Η διαθεσιμότητα «τύπου Paluda» και οι διαστάσεις του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη

Πρόσφατα (23.05.2017), το ΕΔΔΑ εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Paluda v. Slovakia (αίτηση αρ. 33392/12), η οποία ενδιαφέρει τον τομέα του πειθαρχικού δικαίου. Ειδικότερα, ενδιαφέρει η δυνατότητα του μέτρου της διαθεσιμότητας στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας, υπό ορισμένες περιστάσεις, να προκαλέσει παράβαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη (άρθρο 6 § 1), εάν δεν θεωρηθεί εκτελεστή διοικητική πράξη (παρόλα και τα παλαιά εγχώρια προηγούμενα που θίγουν – διασφαλίζοντας – το θέμα, τουλάχιστον στο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο) ή εάν δεν υπάρχει άλλος τρόπος αναθεώρησής της. Σε ένα άλλο επίπεδο, ενδιαφέρουν, πέρα από τη διαθεσιμότητα «τύπου Paluda» ως εκτελεστή διοικητική πράξη, οι θεσμικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που θα πρέπει να πληροί ένα σώμα που απαρτίζεται από δικαστές και αποφασίζει τον τερματισμό (προσωρινά ή μόνιμα) των καθηκόντων ενός δικαστή στο πλαίσιο τέτοιας πειθαρχικής δικαιοδοσίας, μετά και την σχετική προσέγγιση της Baka v. Hungary [GC] (αίτηση αρ. 20261/12) και γενικά η εξέλιξη της γραμμής εκείνης.

Η Paluda, φυσικά, όπως φαίνεται από διάφορα δημοσιεύματα της περιόδου 2009 – 2014, αντανακλά γενικότερα, σε κάποιο βαθμό, μια ταραχώδη περίοδο στα δικαστικά πράγματα στη Σλοβακία. Ωστόσο, παρακάμπτοντας αυτό το δεδομένο, είναι μια απόφαση από την οποία μπορεί να αντληθεί χρήσιμο νόημα, σχετικά με τους προαναφερόμενους άξονες και το κάπως πιο ιδιαίτερο δικαστικό πειθαρχικό δίκαιο ή (ακόμα ευρύτερα) τις εξουσίες και τη δυνατότητα ελέγχου ενός «δικαστικού συμβουλίου» όταν ενεργεί ως διοικητικό όργανο.

Στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του προσφεύγοντος, δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου της Σλοβακίας, λόγω ενδεχόμενης διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων (που αφορούσαν σε πράξεις και ισχυρισμούς του εναντίον του Προέδρου των Ανώτατου Δικαστηρίου της Σλοβακίας), το Δικαστικό Συμβούλιο έθεσε τον προσφεύγοντα σε άμεση διαθεσιμότητα (η οποία, δια του Σλοβάκικου νόμου, επιφέρει κρατήσεις μισθολογικών απολαβών, οι οποίες επιστρέφονται εάν δεν διαπιστωθεί πειθαρχικό παράπτωμα, και μπορεί να ισχύει μέχρι και 2 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων εννοείται ότι ο υπό διαθεσιμότητα υπόκειται σε όλους τους περιορισμούς των δικαστών). Το παράπονο του προσφεύγοντος στο ΕΔΔΑ ήταν ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και ακρόαση, που κατοχυρώνει το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, προκειμένου να αμφισβητήσει την απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου να τον θέσει σε διαθεσιμότητα. Στη Σλοβακία, με βάση το άρθρο 3(1) του εκεί περί Δικαστικού Συμβουλίου Νόμου 185/2002 Coll. ως τροποποιήθηκε, το «Δικαστικό Συμβούλιο» είναι το σώμα εκείνο που ρυθμίζει τα των δικαστικών λειτουργών. Ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου της Σλοβακίας, με βάση το Σλοβακικό Σύνταγμα, κατέχει αυτομάτως και το αξίωμα του Προέδρου του Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο αποτελείται συνολικά από 18 μέλη, περιλαμβανομένου του Προέδρου.

Ο προσφεύγων επιχείρησε να προστατεύσει τα δικαιώματά του και προέβη παράλληλα σε διάβημα τύπου «έφεση» (rozklad) στο ίδιο το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, σε διοικητική προσφυγή, και σε προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Το τελευταίο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη, ως πρόωρη, εφόσον εκκρεμούσαν τα άλλα διαβήματα. Ως προς την «έφεσή» του, με επιστολή του Προέδρου του Δικαστικού Συμβουλίου (προσώπου με το οποίο υπήρχαν οι διαφωνίες), ο προσφεύγων είχε τύχει ενημέρωσης ότι το Σλοβακικό δίκαιο δεν προβλέπει διαδικασία έφεσης των αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, οι αποφάσεις του οποίου μπορούν να αναθεωρηθούν με προσφυγή σε διοικητικό δικαστήριο. Το Δικαστήριο, όμως, που επιλήφθηκε της διοικητικής προσφυγής, την απέρριψε και το Εφετείο στη συνέχεια επικύρωσε την απόφαση, στη βάση του ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη (ως θα μπορούσε να λεχθεί, κατά αναλογία των όρων), δεν καθόριζε οριστικά το νομικό status του προσφεύγοντος, αλλά ήταν ένα προσωρινό εσωτερικό μέτρο για να προφυλαχθεί η σχέση του προσφεύγοντος με το Κράτος· δεν ήταν «τιμωρία», αλλά μέτρο διαφύλαξης του δικαστικού λειτουργήματος· ως τέτοιο διαφεύγει της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το Σλοβακικό δίκαιο. Ο προσφεύγων προχώρησε προσβάλλοντας τις αποφάσεις αυτές στο Συνταγματικό Δικαστήριο (στη βάση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ), το οποίο, με τη σειρά του, απέρριψε την προσφυγή του ως αβάσιμη.

Ανάμεσα στις θέσεις της Σλοβακικής Κυβέρνησης ήταν ότι ο προσφεύγων δεν είχε ζητήσει οποτεδήποτε την άρση του μέτρου με σχετική διαδικασία. Το ζήτημα, όμως, δεν ήταν να αρθεί ένα μέτρο (που δικαιολογημένα λήφθηκε, αλλά για κάποιους λόγους πρέπει να αρθεί εκ των υστέρων, μέσα στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστικού Συμβουλίου να ακυρώνει δικές του αποφάσεις διαθεσιμότητας για το μέλλον), αλλά το γεγονός ότι ο προσφεύγων αμφισβητούσε κατ’ ουσία ένα μέτρο που λήφθηκε, ότι δεν έπρεπε να είχε ληφθεί, και ό,τι αναζητούσε ήταν τρόπος ελέγχου της ορθότητας της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστικού Συμβουλίου από ένα άλλο (διαφορετικό στη σύνθεση), ανεξάρτητο όργανο. Διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας να μπορούσε να υποστηρίξει ο προσφεύγων ότι δεν διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα στο πλαίσιο άσκησης των δικαστικών του καθηκόντων και ότι τα όσα έβαλλε ήταν (κατά τη θέση του, αδιάφορα από την τελική της βασιμότητα) μέσα στο πλαίσιο του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης του και μη πειθαρχικά επιλήψιμα και σε κάθε περίπτωση μη ικανά να δικαιολογήσουν τη διαθεσιμότητα. Αυτό το δικαίωμα ελέγχου της ορθότητας της απόφασης δεν το είχε.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία του καταλογίζονταν είχαν εκδικαστεί τότε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο παρακάθισε ως Δικαστικό Συμβούλιο. Ήταν με μεταγενέστερη νομοθετική τροποποίηση που προβλέφθηκε και η συμμετοχή του Υπουργού Δικαιοσύνης ως μέρους στις πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον δικαστών, οι οποίες είχαν αρχίσει με πρωτοβουλία του Δικαστικού Συμβουλίου. Επί της ουσίας, σε ένα μεταγενέστερο χρόνο, η πειθαρχική δίωξη του προσφεύγοντος είχε διακοπεί με παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ο προσφεύγων είχε ανακτήσει τις μισθολογικές κρατήσεις. Το ΕΔΔΑ που επιλήφθηκε του παραπόνου έλαβε γνώση της νομοθετικής εξέλιξης, αλλά, με αναφορά στον χρόνο της διαθεσιμότητας του προσφεύγοντος, σε ένα πρώτο στάδιο, έκρινε την προσφυγή παραδεκτή και τα εχέγγυα του άρθρου 6 § 1 εφαρμόσιμα σε πειθαρχικές διαδικασίες, όπως και σε πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον δικαστών. Επομένως, προχώρησε και εξέτασε την ουσία, αναφορικά με την οποία τα μέρη είχαν επαναλάβει τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς τους.

Ως προς την ουσία της υπόθεσης, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε τρόπο πρόσβασης στη δικαιοσύνη για την προσβολή της ουσίας της απόφασης που τον επηρέαζε και γι’ αυτό υπήρξε περιορισμός του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν είναι απόλυτο, και ένα επόμενο ζήτημα ήταν να εξεταστεί εάν αυτός ο περιορισμός ήταν δικαιολογημένος, υπό τις περιστάσεις, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας ή εάν συνιστούσε παραβίαση. Ούτε το «τεστ» αναλογικότητας πέτυχε, υπό τις περιστάσεις. Τα ίδια τα διοικητικά δικαστήρια της Σλοβακίας, με απόφαση που επικυρώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας, έκριναν την απόφαση διαθεσιμότητας μη επιδεκτική δικαστικού ελέγχου ή αναθεώρησης δια της δικής τους δικαιοδοσίας, με την επίκληση νομοθετικής διάταξης η οποία ρυθμίζει γενικά το θέμα και προϋπήρχε της απόφασης διαθεσιμότητας. Ο νομοθετικός περιορισμός είναι γενικής εφαρμογής και δεν δίνει βάση στο να λαμβάνεται υπόψη και η φύση του προσωρινού μέτρου, όπως στις περιπτώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος για το (προσωρινό) μέτρο της διαθεσιμότητας του τύπου αυτού, που είναι, όμως, δραστικό, ακόμα και μέσα στην προσωρινότητά του. Δηλαδή ένα μέτρο που επιφέρει προσωρινό τερματισμό των δικαστικών καθηκόντων, κράτηση του ήμισυ των μισθολογικών απολαβών και διατήρηση των δικαστικών περιορισμών που συνεπάγονται, μεταξύ άλλων, την αδυναμία άσκησης οποιασδήποτε άλλης επικερδούς απασχόλησης κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας.

Έπειτα, έτυχε υπενθύμισης ότι η διαδικαστική δικαιοσύνη είναι ζήτημα εξέχουσας σημασίας στα ευρωπαϊκά και διεθνή κείμενα. Σε αυτήν περιλαμβάνεται και η συμμετοχή ανεξάρτητου προσώπου της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας όταν πρόκειται για τη λήψη κάθε απόφασης που ενδέχεται να αποβεί σε τερματισμό άσκησης δικαστικών καθηκόντων, στον ρυθμό που έδωσε ένα περίπου και η Baka (ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, είχε επιβληθεί στον προσφεύγοντα διαθεσιμότητα από ένα σώμα που κατά τον χρόνο επιβολής του μέτρου δεν είχε αναπτύξει τις θεσμικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που προϋποθέτει το άρθρο 6 § 1. Πέραν και της θεσμικής διάστασης του ότι, στην περίπτωση του προσφεύγοντος, ο λόγος γινόταν και για ίδιο πρόσωπο που κατήγγειλε τον προσφεύγοντα, τον δίκασε μαζί με άλλους, και συμμετείχε και στην απόφαση για τη διαθεσιμότητά του. Έπειτα και διαδικαστικά ο προσφεύγων δεν είχε ακρόαση ουσίας (και τέτοιο δεν νοείται η απλή παράσταση ή η συζήτηση επί άλλων θεμάτων πλην αυτών που επηρεάζουν το ουσιαστικό δικαίωμα του ατόμου, στην προκειμένη περίπτωση, την ελευθερία της έκφρασης που επικαλούνταν ο προσφεύγων).

Στη βάση των ανωτέρω, το ΕΔΔΑ αποφάσισε πως επρόκειτο για παράβαση του δικαιώματος του προσφεύγοντος να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη (άρθρο 6 § 1), καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του μέτρου της διαθεσιμότητάς του, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s