Η «ταυτόχρονη» ένορκη δήλωση και οι «αυτόνομες αιτήσεις»

H πρόσφατη απόφαση στην Ίβρου ν. Μαυροκωνσταντή κ.α, Πολιτική Έφεση Ε126/2013, ημερομηνίας 01.02.2017, δημιουργεί διάθεση για δικονομική φιλοσόφηση.

Σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας, δεν είναι έγκυρη μια ένορκη δήλωση που υποστηρίζει αίτηση για επαναφορά απορριφθείσας έφεσης (λόγω μη καταχώρησης περιγράμματος αγόρευσης εντός της ορισμένης προθεσμίας), εάν η ένορκη δήλωση προηγείται χρονικά της αίτησης για επαναφορά. Η μη εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης επιδρά στο κύρος της αίτησης, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε να επιτραπεί θεραπευτικά η «επαναόρκιση», κατά τον λόγο την S. A. Constantinou Ltd κ.ά. ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd (2009) 1 ΑΑΔ 754, δηλαδή η επαγωγή μεταγενέστερου όρκου επί των αναφερόμενων στην ένορκη δήλωση.

Πέρα από την ουσία της αίτησης για επαναφορά και την όλη εφαρμογή της Δ. 35, κ. 13 σε συνάρτηση με το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη (που δεν απασχολεί αυτή τη στιγμή), στην Ίβρου, αυτό που δημιουργεί το δικονομικό ενδιαφέρον είναι ότι η απόφαση του Εφετείου, βασικά, διαχωρίζει, μεταξύ των «ενδιάμεσων» αιτήσεων που καταχωρούνται μέσα στο πλαίσιο μιας «υφιστάμενης» ή «εκκρεμούς» ή «ζωντανής» δικαστικής διαδικασίας κι εκείνων που καταχωρούνται εκτός τέτοιου πλαισίου. Όταν μια αίτηση καταχωρείται εκτός τέτοιου πλαισίου, γιατί η δικαστική διαδικασία έχει λόγου χάριν απορριφθεί, η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της αίτησης για επαναφορά της διαδικασίας αυτής.

Δεν είναι ότι έχει στενέψει (ή αποσαφηνιστεί) η ευρύτατη έννοια της «ενδιάμεσης αίτησης» και ότι αυτή δεν είναι (ακόμα) οποιαδήποτε αίτηση δεν είναι πρωτογενής και η οποία γίνεται με βάση την Δ. 48. Δεν έχει δοθεί διαφορετικός ορισμός «ενδιάμεσης αίτησης». Το Εφετείο χαρακτηρίζει, όμως, αυτόνομες διαδικασίες αυτές τις αιτήσεις που γίνονται εκτός του πλαισίου μιας «υφιστάμενης» ή «εκκρεμούς» ή «ζωντανής» δικαστικής διαδικασίας, έστω κι αν (πρέπει να) φέρουν τον τίτλο της δικαστικής διαδικασίας και γίνονται με βάση την Δ. 48, μα με μοναδικό, δικό τους, επίδικο θέμα (στην προκειμένη περίπτωση την επαναφορά της έφεσης).

Ερμηνεύει στη βάση ενός διαχωρισμού μεταξύ «υπαρκτής» και «ανύπαρκτης» ή «εκκρεμούς» και «μη εκκρεμούς» ή «ζωντανής» και «μη ζωντανής» δικαστικής διαδικασίας και θέτει έναν επιμέρους κανόνα, γι’ αυτές τις (ενδιάμεσες κατά τα λοιπά, αλλά) αυτόνομες αιτήσεις, που αναφέρονται σε «ανύπαρκτη» δικαστική διαδικασία: οι ένορκες δηλώσεις, να είναι ταυτόχρονες με τις αιτήσεις για ν’ αναφέρονται, τουλάχιστον, σε «υπαρκτή» αίτηση. Το «ταυτόχρονο» έχει περισσότερο την έννοια του να είναι, η ένορκη δήλωση, μέρος της αλληλουχίας των γεγονότων που οδηγούν στην καταχώρηση της αίτησης (διαδικασία καταχώρησης που αναμένεται, κατά την φυσιολογική πορεία των πραγμάτων, να ολοκληρώνεται αυθημερόν), παρά αναφέρεται στη στιγμιαία λεπτομέρεια της διαδικασίας της σειράς υπογραφής των εγγράφων της αίτησης και της συνημμένης σ’ αυτήν ένορκης δήλωσης.

Βέβαια, το να είναι «ταυτόχρονη» η ένορκη δήλωση με την αίτηση την οποία υποστηρίζει δεν αλλάζει την θεώρηση του Εφετείου γύρω από την «ύπαρξη» της διαδικασίας η οποία τυγχάνει απόρριψης και στην οποία αφορά η αίτηση. Η απαίτηση του «ταυτόχρονου», όμως, φαίνεται να θέλει την ένορκη δήλωση ως ένα σύνολο πραγματικών γεγονότων, μια πραγματική βάση, που αναζητά πάντα ένα ευρύτερο ενεργό δικονομικό πλαίσιο. Εάν την διάσταση στον χρόνο υπογραφής μεταξύ της ένορκης δήλωσης και της αίτησης μπορεί να διασώσει ευκολότερα το ενεργό πλαίσιο της διαδικασίας – η «ζωντανή» διαδικασία – αυτή η διάσωση δεν μπορεί να συμβεί, κατά κανόνα, όταν η διαδικασία έχει «αποβιώσει» (εκτός εάν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις ανάληψης της υποχρέωσης επαναόρκισης) και η αίτηση λειτουργεί με δικονομική αυτονομία. Σ’ αυτή την έννοια της «ανύπαρκτης» δικαστικής διαδικασίας αναφέρονται, με βάση το νομολογιακό αυτό αποτέλεσμα, όλες οι αιτήσεις που έπονται της απόρριψης της έφεσης (π.χ. αιτήσεις για επαναφορά) ή που εγείρονται πριν από την έναρξη της αγωγής (π.χ. ένορκη δήλωση προς υποστήριξη προσωρινού διατάγματος πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής). Η απόρριψη της διαδικασίας έχει ερμηνευτεί, από το Εφετείο, ότι οδηγεί τη διαδικασία σε καθεστώς «ανυπαρξίας», το ίδιο καθεστώς «ανυπαρξίας» που υφίσταται όταν δεν έχει εγερθεί ακόμα η διαδικασία. Και αυτό το καθεστώς «ανυπαρξίας» δημιουργεί αυτονομία της όποιας αίτησης αναφέρεται στη διαδικασία αυτή (την «ανύπαρκτη»)· αίτησης η οποία ουσιαστικά λειτουργεί ως αυτόνομο ένδικο μέσο, ανεξαρτήτως του ότι, ως αίτηση, φέρει τα χαρακτηριστικά ενδιάμεσης αίτησης.

Ενώ η θεώρηση αυτή μπορεί να γίνει ευκολότερα αποδεκτή όταν το καθεστώς «ανυπαρξίας» είναι αντικειμενικό, δηλαδή δεν έχει εγερθεί ακόμα η διαδικασία (απλά δεν υπάρχει), κάποια δυσκολία αποδοχής ενδέχεται να υπάρχει στην εξίσωση της απορριφθείσας διαδικασίας με την ανύπαρκτη διαδικασία. Δημιουργείται το εξής ερωτηματικό: Η απορριφθείσα διαδικασία είναι «ανύπαρκτη» γιατί; Γιατί έπαυσε πλέον ν’ απασχολεί τη διαγνωστική δικαστική διαδικασία; Αφαιρέθηκε μόνιμα από το πινάκιο; Εάν ναι, σ’ ένα τέτοιο ορισμό θα έπρεπε, ενδεχομένως, να υπάγονται, κατά λογική προέκταση, και οι αιτήσεις που έπονται της ολοκλήρωσης μιας διαγνωστικής δικαστικής διαδικασίας με την έκδοση μη απορριπτικής απόφασης. Κάθε διαδικασία που αποφασίζεται από το Δικαστήριο αρνητικά ή θετικά και παύει ν’ απασχολεί την διαγνωστική δίκη (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια) να θεωρείται δικονομικά «μη ζωντανή» ή … «νεκρή». Αυτή είναι η θεώρηση ή η μακάβρια θεωρία του «δικονομικού θανάτου» αφορά μόνο στις απορριπτικές δικαστικές αποφάσεις; Εάν αφορά μόνο στις απορριπτικές αποφάσεις, ποιο είναι εκείνο το πρόσθετο χαρακτηριστικό των απορριπτικών αποφάσεων για να μπορούν αυτές να προκαλούν τον «δικονομικό θάνατο»;

Μάλλον ο λόγος για … μεταφυσική δικονομία (ή απλά για μη καλή έκφραση και ανάλυση της χρήσιμης σκέψης και προσπάθειας διαχωρισμού). Αλλά θα ήταν κάπως επικίνδυνη η θεώρηση ότι οποιαδήποτε διαδικασία αποφασίζεται από το Δικαστήριο θετικά ή αρνητικά οδηγεί σε καθεστώς «ανυπαρξίας» ή ακόμα και σε «δικονομικό θάνατο». Κάθε δικονομικό πλαίσιο που έχει ήδη ενεργοποιηθεί (έχει αρχίσει η διαδικασία) φέρει, κατά τη γνώμη μου, μια μόνιμη δικονομική μετενέργεια, δημιουργεί δικονομικά κατάλοιπα και προεκτάσεις και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ακόμα και αυτής της απορριπτικής απόφασης στον τελευταίο βαθμό της δικαιοδοσίας, ακόμα κι αν έχουν εξαντληθεί όλες οι δικονομικές δυνατότητες (ακόμα και αυτή η δυνατότητα της αίτησης για επαναφορά). Η ίδια η δικονομική «ύπαρξη» και (ζωντανή) μετενέργεια είναι που εμποδίζει την επανάληψη της ίδιας διαδικασίας μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που θέτει ή δεν θέτει μια από τις βάσεις του res judicata. Εξ ου και η άποψη της μειοψηφίας ήταν ότι με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης «δεν αλλάζουν τα πράγματα» (η οποία διαφοροποιείται αλλού). Εξ ου και δεν αρμόζει να λέμε ότι μια δικαστική διαδικασία που αποφασίστηκε είναι ανύπαρκτη ή μη ζωντανή, απλά επειδή δεν εκκρεμεί η έκδοση διαγνωστικής δικαστικής απόφασης στην κύρια ουσιαστική διαφορά.

Έχει, όμως, κάποια πιθανώς καλή βάση η θεώρηση ότι, στις περιπτώσεις όπου έχει ολοκληρωθεί η κύρια διαγνωστική διαδικασία με την έκδοση δικαστικής απόφασης, απορριπτικής ή μη απορριπτικής, κάθε αίτηση, μέσα στο ίδιο δικονομικό πλαίσιο (το «υπαρκτό», σε κάθε περίπτωση), έχει, όντως, κάπως περισσότερη δικονομική αυτονομία. Η δικονομική ενέργεια των αιτήσεων αυτών δεν περιορίζεται στη δικονομική αυτοτέλεια όλων των άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων δια των οποίων διεκδικούνται θεραπείες που περιορίζονται χρονικά ή άλλως πώς μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης. Ο λόγος για δικονομική αυτονομία, ώστε οι αιτήσεις αυτές, μετά από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, χωρίς ν’ αποχαρακτηρίζονται ως «ενδιάμεσες» με την ευρύτερη έννοια του ότι εγείρονται μέσα στο ίδιο δικονομικό πλαίσιο, κλέβουν στοιχεία πρωτογενών αιτήσεων, με την έννοια του ότι αυτοκαθορίζονται δικονομικά, αντλούν, δηλαδή, δικονομική ενέργεια και περιεχόμενο από τον εαυτό τους. Λειτουργούν ως επιμέρους ένδικα μέσα, μέσα στο ίδιο δικονομικό πλαίσιο, για την διεκδίκηση θεραπειών πέρα απ’ αυτές που συνθέτουν το συγκεκριμένο δικονομικό πλαίσιο, αλλά σχετικών μ’ αυτές. Αυτές οι αιτήσεις πρέπει να συνοδεύονται από ταυτόχρονες ένορκες δηλώσεις (όπως π.χ. και αιτήσεις δια των οποίων λαμβάνονται μέτρα εκτέλεσης, κλπ.).

Η συνέπεια του να μην συνοδεύονται από «ταυτόχρονες» ένορκες δηλώσεις είναι που αποτέλεσε, ουσιαστικά, το βασικό σημείο διαφοροποίησης της μειοψηφίας. Με την άποψη της μειοψηφίας τείνω να συμφωνώ, όχι λόγω κάποιας περαιτέρω μεταφυσικής εξήγησης, αλλά λόγω ανάγκης προτίμησης της δικονομικής θεραπείας εκεί όπου πραγματικά χωρεί, ήτοι όπου δεν βλάπτονται τα δικονομικά δικαιώματα άλλων. Πέραν του ότι η επαγωγή όρκου στις δικαστικές διαδικασίες (πρέπει να) θεωρείται, πλέον, αναχρονιστική για να δικαιολογεί σήμερα την τραγικότητα της συνέπειας του να μην «ορκιστεί» κάποιος τα γεγονότα την ίδια ημέρα που καταχωρεί την αίτηση και την μεγάλη εξαιρετικότητα της θεραπείας να τα «ορκιστεί» μετά (θεραπευτικές ιδιότητες του επικείμενου όρκου).

Οι συνειρμοί είναι καλό να επαληθεύονται και οι θεωρίες να χτίζονται λαμβανομένης υπόψη και μιας τέτοιας επαλήθευσης. Άραγε θα ήταν ανάλογο ή δυσανάλογο να συνέτρεχαν όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της Δ. 35, κ. 13 (και μια πρόσθετη προϋπόθεση η έφεση να ήταν εκ πρώτης όψεως βάσιμη) και η αίτηση για επαναφορά να θεωρούνταν άκυρη, απλά και μόνο επειδή συνοδεύεται από προγενέστερη ένορκη δήλωση (και δεν συντρέχει εξαιρετικός λόγος, απλά χρονοτρίβησαν, λ.χ., οι διαδικασίες καταχώρησης μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας ή μέχρι η ένορκη δήλωση να σταλεί από άλλη πόλη); Τυχόν συμφωνία ότι θα ήταν δυσανάλογο, μάλλον, επαληθεύει το λανθασμένο της θεώρησης ότι η προγενέστερη ένορκη δήλωση (πρέπει να) προκαλεί ακυρότητα στις αυτόνομες αιτήσεις, μόνο και μόνο επειδή αυτές είναι αυτόνομες. Παράλληλα, διατηρώντας τα περί δικονομικής αυτονομίας στο επίπεδο των ωραίων θεωριών, για ακαδημαϊκή τέρψη.

Από την άλλη, εάν η ένορκη δήλωση πρέπει να είναι «ταυτόχρονη» με την αίτηση, με καταλυτική συνέπεια όταν αυτή είναι προγενέστερη, και εάν πρέπει ν’ αναζητούνται εξαιρετικές περιστάσεις για την επίτρεψη προσκόμισης ένορκης δήλωσης μετά την καταχώρηση της αίτησης, στη βάση της δικονομικής αυτονομίας ορισμένων αιτήσεων, δημιουργείται και μια άλλη ανησυχία: ότι η δικονομική προσέγγιση οδηγεί σε αποχαρακτηρισμό της ένορκης δήλωσης ως μαρτυρίας γεγονότων προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας μιας αίτησης, και στη θεώρησή της ως μέρος του δικονομικού τύπου αυτής της αυτόνομης αίτησης. Έτσι ώστε ν’ αποκλείεται και η μεταγενέστερη καταχώρηση της ένορκης δήλωσης (ή προσκόμιση της μαρτυρίας) πριν από την ακρόαση της αίτησης (ή εντός καθορισμένου χρόνου μετά την καταχώρησή της), γιατί, και πάλι, θα πάσχει ο τύπος της αυτόνομης αίτησης. Είναι αυτός, όμως, ο λόγος ύπαρξης ενόρκων δηλώσεων μέσα στη δικονομία (και δη την σύγχρονη δικονομία); Η δημιουργία πρόσθετων τύπων;

Εν πάση περιπτώσει, επειδή μπαίνουμε – γιατί πρέπει να μπούμε – και σε μια εποχή ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, όπου οι αιτήσεις με ή χωρίς «ένορκες» δηλώσεις θα υποβάλλονται κάποια στιγμή ηλεκτρονικά, όλα αυτά τα ενδιαφέροντα περί όρκων και «ταυτόχρονου» κλπ. αποκτούν άλλες διαστάσεις, τολμώ να πω, κάπως υποδεέστερες ή τεχνικές. Η εφαρμοσμένη δικονομία, σ’ ένα μεγάλο μέρος της, θα είναι, μάλλον, το τι μας αφήνει το σύστημα που θ’ αποτελέσει το σχετικό λογισμικό να πράξουμε· τι να κάνουμε «upload», σε ποια πεδία και μέχρι πότε. Η κακή χρήση της τεχνολογίας, το λάθος «upload», θα αποκλείει άραγε την διάγνωση των ουσιαστικών δικαιωμάτων;

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s