Δέσμευση στο Δικαστήριο (Undertaking to the Court)

Πρόσφατα, απασχόλησε μια επικριτική άποψη, που είχα δει δημοσιευμένη, ότι υπάρχει «άγνοια» στην Κυπριακή δικαιοσύνη για τον θεσμό της δέσμευσης προς το Δικαστήριο (undertaking to the court)[1] («ΔΕΑ»). Δεν έχω γνώμη γι’ αυτό (εάν υπάρχει «άγνοια» ή όχι), αλλά εκεί όπου αισθανόμαστε ή ακούμε για «άγνοια», οφείλουμε να παράγουμε «γνώση» ή να δημιουργούμε προκλήσεις για γνώση. Όχι επειδή εμείς γνωρίζουμε ή γνωρίζουμε καλύτερα. Αλλά, μέσα από αυτή τη διαδικασία, της παραγωγής ή πρόκλησης γνώσης, λαμβάνουμε κι εμείς το όφελος, να μάθουμε αυτό που θεωρούμε ότι γνωρίζουμε ή που αγνοούμε ή που με μια σύγχρονη ματιά μπορεί να αποκτά διαφορετικές διαστάσεις. Ειδικά για το θέμα της ΔΕΑ, που συνιστά ένα πολύ καλό παράδειγμα.

Καταρχάς, μερικά ζητήματα που θα μπορούσαν να απασχολήσουν στη σημερινή εποχή, σε σχέση με τη ΔΕΑ, πέρα από το προαναφερόμενο, εάν υπάρχει άγνοια ή όχι, είναι, και τα εξής:

  1. Η χρησιμότητα της ΔΕΑ στις σύγχρονες «ειδικές διαδικασίες» ή στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας ή στη δικαιοσύνη ανηλίκων ή διαχρονικά στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων (δυσφήμιση, παράνομη επέμβαση κλπ.), και ως εργαλείο θεραπευτικής δικαιοσύνης·
  2. Η θεώρηση της ΔΕΑ υπό το φως του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως δικαίωμα ή ως περιορισμός, και η αρχή της αναλογικότητας·
  3. Η θεώρηση της ΔΕΑ σε συνάρτηση με την προστασία των σύγχρονων δικονομικών δικαιωμάτων και η θέση και ενίσχυση των απαραίτητων δικονομικών προϋποθέσεων για την έκδοση και εκτέλεση μιας ΔΕΑ.

Στο δίκαιο, ουδέποτε ένα θέμα παραμένει στάσιμο, όπως έτυχε να το έχει συναντήσει, κανείς, στα 18 ή στα 20 του χρόνια, σε κάποιες αίθουσες πανεπιστημίων, όπου διδάσκουν την επιστήμη του δικαίου[2]. Εάν θεωρεί κάποιος ότι κατέχει ένα θέμα επενδύοντας σ’ εκείνη την πρωταρχική γνώση, που εκλαμβάνει ως «γνώση δικαίου», τότε πιθανόν να κάνει κι ένα μεγάλο λάθος. Μερικές φορές, πάλι, βοηθά ιδιαίτερα η διαγραφή όλων των υποτιθέμενων γνώσεων, και η προσέγγιση των θεμάτων από την αρχή τους, από το μηδέν.

Έγινε λόγος για «θεσμό», δηλαδή για ένα κανόνα δικαίου που διαμορφώθηκε από παράδοση. Αρκετοί κανόνες δικαίου, στο αγγλοσαξονικό σύστημα, αγγίζουν την έννοια του «θεσμού», όπου στην πορεία άρχισαν να κωδικοποιούνται και να λαμβάνουν χαρακτήρα θετικού δικαίου[3]. Όσον αφορά τη ΔΕΑ, αφενός, δεν έχει περάσει καλά σ’ όλες τις δικαιοδοσίες που ακολούθησαν την αγγλοσαξονική παράδοση (υπάρχουν δηλαδή και δικαιοδοσίες όπου το κεφάλαιο «καταφρόνηση» παρέμεινε κάπως πιο υποτονικό), αφετέρου δεν έχει προχωρήσει παντού σε επίπεδο θετικού δικαίου (όπως συνέβη, για παράδειγμα, με τους αγγλικούς CPR ή την Ινδική Contempt of Courts Act, που προβλέπουν ρητά την περίπτωση, η δε τελευταία, όπως και το δίκαιο της Μαλαισίας, διαχωρίζοντας ανάμεσα σε δύο είδη αστικής καταφρόνησης). Ο λόγος για δικαιοδοσίες όπου προβλέπεται ρητά πλέον ως ειδική μορφή καταφρόνησης η παραβίαση ΔΕΑ («breaching an undertaking»), από την οποία ερείδεται σαφώς και η εννοιολογική διαφοροποίηση του διατάγματος από τη ΔΕΑ. Σε εκείνες τις δικαιοδοσίες, ο «θεσμός» δεν συζητείται πλέον ως θεσμός του κοινού δικαίου, αλλά ως διαδικαστικός κανονισμός.

Όπου η ΔΕΑ πέρασε σε επίπεδο θετικού δικαίου, περιλήφθηκε στο κεφάλαιο της (αστικής[4]) καταφρόνησης του δικαστηρίου, και όχι σε κάποιο κεφάλαιο αυτών των εξουσιών του δικαστηρίου να παρέχει ενδιάμεση θεραπεία ή των διαθέσιμων εργαλείων του. Αντιστοίχως, παραδοσιακά, η ΔΕΑ εξετάζονταν στο πλαίσιο τυχόν αίτησης για απόδοση των εννόμων συνεπειών λόγω παραβίασης της ΔΕΑ, δηλαδή που αφορούν στην καταφρόνηση. Τότε, κατά το στάδιο της επιχειρούμενης εκτέλεσης της ΔΕΑ, εξετάζονταν εάν όντως ό,τι υπήρξε ήταν ΔΕΑ (και όχι κάτι άλλο), εάν όντως υπήρξε παραβίασή της, και εάν όντως αυτή συνιστά καταφρόνηση του δικαστηρίου. Αδιάφορα από αυτή την κάπως ανάστροφη ιστορική πορεία[5] (μέσα από την οποία τελικά επαναπροσδιορίστηκε και η ΔΕΑ), δεν μπορεί να τύχει εύκολα αμφισβήτησης ότι η ΔΕΑ έχει και μπορεί να έχει μια αρκετά πιο χρήσιμη θέση στο σύγχρονο δίκαιο, εάν και εφόσον ακολουθείται ορθά. Η προσπάθεια βαθύτερης ιστορικής προσέγγισης δεν θα εξυπηρετούσε σε οτιδήποτε τον σκοπό της παρούσας, αλλά δεν είναι και καθόλου εύκολος στον ερευνητή ο εντοπισμός της ιστορικής απαρχής του τρόπου διαμόρφωσης της παραδοσιακής ΔΕΑ, εάν, δηλαδή, η Neath Canal Co v Ynisarwed Resolven Colliery Co (1875) 10 Ch App 450 ήταν η πρώτη νομολογιακή περίπτωση ή εάν υπήρξαν και παλαιότερες. Σε αυτή τη δυσκολία συντείνει, ακριβώς, και ο έμμεσος τρόπος διαμόρφωσής της, δια του δικαίου της καταφρόνησης ή και το γεγονός ότι διάφορες μορφές ΔΕΑ συναντώνται σε διαφορετικές δικαϊικές περιοχές[6].

Το ότι δεν προβλέπεται ρητά στην Κύπρο η παραβίαση ΔΕΑ ως ειδικότερη μορφή καταφρόνησης, άραγε εμποδίζει το Δικαστήριο από το να αντλήσει εξουσία από κάπου, είτε για να δεχθεί την έκδοση μιας ΔΕΑ είτε για να αντιμετωπίσει την παραβίαση μιας υπόσχεσης που δόθηκε σε αυτό ως καταφρόνηση δικαστηρίου; Σίγουρα, δεν είναι ένα ερώτημα που μπορεί να βρει εύκολα ομόφωνη απάντηση. Η γενική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων να αντιμετωπίζουν ενέργειες καταφρονητικές των αποφάσεων ή «διαταγών» τους πηγάζει πρώτιστα από το άρθρο 162 του Συντάγματος και έπειτα από τον δικαιοδοτικό νόμο (περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60), ο οποίος παρέχει και γενική εξουσία προς το Δικαστήριο για πάσα ασέβεια (ή για «σκόπιμη ανεβλάβεια», όπως ήταν ο όρος που επιλέχθηκε το 1960). Παραμένοντας, όμως, και στη σφαίρα του φυσικού δικαίου, η ΔΕΑ, απαντά στη «σύμφυτη εξουσία» των Δικαστηρίων να ενεργούν ως τέτοια, να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να περιφρουρούν την ενώπιον τους διαδικασία από καταχρήσεις, ως και την απρόσκοπτη ικανότητά τους να απονέμουν το δίκαιο, και να διασφαλίζουν την υπακοή των πολιτών στους νόμους και τον σεβασμό τους προς τη Δικαιοσύνη.

Όταν ο λόγος γίνεται για ΔΕΑ, εννοείται η υπόσχεση που δίνει ο διάδικος αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του (τότε παρεμβάλλεται και η πειθαρχική διάσταση) στο Δικαστήριο ότι θα προβεί σε ή θα απέχει από συγκεκριμένη ενέργεια, βάσει της οποίας το Δικαστήριο λειτουργεί, σε σχέση με την υπόθεση, είτε εκδίδοντας ένα διάταγμα είτε δίδοντας σχετικές οδηγίες, διαμορφώνοντας, τέλος πάντων, την πορεία της ενώπιον του υπόθεσης ή άλλως πώς ασκώντας το έργο του.

Ήδη δόθηκαν κάποια σκόρπια στοιχεία για τη ΔΕΑ. Ένα τέτοιο στοιχείο, για παράδειγμα, είναι ότι πρόκειται για μια ενέργεια η οποία αφορά στις εκκρεμείς διαδικασίες· για μια εσωτερική ενδιάμεση διαδικασία, η οποία εγκαθιδρύει και διασφαλίζει ένα είδος επικοινωνίας ανάμεσα στον διάδικο που παρέχει την υπόσχεση και στο Δικαστήριο που την αποδέχεται, και αυτό, ακριβώς, είναι κάτι πολύ σημαντικό (η διαπροσωπικότητα που απαιτείται για τη δημιουργία και αποδοχή κάποιας υπόσχεσης). Η ΔΕΑ μπορεί να περιέχεται και σε τελικό διάταγμα αλλά η ίδια, αυτοτελώς, αφορά στη διαδικασία πριν την έκδοση του διατάγματος ή βάσει της οποίας μπορεί να έχει εκδοθεί ένα διάταγμα. Δεν περατώνεται, δηλαδή, μια υπόθεση με την έκδοση ΔΕΑ, χωρίς άλλη διαδικαστική ενέργεια (έκδοσης απόφασης ή διατάγματος ή απόρριψης του ένδικου διαβήματος).

Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι πρόκειται για υπόσχεση προς το Δικαστήριο, δηλαδή για παροχή, στο Δικαστήριο, διαβεβαίωσης για κάτι. Είναι υπόσχεση όχι προς τον αντίδικο ή σε οποιονδήποτε άλλο συμμετέχοντα στη δίκη, χωρίς να αποκλείεται βέβαια η παράλληλη δημιουργία ενοχής και προς άλλον. Η υπόσχεση αυτή δίνεται προς το Δικαστήριο. Οι διάδικοι δίνουν πολλές υποσχέσεις προς το Δικαστήριο. Προφορικά ή εγγράφως, ρητές ή που προκύπτουν από κάπου αλλού (π.χ. από ένορκες δηλώσεις). Δεν υπάρχει ένα σαφές όριο ότι από ένα σημείο και μετά μια υπόσχεση είναι ΔΕΑ. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να κυριαρχεί και ο φόβος πως ό,τι ειπωθεί ενώπιον ενός Δικαστηρίου, στο πλαίσιο συζήτησης ή εκδίκασης μιας υπόθεσης, μπορεί να εκληφθεί ως υπόσχεση ή να προκαλεί δέσμευση, χωρίς να σημαίνει, όμως, και ότι οι διάδικοι ή οι δικηγόροι τους μπορούν να λένε ό,τι θέλουν σε ένα Δικαστήριο χωρίς να το εννοούν ή να χρησιμοποιούν και όποια γλώσσα θέλουν. Εάν η ΔΕΑ επιχειρούσε εξαρχής να εγκαθιδρύσει συμπεριφορά ειλικρίνειας, εντιμότητας, συνέπειας και σεβασμού προς το Δικαστήριο, σε αυτή τη βάση, πότε μια υπόσχεση είναι ΔΕΑ;

Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι το Δικαστήριο βασίζεται σε αυτή την υπόσχεση, που δίδεται με πρωτοβουλία του διαδίκου, την οποία το Δικαστήριο πιστεύει και αποδέχεται, και ενεργεί σε σχέση με τη διαχείριση της ενώπιον του υπόθεσης. Η αποδοχή της, από μέρους του Δικαστηρίου, δεν σημαίνει έκδοση διατάγματος (injunction) με το οποίο εξαναγκάζεται ο διάδικος που υποσχέθηκε σε ενέργεια. Από την άλλη, η ενέργεια, από μέρους του Δικαστηρίου, αποδοχής της υπόσχεσης και η περαιτέρω απόφαση ή διαταγή, μπορεί να εμπίπτει και η ίδια στην έννοια της «διαταγής». Διαφορετικά είναι τι άλλο (η αποδοχή της υπόσχεσης που καταλήγει σε δημιουργία ΔΕΑ); Μπορεί να γίνει δεκτό ότι έχει αμιγώς παθητικό περιεχόμενο;

Εάν ο διάδικος που παρέχει την υπόσχεση ΔΕΑ την παραβιάσει, επέρχονται συνέπειες, και δη οι ίδιες συνέπειες της (αστικής) καταφρόνησης του Δικαστηρίου, ως εάν επρόκειτο για παραβίαση διατάγματος (injunction)[7], παρόλο που δεν πρόκειται για «διάταγμα» και η διαφοροποίηση υποτίθεται πως είναι, ακριβώς, μια από τις πολλές δικαιολογίες του λόγου ύπαρξης της ΔΕΑ (να εκδίδεται ΔΕΑ αντί διάταγμα). Όπως και στις περιπτώσεις των διαταγμάτων, θα πρέπει να υπάρχει και να αποδεικνύεται το mens rea[8], στη γραμμή που χάραξε η Fairclough & Sons v Manchester Ship Canal Co (No 2) ([1897] WN 7 και οι μετέπειτα, ενώ τέτοια (αστική) καταφρόνηση, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, μπορεί, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, να στοιχειοθετηθεί και χωρίς να είναι «ηθελημένη»[9], με ανάλογη λειτουργία μετριαστικών παραγόντων και διαφοροποίηση της μεταχείρισης εκεί όπου δεν υπάρχει ευθεία πρόθεση ανυπακοής[10] (π.χ. διαταγή πληρωμής των εξόδων μόνον[11]). Θα πρέπει, όπως και στα διατάγματα, τόσο οι όροι της ΔΕΑ όσο και η παραβίασή της να είναι ξεκάθαρα[12] (π.χ. ως προς τον χρόνο και την πράξη). Δεν υπάρχει η δυνατότητα επιβολής ποινής στον διάδικο που δεν γνώριζε τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με μια ΔΕΑ, γιατί δεν του έχουν επεξηγηθεί η όπου δεν διενεργήθηκε τυχόν απαιτούμενη επίδοση της ΔΕΑ (οδηγεί σε πολλά μονοπάτια το θέμα της αναγκαιότητας προσωπικής επίδοσης μιας ΔΕΑ).

Το να έχει, η παραβίαση της ΔΕΑ, ίδιες έννομες συνέπειες, ως εάν ήταν «injunction», χωρίς να θεωρείται ότι είναι, αλλά, στη μία περίπτωση (ΔΕΑ), να είναι πιο χαλαρές οι διαδικαστικές προϋποθέσεις από ότι στην άλλη, ευλόγως, προβληματίζει. Ανάλογους προβληματισμούς μπορεί να διεγείρει η προσπάθεια αναζήτησης των ορίων και κατανόησης της συνεχώς αυξανόμενης φορμαλιστικής προσέγγισης της ΔΕΑ, όταν η πρωταρχική ανάγκη θεσμοθέτησής της μπορεί να εξυπηρετούσε μια κάπως διαφορετική, ποιοτικά, ανάγκη. Η συμμόρφωση με τη ΔΕΑ απορρέει από την οικειοθελή παροχή της[13], σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το Δικαστήριο βασίστηκε πάνω σε αυτήν, για να διαχειριστεί την ενώπιον του υπόθεση. Η συμμόρφωση με το διάταγμα απορρέει από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τη δικαστική εξουσία που έχει ήδη ασκηθεί με συγκεκριμένο τρόπο που αποφάσισε το Δικαστήριο (ανεξαρτήτως εάν απορρέει από συμφωνία των διαδίκων ή δήλωση αποδοχής από τον καθού η αίτηση ή από ακρόαση) και της απόδοσης της θεραπείας που επιδικάστηκε στον αντίδικο. Από την άλλη, ως «εξουσία» του Δικαστηρίου, δεν νοείται μόνο η έκδοση διαταγμάτων (συγκεκριμένου είδους), και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε εξουσία που δύναται να ασκηθεί (δικαιοδοσία) σε ένα προγενέστερο χρονικό στάδιο και σε εξουσία που πράγματι ασκείται είναι κάπως τεχνικός έως ρευστός. Έπειτα, ο σεβασμός οφείλεται σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται για απλές δικαιοδοτικές ενέργειες στην όλη εξέλιξη της εκκρεμούς διαδικασίας είτε για άσκηση εξουσίας, χωρίς αυτός να μπορεί να διαφοροποιείται ή να κλιμακώνεται ανά την περίπτωση.

Ήταν στη  Hussain v Hussain [1986] Fam 134 σελ. 139, [1986] 1 All ER 961 σελ. 139-140 και 963 (λόγος Sir John Donaldson MR) που δόθηκαν πρακτικές κατευθυντήριες, για τις περιπτώσεις όπου, αντί διατάγματος, «εκδίδεται» ΔΕΑ, μα και που θόλωσαν λίγο περισσότερο τα νερά, σε σχέση με τις ουσιαστικές και κυρίως πρακτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ΔΕΑ και διατάγματος τελικά, πέρα από τις πιο πάνω θεωρητικές διαφοροποιήσεις. Γιατί και η ΔΕΑ θα πρέπει να «εκδοθεί» (to be recorded  / issued / drawn up) και δη υπό μορφή που αγγίζει ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά του διατάγματος (ή είναι, κατ’ άλλη έννοια, μορφή «διαταγής» – order – εάν εστιάσει, κανείς, σε περαιτέρω εννοιολογική διαφορά μεταξύ injunction και order[14]) ή να αναφερθεί στο προοίμιο διατάγματος ή διαταγής που τυχόν θα έχει εκδοθεί βάσει αυτής. Θα πρέπει, επίσης, να περιληφθεί στη ΔΕΑ ειδοποίηση επεξήγησης των συνεπειών μη τήρησής της· έπειτα να επιδοθεί[15] (ανεξαρτήτως εάν η ΔΕΑ ενεργοποιείται από την πλευρά του ιδίου του διαδίκου που δεσμεύεται από αυτήν).

Στη βάση των αρχών αυτών, δημιουργήθηκαν συγκεκριμένοι τύποι (forms) για την κάθε περίπτωση στην αγγλική πρακτική, όπως και στην αυστραλιανή ή αλλού όπου εφαρμόζεται εδραιωμένα ο θεσμός της ΔΕΑ. Οι τύποι αυτοί συμπληρώνονται, υπογράφονται και καταχωρούνται και πλέον η ΔΕΑ κινείται σε ράγες συγκεκριμένων Κανονισμών. Τέτοιοι τύποι, όπως και τέτοιοι Κανονισμοί, δεν υπάρχουν στην Κυπριακή δικαστηριακή πρακτική, χωρίς να σημαίνει ότι η έλλειψή τύπων ή Κανονισμών απενεργοποιεί και την ουσιαστική δυνατότητα, την οποία συνήθως διευκολύνουν τέτοιοι τύποι ή κωδικοποιούν τέτοιοι Κανονισμοί. Εξάλλου, ως προς την ουσιαστική δυνατότητα, ακόμα και εάν δεν (έτυχε να) συνηθίζεται στην Κυπριακή δικαστηριακή πρακτική η έκδοση (αυθεντικής) ΔΕΑ (ή χάνεται κάπου στην πορεία), δεν μπορεί να λεχθεί κιόλας ότι είναι μια εντελώς ξένη διαδικασία στο Κυπριακό δίκαιο[16]. Με την έννοια, κυρίως, του ότι δεν έχει εξαιρεθεί ρητά για κάποιο λόγο από το εφαρμοστέο δίκαιο[17] ή με την έννοια του ότι εφαρμόζονται κάποια άλλα είδη «εγγυήσεων» ή «δεσμεύσεων» εκκρεμούσης μιας διαδικασίας. Χωρίς, όμως, να σημαίνει και ότι έχει, μέσα από την Κυπριακή νομολογία, καταστεί και ιδιαίτερα γνωστή ή συνηθισμένη ή ότι έχει διακριθεί ως θεσμός με αρχή και τέλος, ειδικότερα όσον αφορά τη διαδικασία που περιγράφεται στη Hussain.

Οι περισσότερες «δεσμεύσεις» των διαδίκων προσωπικά ή δια των συνηγόρων τους στα Κυπριακά Δικαστήρια φέρονται (στην καλύτερη περίπτωση) ως δηλώσεις καταγεγραμμένες στα πρακτικά (όπου αυτά τηρούνται με πληρότητα και ορθότητα), χωρίς να ικανοποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις της Hussain για να ανάγονται και να λειτουργούν, οι δηλώσεις αυτές, σε επίπεδο ΔΕΑ. Παρόλο που και η ΔΕΑ, στην πρωταρχική μορφή της, δεν ήταν επιδεκτική τύπων (που να τηρούνται από το Δικαστήριο[18]), αλλά ήταν διαρκώς συνδεδεμένη με τη διάδικη συμπεριφορά, που αυτή ήταν υπό εξέταση, και από αυτήν αναμένονταν να προκύπτουν ευθέως και τα όποια περαιτέρω νομικά κριτήρια.  Αντίστοιχα, ένας δικηγόρος που αισθάνεται ότι δεν τηρείται μια υπόσχεση που δόθηκε προς το Δικαστήριο από τον αντίδικό του, θα επιδιώξει ευκολότερα διάταγμα βάσει αυτής (εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις) ή εάν έχει ήδη εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, θα επικαλεστεί παρακοή του διατάγματος, παρά θα νιώθει ασφαλής να επικαλεστεί την έννομη συνέπεια απευθείας βάσει της υπόσχεσης.

Είναι και σωρεία άλλοι παράμετροι: οι ασάφειες της ΔΕΑ όπως υπάρχουν και στις πρακτικές των Αγγλικών County Court και High Court, αυτή η αναγωγή της ΔΕΑ σε θεσμό δικαστηριακής πρακτικής ο οποίος πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστός, ο βαθμός ανάπτυξης της αστικής καταφρόνησης στην Κύπρο και οι μέχρι σήμερα τροποποιήσεις του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 στο κεφάλαιο της καταφρόνησης, η δικαιολογημένη φειδώ που επιδεικνύει το Δικαστήριο ως προς την άντληση εξουσίας έξω από ένα ξεκάθαρο δικαιοδοτικό πλαίσιο ή εκ της φύσης του, η ανάπτυξη του κεφαλαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η επέκταση των τελευταίων στη δικονομία, κλπ. Αυτό το σύνολο των παραμέτρων πιθανόν να οδηγήσει και ένα Κυπριακό Δικαστήριο, όταν τεθεί ενώπιον του το θέμα έκδοσης ΔΕΑ ή αναλόγως και το πώς θα τεθεί, είτε απλά να καταγράψει κάποια δήλωση / υπόσχεση στα πρακτικά χωρίς άλλο (αφήνοντας το θέμα να εξεταστεί εάν και όταν ενεργοποιηθεί διαδικασία καταφρόνησης βάσει αυτής), είτε να αναζητήσει τυχόν άλλες ασφαλέστερες οδούς, όχι από άγνοια για τον θεσμό της ΔΕΑ, ούτε και από ευθυνοφοβία, αλλά από μια ίσως δικαιολογημένη ανησυχία (ή και πεποίθηση), ότι όταν θεσπίστηκε το δίκαιο της καταφρόνησης στην Κύπρο με τον Ν. 14/60 έκανε επιλογές και η ΔΕΑ δεν έχει εισαχθεί κανονικά στο Κυπριακό δίκαιο με τον τρόπο που υφίστατο τότε και δεν έχει εισαχθεί μέχρι στιγμής με τον τρόπο που υφίσταται σήμερα στο Αγγλικό δίκαιο ή στα δίκαια άλλων «κρατών του Κοινοδικαίου». Η θεώρηση αυτή, ότι επρόκειτο για επιλογή του νομοθέτη του δικαίου της καταφρόνησης (και όχι για νομοθετικό ατύχημα) μπορεί να δημιουργεί αναστολές και ως προς το να αντληθεί εξουσία από οπουδήποτε αλλού, εκτός εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες, σπάνιες, που δεν αφήνουν άλλο λογικό περιθώριο, πάντα υπό το πρίσμα του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και λαμβάνοντας υπόψη τις υπέρτερες πηγές δικαίου.

Όπου (μπορεί να) εκδίδεται ΔΕΑ, ο διάδικος που την παρείχε δεσμεύεται από αυτήν ως εάν να είχε εκδοθεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να περιλαμβάνει τους όρους της ΔΕΑ, εκτός εάν, είτε κατόπιν αίτησής του είτε άλλως πώς απαλλαγεί από αυτή του την υποχρέωση ή άλλως πώς η ΔΕΑ ακυρωθεί, επειδή, λόγου χάριν, άλλαξαν οι πραγματικές περιστάσεις[19] ή για άλλο λόγο[20]. Σε αμφίβολες περιπτώσεις παράβασης της ΔΕΑ, αντί για την ενεργοποίηση διαδικασίας καταφρόνησης, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διατάγματος που να διατάζει τον διάδικο να δηλώσει κατά πόσο έχει συμμορφωθεί με τη ΔΕΑ[21], άνευ βλάβης του δικαιώματος επίκλησης παραβίασης της ΔΕΑ αλλού[22]. Η ΔΕΑ για πληρωμή χρημάτων στον άλλο διάδικο δεν δημιουργεί καταρχήν δικαίωμα σε αυτό τον διάδικο να διεκδικήσει χρηματική θεραπεία βάσει της ΔΕΑ, εκτός εάν, υπό τις περιστάσεις, δημιουργήθηκε και συμβατικής φύσης ενοχή[23].

Παρόλο που όταν αναφερόμαστε σε «υπόσχεση» μπορεί να καταλαβαίνουμε κάποια ανθρώπινη λειτουργία, η οποία να εμπλέκει ψυχοπνευματικά στοιχεία (βλ. επικοινωνία, πίστη, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια, δέσμευση, σεβασμός, κλπ.), αυτή την υπόσχεση μπορεί να δώσει τόσο το φυσικό πρόσωπο όσο και το νομικό πρόσωπο. Όταν τη ΔΕΑ δίδει νομικό πρόσωπο, μπορεί να βρεθεί και το νομικό πρόσωπο (που ενεργεί δια υπαλλήλων – εκπροσώπων του – μέσα στο πλαίσιο εργοδότησης / εκπροσώπησης) ένοχο καταφρόνησης, εφόσον «γνώριζε» τις υποχρεώσεις του να πράξει και δεν έπραξε κάτι που όφειλε[24]. Μπορεί, επίσης, να βρεθεί ένοχος και ο διευθυντής του νομικού προσώπου, εφόσον είχε κι αυτός λάβει γνώση των όρων της ΔΕΑ[25], υπό την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος του νομικού προσώπου (agent). Δεν υπάρχει ίδια δυνατότητα για τον μέτοχο[26]. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αποδεικνύεται η ευθύνη του νομικού προσώπου[27].

Αδιάφορα από τη μεταχείριση της υπόσχεσης τύπου ΔΕΑ στο Δικαστήριο, στην Κυπριακή δικαστηριακή πρακτική, και το τι θα ήταν επιθυμητό για τον καθένα, θα μπορούσε να είναι μια υπόθεση ότι η «υπόσχεση», όπως και η «απολογία», είναι χρήσιμες πρώτες ύλες σε μια εκκρεμή δικαστική διαδικασία. Θα μπορούσε να είναι υπό έρευνα εάν αυτή είναι πιο χρήσιμη σε διαφορές όπου εμπλέκεται έντονα το διαπροσωπικό στοιχείο (π.χ. οικογενειακού δικαίου, ενδοοικογενειακής βίας κλπ.) όπου υπερτερεί, της ανάγκης εύρεσης νομικής λύσης, το συγκεκριμένο σχεσιακό τραύμα και οι ανάγκες των διαδίκων γύρω από αυτό, ή σε διαφορές, όπου, αντίθετα, είναι πιο «νομικές» (επομένως τότε παρεμβάλλεται – δια της υπόσχεσης – το ανθρώπινο στοιχείο, με άλλη βαρύτητα). Υπάρχουν, ενδεχομένως, αρκετοί παράγοντες που επιδρούν στη μία ή στην άλλη περίπτωση.

Ακόμα και το γεγονός ότι η «υπόσχεση» γίνεται προς το Δικαστήριο (με έννομες συνέπειες), και όχι άμεσα ή ευθέως προς τον αντίδικο ή παραπονούμενο, και αποκτά την πρόσθετη δεσμευτικότητα, παίζει τον δικό του χρήσιμο ρόλο. Μπορεί, ενδεχομένως, να χτίσει, κανείς, μια μικρή οδό έμμεσης προσέγγισης και επικοινωνίας πάνω σε μια «υπόσχεση», για να δομηθεί, σιγά-σιγά, η διάδικη σχέση. Χρειάζεται, φυσικά, ιδιαίτερη προσοχή, γιατί με τον ίδιο τρόπο που η «υπόσχεση» μπορεί να ανοίγει μια τέτοια οδό επικοινωνίας, μπορεί, η παραβίασή της, να ορθώσει έναν ακόμα μεγαλύτερο τοίχο.

Η πληρότητα του πλαισίου έγκειται στο ότι υπάρχουν κάποια συστατικά εξισορρόπησης, όπως το δικαίωμα του άλλου διαδίκου να αντιδράσει (να υποβάλει την τάδε αίτηση) ή η δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιφέρει τελικά την έννομη συνέπεια, το κλίμα που διαμορφώνεται γύρω από τις αυτές και άλλες δυνατότητες. Η «υπόσχεση» στο Δικαστήριο, ως ανθρωποκεντρική διαδικασία χρησιμοποιούμενη μέσα σε δικαστηριακό πλαίσιο, μπορεί, ενδεχομένως, να βοηθήσει περισσότερο από όσο μια υπόσχεση ενώπιον του διαπραγματευτή ή του διαμεσολαβητή ή άλλου φορέα ή προσώπου ή ευθέως προς το πρόσωπο με το οποίο υπάρχει η διαφορά.

————————

[1] Ο «θεσμός» είναι «undertaking to the court» και όχι «undertaking before the court», με την έννοια του ότι η υπόσχεση δεν λαμβάνεται απλά ενώπιον του Δικαστηρίου, ως μάρτυρα ή για πρόσδοση ισχύος, αλλά η ίδια απευθύνεται προς το Δικαστήριο, το οποίο είναι λήπτης της.

[2] Ό,τι διδάσκεται είναι η επιστήμη του δικαίου, περιλαμβανομένης της μεθοδολογίας του, όχι ένα συγκεκριμένο – κατά περιεχόμενο – δίκαιο, παρόλο που ενίοτε διδάσκεται και μέρος του δικαίου, δια του οποίου σκοπείται, ακριβώς, η διδαχή των προαναφερόμενων. Το δίκαιο είναι αντικείμενο που αλλάζει, ο σωστός, όμως, επιστήμονας του δικαίου, δηλαδή ο νομικός, μπορεί να λειτουργήσει με το κάθε δίκαιο, την κάθε χρονική στιγμή και να χρησιμοποιήσει όποια (νομική) μεθοδολογία αρμόζει στην περίπτωση.

[3] Με ό,τι επίδραση μπορεί να είχε και έχει ο νομικός θετικισμός στη δυνατότητα των δικαστηρίων να παράγουν – εκ της εξουσίας τους – δίκαιο.

[4] Η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ αστικής και ποινικής καταφρόνησης έτεινε να αποχρωματιστεί μέσα στον χρόνο, λόγω του συντονισμού και συμπόρευσης των διαδικασιών, βλ. και Daltel Europe Ltd v Makki [2006] EWCA Civ 94, [2006] 1 WLR 2704, αλλά και όχι μόνο.

[5] Η οποία και τα τελευταία πλέον χρόνια εμφανώς αναχαιτίζεται με αρκετά πιο προσεγμένη δικαστική πρακτική (με αναφορά στην αγγλική πρακτική).

[6] Στην αποκάλυψη εγγράφων, ο λόγος γίνεται για εξυπακουόμενη ΔΕΑ, χρήσης των αποκαλυφθέντων εγγράφων μόνο μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας και τήρησης εμπιστευτικότητας κατά τα λοιπά, ή στα προσωρινά διατάγματα ο λόγος γίνεται σταθερά για έγγραφη εγγύηση ως προς τις ζημιές, που είναι, επίσης, ένα είδος ΔΕΑ κλπ.

[7] Neath Canal Co v Ynisarwed Resolven Colliery Co (1875) 10 Ch App 450· και Milburn v Newton Colliery Ltd (1908) 52 Sol Jo 317· και Showerings Ltd v Fern Vale Brewery Co Ltd [1958] RPC 462· και Dent v Dent and Hall [1962] P 187, [1962] 1 All ER 746· και Biba Ltd v Stratford Investments Ltd [1973] Ch 281, [1972] 3 All ER 1041· και Gandolfo v Gandolfo [1981] QB 359, [1980] 1 All ER 833, CA· και Hussain v Hussain [1986] Fam 134 σελ. 139, [1986] 1 All ER 961 σελ. 963, CA, (λόγος Sir John Donaldson MR)· και Roberts v Roberts [1990] FCR 837 σελ. 839, CA, (λόγος Butler-Sloss LJ).

[8] Βλ και στις Κυπριακές Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287· και Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309· και Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού (1998) 1 Α.Α.Δ. 2389.

[9]  Re Agreement of Mileage Conference Group of Tyre Manufacturers’ Conference Ltd [1966] 2 All ER 849, [1966] 1 WLR 1137· και Steiner Products Ltd v Willy Steiner Ltd [1966] 2 All ER 387, [1966] 1 WLR 986· και Re Rossminster Ltd (1980) Times, 23 May, CA· και Miller v Scorey [1996] 3 All ER 18 σελ. 27, [1996] 1 WLR 1122 σελ. 1132 (λόγος Rimer J.).

[10] Shoppee v Nathan & Co [1892] 1 QB 245 σελ. 252· και Heatons Transport (St Helens) Ltd v Transport and General Workers’ Union [1973] AC 15, [1972] 3 All ER 101, HL· και Walt Disney Productions Ltd v Gurvitz [1982] FSR 446· και Spectravest Inc v Aperknit Ltd [1988] FSR 161 σελ. 173–174 (λόγος Millett J) · και A-G v Times Newspapers Ltd [1992] 1 AC 191 σελ. 217, [1991] 2 All ER 398 σελ. 414-415, HL (λόγος Lord Oliver of Aylmerton)· και Guildford Borough Council v Valler (1993) Times, 15 October, CA· και Z Bank v D1 [1994] 1 Lloyd’s Rep 656 σελ. 668 (λόγος Colman J)· και Miller v Scorey [1996] 3 All ER 18 σελ. 27-28, [1996] 1 WLR 1122 σελ. 1132 (λόγος Rimer J)· και Director General of Fair Trading v Pioneer Concrete (UK) Ltd [1995] 1 AC 456 σελ. 480 -481· και Re Supply of Ready Mixed Concrete (No 2), Director General of Fair Trading v Pioneer Concrete (UK) Ltd [1995] 1 All ER 135 σελ. 156, HL (λόγος Lord Nolan)· και Adam Phones Ltd v Goldschmidt [1999] 4 All ER 486 σελ. 494, [2000] FSR 163 σελ. 171–172 (λόγος Jacob J.). Το να έχε βασιστεί κάποιος σε νομική συμβουλή ότι η πράξη του δεν συνιστά παραβίαση, δεν συνιστά υπεράσπιση, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς μετριασμού: Re Agreement of the Mileage Conference Group of the Tyre Manufacturers’ Conference Ltd [1966] 2 All ER 849 σελ. 862, [1966] 1 WLR 1137 σελ. 1162 (λόγος Megaw P)· και Re M [1994] 1 AC 377· και M v Home Office [1993] 3 All ER 537· και Z Bank v D1 σελ. 660 (λόγος Colman J). Νοουμένου ότι κι αυτή είναι καλόπιστη: Parker (t/a NBC Services) v Rasalingham (t/a Micro Tec) (2000) Times, 12 July, [2000] All ER (D) 912· και Coca-Cola Co v Aytacli [2003] EWHC 91 (Ch), [2003] 11 LS Gaz R 31, (2003) Times, 11 February.

[11] Re Witten (an infant) (1887) 4 TLR 36· και Adam Phones Ltd v Goldschmidt [1999] 4 All ER 486 σελ. 494, [2000] FSR 163 σελ. 171–172.

[12] Re Agreement of Mileage Conference Group of Tyre Manufacturers’ Conference Ltd [1966] 2 All ER 849, [1966] 1 WLR 1137· και Steiner Products Ltd v Willy Steiner Ltd [1966] 2 All ER 387, [1966] 1 WLR 986· και Re Rossminster Ltd (1980) Times, 23 May, CA· και Miller v Scorey [1996] 3 All ER 18 σελ. 27, [1996] 1 WLR 1122 σελ. 1132 (λόγος Rimer J).

[13] Δεν μπορεί ο ένας διάδικος να εξαναγκάσει τον άλλο να δεχθεί ΔΕΑ, αφού εάν δεν προκύψει οικειοθελώς, δεν πρόκειται για ΔΕΑ.

[14] Θα μπορούσε να πει, κανείς, ότι η έννοια “order”, ως ευρύτερη, μπορεί να περιλαμβάνει και επιμέρους έννοιες, οι οποίες μπορεί να διαφοροποιούνται με άλλα κριτήρια και για άλλους σκοπούς. Γι’ αυτό μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, την έννοια του “bond” ή της “recognizance” που απευθύνονται προς το Δικαστήριο, κλπ. Εν τέλει, είναι θέμα ορολογίας;

[15] Στο θέμα της προσωπικής επίδοσης δημιουργούνται κάποιες περιπλοκές σε ορισμένες περιπτώσεις, αναλόγως του εάν είναι αρνητική ή θετική η ΔΕΑ, διαχωρισμός που τέθηκε στην Gandolfo v Gandolfo [1981] QB 359, [1980] 1 All ER 833, CA, με ενδεχόμενο να μην χρειάζεται προσωπική επίδοση της αρνητικής ΔΕΑ, όταν ο διάδικος γνωρίζει ότι την ανέλαβε. D v A & Co [1900] 1 Ch 484 σελ. 487· και Re Launder, Launder v Richards (1908) 98 LT 554· και Ronson Products Ltd v Ronson Furniture Ltd [1966] Ch 603, [1966] 2 All ER 381· και Camden London Borough Council v Alpenoak Ltd [1985] NLJ Rep 1209.

[16] π.χ. Mounir Boustani v Linmare Shipping Company Limited (1984) 1 CLR 354· και Anthimos Demetriou v Lloyd’s Underwriters and 20 others (1983) 1 CLR 304· κλπ.

[17] Αρ. 29 περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60.

[18] Μετάθεση της υποχρέωσης τελικά και του βάρους ελέγχου στο εάν πληροί τους τύπους το Δικαστήριο;

[19] Cutler v Wandsworth Stadium Ltd [1945] 1 All ER 103, CA· και Mid Suffolk DC v Clarke [2006] EWCA Civ 71, [2007] 1 WLR 980, [2006] All ER (D) 190 (Feb).

[20] Kensington Housing Trust v Oliver (1997) 30 HLR 608, CA.

[21]  Kangol Industries Ltd v Alfred Bray & Sons Ltd [1953] 1 All ER 444.

[22] Walt Disney Productions Ltd v Gurvitz [1982] FSR 446.

[23]  Re Hudson, Hudson v Hudson [1966] Ch 209, [1966] 1 All ER 110.

[24] Re Garage Equipment Association’s Agreement (1964) LR 4 RP 491.

[25]  Ronson Products Ltd v Ronson Furniture Ltd [1966] Ch 603, [1966] 2 All ER 381· και Biba Ltd v Stratford Investments Ltd [1973] Ch 281, [1972] 3 All ER 1041· και A-G v Wheatley & Co Ltd (1903) 48 Sol Jo 116.

[26] Northern Counties Securities Ltd v Jackson & Steeple Ltd [1974] 2 All ER 625 σελ. 635-637.

[27]  A-G v Wheatley & Co Ltd (1903) 48 Sol Jo 116· και Benabo v William Jay & Partners Ltd [1941] Ch 52, [1940] 4 All ER 196.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.