Η πόλωση επιβεβαίωσης: Μια γενική αναφορά

Η πόλωση ή προδιάθεση επιβεβαίωσης (confirmation bias / polarization) είναι η τάση μας να ψάχνουμε, να ερευνούμε, να ερμηνεύουμε, να προτιμούμε ή και ν’ ανακαλούμε πληροφορίες με τρόπο που να επιβεβαιώνει τις δικές μας ήδη εγκαθιδρυμένες πεποιθήσεις ή υποθέσεις, ενώ παράλληλα να δίνουμε δυσανάλογα λιγότερη σημασία σ’ όλες τις άλλες εναλλακτικές πιθανότητες  (Plous, 1993), τις οποίες μάλιστα υποτιμούμε ή μειώνουμε ή για τον αποχαρακτηρισμό ή αποδόμηση ή ολικό «σκαρτάρισμα» των οποίων χρησιμοποιούμε, περιττά, εμπάθεια και επενδύουμε υπερβολικό χρόνο. Είναι ένα επιμέρους είδος γνωστικής προκατάληψης και ένα συστημικό λάθος επαγωγικού συλλογισμού. Ενεργούμε με τέτοια πόλωση επιβεβαίωσης όταν συλλέγουμε ή θυμόμαστε πληροφορίες επιλεκτικά ή όταν τις ερμηνεύουμε με τρόπο ώστε να επιβεβαιώνουμε συγκεκριμένα δεδομένα. Αυτό συμβαίνει ευκολότερα όταν υπάρχει συναισθηματική φόρτιση ή βαθιά πεποίθηση ή δέσμευσή μας για ένα θέμα. Σ’ αυτή την ίδια συμπεριφορά τείνουμε να αποδεχόμαστε και την όποια αμφίβολη μαρτυρία ως υποστηρικτική της υφιστάμενης θέσης μας.

Η «προκατειλημμένη» (με τον πιο πάνω τρόπο – επιβεβαιωτική) έρευνα, ερμηνεία και μνήμη εξηγεί την στάση πόλωσης (η διαφωνία μας να γίνεται πιο έντονη ακόμα και όταν επικαλούμαστε την ίδια ακριβώς μαρτυρία), την επιμονή της πεποίθησης (η οποία να διατηρείται ακόμα κι αν υπάρχει μαρτυρία η οποία δείχνει ότι πρόκειται για λανθασμένη πεποίθηση – π.χ. μπορεί να ερμηνευτεί και αυτή η μαρτυρία, που διαψεύδει την δική μας πεποίθηση, ως «κατασκευασμένη») και την απατηλή συσχέτιση (illusory correlation – όταν εκλαμβάνονται λανθασμένα συνδέσεις μεταξύ γεγονότων ή καταστάσεων βλ. το χαριτωμένο παράδειγμα του Uri Geller και τη «συνωμοσία» του σύμπαντος σε σχέση με τον αριθμό 11: επειδή οι συμπτώσεις γύρω από τον αριθμό 11, έτσι όπως αυτές συγκεντρώθηκαν και ερμηνεύτηκαν, είναι τόσες πολλές, άρα υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των διαφόρων δεδομένων γύρω από το 11, κάτι συμβαίνει συνωμοτικά στο σύμπαν με τον αριθμό 11, το σύμπαν συνωμοτεί, και ο αριθμός 11 έχει άλλο νόημα και κάτι σημαίνει).

Τη δεκαετία του 60’ είχαν γίνει διάφορα πειράματα που έδειξαν ότι οι άνθρωποι τείνουν να επιβεβαιώνουν τις υφιστάμενες αντιλήψεις τους. Μεταγενέστερα  η ερμηνεία των αποτελεσμάτων αυτών ήταν ως μια τάση ελέγχου των ιδεών και υποθέσεων μονόπλευρα, με εστίαση σε μία πιθανότητα αγνοώντας άλλες πιθανότητες (Nickerson, 1998∙ Kunda, 1999).  Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αυτού του είδους η «προκατάληψη» επηρεάζει και τις καταλήξεις μας. Εξηγήσεις μιας τέτοιας συμπεριφοράς μας μπορεί ν’ απορρέουν από συγκεκριμένη επιθυμία μας ή από περιορισμένη δυνατότητά μας να επεξεργαστούμε όλες τις πληροφορίες ή ακόμα γιατί ζυγίζουμε το κόστος του να κάνουμε λάθος, παρά ερευνούμε επιστημονικά και με ουδετερότητα.

Η πόλωση επιβεβαίωσης οδηγεί σε εναπόθεση υπερβολικής εμπιστοσύνης στην προσωπική μας άποψη, η οποία θα διατηρείται ή ακόμα και θα δυναμώνει σε κάθε αντίθετη μαρτυρία που την διαψεύδει, ανεξαρτήτως της δύναμης της μαρτυρίας εκείνης. Αυτή επιδρά στη διαδικασία επεξεργασίας των διαθέσιμων πληροφοριών. Διαφέρει από την περίπτωση όπου συμπεριφερόμαστε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Ορισμένοι ψυχολόγοι ερμηνεύουν στενά τον όρο “confirmation bias”, ώστε αυτός ν’ αναφέρεται στην επιλεκτική συλλογή ή άντληση μαρτυρίας που να υποστηρίζει αυτό που ήδη πιστεύουμε και ν’ απορρίπτει μαρτυρία η οποία οδηγεί σ’ ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Δεν γίνεται έρευνα όλης της σχετικής μαρτυρίας, αλλά διατυπώνονται ερωτήματα με τρόπο ώστε να λαμβάνεται απάντηση επιβεβαιωτική της δικής μας θέσης και θεωρίας (Baron, 2000). Εάν απευθύνουμε σε μια ομάδα ανθρώπων το ερώτημα «είσαι ευτυχισμένος με τη δουλειά σου;» θα λάβουμε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό που θα είχαμε λάβει εάν ρωτούσαμε την ίδια ομάδα ανθρώπων «είσαι δυστυχισμένος με τη δουλειά σου;» (Kunda, Fong, Sanitoso & Reber, 1993). Ακόμα και μια ελαφρά διαφοροποίηση στο ερώτημα μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα. Σ’ ένα κλασικό παράδειγμα που χρησιμοποιήθηκε για περιπτώσεις επιμέλειας ανηλίκων, ο γονέας Α έτυχε περιγραφής ως μέτρια κατάλληλος για την επιμέλεια, με διάφορους τρόπους, ενώ ο γονέας Β έτυχε περιγραφής με θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά (π.χ. στενή σχέση με το παιδί αλλά ανάγκη απουσίας στην εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα). Όταν οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν σε ποιο γονέα θα έπρεπε να δοθεί η επιμέλεια (θετική διατύπωση), η πλειοψηφία αυτών είχαν απαντήσει στον γονέα Β, προφανώς, εστιάζοντας στα θετικά χαρακτηριστικά. Όταν οι ίδιοι ερωτήθηκαν σε ποιο γονέα δεν θα έπρεπε να δοθεί η επιμέλεια (αρνητική διατύπωση), η πλειοψηφία απάντησε, και πάλι, στον γονέα Β, αυτή τη φορά εστιάζοντας στα αρνητικά χαρακτηριστικά. Έτσι, ο γονέας Β ήταν ταυτόχρονα κατάλληλος και ακατάλληλος για την επιμέλεια, κατά τους συμμετέχοντες (Shafir, 1993). Φυσικά, το να διατυπώνονται ερωτήματα προς επαλήθευση, από μόνο του, δεν είναι κάτι το επιλήψιμο, απεναντίας. Είναι σε συνδυασμό με άλλες ενδείξεις που οδηγείται, κανείς, στη διαπίστωση ύπαρξης εγκαθιδρυμένων πεποιθήσεων και προσπάθειας επιβεβαίωσή τους (Oswald & Grosjean, 2004).

Σ’ αυτή την ίδια συμπεριφορά, συνήθως, κοιτάζουμε στις συνέπειες που θα αναμέναμε εάν οι υποθέσεις μας είναι ορθές, παρά στις συνέπειες σε περίπτωση που οι υποθέσεις μας είναι λανθασμένες. Τα προσωπικά μας χαρακτηριστικά δεν είναι άσχετα με τον τρόπο με τον οποίο ερευνούμε τις πληροφορίες, γιατί η ικανότητά μας να υπερασπιζόμαστε τη συμπεριφορά μας στις εξωτερικές επιθέσεις διαφέρει, επομένως μπορεί να καταλήγουμε σε επιλεκτική έκθεση, δηλαδή ν’ αναζητούμε πληροφορίες που συμβαδίζουν με τις προσωπικές μας πεποιθήσεις. Η γενίκευση της μαρτυρίας που είναι αντίθετη με τη δική μας εκδοχή ή αντίθετα η (αχρείαστη – κατά τα λοιπά) υπεραξιολόγησή της ή η αξιολόγησή της σύμφωνα με τις δικές μας πεποιθήσεις και με εκτεταμένη χρήση επαγωγικών συλλογισμών αλλά και με στοιχεία φαντασίας είναι, ενδεχομένως, μια καλή ένδειξη για την ύπαρξη «προκατάληψης». Κι αυτή δεν είναι «κακή» με την έννοια ότι μπορεί να μην εμπεριέχει δόλο, ούτε γίνεται επί σκοπού από όλους τους εμπλεκόμενους, να μην είναι δόλια μεροληψία, αλλά να είναι εντελώς ασυναίσθητη και φυσιολογικά συνυφασμένη με τις αδυναμίες της ανθρώπινης λογικής, που ως τέτοια, τις περισσότερες φορές πέφτει σε λογικά σφάλματα. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να δεχθεί κάποιος ότι έχει συμπεριφερθεί με τον τρόπο αυτό.

Η πόλωση μπορεί να μην εμφανίζεται μόνον ή πάντα στην συλλογή της μαρτυρίας, αλλά και στην ερμηνεία της. Στον πραγματικό κόσμο η μαρτυρία που τελικά συλλέγεται είναι συχνά πολύπλοκη και ανάμεικτη. Διάφορες αντίθετες εκδοχές για κάποιο πρόσωπο να μπορούν να υποστηρίζονται εάν εστιάσουμε στη μια ή στην άλλη πτυχή της συμπεριφοράς του. Έτσι, το θετικό είναι, καταρχάς, ότι, κάθε έρευνα μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιας υπόθεσης, θα επιτύχει. Στο Πανεπιστήμιο Stanford (Lord, Ross & Lepper, 1979) είχαν διενεργήσει σχετικό πείραμα με άτομα τα οποία είχαν σθεναρές αντιλήψεις σε σχέση με τη θανατική ποινή, οι μισοί από αυτούς υπέρ και άλλοι μισοί εναντίον αυτής. Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες είχε αναγνώσει περιλήψεις δύο ερευνών. Έπειτα, ερωτήθηκαν εάν είχαν αλλάξει καθόλου οι πεποιθήσεις τους σε σχέση με τη θανατική ποινή. Τότε προχώρησαν σε μια πιο λεπτομερή μελέτη των δύο ερευνών για να διαπιστώσουν κατά πόσον οι έρευνες ήταν καλές και πειστικές. Στην πραγματικότητα, οι έρευνες ήταν φανταστικές, ωστόσο οι μισοί συμμετέχοντες είχαν δεχθεί την πληροφορία ότι η μια έρευνα υποστηρίζει την αποτρεπτική λειτουργία της θανατικής ποινής, ενώ η άλλη όχι, οι άλλοι μισοί συμμετέχοντες κάποια διαφορετική πληροφορία. Όταν οι συμμετέχοντες διάβασαν τις περιλήψεις έτειναν να διαφοροποιήσουν τις πεποιθήσεις τους, δείχνοντας πίστη σε μία έρευνα. Όταν, ωστόσο, διάβασαν πιο λεπτομερώς τις δύο έρευνες, σχεδόν επέστρεψαν στις αρχικές προσωπικές τους πεποιθήσεις, ανεξαρτήτως της μαρτυρίας που προβάλλονταν σε κάθε έρευνα, και βασικά αντλώντας από τις (φανταστικές) έρευνες, επιλεκτικά, εκείνα τα υποστηρικτικά στοιχεία της δικής τους άποψης και διαφωνώντας με οτιδήποτε ήταν αντίθετο, απορρίπτοντας το. Την έρευνα που υποστήριζε την δική τους άποψη την ανέδειξαν ως υπέρτερη με ποικίλους τρόπους. Η κατάληξη των ερευνητών ήταν ότι αναζητούμε υψηλότερα επίπεδα απόδειξης για τις υποθέσεις οι οποίες αντιτίθενται στις δικές μας τρέχουσες πεποιθήσεις, ήτοι το λεγόμενο «disconfirmation bias» (πόλωση διάψευσης), το οποίο αναδείχθηκε και με μεταγενέστερες έρευνες (Taber & Lodge, 2006).

Χαρακτηριστικό με την ερμηνευτική πτυχή ήταν και το πείραμα που διενεργήθηκε το 2004 σε σχέση με τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ και γνωστούς πολιτικούς οπαδούς. Είχαν παρουσιαστεί στους συμμετέχοντες ζεύγη εντελώς αντιφατικών δηλώσεων, είτε από τον Μπους είτε από τον Κέρρυ είτε από άλλη ουδέτερη πολιτική φυσιογνωμία, μαζί με στοιχεία, τα οποία υποστήριζαν την αντιφατικότητά τους και ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να εξετάσουν κατά πόσον οι δηλώσεις ήταν αντιφατικές ή όχι. Οι εκτιμήσεις σε μεγάλο βαθμό διαφορετικές και η τάση υποστήριξης της αντιφατικότητας των δηλώσεων του πολιτικού αντίπαλου αναμενόμενα μεγαλύτερη. Ενόσω οι συμμετέχοντες λάμβαναν τις αποφάσεις τους παρακολουθούνταν η εγκεφαλική λειτουργία. Κατά την αξιολόγηση των αντιφατικών δηλώσεων των πολιτικών φίλων ενεργοποιήθηκαν τα συναισθηματικά κέντρα του εγκεφάλου, λειτουργία η οποία δεν είχε συμβεί κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων των άλλων. Η διαφορετικότητα στις απαντήσεις δεν οφείλονταν σε λάθος παθητικής αιτιολόγησης, αλλά σε γνωστική ασυμφωνία, που δημιούργησε η ανάγνωση παράλογων ή υποκριτικών συμπεριφορών για τους πολιτικούς φίλους. Οι προκατειλημμένες ερμηνείες δεν σχετίζονται με το επίπεδο νοημοσύνης (Stanovich,  West & Toplak,  2013) ή ευφυίας ή με το πόσο «ανοιχτόμυαλος» είναι ο καθένας μας, ούτε περιορίζονται σε συναισθηματικά σημαντικά ζητήματα. Σε ένα άλλο πείραμα οι συμμετέχοντες έπρεπε, από την μαρτυρία που είχαν διαθέσιμη, βάσει μιας ιστορίας κλοπής, να αξιολογήσουν την αποδεικτική σημασία των δεδομένων που ήταν είτε υπέρ είτε κατά του φερόμενου ως δράστη. Όταν βασίστηκαν σε υπόθεση ενοχής τους υπόπτου, η μαρτυρία ενοχής αξιολογήθηκε ως πιο σημαντική από κάθε άλλη αντίθετη μαρτυρία.

Ακόμα κι αν συλλέγουμε και ερμηνεύουμε την μαρτυρία με ουδετερότητα μπορεί να την ανακαλούμε στη μνήμη επιλεκτικά, για να ενισχύσουμε συγκεκριμένη επιχειρηματολογία (Hastie & Park, 2005). Η σχηματική θεωρία υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες οι οποίες συμφωνούν με τις επιθυμίες μας μπορούν ν’ αποθηκευτούν και ν’ ανακληθούν πιο εύκολα από άλλες. Άλλη θεωρία είναι ότι οι πληροφορίες οι οποίες μας εκπλήσσουν διαρκούν περισσότερο στη μνήμη και ανακαλούνται ευκολότερα (Stangor & McMillan, 1992). Οι αλλαγές στα συναισθήματα είναι δυνατόν να επηρεάζουν τη μνήμη (Levine, Prohaska, Burgess, Rice & Laulhere, 2001∙ Safer,  Bonanno & Field, 2001).

Κάποιος ο οποίος έχει βρεθεί αντιμέτωπος με το φαινόμενο της πόλωσης επιβεβαίωσης, μέχρι και το δεύτερο στάδιο διερεύνησης της υπόθεσής του και βλέπει ότι αυτό δεν είναι μεμονωμένο, θα πρέπει να καταλάβει ότι βρίσκεται, δυστυχώς, μέσα σε μια νοσηρή κατάσταση. Επειδή οι πιθανότητες ανατροπής της μειώνονται ουσιωδώς, όταν αυτές κινούνται μέσα στο ίδιο χωροχρονικό πλαίσιο (μέσα στον ίδιο θάλαμο αντήχησης) και είναι απόλυτα σχετικές ή και συνδεδεμένες με τις προηγούμενες, θα πρέπει, ίσως, να βρίσκει τον αξιοπρεπή τρόπο, ο ίδιος, ν’ απομακρύνεται και να διασώζει την εκδοχή του, και από ένα άλλο (ανεξάρτητο) σημείο αναφοράς (ένα άλλο θάλαμο) ή μια διαφορετική αφετηρία, να δείχνει έμπρακτα τον δικό του σωστό και υγιή δρόμο. Η προσπάθειά του να μείνει εκεί, με την ελπίδα ότι θ’ ανατρέψει την κατάσταση, δηλαδή ότι θα πείσει τον φορέα της προκατάληψης για την δική του αλήθεια ή ορθή εκδοχή, ακόμα και με την προσκόμιση μαρτυρίας «από τον ίδιο τον Θεό» γι’ αυτήν, θα ήταν, ίσως, μάταιη. Ο φορέας της προκατάληψης θα εξακολουθήσει να βλέπει ότι «στραβός είν’ ο γιαλός». Κι αυτή η προσπάθεια, πέραν του ότι θα εξαντλήσει το ίδιο το θύμα του φαινομένου, θα εξακολουθήσει να εξυπηρετεί αλλά και να τρέφει και να δυναμώνει αυτό το ίδιο φαινόμενο, το οποίο είναι τόσο δυνατό, που μπορεί να καταλύσει τον ίδιο τον θεσμό της δημοκρατίας. Εάν τέτοια προσπάθεια προαπαιτείται για κάτι άλλο, ας γίνει, τουλάχιστον, με τη μέγιστη ψυχική οικονομία.

aaeaaqaaaaaaaakkaaaajgrlywe4odbllwu3mgetngzmmi05mjfkltk5mmqxytmwyzm3nw

Παρεμπιπτόντως, έξω από την εξήγηση που απορρέει από την προσέγγιση στη βάση της πόλωσης επιβεβαίωσης, ενδιαφέρον και ευρύ project (μεταξύ άλλων) είναι και αυτό που συσχετίζει άμεσα το συνωμοτείν  (ή την πίστη σε θεωρίες συνωμοσίας) με τη δημοκρατική αντίληψη και τη δημοκρατία γενικά, όπως παρακολουθείται από το University of Cambridge. Μου φαίνεται πώς είχαμε ένα πρόσφατο παράδειγμα και στην Κύπρο, προσιτό για επιστημονική μελέτη.


Hastie, Ρ. & Park, B. (2005). The Relationship Between Memory and Judgment Depends on Whether the Judgment Task is Memory-Based or On-Line. Στο: Hamilton, David L. (Εκδ.) Social cognition: key readings (σελ. 394). New York: Psychology Press.

Gadenne, V. & Oswald, M. (1986). Entstehung und Veränderung von Bestätigungstendenzen beim Testen von Hypothesen [Formation and alteration of confirmatory tendencies during the testing of hypotheses]. Zeitschrift für experimentelle und angewandte Psychologie, 33, 360–74.

Kunda, Z. (1999). Social Cognition: Making Sense of People. Cambridge  MA, USA: MIT Press.

Kunda, Z., Fong, G. T., Sanitoso, R. & Reber, E. (1993). Directional questions direct self-conceptions. Journal of Experimental Social Psychology, 29, 62–63.

Levine, L., Prohaska, V., Burgess, S.L., Rice, J.A. & Laulhere, T.M. (2001). Remembering past emotions: The role of current appraisals. Cognition and Emotion, 15, 393–417.

Lord, C. G., Ross, L. & Lepper, M. R. (1979). Biased assimilation and attitude polarization: The effects of prior theories on subsequently considered evidence. Journal of Personality and Social Psychology, American Psychological Association, 37, 2098–209.

Nickerson, R. S. (1998). Confirmation Bias; A Ubiquitous Phenomenon in Many Guises. Review of General Psychology. Educational Publishing Foundation, 2, 175–220.

Oswald, M. E. & Grosjean, S. (2004). Confirmation Bias. Στο: Pohl, Rüdiger F. (Εκδ.) Cognitive Illusions: A Handbook on Fallacies and Biases in Thinking, Judgement and Memory (σελ. 79–96). Hove, UK: Psychology Press.

Plous, S. (1993). The Psychology of Judgment and Decision Making. New York: McGraw-Hill Education.

Safer, M.A., Bonanno, G.A. & Field, N. (2001). «It was never that bad»: Biased recall of grief and long-term adjustment to the death of a spouse. Memory. 9, 195–203.

Shafir, E. (1993).   Choosing versus rejecting: why some options are both better and worse than others. Memory and Cognition, 21, 546–56.

Stangor, C. & McMillan, D. (1992). Memory for expectancy-congruent and expectancy-incongruent information: A review of the social and social developmental literatures. Psychological Bulletin, American Psychological Association, 111, 42–61.

Stanovich, K. E., West, R. F. & Toplak, M. E. (2013). Myside Bias, Rational Thinking, and Intelligence. Current Directions in Psychological Science. 22, 259–64.

Taber, C. S. & Lodge, M. (2006). Motivated Skepticism in the Evaluation of Political Beliefs. American Journal of Political Science, Midwest Political Science Association, 50, 755–69.

Westen, D., Blagov, P. S., Harenski, K., Kilts, C. & Hamann, S. (2006). Neural Bases of Motivated Reasoning: An fMRI Study of Emotional Constraints on Partisan Political Judgment in the 2004 U.S. Presidential Election. Journal of Cognitive Neuroscience, Massachusetts Institute of Technology, 18, 1947–58.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.