UK: Μάρτυρες «ευάλωτοι» κατά την αντεξέταση

Την R v SG [2017] EWCA Crim 617, που εκδόθηκε από το Court of Appeal (Criminal Division) την 18.05.2017, απασχόλησε η περίπτωση όπου μία δεκαοκτάχρονη μάρτυρας γεγονότων, φερόμενη ως θύμα αδικημάτων σεξουαλικής φύσης, η οποία δεν είχε κριθεί εξ αρχής «ευάλωτη» («vulnerable» ή ορθότερα «intimidated»), ώστε να εφαρμοστούν ειδικά μέτρα («special measures») από τα προβλεπόμενα στη Youth Justice and Criminal Evidence Act 1999, εμφάνισε ξαφνικά συναφείς δυσκολίες κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής της. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ο τρόπος διαχείρισης του συμβάντος από το Δικαστήριο ήταν ο ενδεδειγμένος ή όχι, λαμβανομένης υπόψη, σε κάθε περίπτωση, της ισορροπίας που πρέπει να τηρείται μεταξύ της ανάγκης προστασίας του δικαιώματος αντεξέτασης και της ανάγκης ενός μάρτυρας να δίνει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, χωρίς η αναπηρία ή η δυσκολία του να καθίστανται εμπόδιο σε αυτό.

Ο λόγος για αδικήματα ενδοοικογενειακής σεξουαλικής παρενόχλησης, σε πολυμελή οικογένεια, από ανήλικο δράστη κατά ανήλικου θύματος που συνδέει αδελφική σχέση. Το θύμα, κατά τον χρόνο των συμβάντων, ήταν 15-16 ετών και κατά τον χρόνο της δίκης 18 ετών και ο δράστης κατά 15 μήνες μικρότερος. Η εκδοχή της υπεράσπισης ήταν ότι δεν συνέβησαν τα τρία περιστατικά παρενόχλησης που περιέγραφε το θύμα (σε χρονική απόσταση μεταξύ τους περίπου 6 μήνες), αλλά τα κίνητρα του θύματος ως προς το να κατηγορήσει τον αδελφό της πηγάζουν από αρνητικά συναισθήματα γι’ αυτόν (ζήλια) ή, εάν αυτά τα περιστατικά συνέβησαν, ο ίδιος δεν ήταν εκεί (δεν ήταν ο δράστης). Ειδικότερα, η ουσιαστική εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν ότι δεν υπήρχε και πολλή ησυχία μέσα στο πολυπληθές σπίτι, για να έχει κάποιος ιδιωτικότητα και «ευκαιρία» να πράξει με τον τρόπο που περιέγραψε η παραπονούμενη, ότι ο ίδιος έχει αρκετά βαρυφορτωμένο πρόγραμμα με το σχολείο και τη δουλειά του για να ασχοληθεί με την παραπονούμενη, πέραν του ότι έμαθε να σέβεται τους κανόνες του σπιτιού του, μεταξύ των οποίων να κτυπά και την πόρτα πριν μπαίνει σε δωμάτια άλλων. Με την αδελφή του είχαν καλές ή κανονικές σχέσεις μέχρι τα 12 της χρόνια, αλλά από κάποια ηλικία και μετά η ίδια του μιλούσε απότομα και τον έμπλεκε συνεχώς σε προβλήματα με τους γονείς τους, με διάφορα ψέματά της, κ.λπ..

Η καταδικαστική απόφαση προέκυψε κυρίως από την εκδοχή του θύματος (όπως συνήθως συμβαίνει). Το Court of Appeal, παρόλο που δεν ακύρωσε την καταδίκη, γιατί δεν πείστηκε ότι από τους χειρισμούς του Δικαστηρίου (που δεν έκρινε απόλυτα ορθούς) προκλήθηκε αδικία στην πλευρά του κατηγορούμενου, έκανε κάποιες επισημάνσεις, σε σχέση με την αντιμετώπιση της περίπτωσης όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει, κατά τη διάρκεια της ενώπιον του διαδικασίας, ότι ένας μάρτυρας, που αρχικά δεν έδιδε ενδείξεις ότι είναι «ευάλωτος», μπορεί τελικά να είναι «ευάλωτος». Και αυτές είναι χρήσιμες κυρίως γιατί δεν έχουμε συχνά τέτοιες, αλλά και γιατί κάθε φορά που έχουμε τέτοιες, δίνουν και την ευκαιρία ενασχόλησης ξανά με το θέμα αυτό και περισυλλογής: Λείπει κάτι ακόμα (μετά και τις αναθεωρήσεις που έγιναν στο αγγλικό γίγνεσθαί το 2015);

Η «αναστάτωση» του θύματος προέκυψε όταν ο συνήγορος υπεράσπισης άρχισε να της υποβάλλει ερωτήσεις πάνω στις ψιλές λεπτομέρειες των πράξεων που καταλογίζονταν στον κατηγορούμενο. Για τον ακριβή τρόπο που έγινε η παρενόχληση, για τους «μηχανισμούς» της παρενόχλησης, για το τι έκανε το θύμα μετά από συγκεκριμένες κινήσεις που υποτίθεται πως έκανε ο κατηγορούμενος, κατά την εκδοχή του θύματος, κ.λπ. Το θύμα, που δεν θυμόταν αρχικά όλες αυτές τις λεπτομέρειες, κάποια στιγμή, με προφανή δυσφορία, ζήτησε να γίνει ένα διάλειμμα από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο επέτρεψε το διάλειμμα και ενημέρωσε την παραπονούμενη ότι θα μπορούσε να συνεχίσει η δικάσιμος την επόμενη ημέρα, τελικά αποδεσμεύοντας κι αυτήν και τους ενόρκους.

Τότε εκτυλίχθηκε μια συζήτηση μεταξύ των συνηγόρων και του Δικαστηρίου, με το Δικαστήριο να εκφράζει την πεποίθηση ότι δεν είχαν τεθεί κανόνες για τη διεξαγωγή της ενώπιον του διαδικασίας και αυτή φαίνεται να αφορά σε ευάλωτο μάρτυρα. Αυτό γιατί δεν είχε διαπιστωθεί αρχικά ότι επρόκειτο για ευάλωτο μάρτυρα, αφού κάποιες φορές αυτό προκύπτει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Έπειτα, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υποβολή ερωτήσεων για τους «μηχανισμούς» της παρενόχλησης, από μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης, εκφράζοντας, εμμέσως πλην σαφώς, τη θέση ότι τέτοιες ερωτήσεις δεν ήταν αναγκαίες. Το Δικαστήριο ήθελε, μάλλον, να μετριάσει την ένταση που παρατήρησε να προκαλούν οι ερωτήσεις του είδους αυτού, για να αποφύγει το ενδεχόμενο το θύμα, εάν όντως συνέβησαν τα περιστατικά, να αναβιώσει την παρενόχληση στην ενώπιον του διαδικασία, μέσα από την αντεξέτασή του. Η θέση της υπεράσπισης, από την άλλη, ήταν ότι στον βαθμό που η πεποίθηση της υπεράσπισης ήταν πως οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης ήταν «πλαστοί», μόνον η αντεξέταση επί των λεπτομερειών εκείνων θα μπορούσε να καταδείξει την πραγματική αλήθεια. Ωστόσο, το Δικαστήριο επέμενε στη θέση του ότι δεν ήταν οι «μηχανισμοί» το ζήτημα. Η υπεράσπιση ζήτησε τον χρόνο να σκεφτεί την εισήγηση του Δικαστηρίου, ουσιαστικά, να περιορίσει την αντεξέταση σε συγκεκριμένες ερωτήσεις, οι οποίες θα καταδείκνυαν το «κατά πόσο» συνέβησαν όντως τα περιστατικά αυτά, και όχι το «πώς» αυτά συνέβησαν.

Πέραν των προαναφερόμενων, όμως, το Δικαστήριο ζήτησε από την υπεράσπιση να δει και τις ερωτήσεις που θα υποβάλλονταν στην μάρτυρα από πριν, παρά να αναγκάζεται να τις κρίνει ενώπιον των ενόρκων, θεωρώντας, κατά κάποιο τρόπο, πως και η παραπονούμενη έδειξε ότι είναι, όντως, «ευάλωτη». Όπως επεσήμανε το Δικαστήριο, η παραπονούμενη δυσκολευόταν να απαντήσει όχι γιατί δεν είχε κάτι να πει, αλλά γιατί αυτό που είχε να πει την αναστάτωνε. Το Δικαστήριο εξέλαβε, επίσης, ότι η υπεράσπιση δεν είχε εγείρει ζήτημα ότι τα συμβάντα θα ήταν φυσικά αδύνατον να συμβούν και ότι οι ερωτήσεις της υπεράσπισης επί λεπτών σημείων και λεπτομερειών υποβάλλονταν απλά για να δυσκολευτεί το θύμα να τις απαντήσει (ήταν ερωτήσεις τύπου “speculating”) ή τεχνικές και για να δημιουργεί διαδικαστικής φύσης πλεονέκτημα. Η υπεράσπιση επέμεινε στη δική της εκδοχή, ότι οι ισχυρισμοί για σεξουαλική παρενόχληση πηγάζουν από τη φαντασία της παραπονούμενης και ότι δεν θεωρεί κανονική τη διαδικασία, ήτοι οι ερωτήσεις αντεξέτασης να ανακοινώνονται από πριν στο Δικαστήριο ή να ελέγχονται με οποιονδήποτε τρόπο πριν να υποβληθούν στην μάρτυρα. Υπενθυμίζοντας, προς αυτό, ότι δεν υπήρξε ρύθμιση της διαδικασίας πριν από την έναρξη της αντεξέτασης στη βάση του ότι η μάρτυρας είναι «ευάλωτη», αλλά και του ότι η μάρτυρας, κατά τη θέση της υπεράσπισης, δεν ήταν «ευάλωτη», αδιάφορα από το εάν θα μπορούσε να βιώσει συναισθηματικές αλλαγές κατά την αντεξέταση, όπως, εξάλλου, κάθε μάρτυρας, στον οποίο ασκείται η πίεση της αντιπαράθεσης.

Εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση αναβλήθηκε για το επόμενο πρωί και μέχρι τότε η υπεράσπιση ετοίμασε και κάποιες ερωτήσεις, οι οποίες ήταν αυτές που θεωρητικά θα αναμένονταν, εάν κάποιος ήθελε να αμφισβητήσει την αλήθεια του ότι πράγματι συνέβησαν τα γεγονότα αυτά και να δείξει ότι αυτά ήταν φανταστικά (π.χ. τι έκανες για να τον σταματήσεις, φώναξες σε οποιονδήποτε μέσα στο σπίτι, κ.λπ.). Αυτές τις ερωτήσεις η παραπονούμενη τις απάντησε κανονικά, χωρίς σημάδια δυσφορίας, αφού, κατά τη νέα δικάσιμο, είχε προσέλθει έτοιμη για τη μαρτυρία.

Το Court of Appeal, καταρχάς, διαφώνησε με τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου του είδους των ερωτήσεων που υποβάλλονταν από τον συνήγορο υπεράσπισης ως ερωτήσεις τύπου «speculating» ή ότι αυτές δεν καλύπτονταν από την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, όπως εκείνη είχε εκτεθεί στη δίκη. Η υπεράσπιση, όπως υπέδειξε, μπορεί να αφορά στην άρνηση ότι ένα γεγονός έλαβε χώρα και τότε η υπεράσπιση δικαιούται, προς αυτό, να ελέγξει αλήθεια και την ακρίβεια της αντίθετης μαρτυρίας. Η αντεξέταση επί αυτών που το Δικαστήριο θεώρησε «μηχανισμοί» της παρενόχλησης, σχετικά με το πώς συνέβη κάτι, μπορούν να οδηγήσουν τους ενόρκους (που υπάρχουν στο αγγλικό σύστημα) σε συμπέρασμα ότι το γεγονός δεν έλαβε χώρα ή ότι δεν έλαβε χώρα έτσι όπως το περιγράφει η μάρτυρας. Οι «μηχανισμοί» αυτοί δεν είναι ανάγκη να αμφισβητούνται ρητά στην έκθεση υπεράσπισης, η οποία ήταν σύμφωνη, στην προκειμένη περίπτωση, με την αγγλική ποινική δικονομία που ισχύει για τις περιπτώσεις αυτές.

Το Εφετείο υπενθύμισε πως πλέον υπάρχουν νομοθετικά και διαδικαστικά εργαλεία στο αγγλικό δίκαιο (Criminal Procedure Rules και Practice Directions), με τη χρήση των οποίων μπορεί να διαπιστώσει το Δικαστήριο πότε ένας μάρτυρας είναι «ευάλωτος» και δια των οποίων να βοηθηθεί ο ευάλωτος μάρτυρας να δώσει την καλύτερη δυνατή του μαρτυρία, παραπέμποντας στην συνόψιση των Blackstone 2017 σελ. 19‐48 και Archbold 2017 σελ. 8‐217, και στη Wills (Practice Note) [2012] 1 Cr App R 16. Όντως, υπάρχει ένα τεκμήριο για το οποίο έχει σχετικά κοπιάσει και η δικαστική ψυχολογία: Ότι κάθε ένα πρόσωπο έχει καταρχάς τη δυνατότητα να είναι μάρτυρας γεγονότων και να έχει μια εκδοχή, το δε ζητούμενο είναι ο τρόπος με τον οποίο η εκδοχή του θα εκφραστεί με ακρίβεια και ολοκληρωμένα.

Αναφέρθηκε στη CPD1 3D, που ορίζει ποια πρόσωπα μπορούν να θεωρηθούν «ευάλωτα» στη δίκη και αυτά είναι, εκτός από τους ανήλικους και τους ενήλικους με συγκεκριμένες διανοητικές δυσκολίες, και άλλα πρόσωπα τα οποία μπορούν να βιώσουν φόρο ή πίεση στο να δώσουν μαρτυρία, είτε για προσωπικούς τους λόγους ή για λόγους που αφορούν στην υπόθεση («intimidated»). Η ρύθμιση αυτή δεν είναι δίχως ενστάσεις στη θεωρία, εάν σκεφτεί, κανείς, πως ένα είδος φόβου ή πίεσης αισθάνονται οι περισσότεροι ή σχεδόν όλοι οι μάρτυρες μέσα σε ένα Δικαστήριο. H CPD1 3E αναφέρεται στους κανόνες ακρόασης ενός ευάλωτου μάρτυρα ή κατηγορούμενου, όσον αφορά την υποβολή των ερωτήσεων. Η CPD1 3E.1 δίνει στο Δικαστήριο την εξουσία να ελέγχει τον τρόπο υποβολής των ερωτήσεων. Οι ερωτήσεις που βρίθουν εντάσεων και επαναλήψεων, σε έναν «ευάλωτο» μάρτυρα, θα πρέπει να διακόπτονται. Οι παρεμβάσεις του Δικαστηρίου περιορίζονται όταν οι ερωτήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις επικοινωνιακές ανάγκες του εκάστοτε ατόμου,  συζητούνται εκ των προτέρων και συμφωνείται ο τρόπος διεξαγωγής της δίκης με βάση τους κανόνες οι οποίοι ρυθμίζονται περαιτέρω στις CPD1 3E2-6. Οι εν λόγω κανόνες εδράζονται στην ανάγκη ο ευάλωτος μάρτυρας να βοηθηθεί να δώσει την καλύτερη δυνατή του μαρτυρία, χωρίς η αδυναμία του, που προκύπτει από το γεγονός ότι είναι ευάλωτος, να επηρεάσει την ουσιαστική εκδοχή του.

Οι προαναφερόμενοι κανόνες αγγλικής πρακτικής περιλαμβάνουν και την αντεξέταση, η οποία μπορεί να αποκλίνει από την παραδοσιακή της μορφή όταν χρησιμοποιείται σε ευάλωτα πρόσωπα (από εκείνο το παλαιό μοντέλο του συνοφρυωμένου δικηγόρου που θυμώνει ή χρησιμοποιεί άλλου είδους θεατρινισμούς, για να τρομάξει ή να εκνευρίσει τον μάρτυρα, τάχα ότι έτσι θα τον οδηγήσει σε συμπεριφορά που θα πλήξει την αξιοπιστία του). Το είδος και η έκταση της αντεξέτασης που αρμόζει εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, η οποία θεωρείται πως είναι μοναδική. Υπάρχουν, επίσης, σχετικοί περιορισμοί ως προς το να υποβάλλει ο συνήγορος τη θέση της υπεράσπισης («putting the case»), να προβαίνει δηλαδή σε υποβολές για να σχολιάσει ο μάρτυρας (π.χ. «σου υποβάλλω ότι …» κ.λπ.), καθώς ένας ανήλικος ή ευάλωτος μάρτυρας μπορεί να εκλάβει την υποβολή ως αγενή «επίθεση» (συχνά το ίδιο συμβαίνει, σε κάποιο βαθμό, και σε μη ευάλωτους μάρτυρες, που αγνοούν τη διαδικασία) ή να καθοδηγηθεί εξ αυτής. Από την άλλη, όταν τίθενται περιορισμοί ως προς τον τρόπο θέσης των ερωτήσεων, που είναι αναγκαίοι και κατάλληλοι σε κάποια περίπτωση, αυτοί οι περιορισμοί θα πρέπει να είναι γνωστοί, συγκεκριμένοι και αρκετά σαφείς πριν από την έναρξη της διαδικασίας.

Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβεβαιώνει ότι τηρούνται οι κανόνες που τίθενται και να εξηγεί (στους ενόρκους) για ποιους λόγους έχουν τεθεί αυτοί. Σχετική ήταν και η  Lumemba [2015] 1 WLR 1579 [38]‐[45]. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο έχει μεγαλύτερη ευχέρεια ως προς το να ενεργεί όπως επιβάλλει το δίκαιο της περίπτωσης (βλ. ευρύτερο overriding objective), μέσα στις εξουσίες που έχει να διαχειρίζεται την ενώπιον του υπόθεση, οι οποίες μπορούν να δικαιολογούν και τη χρήση μη νομοθετημένων μέτρων, όπως στη R v Watts [2010] EWCA Crim 1824, [2010] All ER (D) 292 (Jul) ή στη  R v H [2003] EWCA Crim 1208, (2003) Times, 15 April, [2003] All ER (D) 436 (Mar), που είναι κατάλληλα στην περίπτωση.

Αναλόγως, διαμορφώνονται και τα ηθικά καθήκοντα του δικηγόρου που συμμετέχει σε μια δίκη με ευάλωτο μάρτυρα, να συνεργάζεται στην προσπάθεια εξεύρεσης και ακρόασης της πλήρους και ακριβούς εκδοχής του μάρτυρα, αφού βασικός στόχος των ερωτήσεων που υποβάλλει ένας δικηγόρος σε έναν μάρτυρα είναι η εξιχνίαση της υπόθεσης και όχι ο εξευτελισμός, η προσβολή ή η ενόχληση του μάρτυρα. Είναι ασφαλώς αναγκαίο η διαχείριση της υπόθεσης, όσον αφορά τον καθορισμό της ακολουθητέας διαδικασίας, να γίνεται έγκαιρα, και όπου χρειάζεται με τη βοήθεια ειδικού. Σχετικά με την παραδοσιακή εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει τις μακρές και ανούσιες αντεξετάσεις, οι οποίες προκαλούν αχρείαστα επέκταση της εκκρεμοδικίας, είναι οι Simmonds and others (1967) 51 Cr App R 316, 320 και Kalia (1974) 60 Cr App R 200, 209 – 2010, με αναφορά στη Mechanical & General Invention Co Ltd v. Austin and Austin Motor Co [1935[ AC 346, 349.

Στην περίπτωση της παραπονούμενης, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ειδικά μέτρα λόγω του ότι ήταν θύμα αδικήματος σεξουαλικής φύσης (ήταν αυτομάτως «intimidated»)· θα μπορούσε, βάσει αυτών, να δώσει π.χ. τη μαρτυρία της πίσω από κάποια οθόνη, εάν η περίπτωσή της κρινόταν τέτοια, ή άλλως πώς, μεμονωμένα ή συνδυασμένα, από την ποικιλία μέτρων που υπάρχουν, και αναλόγως του καταλληλότερου μέτρου ή συνδυασμού μέτρων. Ωστόσο, η παραπονούμενη δεν θεωρήθηκε ευάλωτη μάρτυρας εξ αρχής από το Δικαστήριο· ήταν ψύχραιμη, ώριμη και είχε συγκροτημένο λόγο, μέχρι που άρχισε ήδη η αντεξέταση, οπότε και διαπιστώθηκε ότι ίσως έπρεπε να είχαν τεθεί εξ αρχής κανόνες. Παρόλο που το Εφετείο δέχθηκε ότι ένας μάρτυρας μπορεί να καταδειχθεί ευάλωτος σε ένα τέτοιο μεταγενέστερο στάδιο (χωρίς να μεταφράζει ως λάθος το γεγονός ότι δεν τέθηκαν εξ αρχής κανόνες, για να διασφαλίσουν την περίπτωση, εάν και εφόσον καταδεικνύονταν ευάλωτη η μάρτυρας σε μεταγενέστερη φάση, ούσα και θύμα τέτοιας φύσης αδικημάτων, κατά τις θέσεις της), παρατήρησε ότι τότε δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου για να συμφωνηθούν οι κανόνες με τους οποίους θα διεξαχθεί η διαδικασία. Ασφαλώς, όμως, από τη στιγμή που το Δικαστήριο εντοπίζει το πρόβλημα, έστω αργά, δεν μπορεί και να το αγνοήσει. Ήταν, επομένως, ορθή και επιβεβλημένη η διαχείριση της υπόθεσης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, να αναβάλει την ακρόαση μέχρι την επόμενη ημέρα, αφού πολλές φορές μια αναβολή μπορεί να βοηθήσει έναν αναστατωμένο μάρτυρα να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Θα μπορούσε, επίσης, να δώσει οδηγίες στον συνήγορο υπεράσπισης να ετοιμάσει λίστα με ερωτήσεις, όχι για να τις δει εκ των προτέρων και να κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικά βάσει αυτών, αλλά για να υπάρχει τέτοια λίστα, σε περίπτωση που θα προέκυπτε ότι έτσι θα έπρεπε να προχωρήσει η διαδικασία τελικά (αναλόγως το πώς θα ήταν η επόμενη ημέρα).

Όταν ένα Δικαστήριο λαμβάνει την απόφασή του για τα προαναφερόμενα, είναι σημαντικό να διατηρεί την ισορροπία. Από τη μια πλευρά, θα πρέπει να υπάρχει υπόψη ότι ένας μάρτυρας θα πρέπει να δίνει την καλύτερη δυνατή του μαρτυρία χωρίς να εμποδίζεται από τον τρόπο και το είδος των ερωτήσεων. Από την άλλη, θα πρέπει να μετρηθεί, ανάλογα, η ανάγκη της υπεράσπισης να αμφισβητήσει την εκδοχή του μάρτυρα με τον δέοντα τρόπο. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί φόβος ή αγωνία ή άγχος ή άλλα συναισθήματα σε έναν μάρτυρα· όπως προαναφέρθηκε και σχολιάστηκε και από το Court of Appeal, η ίδια η διαδικασία του να δίνει κάποιος μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν είναι οικεία σε όλους και είναι αγχωτική. Μπορεί, όμως, να συντρέχει, όντως, και λόγος που ευνοεί την υπεράσπιση, όπως το ότι ο μάρτυρας λέει ψέματα και το ψεύδος να είναι αυτό που παράγει το αρνητικό συναισθηματικό επακόλουθο (παρόλο το τετριμμένο και ξεπερασμένο της υπόθεσης αυτής). Το γεγονός ότι ένας μάρτυρας αναπτύσσει κάποιες αρνητικές συναισθηματικές αντιδράσεις δεν σημαίνει, πάντως, αυτομάτως ότι αυτός είναι και «ευάλωτος». Φυσικά, το Court of Appeal δεν θα μπορούσε να θέσει και κάποια σαφή διαχωριστική γραμμή.

Η μάρτυρας, στην προκειμένη περίπτωση, είχε επανέλθει έτοιμη να συνεχίσει με τη μαρτυρία της την επόμενη μέρα, οπότε εκεί εδράστηκε η σκέψη του Εφετείου ότι μπορεί να μην χρειαζόταν η διαπίστωση ότι η μάρτυρας είναι «ευάλωτη» ή να υπάρξει κάποια έμφαση του Δικαστηρίου στον κίνδυνο να βιώσει εκ νέου το θύμα γεγονότα, εάν εκείνα είχαν συμβεί. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να αναβάλει απλά την υπόθεση, να ηρεμήσει η μάρτυρας, και να δει πώς προχωρά η διαδικασία την επόμενη ημέρα, με ή χωρίς προτροπή στον συνήγορο για τον τρόπο και είδος των ερωτήσεων (που σε εκείνο το στάδιο μπορεί να μην ήταν αναγκαία ακόμα). Η διαπίστωση ότι η μάρτυρας είναι «ευάλωτη», βάσει της οποίας δόθηκαν οδηγίες για την ετοιμασία λίστα ερωτήσεων με συγκεκριμένο εύρος, ενδεχομένως να ήταν βεβιασμένη, αλλά, και πάλι, το Εφετείο δεν θα μπορούσε να πάρει ουσιαστική θέση επί αυτού, εάν είναι ή δεν είναι ευάλωτη η μάρτυρας. Από την άλλη, λόγω της δυνατότητας να θεωρούνταν εξ αρχής «ευάλωτη» η μάρτυρας, ως εκ της θέσης της, η υπεράσπιση δεν θα μπορούσε, όπως φαίνεται, να επικαλείται και να διεκδικεί διαδικαστικό προνόμιο, που είχε και έχασε, λόγω της παρέμβασης του Δικαστηρίου όταν διαπίστωσε τη δυσκολία.

Έπειτα, το Court of Appeal, έθιξε ότι, παρόλο που οι γραπτές ερωτήσεις θα μπορούσαν να είναι κατάλληλες στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται ειδικά μέτρα, αυτές είναι αλήθεια ότι δεν αφήνουν ελεύθερη τη ροή της αντεξέτασης, πόσο μάλλον όταν θα πρέπει να εκτεθούν γραπτώς και μετά την έναρξη της αντεξέτασης. Δικαιολογώντας, έτσι, εν μέρει, και την αντίδραση και της υπεράσπισης και προς αυτή την κατεύθυνση επισημαίνοντας και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα δεν ήταν η διευκόλυνση της κατανόησης του περιεχομένου των ερωτήσεων από τη μάρτυρα, για να ταιριάζουν γενικά ο τρόπος και ο χρόνος προσέγγισης της δυνατότητας χρήσης γραπτών ερωτήσεων εκ των προτέρων.

Η (σχεδόν ακροβατική) ευελιξία σκέψης και λόγου του Court of Appeal, από τη μία πλευρά στην άλλη, και από το ένα ενδεχόμενο στο άλλο, ήταν για να καταλήξει, απλά, στο ότι, όταν μια αντίδραση συμβαίνει ξαφνικά και έντονα, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτή συμβαίνει, είναι πάντοτε σε καλύτερη θέση να εντοπίσει την πηγή ή τους λόγους προέλευσής της, από ότι το Εφετείο. Ακόμα κι αν έκανε λάθος χειρισμό, δεν μπορεί να εθελοτυφλεί και να αφήσει τον μάρτυρα να υποφέρει. Το ίδιο μπορεί να γνωρίζει καλύτερα ποιος είναι  ορθός τρόπος, αρκεί ο τρόπος που θα επιλέξει να διασφαλίζει την απαραίτητη ισορροπία. Παρόλο που κάποιοι χειρισμοί του πρωτόδικου Δικαστηρίου μπορεί να μην ήταν άψογοι, αφενός το Εφετείο δε μπορεί να προβεί σε εύρημα ότι η παραπονούμενη δεν κατέστη όντως «ευάλωτη» όπως εξέλαβε το Δικαστήριο, αφετέρου δεν υπήρχε έδαφος να γίνει δεκτό ότι, εξ αυτών των μη άψογων χειρισμών και μόνο, προκλήθηκε κάποια αδικία στην πλευρά του κατηγορούμενου.

Advertisements

3 thoughts on “UK: Μάρτυρες «ευάλωτοι» κατά την αντεξέταση

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.