Το επάγγελμα του Ψυχολόγου στην Κύπρο και το δικαίωμα στην επαγγελματική ελευθερία

6b01c80ab11c99d643ca762a258f394d

Εισαγωγή

Το να ρυθμιστεί νομοθετικά ένα επάγγελμα ασφαλώς και δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικότερα ως προς τη ρύθμιση των προϋποθέσεων εισαγωγής σ’ αυτό και άσκησής του, χωρίς να παραβιάζεται ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαγγελματική ή οικονομική ελευθερία.

Υπάρχουν δύο νόμοι, οι οποίοι ρυθμίζουν δύο διαφορετικά επαγγέλματα, με εντελώς αντίθετη νομοθετική νοοτροπία ο ένας από τον άλλο. Πρόκειται για τον περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμο, Ν. 68(Ι)/1995, ως τροποποιήθηκε, ο οποίος προβλέπει, ενδεχομένως, δυσανάλογους περιορισμούς στην επαγγελματική ελευθερία, και ο περί Δικηγόρων Νόμος, Κεφ. 2, ο οποίος, στο άλλο άκρο, προσδίδει άπλετη ελευθερία στο δικηγορικό επάγγελμα, ώστε σχεδόν όποιος θέλει να μπορεί να γίνει δικηγόρος. Και τα δύο επαγγέλματα έχουν ιδιαίτερα μεγάλη κοινωνική σημασία. Το επάγγελμα του ψυχολόγου, το οποίο σχετίζεται με την διασφάλιση των υπηρεσιών που έχουν να κάνουν με τη ψυχική υγεία και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων και το επάγγελμα του δικηγόρου, το οποίο σχετίζεται με την διασφάλιση και την ποιότητα της απονομής της δικαιοσύνης, κατ’ επέκταση με την ποιότητα ζωής των ανθρώπων και την κοινωνική ειρήνη.

Αυτή η αναφορά περιορίζεται στον περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμο, Ν. 68(Ι)/1995, επιφυλάσσοντας την αναφορά στον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2 για κάποια άλλη χρονική στιγμή.

Ο περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμος, Ν. 68(Ι)/1995, δέχθηκε συνολικά 5 τροποποιήσεις, μέχρι και το 2014, ωστόσο εξακολουθεί να είναι νομικά «ατημέλητος», πέραν του ότι δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής δευτερογενής νομοθεσία για να εξειδικεύει και να διευκολύνει την εφαρμογή του. Παρόλο που ο σκοπός του είναι να ρυθμίσει το επάγγελμα των ψυχολόγων στην Κύπρο (άρθρο 3), δεν φαίνεται να πετυχαίνει καλά τον σκοπό αυτό, εάν λάβει, κανείς, υπόψη (ένας τρίτος παρατηρητής) και το ότι έχουν συσταθεί μέχρι στιγμής, στην μικρή Κύπρο, συνολικά τρεις σύλλογοι ψυχολόγων, αλλά και την κατά καιρούς ανταλλαγή αιχμών μεταξύ τους, σε δημόσιο επίπεδο.

Εννοιολογικά

Στην ερμηνευτική διάταξη του Νόμου (άρθρο 2) δίνεται, μεταξύ άλλων, ο ορισμός του «εγγεγραμμένου ψυχολόγου», ενώ έχει διαγραφεί ο αντίστοιχος ορισμός του «εγγεγραμμένου επαγγελματία ψυχολόγου», όπως και άλλες έννοιες που αναφέρονται στο «επάγγελμα» και τον «επαγγελματία». Παρά τη διαγραφή του ορισμού αυτού από την ερμηνευτική διάταξη, ο ίδιος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στις πρόνοιες του Νόμου, ως εάν να υπήρχε (προφανώς σε μια προσπάθεια χειρισμού κάποιας μεταβατικής περιόδου).

Εν πάση περιπτώσει, σ’ αυτό τον ορισμό του «εγγεγραμμένου ψυχολόγου» εμπίπτει κάθε ψυχολόγος ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων και ασκεί αυτόνομα και ανεξάρτητα καθήκοντα ψυχολογίας και εγκεκριμένης ειδικότητας εφαρμοσμένης ψυχολογίας. Το «πλαίσιο καθηκόντων εγγεγραμμένων ψυχολόγων» είναι τα αποκλειστικά καθήκοντα που καθορίζονται για κάθε εγκεκριμένη ειδικότητα εφαρμοσμένης ψυχολογίας. Οι «εγκεκριμένες ειδικότητες εφαρμοσμένης ψυχολογίας» είναι (μόνον) οι πέντε ειδικότητες εφαρμοσμένης ψυχολογίας που κατονομάζονται ως κλινική ψυχολογία, συμβουλευτική ψυχολογία, σχολική / εκπαιδευτική ψυχολογία, δικαστική / δικανική ψυχολογία και οργανωτική / βιομηχανική ψυχολογία ή ψυχολογία εργασίας, οι οποίες προσδιορίζονται ως τέτοιες από σχετική διατύπωση που αναγράφεται στα διπλώματα ή προκύπτουν από την αναλυτική βαθμολογία των μεταπτυχιακών τους σπουδών. Η «εφαρμοσμένη ψυχολογία» ορίζεται ως η επιστήμη μέσω της οποίας ασκούνται αυτόνομα και ανεξάρτητα, αποκλειστικά από εγγεγραμμένους ψυχολόγους, επαγγελματικά καθήκοντα που σχετίζονται με τη μελέτη, διάγνωση και θεραπεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, της προσωπικότητας και των ψυχικών λειτουργιών, με απώτερο σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας ζωής ατόμων, ομάδων και συστημάτων.

Εκτός από το Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων, η εγγραφή στο οποίο απαιτείται για να εμπίπτει κάποιος στην έννοια του «εγγεγραμμένου ψυχολόγου», υπάρχει και το «Μητρώο Πτυχιούχων Ψυχολόγων». Τα δύο μητρώα μαζί καλούνται «Μητρώα Ψυχολόγων». Δηλαδή, παρόλο που ο σκοπός του Νόμου είναι να ρυθμίσει το συγκεκριμένο επάγγελμα, επεκτείνεται και στους πτυχιούχους ψυχολόγους. Έπειτα, ο Νόμος, αντί ν’ αναφέρεται στην επαγγελματική δραστηριότητα, αναφέρεται σε «καθήκοντα». Σε «καθήκοντα» των εγγεγραμμένων ψυχολόγων και σε «καθήκοντα» των πτυχιούχων ψυχολόγων. Οι «πτυχιούχοι ψυχολόγοι» θεωρούνται ότι αυτοί είναι οι ψυχολόγοι που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Πτυχιούχων Ψυχολόγων και ασκούν καθήκοντα που προκύπτουν από το πλαίσιο καθηκόντων πτυχιούχων ψυχολόγων. Το «πλαίσιο καθηκόντων πτυχιούχων ψυχολόγων» είναι τα καθήκοντα σε τομείς που έχει λάβει εκπαίδευση πτυχιούχος ψυχολόγος στα πλαίσια απόκτησης του πτυχίου του και τα οποία περιορίζονται στη διδασκαλία θεμάτων ψυχολογίας, στην έρευνα σε τομείς ψυχολογίας, στη συνέντευξη με αποκλειστικό σκοπό την παραπομπή σε εγγεγραμμένο ψυχολόγο και την πιθανή άσκηση άλλων καθηκόντων που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο καθηκόντων που αποδίδονται σε εγγεγραμμένο ψυχολόγο και τα οποία δεν μπορούν ν’ ασκηθούν στα πλαίσια αυτόνομης και ανεξάρτητης εργοδότησης.

Κλειστές ειδικότητες

Η ύπαρξη συγκεκριμένων ειδικοτήτων που σχετίζονται με το δικαίωμα εγγραφής των ψυχολόγων και άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας έχει την ταυτόχρονη έννοια ότι όποιος κάτοχος βασικού πτυχίου ψυχολογίας δεν ειδικευτεί καθόλου ή ειδικευτεί σε κάποια άλλη κατεύθυνση ψυχολογίας, δεν θα μπορεί να εγγραφεί στο Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων. Εάν ειδικευτεί σε κάποια άλλη ειδικότητα θα πρέπει να ενταχθεί με το ζόρι σε μία από τις προβλεπόμενες πέντε ειδικότητες, άρα να βαπτιστεί κάτι άλλο από αυτό το οποίο σπούδασε. Η συνέπεια γίνεται αντιληπτή ως τραγική, εάν προβεί, κανείς, στον παραλληλισμό με το ιατρικό επάγγελμα και φανταστεί το αντίστοιχο σενάριο ένας ρευματολόγος ν’ αναγκάζεται να εγγράφεται ως γαστρεντερολόγος, γιατί δεν υπάρχει διαθέσιμος κατάλογος στη δική του ειδικότητα, και ν’ ασκεί τελικά και κατ’ επάγγελμα μια εντελώς διαφορετική ειδικότητα, που μπορεί και να μην γνωρίζει ή να μην θέλει.

Ποινικοποίηση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, έρευνας και διδασκαλίας από μη εγγεγραμμένους πτυχιούχους ψυχολόγους 

Μια επόμενη νομική ανησυχία είναι ότι, εάν η διδασκαλία και η έρευνα θεωρούνται «καθήκοντα» των εγγεγραμμένων πτυχιούχων ψυχολόγων, κάποιος που κάνει ακαδημαϊκή ή άλλη έρευνα σε τομέα που διαλαμβάνει και την ψυχολογία, χωρίς να είναι εγγεγραμμένος πτυχιούχος ψυχολόγος, γιατί ασκεί ένα άλλο επάγγελμα (π.χ. δικηγόρος), στη βάση συγκεκριμένης διεπιστημονικής ειδίκευσης (π.χ. δικαστική ψυχολογία), μπορεί να βρεθεί ξαφνικά και αντιμέτωπος με αυτό τον νόμο. Εάν διδάσκει το αντικείμενό του, επίσης. Θα μπορούσε να διερωτηθεί, κανείς, κατά πόσον ένας νόμος, ο οποίος, βασικά, απαγορεύει τη διδασκαλία και την έρευνα σε ζητήματα ψυχολογίας, με το να τα επιτρέπει μόνο από συγκεκριμένα άτομα, βαίνει εκτός του σκοπού του, και περιορίζει, ενδεχομένως δυσανάλογα, άλλου είδους δικαιώματα και ελευθερίες πλην της επαγγελματικής ελευθερίας, όπως την εκπαιδευτική ελευθερία ή την ελευθερία έκφρασης ή την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου.

Σε συνάρτηση με την προηγούμενη παρατήρηση, νομικά προκλητικό συνεχίζει να είναι και το άρθρο 11, το οποίο προβλέπει την άσκηση του επαγγέλματος, πλέον, σε πραγματικό χρόνο, και περιλαμβάνει μέσα στις ρυθμιστικές του πρόνοιες, και τους πτυχιούχους ψυχολόγους. Προνοεί ότι ουδείς δύναται ν’ ασκεί το «επάγγελμα του πτυχιούχου ψυχολόγου», εκλαμβάνοντας, μάλλον, ότι το να έχει κάποιος πτυχίο ψυχολόγου, δηλαδή ακαδημαϊκή πιστοποίηση απόκτησης συγκεκριμένης γνώσης, είναι από μόνο του «επάγγελμα». Απαγορεύεται, λοιπόν, με βάση αυτό τον νόμο, να προβάλλει κάποιος τον εαυτό του ως πτυχιούχο ψυχολόγο, εκτός εάν είναι πτυχιούχος ψυχολόγος κατά την έννοια του συγκεκριμένου νόμου και δεν του επιβλήθηκε «ποινή αναστολής της άσκησης του επαγγέλματος του πτυχιούχου ψυχολόγου».

Δεν συνάδει, κατά τη γνώμη μου, σε μια σύγχρονη δημοκρατία κάποιος, ο οποίος προβαίνει στη λήψη ή λέει ότι κατέχει πτυχίο ψυχολογίας (που όντως κατέχει), αλλά δεν είναι εγγεγραμμένος σε κάποιο μητρώο, γιατί δεν θέλει ν’ ασκήσει το επάγγελμα του ψυχολόγου, και ερευνά ή διδάσκει σε ακαδημαϊκό επίπεδο θέματα της ειδίκευσής του, να κινδυνεύει να διαπράξει ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Προβλέπει, το άρθρο 12, ότι όποιος (η έμφαση δική μου):

(α) Με ψευδείς ή δόλιες παραστάσεις πρoκαλεί ή απoπειράται vα πρoκαλέσει τηv εγγραφή τoυ ίδιoυ ή oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ στα Μητρώα Ψυχολόγων,

(β) λαμβάvει ή χρησιμoπoιεί τov τίτλo «ψυχολόγος», ενώ τo όνoμα τoυ δεν είναι εγγεγραμμέvo στα Μητρώα Ψυχολόγων,

(γ) λαμβάνει ή χρησιμoπoιεί oπoιoδήπoτε όνoμα, τίτλo ή περιγραφή με τo oπoίo μπoρεί να συvαχθεί ψευδώς ότι είναι ψυχoλόγoς,

(δ) παραβαίνει ή παραλείπει να συμμoρφωθεί πρoς oπoιαδήπoτε διάταξη τoυ παρόντoς Νόμoυ,

(ε) ασκεί τo επάγγελμα τoυ ψυχoλόγoυ ή πρoβάλλει τoν εαυτό τoυ ως ψυχoλόγo ή ενεργεί με oπoιoδήπoτε τρόπo ως ψυχoλόγoς, ενώ τo όνoμα τoυ δεν είναι εγγεγραμμέvo στα Μητρώα Ψυχολόγων,

είναι ένoχoς πoινικoύ αδικήματoς και υπόκειται σε φυλάκιση πoυ δεν υπερβαίνει τoυς τρεις μήνες ή σε χρηματική πoινή πoυ δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα λίρες, ή και στις δύo αυτές πoινές.

Το Συμβούλιο – Μέλη δύο κατηγοριών και αναγκαστική συνδικαλιστική δράση

Τα σοβαρά προβλήματα του Νόμου, όμως, δεν είναι ότι διάφορα άτομα από άλλους επαγγελματικούς κλάδους (νομικοί, καθηγητές, οικονομολόγοι κλπ), με διεπιστημονικές ειδικεύσεις που εμπλέκουν και τη ψυχολογία, μπορούν να νιώθουν περιορισμούς (οι οποίοι ξεπερνιούνται με βάση και την τελολογική ερμηνεία του Νόμου και το πεδίο εφαρμογής του, που αναφέρεται στο «επάγγελμα» του ψυχολόγου, και με άλλους τρόπους). Αυτά που ενδεχομένως προκαλούν τις διάφορες αντιδράσεις διαφόρων πτυχιούχων βασικών πτυχίων ψυχολογίας ή και μεταπτυχιακών (ή και διδακτορικών), οι οποίοι έλαβαν τα πτυχία τους με σκοπό ν’ ασκήσουν το επάγγελμα του ψυχολόγου στην Κύπρο, είναι ως προς τις απαιτήσεις και διαδικασίες εγγραφής τους στο Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων, για να δυνηθούν ν’ ασκήσουν το επάγγελμα το οποίο σπούδασαν, και που ξαφνικά διαπίστωσαν ότι δεν μπορούν να το ασκήσουν, όπως θα συζητηθεί στην πορεία. Απαραίτητο είναι, όμως, να θεωρηθεί πρώτα η ύπαρξη και αρμοδιότητα του σώματος εκείνου που προβλέπει ο νόμος ως αρμόδιο για την εγγραφή των ψυχολόγων στα μητρώα.

Με βάση το άρθρο 4 του Νόμου ιδρύθηκε το Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων («το Συμβούλιο»), τα μέλη του οποίου διορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο, ως εξής:

(α) Τρεις εγγεγραμμέvοι επαγγελματίες ψυχoλόγοι, oι oπoίoι κατέχoυv θέση στη δημόσια υπηρεσία της Δημoκρατίας, και

(β) τέσσερις εγγεγραμμένοι ψυχολόγοι οι οποίοι υποδεικνύονται στο Υπουργικό Συμβούλιο, εφόσον εκλεγούν για το σκοπό αυτό, από τα συλλογικά όργανα των εγγεγραμμένων συλλόγων ψυχολογίας, και εφόσον οι σύλλογοι αυτοί έχουν μέλη τους τουλάχιστον το δεκατρία τοις εκατό (13%) του συνολικού αριθμού όσων κατέχουν άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος και/ή πιστοποιητικό εγγραφής στο Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων, το οποίο βρίσκεται σε ισχύ κατά την περίοδο εκλογής του νέου Συμβουλίου·

Διατηρείται ο όρος «εγγεγραμμένος επαγγελματίας ψυχολόγος» σε αντιδιαστολή του όρου «εγγεγραμμένος ψυχολόγος» και δημιουργούνται ψυχολόγοι δύο κατηγοριών. Οι του δημόσιου τομέα, χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση και οι του ιδιωτικού τομέα, υπό διάφορες προϋποθέσεις. Έπειτα, για να διεκδικήσει ένας ιδιώτης ψυχολόγος θέση στο Συμβούλιο, θα πρέπει να είναι μέλος μιας εκ των υφιστάμενων ενώσεων ψυχολόγων, να έχει, δηλαδή, συνδικαλιστική δράση, να συνεταιρίζεται αναγκαστικά με συγκεκριμένα σωματεία. Αυτή η αναγκαιότητα ενδεχομένως να διεγείρει πτυχές του δικαιώματος του ελευθέρως συνεταιρίζεσθαι, με την αρνητική του πτυχή.

Τα προβλήματα ή απλά ερωτηματικά όσον αφορά τη σύνθεση του Συμβουλίου, όπως αυτή προβλέπεται νομοθετικά, προκαλούν ή μπορούν να προκαλέσουν αντίστοιχα προβλήματα ή ερωτηματικά και όσον αφορά τη λειτουργία του, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 5. Ενώ έχουν δημιουργηθεί δύο κατηγορίες μελών του Συμβουλίου, οι του δημοσίου τομέα (3 μέλη) και οι του ιδιωτικού τομέα (4 μέλη), με την πλειοψηφία αυτών να ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα, η απαρτία αρκείται με 4 μέλη, δημιουργώντας το ερώτημα, εάν ο νόμος θα μπορούσε να αρκεστεί μόνο στην παρουσία των ιδιωτών για ν’ αναγνωρίσει απαρτία, και εάν ναι, ποιος ο λόγος διασφάλισης της συμμετοχής του δημόσιου τομέα. Έπειτα, είναι (περαιτέρω) χαρακτηριστική μεταχείριση ανισότητας το ότι, ενώ όλα τα μέλη του Συμβουλίου διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο (οι δε ιδιώτες κατόπιν υποδείξεων), δεν παύονται πάντα με τον ίδιο τρόπο, από το ίδιο το διορίζον όργανο. Οι ιδιώτες (μόνον) μπορούν να παραιτηθούν οποτεδήποτε θέλουν, με μια απλή επιστολή τους, την οποία απευθύνουν ανάλογα στον Πρόεδρο του Συμβουλίου (την οποία αυτός διαβιβάζει προς το Υπουργικό Συμβούλιο) ή, εάν πρόκειται για ιδιώτη Πρόεδρο, στον Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου. Και αυτή η παραίτησή τους έχει ισχύ ανεξαρτήτως από την πράξη του διορίζοντος οργάνου, εφόσον πληρούνται οι νομοθετικές προϋποθέσεις της οικειοθελούς παραίτησης. Αυτά την ίδια στιγμή που η χηρεία θέσης δεν εμποδίζει τη λειτουργία του Συμβουλίου.

Ο νόμος προβλέπει τον Έφορο, ο οποίος τηρεί τα μητρώα και παραλαμβάνει, εκ μέρους του Συμβουλίου, τις αιτήσεις εγγραφής στα μητρώα.

Τα προσόντα εγγραφής στο Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων – Φωτογραφικές πρόνοιες για συγκεκριμένα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών

Όσον αφορά τα προσόντα εγγραφής στα μητρώα, αυτά προβλέπονται στο άρθρο 8. Ενδιαφέρον υπάρχει ως προς τα ακαδημαϊκά προσόντα. Για το Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων θα πρέπει ο υποψήφιος να έχει:

(α) Πτυχίο με βασικό θέμα τη ψυχολογία από αναγνωρισμένη σχολή ανώτατης εκπαίδευσης, και

(β) Μεταπτυχιακό σε εγκεκριμένη ειδικότητα εφαρμοσμένης ψυχολογίας (δηλαδή σε μία από τις προαναφερόμενες 5 ειδικότητες) που ν’ αποκτήθηκε (i) μετά από σπουδές χρονικής διάρκειας τουλάχιστον 2 ετών σε αναγνωρισμένη σχολή ανώτατης εκπαίδευσης και (ii) μετά από πρακτική άσκηση 1000 ωρών, εκ των οποίων το ½ να είναι αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος σπουδών.

Έπειτα, προβλέπονται κάποιες εναλλακτικές λύσεις, σε σχέση με υποψηφίους Γαλλικών Πανεπιστημίων και κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων μόνο (χωρίς βασικό πτυχίο ψυχολογίας) χρονικής διάρκειας 5 ετών με τις ίδιες ώρες πρακτικής άσκησης.

Δεν θα σχολιαστεί η επίδραση του νόμου μετά τη θέσπισή του στους υφιστάμενους επαγγελματίες και η νομιμότητα της αναδρομής του και της ρύθμισης της μεταβατικότητάς του.

Αυτό που φαίνεται να ενοχλεί μεγάλο αριθμό (υποψήφιων) ψυχολόγων είναι, πέραν του περιορισμένου πεδίου των εγκεκριμένων ειδικεύσεων, η χρονική διάρκεια του προβλεπόμενου μεταπτυχιακού σε 2 έτη, με συγκεκριμένο αριθμό ωρών πρακτικής άσκησης, που, επίσης, φωτογραφίζει συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών, αποκλείοντας άλλα. Εν ολίγοις, τα μεταπτυχιακά της Αγγλίας, όπου συνηθίζουν να φοιτούν αρκετοί Κύπριοι, τα οποία είναι κυρίως μονοετή, δεν επιτρέπουν σε κάποιο ψυχολόγο ν’ ασκήσει το επάγγελμα το οποίο σπούδασε. Όντως, η χρονική διάρκεια ενός πτυχίου φαίνεται να μην είναι εύλογος περιορισμός, πέραν του ότι μπορεί να είναι και συγκυριακή ή να εναπόκειται στον φορέα που παρέχει την συγκεκριμένη εκπαίδευση, που δεν σημαίνει ότι εάν την παρέχει σε δύο έτη κάνει καλύτερη δουλειά ή ότι παρέχει περισσότερη γνώση. Έπειτα, στους (υποψήφιους) ψυχολόγους φαίνεται, μάλλον, μεγάλος ο αριθμός των ωρών πρακτικής άσκησης, κάτι το οποίο, βέβαια, ως γεγονός, δεν μπορεί ν’ αξιολογηθεί νομικά, πέραν του ότι, εάν, όντως, είναι περιορισμός μη επιτεύξιμος ή οποίος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών, τότε εκεί αρχίζει πάλι ο νομικός προβληματισμός.

Η επαγγελματική ελευθερία

Δεν είναι δυνατό ν’ αναλυθεί ένα τόσο πολυσήμαντο και πολυεπίπεδο δικαίωμα, όπως το δικαίωμα της επαγγελματικής ελευθερίας, σε μερικές εκ του προχείρου αράδες. Σε πολύ γενικές γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 25 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την επαγγελματική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα, καθένας έχει το δικαίωμα ν’ ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος τούτου μπορεί να υπαχθεί σε όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος, που ν’ αναφέρονται αποκλειστικά στα συνήθως απαιτούμενα για την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος προσόντα ή σε άλλους όρους, οι οποίοι να είναι απαραίτητοι για το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημοσίας ασφάλειας ή της δημοσίας τάξης ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται το Σύνταγμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή προς το δημόσιον συμφέρον, κλπ. Η επαγγελματική ελευθερία αλλά και το δικαίωμα εργασίας κατοχυρώνονται και σε ενωσιακό δίκαιο.

Η επαγγελματική ελευθερία θεωρείται επιμέρους έκφραση της οικονομικής ελευθερίας (έχοντας κατά βάση έναν οικονομικό προορισμό που την διακρίνει από τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες), όπως και η συμβατική ελευθερία του αμέσως επόμενου άρθρου 26 Σ. Αποτελεί, περαιτέρω, αναγκαίο στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, στον βαθμό που συγχέεται με την προσωπικότητα κατά τρόπο σχεδόν αναγκαστικό (θεωρία που συναντάται συχνότερα στην Ελλάδα, λόγω της μη άμεσης συνταγματικής κατοχύρωσης στην Ελλαδική έννομο τάξη, παρά δια του άρθρου 5 § 1 του Ελλαδικού Συντάγματος, αλλά που θα μπορούσε να υποστηριχθεί και ευρύτερα).

Η επαγγελματική ελευθερία περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής (πρόσβασης) και την ελευθερία άσκησης (και αλλαγής) επαγγέλματος (ανεξάρτητης ή εξηρτημένης εργασίας), καταρχάς μακριά από κρατικές παρεμβάσεις, καθώς και την ελευθερία στην επαγγελματική επιμόρφωση. Η θετική όψη της εκφράζει την ελευθερία επιλογής του είδους του επαγγέλματος, του τόπου και του χρόνου άσκησής του και η αρνητική όψη της εκφράζει την απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας. Έπειτα, η έννοια περιλαμβάνει και το δικαίωμα μη άσκησης εργασίας, αφού η εργασία είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση. Κάποιος πτυχιούχος ψυχολόγος μπορεί να μην θέλει να εργαστεί, χωρίς να σημαίνει ότι μπορεί, οποιοσδήποτε, να παρέμβει στην προσωπικότητά του και να του αφαιρέσει αυτή του την ιδιότητα.

Η επαγγελματική ελευθερία δεν είναι απεριόριστη, ωστόσο οι περιορισμοί της δεν θα πρέπει ν’ ανάγονται σε κανόνα. Οι περιορισμοί της επαγγελματικής ελευθερίας (κατά τη γερμανική «θεωρία των βαθμίδων») μπορεί ν’ αφορούν στην άσκηση του επαγγέλματος (π.χ. γεωγραφικοί ή επιλογή συγκεκριμένης εταιρικής μορφής έναντι άλλης κλπ.) ή στην επιλογή του επαγγέλματος. Οι περιορισμοί που αφορούν στην επιλογή του επαγγέλματος μπορεί να είναι υποκειμενικοί (π.χ. ηλικιακό όριο για είσοδο και έξοδο από το επάγγελμα ή εξασφάλιση διοικητικών αδειών, κλπ.) ή αντικειμενικοί (π.χ. πληθυσμιακά κριτήρια, ασυμβίβαστο κλπ.). Όπως προκύπτει σαφώς και από τη συνταγματική πρόνοια, δεν απαγορεύονται οι περιορισμοί που ν’ αφορούν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, εφόσον αυτοί προβλέπονται από νόμο και είναι συναφείς με το αντικείμενο εργασίας και τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι περιορισμοί. Η δημιουργία «κλειστών επαγγελμάτων» (π.χ. επαγγέλματα προσιτά μόνο σε συνδικαλισμένα μέλη) δεν είναι, ίσως, συμβατή με την επαγγελματική ελευθερία.

Όπως, μεταξύ άλλων, λέχθηκε στην ΣτΕ Ολ. 3665/2005, η οποία αφορούσε στη θέση πληθυσμιακών κριτηρίων κατά την ίδρυση φαρμακείου:

«…Η νομοθετική ρύθμιση που περιορίζει την ελευθερία αυτή, δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό σκοπό την προστασία του οικονομικού συμφέροντος των ήδη ασκούντων συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα προς βλάβη εκείνων που ενδιαφέρονται να επιλέξουν ορισμένο επάγγελμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Ειδικότερα, όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά, όχι απλώς την άσκηση, αλλά την πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού.»

Στα επιστημονικά και τεχνικά επαγγέλματα είναι πιο συχνή η επιβολή περιορισμών, σε σχέση με τα τυπικά προσόντα. Σε κάθε περίπτωση, οι περιορισμοί που τίθενται θα πρέπει να τελούν σε συνάφεια με την ορθή άσκηση του επαγγέλματος, αλλά και να μην είναι για οικονομικούς λόγους ή για λόγους άσχετους με τις προσωπικές ικανότητες του ατόμου.

Το ΣτΕ θεώρησε και ότι πρόνοια του Ελλαδικού νόμου δια της οποίας αποκλείονταν η εγγραφή πτυχιούχου νομικής στο μητρώο ασκουμένων δικηγόρων μετά την πάροδο πέντε ετών από τον χρόνο λήψης του πτυχίου, δεν ήταν συμβατή με την την αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, στον βαθμό που περιόριζε σε ανεπίτρεπτο βαθμό και αποδυνάμωνε ουσιωδώς το ατομικό δικαίωμα, η δε προϋπόθεση που καθιέρωνε δεν έδινε αναφορά στο ήθος, τις γνώσεις και την ικανότητα του ενδιαφερομένου ή στις αντικειμενικές συνθήκες ασκήσης του δικηγορικού επαγγέλματος, ως λειτούργημα που συνδέεται με την απονομή της δικαιοσύνης. Δεν ήταν, επίσης, συμβατή με το άρθρο 5 § 1 του Ελλαδικού Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο η ελευθερία επιλογής και άσκησης επαγγέλματος δεν μπορεί να περιορισθεί, παρά μόνο για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, που να συναρτώνται προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα του επαγγέλματος και όχι προς στοιχεία, άσχετα και συμπτωματικώς λαμβανόμενα υπόψη.

Όσον αφορά τους ψυχολόγους, στο Ελλαδικό δίκαιο, το ΣτΕ, στην 3654/2010, έκρινε συνταγματική τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 εδ. β του ν. 2646/1998, που τροποποίησε τον προγενέστερο ν. 991/1979, και αφορά στον περιορισμό απόκτησης άδειας άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου από πτυχιούχους άλλων σχολών. Για τους πτυχιούχους των σχολών αυτών απαιτείται επιπλέον η απόκτηση μεταπτυχιακού διπλώματος σχετικού με την ψυχολογία (βλ. και ΣτΕ 4626/2008, ΣτΕ 732-733/2004, 3144/2003). Το επίπεδο αυτό περιορισμών, που πέρασε το τεστ συνταγματικότητας στην Ελλάδα, ασφαλώς, δεν συγκρίνεται με το επίπεδο περιορισμών του Κυπριακού νόμου, το οποίο απαγορεύει σε απλούς πτυχιούχους ψυχολογίας την άσκηση του επαγγέλματος και απαιτεί από αυτούς συγκεκριμένα μεταπτυχιακά, με συγκεκριμένο περιεχόμενο και προδιαγραφές, για ένταξή τους σε πολύ συγκεκριμένες ειδικότητες.

Επίλογος

Ο εγχώριος νόμος που διέπει το επάγγελμα των ψυχολόγων θα πρέπει να θεωρηθεί και ν’ αναθεωρηθεί υπό το φως της επαγγελματικής ελευθερίας και των «περιορισμών των περιορισμών» της. Βασικά υπό το φως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι αδιανόητο να υπάρχει μερίδα πληθυσμού Κύπριων πολιτών ή πολιτών κρατών – μελών της Ε.Ε., που να έχει αποκτήσει πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, με αντικείμενο ή ειδικές κατευθύνσεις στη ψυχολογία, να υπάρχουν ανάμεσά μας εξαιρετικοί επιστήμονες ψυχολόγοι, οι οποίοι, όμως, να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ιδιότητά τους και την επιστημονική τους γνώση οικονομικά και για τον βιοπορισμό τους, ως οι ίδιοι αποφάσισαν και επέλεξαν. Η προοπτική αυτή δεν αποκλείεται να διαπιστωθεί κάποια στιγμή ότι οδηγεί σε κατάλυση του πυρήνα του ατομικού δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας. Η πρόσθετη σημασία που διαλαμβάνει ο τιθέμενος περιορισμός που σχετίζεται με την αναγνώριση των πτυχίων άλλων κρατών – μελών είναι και λόγω του συσχετισμού με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός της Ε.Ε.

(Αυτά έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και την Οδηγία 2005/36/ΕΚ, αλλά και τις διαταγές εναντίον της Ελλάδας από το ΔΕΕ, μεταξύ άλλων, στις ΔΕΚ 13.11.2008, C-180/08 και 186/08, που αφορούσαν, μάλιστα, ειδικά το επάγγελμα του ψυχολόγου.)

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s