτό και από το Grand Chamber ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να υφίσταται μια de facto οικογενειακή σχέση μεταξύ ενός ενήλικου και ενός ανήλικου στην απουσία βιολογικού δεσμού ή νομικού δεσμού, νοουμένου ότι υπάρχουν αυθεντικοί προσωπικοί δεσμοί. Ήταν σε μια τέτοια βάση που και το Chamber είχε κρίνει ότι η σχέση των προσφευγόντων με το παιδί εμπίπτει στην έννοια της «οικογενειακής ζωής», παρόλη την απουσία βιολογικού και αναγνωρισμένου νομικού δεσμού, στη βάση των στενών προσωπικών δεσμών, λαμβανομένων υπόψη του ρόλου των προσφευγόντων στη ζωή του παιδιού, από τις πρώτες στιγμές της ζωής του, τον χρόνο που περνούσαν μαζί κλπ. (Moretti and Benedetti v. Italy και Kopf and Liberda v. Austria και Wagner and J.M.W.L. v. Luxembourg). Κι αυτή την βάση ουδόλως αναίρεσε, αλλά επιβεβαίωσε το Grand Chamber. Ήταν, όμως, ζήτημα εξέτασης της ποιότητας της σχέσης στην συγκεκριμένη περίπτωση, παρά δογματοποίηση κάποιων δεδομένων.

Στο δικό της «τεστ ποιότητας» από το Grand Chamber απέτυχε η Paradiso and Campanelli v. Italy κατ’ ανατροπή της απόφασης του Chamber επί του σημείου. Ενώ είχε αποδειχθεί ότι υπήρχαν οι στενοί προσωπικοί δεσμοί και οι ρόλοι είχαν δρομολογηθεί ν’ ακολουθήσουν την πορεία μιας σχέσης γονέων – τέκνου, το Δικαστήριο εστίασε και στην χρονική διάρκεια των δεσμών αυτών και στους υπόλοιπους παράγοντες. Η χρονική διάρκεια, όπως επισήμανε, είναι βασικό συστατικό, προσδιοριστικό αυτής της ποιότητας της σχέσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν περίπου 6 μήνες στην Ιταλία και περαιτέρω 2 μήνες στη Ρωσία, με τον έναν εκ των προσφευγόντων. Παρόλο που το Δικαστήριο δεν θεώρησε ότι μπορεί να θέσει ένα κατώτατο όριο χρονικής διάρκειας σχέσης, στις αυθεντίες που είχε διαθέσιμες στις Wagner and J.M.W.L. v. Luxembourg και Nazarenko v. Russia, οι σχέσεις διαρκούσαν κάποια χρόνια, ενώ στην D. and Others v. Belgium, όπου η χρονική διάρκεια της σχέσης ήταν μόλις 2 μήνες, υπήρχε ο βιολογικός δεσμός, τουλάχιστον με τον έναν εκ των κοινωνικών γονιών. Η απλή πεποίθηση των προσφευγόντων ότι υπήρχε βιολογικός δεσμός δεν επαρκούσε, για να προσθέσει στο ζήτημα της προσέγγισης της ποιότητας της σχέσης, ώστε ν’ αναχθεί σε de facto οικογενειακή σχέση με την έννοια του άρθρου 8. Λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων μαζί, ήτοι της απουσίας βιολογικού συνδέσμου, της μικρής χρονικής διάρκειας της σχέσης, της αβεβαιότητας των δεσμών από νομική άποψη, παρά την ύπαρξη γονικού πλάνου και στενών συναισθηματικών δεσμών, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε de facto οικογενειακή ζωή στην Paradiso and Campanelli v. Italy και το άρθρο 8 δεν ήταν εφαρμόσιμο υπό αυτή την πτυχή του.

Η «ιδιωτική ζωή» υπό το άρθρο 8

Η «ιδιωτική ζωή» μέσα στην έννοια του άρθρου 8 είναι ευρεία έννοια, η οποία δεν μπορεί να οριστεί με κάποιον εξαντλητικό τρόπο. Καλύπτει την φυσική και ψυχολογική ακεραιότητα του ατόμου (X and Y v. the Netherlands) και σε κάποιον βαθμό το δικαίωμά του να δημιουργεί και ν’ αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους (Niemietz v. Germany). Κάποτε μπορεί να συνυφαίνεται με πτυχές της φυσικής και κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου (Mikulić v. Croatia). Εμπερικλείει, επίσης, το δικαίωμα της «προσωπικής ανάπτυξης» ή το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού (Pretty v. the United Kingdom), όπως και το δικαίωμα σεβασμού για τις αποφάσεις ν’ αποκτήσει ή να μην αποκτήσει κάποιος παιδί (Evans v. the United Kingdom [GC], και A, B and C v. Ireland [GC]).

Στην Dickson v. the United Kingdom [GC], η οποία αφορούσε άρνηση χορήγησης στους προσφεύγοντες – έναν κατάδικο και την σύζυγό του – διευκολύνσεων τεχνητής γονιμοποίησης, είχε γίνει δεκτό ότι εφαρμόζονταν το άρθρο 8 και ότι η άρνηση επίτρεψης πρόσβασης σε τεχνητή γονιμοποίηση αφορούσε την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή των προσφευγόντων, με την έννοια του δικαιώματός τους ν’ απολαμβάνουν σεβασμό της απόφασής τους να γίνουν γενετικοί γονείς. Στην S.H. and Others v. Austria [GC], η οποία αφορούσε σ’ ένα ζευγάρι, το οποίο επιθυμούσε ν’ αποκτήσει παιδί με την χρήση δανεικών γαμετών, το Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι το δικαίωμα σύλληψης ενός παιδιού και χρήσης της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για τον σκοπό αυτό προστατεύεται από το άρθρο 8, εφόσον μια τέτοια επιλογή είναι έκφραση της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Από αυτή την έννοια δεν εξαιρούνται, κατά το ΕΔΔΑ, οι συναισθηματικοί δεσμοί που δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν μεταξύ ενός ενήλικου και ενός ανήλικου ανθρώπου σε περιπτώσεις άλλες από την κλασική περίπτωση συγγένειας. Αυτός ο δεσμός αναφέρεται, εξάλλου, στην ζωή και την κοινωνική ταυτότητα του ατόμου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου υπάρχει σχέση μεταξύ ενηλίκων και ενός παιδιού, χωρίς βιολογικό ή νομικό δεσμό, τα γεγονότα μπορεί να είναι τέτοια που να εμπίπτουν στην έννοια της ιδιωτικής ζωής (X. v. Switzerland). Ειδικότερα, στην X. v. Switzerland, εξετάστηκε η περίπτωση ενός ατόμου, στο οποίο εμπιστεύτηκαν κάποιοι φίλοι την φροντίδα του παιδιού τους, σκοπός που εκπληρώνονταν τελικά για αρκετά χρόνια. Μετά την πάροδο αρκετών χρόνων οι Αρχές είχαν αποφασίσει ότι το παιδί δεν μπορούσε να μένει άλλο μ’ αυτό το άτομο. Αποφασίστηκε ότι υπήρχε ανάμειξη της ιδιωτικής ζωής του ατόμου αυτού, το οποίο είχε αναπτύξει βαθύτατους δεσμούς με το παιδί.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες είχαν έναν γνήσιο σκοπό να γίνουν γονείς, αρχικά επιχειρώντας να συλλάβουν δια εξωσωματικής γονιμοποίησης, έπειτα επιχειρώντας να αιτηθούν για υιοθεσία, και τελικά καταλήγοντας στον δανεισμό ωαρίων και την παρένθετη μητέρα. Είχαν αναλώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους φτιάχνοντας αυτό το γονικό πλάνο, μέσα στο οποίο ν’ αγαπούν και να μεγαλώνουν ένα παιδί. Συναφώς, αυτό που τίθεται είναι το δικαίωμα των προσφευγόντων να τυγχάνει σεβασμού η απόφασή τους να γίνουν γονείς και ν’ αναπτυχθούν προσωπικά μέσα απ’ τον γονικό ρόλο που επιθυμούσαν. Έπειτα, η διαπίστωση της έλλειψης βιολογικού δεσμού του προσφεύγοντος επιδρούσε και στην ταυτότητα της συζύγου του και στη μεταξύ τους σχέση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποφασίστηκε, ενέπιπταν μέσα στην έννοια της ιδιωτικής ζωής του άρθρου 8, επομένως μπορεί το άρθρο 8 να μην είχε εφαρμογή όσον αφορά την «οικογενειακή ζωή», για τους προαναφερόμενους λόγους, αλλά είχε εφαρμογή για στην «ιδιωτική ζωή».

Η επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσφευγόντων από τα μέτρα που ελήφθησαν σε σχέση με την αφαίρεση του παιδιού ειδώθηκε, πλέον, υπό το φως του κατά πόσον αυτή ήταν δικαιολογημένη, σύμφωνα με τον νόμο, εξυπηρετούσε κάποιον θεμιτό σκοπό και ήταν αναγκαία μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία. Όπως και το Chamber, έτσι και το Grand Chamber, έκρινε ότι η επιλογή των Ιταλικών αρχών να εφαρμόσουν τον Ιταλικό νόμο σε σχέση με τις γονικές σχέσεις και να μην βασίσουν την απόφασή τους στο πιστοποιητικό γέννησης που εκδόθηκε από τις Ρωσικές αρχές ήταν σύμφωνη με την Σύμβαση της Χάγης, σύμφωνα με την οποία η μόνη επίδραση ενός τέτοιου πιστοποιητικού ήταν να πιστοποιήσει την γνησιότητα της υπογραφής, την ιδιότητα του υπογράφοντος και ενδεχομένως την ταυτότητα της σφραγίδας που φέρει το έγγραφο. Σύμφωνα με την επεξηγηματική αναφορά της Σύμβασης της Χάγης, το πιστοποιητικό δεν μαρτυρεί την αλήθεια του περιεχομένου του πρωτότυπου εγγράφου. Αυτός ο περιορισμός είναι, ακριβώς, για να επιφυλάσσεται το δικαίωμα του κράτους να εφαρμόσει το δικό του δίκαιο επιλογής, όταν χρειάζεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα εγχώρια Δικαστήρια είχαν εφαρμόσει τον Ιταλικό κανόνα διεθνούς ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο η σχέση γονέα – τέκνου καθορίζεται με βάση το εθνικό δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο γέννησης του παιδιού. Ωστόσο, για τα Ιταλικά δικαστήρια, δεν μπορούσε να καθοριστεί η εθνικότητα του παιδιού γιατί αυτό προέκυψε από άγνωστους δότες γαμετών. Ο Ιταλικός νόμος εφαρμόζονταν, εν πάση περιπτώσει, για αλλοδαπά παιδιά που βρίσκονται στην Ιταλία και το καθεστώς ενός παιδιού αγνώστου εθνικότητας, που προέκυψε από άγνωστους βιολογικούς γονείς, εξομοιώθηκε μ’ αυτό του παιδιού αλλοδαπής εθνικότητας. Υπό τις περιστάσεις, τα Ιταλικά δικαστήρια κατέληξαν στη διάγνωση του καθεστώτος της εγκατάλειψης. Η επέμβαση, έτσι, στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής των προσφευγόντων ήταν σύμφωνη με τον νόμο. Έπειτα, τα μέτρα που ελήφθησαν εξυπηρετούσαν θεμιτό σκοπό, ως η εκδοχή του Chamber.

Η έννοια της αναγκαιότητας απαντά σε κάποια παρούσα κοινωνική ανάγκη, εξετάζει εάν είναι ανάλογη σε σχέση με τον θεμιτό σκοπό κι εάν διατηρεί την δέουσα ισορροπία μεταξύ αντικρουόμενων συμφερόντων (A, B and C v. Ireland). Λαμβάνεται υπόψη το περιθώριο εκτίμησης που αφήνεται σε κάθε κράτος – μέλος, οι αποφάσεις μέσα στο πλαίσιο του οποίου ελέγχονται για την συμβατότητά τους με το δίκαιο της Ε.Ε.( X, Y and Z v. the United Kingdom). Το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης καθορίζεται από διάφορους παράγοντες. Όταν τίθεται μια ιδιαίτερα σημαντική όψη της ύπαρξης ή της ταυτότητας του ατόμου, συνήθως το περιθώριο εκτίμησης κλείνει. Όταν, ωστόσο, δεν υπάρχει συναίνεση (consensus) των κρατών – μελών είτε για την σημασία ενός ζητήματος είτε ως προς τον καλύτερο τρόπο προστασίας ενός συμφέροντος, ειδικά όταν υπάρχουν σ’ αυτό δεοντολογικές και ηθικές πτυχές, το περιθώριο εκτίμησης είναι ευρύτερο. Όπως και στην προκειμένη περίπτωση.

Οι Ιταλικές αρχές εστίασαν σε δύο συναφείς άξονες, πρώτα στην παράνομη συμπεριφορά των προσφευγόντων και ύστερα στην ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων για το παιδί το οποίο κρίθηκε, με βάση τον νόμο, ότι βρισκόταν σε καθεστώς εγκατάλειψης. Οι άξονες αυτοί ήταν άμεσα συνδεόμενοι με τον θεμιτό σκοπό. Έπειτα, σε αντίθεση με το Chamber, το Grand Chamber έκρινε ότι ήταν και δικαιολογημένοι, με βάση και τον περιορισμό της επηρεαζόμενης πτυχής του άρθρου 8, όπως αναλύθηκε. Κατά την εφαρμογή του «τεστ» της αναλογικότητας, το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τα εγχώρια δικαστήρια δεν ήταν υποχρεωμένα να δώσουν προτεραιότητα στην διατήρηση της σχέσης μεταξύ των προσφευγόντων και του παιδιού. Έπρεπε να κάνουν μία δύσκολη επιλογή ανάμεσα στο να επιτρέψουν στους προσφεύγοντες να συνεχίσουν να έχουν σχέση με το παιδί, έτσι νομιμοποιώντας την παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτούς ως fait accompli (τετελεσμένη) ή να λάβουν μέτρα για να παράσχουν στο παιδί μια οικογένεια σύμφωνα με τον νόμο. Χωρίς να υποτιμά, το Δικαστήριο, τον αντίκτυπο που είχε η άμεσος και αναπότρεπτος αποχωρισμός από το παιδί στην ιδιωτική τους ζωή, παρόλο που το δίκαιο της Ε.Ε. δεν αναγνωρίζει αυτοτελώς το δικαίωμα του ατόμου να γίνει γονέας, και χωρίς να παραγνωρίζει την συναισθητική δυσκολία που βιώνουν τα άτομα που επιθυμούν να γίνουν γονείς αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα, βαρούσε ιδιαίτερα και το δημόσιο συμφέρον, έναντι στην ανάγκη εξακολούθησης της σχέσης μεταξύ των προσφευγόντων με το παιδί. Η αποδοχή της διατήρησης της σχέσης ή της επίτρεψης της υιοθεσίας από τους προσφεύγοντες θα σήμαινε, κατά το ΕΔΔΑ, νομιμοποίηση της κατάστασης, ενώ υπήρξε παράβαση σημαντικών διατάξεων του εθνικού δικαίου. Έχοντας εκτιμήσει, τα Ιταλικά δικαστήρια, και την ψυχολογική κατάσταση του ίδιου του παιδιού, διατήρησαν, κατά το ΕΔΔΑ, μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων, δρώντας μέσα στα όρια του περιθωρίου εκτίμησής τους. Συνεπώς δεν υπάρχει παράβαση του άρθρου 8 από αυτή την εφαρμόσιμη πτυχή του.

Σκέψεις

Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ συνδέθηκε με τη μάστιγα της εμπορίας ανθρώπων και τον φόβο γύρω από την εξάπλωσή της δια των δυνατοτήτων των διευθετήσεων παρένθετης μητέρας. Το ΕΔΔΑ, στην πλειοψηφία του, δεν εξέφρασε, ακριβώς, τέτοια πολιτικοκοινωνική ανησυχία και η ανάλυσή του ήταν στη βάση γνωστών νομικών αρχών. Οι συντρέχουσες απόψεις που διατυπώθηκαν, όμως, φαίνεται να επιχειρούν στο ν’ αναδείξουν κάποια υποτιθέμενη γενικότερη άρνηση του ΕΔΔΑ, όχι απλά στην εμπορική παρένθετη μητέρα ή στην διασυνοριακή παρένθετη μητρότητα ή στην ετερόλογη τεχνητή γονιμοποίηση, αλλά και σ’ εκείνη την καθαρά συμβατικής φύσης διαδικασία παρένθετης μητρότητας, από την οποία ελλείπει η έμφαση στο συναισθηματικό ή αλτρουϊστικό υπόβαθρο.

Όμως, εντελώς αντίθετα, μέσα από την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ αποκρυσταλλώνεται, σχεδόν, η σχετικότητα του άρθρου 8 και διασαφηνίζονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του στις περιπτώσεις παρένθετης μητέρας. Το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 8 στην προκειμένη περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο αυτό, γιατί, αντίθετα, ό,τι είπε το ΕΔΔΑ, είναι ότι εφαρμόζεται. Διασαφήνισε, γι’ αυτό, το πότε μπορεί να γίνει λόγος για την πτυχή του άρθρου 8 που αφορά στην «οικογενειακή ζωή» και πότε μπορεί να γίνει λόγος για την πτυχή του που αφορά στην «ιδιωτική ζωή». Και στις δύο περιπτώσεις, φαίνεται να υπάρχει μεγάλη ευαισθησία στα γεγονότα. Σημασία δεν έχει μόνον η διαπίστωση ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 8 από τις Ιταλικές αρχές στην περίπτωση των προσφευγόντων, αλλά και η τελεσίδικη επιβεβαίωση ότι, υπό κάποιες προϋποθέσεις, που σχετίζονται με τα πραγματικά γεγονότα, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παραβίασή του.

Ανησυχίες σε σχέση με το σκεπτικό του Grand Chamber, που, όντως, παραπέμπει σε τέτοιους θετικούς συνειρμούς, εξέφρασαν οι δικαστές de Gaetano, Pinto de Albuquerque, Wojtyczek και Dedov, χωρίς να διαφωνούν με την (τυπική) κατάληξη του ΕΔΔΑ. Οι ίδιοι είχαν τοποθετηθεί ανοιχτά ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν περίπτωση εμπορίας ανθρώπου, με αναφορά στο παιδί, το οποίο, κατά την αντίληψή τους, «αγοράστηκε» από τους προσφεύγοντες, για να ικανοποιήσουν κάποια προσωπική τους ανάγκη. Ο δικαστής Dedov, στην δική του διατύπωση, ανέφερε πως η εμπορία ανθρώπων πορεύεται χέρι-με-χέρι με την παρένθετη μητέρα κάθε είδους και ότι ο θεσμός είναι φύσει επικίνδυνος για την κοινωνία.

Από την άλλη, δεν είναι αδιάφορη η απόφαση της μειοψηφίας, κατά την οποία υπήρχαν παραβιάσεις και του δικαιώματος στην «οικογενειακή ζωή» του άρθρου 8. Η απόφαση της μειοψηφίας δεν εξέτασε τόσο την σύγχυση στο όλο σχήμα που εισήγαγε η πλειοψηφία, σχετικά με την de facto οικογενειακή σχέση, αλλά η διαφωνία ήταν, κυρίως, στην αξιολόγηση των δεδομένων πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Έπειτα, σε σχέση με την συνδρομή των προϋποθέσεων νομιμότητας και αναλογικότητας της παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή. Υπενθυμίζοντας, όμως, και την έλλειψη επαρκούς έμφασης, στο σκεπτικό της πλειοψηφίας, στο καλύτερο συμφέρον του παιδιού.

Η σκέψη, βέβαια, είναι, αναπόφευκτα, ότι με την ύπαρξη τόσων παράλληλα διατυπωμένων απόψεων, της διάστασής τους, επί σημείων, του ύφους τους, και την σημαντική μειοψηφία των έξι, μάλλον, η πλειοψηφία προσπάθησε να εξισορροπήσει τα πνεύματα σ’ ένα ζήτημα το οποίο θα ταλανίζεται για πολύ ακόμα από ηθικονομικές αποκλίσεις. Σ’ ένα θέμα το οποίο, ακόμα και μετά την Paradiso and Campanelli v. Italy [GC] θ’ απασχολεί ακατάπαυστα.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.