Οι αρχές ερμηνείας των ρητών συμβατικών όρων

Οι αρχές ερμηνείας των ρητών όρων μιας σύμβασης ενεργοποιούνται όταν υπάρχει ανάγκη ερμηνείας. Τέτοια υπάρχει όταν υπάρχει ασαφές νόημα των όρων αυτών. Τότε είναι σύνηθες για τα Δικαστήρια να προσεγγίζουν την ερμηνεία «επαναδιατυπώνοντας» ορισμένες νομολογιακές αρχές. Σε μια τέτοια «επαναδιατύπωση» εκτιμάται η εφαρμογή των συναφών αρχών πριν να εξεταστεί ο βαθμός στον οποίον τυγχάνουν εφαρμογής και τελικά επικρατούν τυχόν ειδικοί ή ειδικότεροι κανόνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις θέτει ο νόμος κάποιους ερμηνευτικούς κανόνες, ορίζοντας ότι κάποιες λέξεις έχουν συγκεκριμένο νόημα, περίπτωση όπου νοείται η επικράτηση της νομοθετικής πρόνοιας.

Ο λόγος, εν προκειμένω, για το δύσκολο εκείνο «πακέτο αρχών» που προκύπτει από τη νομολογία σε σχέση με την ερμηνεία των ρητών συμβατικών όρων και σταχυολογεί την υποτιθέμενη θεωρία της αντικειμενικότητας στην ερμηνεία των συμβάσεων. Θεωρία με βάση την οποία, μεταξύ άλλων, προς αντικατάσταση της παλαιότερης θεωρίας της υποκειμενικότητας, η πρόθεση ή βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι αυτή που δείχνουν οι εκφρασμένες λέξεις τους και η συμπεριφορά τους, παρά εκείνη που προκύπτει από τις ανέκφραστες επιθυμίες τους (οι οποίες κατέστησαν άσχετες). Και τούτη εντοπίζεται, με βάση το κείμενο, σε επίπεδο νομικό και νομικά, εκ του νοήματος των λέξεων.

Ο Lord Hoffmann, στην Investors Compensation Scheme Ltd v West Bromwich Building Society [1998] 1 All ER 98 σελ. 114-115, [1998] 1 WLR 896 σελ. 912, HL, συνόψισε ορισμένες αρχές, οι οποίες «επαναδιατυπώθηκαν» στην Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38, [2009] AC 1101, [2009] 4 All ER 677. Σύμφωνα με τον Lord Hoffmann, στην Investors Compensation Scheme Ltd (ανωτέρω), η «θεμελιώδης αλλαγή» σε αυτό τον τομέα (της ερμηνείας των συμβάσεων), είναι το ενδεχομένως μη επαρκώς τιμημένο αποτέλεσμα κάποιων παλαιότερων υποθέσεων, που διαμόρφωσαν μια προσέγγιση, όπως η Prenn v Simmonds [1971] 3 All ER 237 σελ. 240-242, [1971] 1 WLR 1381 σελ. 1384-1386, HL, και η Reardon Smith Line Ltd v Hansen-Tangen, Hansen-Tangen v Sanko Steamship Co [1976] 3 All ER 570, [1976] 1 WLR 989, HL. Σε αυτή την προσέγγιση, η κοινή λογική και η συνήθης ανθρώπινη εμπειρία είναι βασικοί άξονες, ενώ δεν έχουν θέση οι διάφοροι νομικίστικοι συλλογισμοί (που μπορούν να δημιουργούν χάσμα μεταξύ της κοινής λογικής και της νομικής λογικής και φαίνονται να ανατρέχουν σε μια ξεπερασμένη νομολογιακή εποχή, πριν από τη δεκαετία του 70’). Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες «αρχές»:

(α) Ερμηνεία είναι ο καθορισμός του νοήματος που το έγγραφο θα μπορούσε να μεταδώσει σε έναν λογικό άνθρωπο, ο οποίος γνωρίζει ό,τι ευλόγως θα γνώριζαν και τα συμβαλλόμενα μέρη και τον οποίο τοποθετούμε στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης. O Lord Hoffman χρησιμοποίησε τη λέξη «background», χωρίς να σημαίνει ότι η λέξη «παρασκήνιο» είναι κατάλληλη για να αποδώσει στην ελληνική ή και για να περιγράψει αυτό που ακριβώς ήθελε να πει.

(β) Ο Lord Wilberforce, στην Prenn (ανωτέρω), αναφέρθηκε στο «πλέγμα πραγματικών γεγονότων» (εάν έτσι μπορεί να αποδοθεί η φράση «matrix of facts» ή «factual matrix») για να περιγράψει το πλαίσιο εκείνο, το συγκεκριμένο πλαίσιο, τον «συμβατικό κόσμο» μέσα στο οποίο τοποθετούμε τον λογικό άνθρωπο και μέσα στο οποίο, κατ’ επέκταση, θα κινηθεί ο ερμηνευτής της σύμβασης για να αντλήσει το ζητούμενο νόημα. Ένα πλαίσιο που υποδεικνύει ότι η προσέγγιση δεν γίνεται αφηρημένα και αόριστα ή δια του «λογοτεχνίζειν» ή στο ανοιχτό κενό[1], μα σε μια συγκεκριμένη ολότητα[2]. Η φράση αυτή όμως («matrix of facts») μπορεί να μην αποδίδει επίσης (και κατά τον Lord Hoffman) πλήρως το περιεχόμενο του πλαισίου για το οποίο γίνεται ο λόγος, το οποίο περιλαμβάνει οτιδήποτε (σχετικό)[3] θα μπορούσε να έχει επιδράσει στον τρόπο με τον οποίον η γλώσσα του εγγράφου, ως διαμορφώθηκε, θα μπορούσε να τύχει κατανόησης από έναν λογικό άνθρωπο[4].

(γ) Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν περιλαμβάνονται οι προσυμβατικές διαπραγματεύσεις των μερών, ούτε οι διακηρύξεις των προθέσεών τους. Αυτή η διάκριση, τα όρια της οποίας δεν είναι και απόλυτα σαφή, γίνεται για σκοπούς πρακτικής πολιτικής. Μόνο σε αυτή τη διάσταση η νομική ερμηνεία διαφέρει από τον τρόπο ερμηνείας των δηλώσεων στην καθημερινή ζωή.

(δ) Το νόημα που αναζητά ο ερμηνευτής, αυτό που θα μπορούσε να μεταδοθεί στον λογικό άνθρωπο, δεν ταυτίζεται με το νόημα των λέξεων, το οποίο απασχολεί τα λεξικά ή τη γραμματική. Είναι αυτό που τα μέρη, χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις, μέσα σε αυτό το πλαίσιό τους, ευλόγως θα κατανοούσαν ότι σημαίνει. Το πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να δώσει απλά τη δυνατότητα στον λογικό άνθρωπο να επιλέξει μεταξύ των διαφόρων πιθανών νοημάτων τυχόν αμφίβολων λέξεων, αλλά ακόμα (όπως μερικές φορές συμβαίνει στην κανονική ζωή) και να διαπιστώσει ότι τα μέρη, για οποιονδήποτε λόγο, είχαν χρησιμοποιήσει λανθασμένες λέξεις ή σύνταξη[5].

(ε) Ο «κανόνας» ότι θα πρέπει να αποδίδεται στις λέξεις το φυσικό και συνηθισμένο νόημά τους αντανακλά την κοινή λογική θέση ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να γίνονται με ευκολία λεκτικά ή εκφραστικά ή γραμματικά λάθη, ειδικά σε επίσημα έγγραφα, όπου η προσοχή αναμένεται να είναι πιο τεταμένη στην απόδοση των πραγματικών νοημάτων. Η πρωταρχική πηγή για να κατανοήσει, κανείς, τι εννόησαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν είναι αυτό το συνηθισμένο νόημα των λέξεων, επομένως όταν δεν υπάρχει ασάφεια στο νόημα, αυτό ισχύει, ακόμα κι αν οδηγεί σε απρεπή αποτελέσματα[6]. Εάν μέσα από αυτό το πλαίσιο διαπιστώσει, κανείς, ότι κάτι συνέβη λάθος, όσον αφορά τη γλώσσα ή τη χρήση της, ο νόμος δεν απαιτεί από τον δικαστή να δώσει στα μέρη κάποια πρόθεση, την οποίαν δεν θα μπορούσαν να έχουν[7].

Συναφείς ήταν, μεταξύ άλλων, και οι Sirius International Insurance Co (Publ) v FAI General Insurance Ltd [2004] UKHL 54 σελ. [19], [2005] 1 All ER 191 σελ. [19], [2004] 1 WLR 3251 σελ. [19] και Rainy Sky SA v Kookmin Bank [2011] UKSC 50, [2012] 1 All ER (Comm) 1, [2011] 1 WLR 2900. Στη Sirius International Insurance Co (Publ) (ανωτέρω) δεν παραλείφθηκε η αναγκαία έμφαση στην αντικειμενικότητα[8] αυτού του «test», που βασίζεται στην αντίληψη του λογικού ανθρώπου που τοποθετείται στο χωροχρονικό πλαίσιο της σύμβασης, και στην ανάγκη αποφυγής του (νομικού) λογοτεχνισμού, ο οποίος μπορεί να καταστρέψει τον σκοπό μιας συμφωνίας[9].

Στη Rainy Sky SA (ανωτέρω), επίσης, λέχθηκε, στη βάση των ίδιων αρχών, ότι όταν ένας όρος σε μια σύμβαση επιδέχεται δύο διαφορετικές ερμηνείες, θα ήταν ορθό να υιοθετηθεί η ερμηνεία εκείνη που συνάδει με την κοινή επιχειρηματική λογική και να απορρίψει την άλλη, απαντώντας στο ερώτημα τι θα κατανοούσε ένας λογικός άνθρωπος ότι τα συμβαλλόμενα αυτά μέρη έχουν συμφωνήσει, εάν αυτός διέθετε το ίδιο γνωστικό υπόβαθρο και βρισκόταν στην ίδια θέση με τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον χρόνο της σύμβασης. Ο (εμπορικός κι εκεί) σκοπός της σύμβασης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η κοινή επιχειρηματική λογική πρέπει να αποδίδεται στα επιχειρηματικά έγγραφα και αυτή πολλές φορές καθορίζεται από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ένα έγγραφο, οπότε ο λογικός άνθρωπος μπορεί να τοποθετηθεί στη θέση του παραλήπτη εκείνου[10].

Όπως υποδείχθηκε, επίσης, και στην πιο πρόσφατη Wood v Capita Insurance Services Ltd [2017] UKSC 24, [2017] 2 WLR 1095, [2017] All ER (D) 182 (Mar), το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας μια σύμβαση, δεν θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική ή συμβατική θέση οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους. Εν ολίγοις, αυτό που δεν επιτρέπεται στα Δικαστήρια είναι να «παράγουν» αυτά τη σύμβαση (δηλαδή μια ουσιαστικά νέα σύμβαση) με βάση ό,τι αυτά νόμιζαν πως ήθελαν τα μέρη κατά τον χρόνο σύναψής της[11], χωρίς η απαγόρευση αυτή να έχει την έννοια πως δεν μπορούν, τα Δικαστήρια, να διαγνώσουν τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών μέσα από τη διερεύνηση του πλαισίου ή μέσα από την ίδια να «διορθώσουν» δια ερμηνείας προφανή λάθη (χωρίς να πλάθουν τη σύμβαση)[12] (που αυτό πράττουν εισχωρόντας στο πλαίσιο), με την αυστηρότερη προσέγγιση κατά νου, που χρήζει στις δημόσιες συμβάσεις ή στα έγγραφα που είναι προσβάσιμα σε τρίτους κ.λπ.

Η εξωγενής μαρτυρίας (που κατά κανόνα δεν είναι αποδεκτή) μπορεί να είναι αποδεκτή αποκλειστικά και μόνον για σκοπούς υποβοήθησης της ερμηνείας, όταν υπάρχει πραγματικά αμφίβολο ή ασαφές νόημα[13] ή όταν αυτό, όταν λαμβάνεται λογοτεχνικά, δεν συνάδει με τη λογική[14] ή όταν δημιουργείται αντίφαση με το νόημα της ίδιας λέξης ή φράσης που περιέχεται σε άλλο έγγραφο που συνεξετάζεται[15] ή όσον αφορά τη σημασία τεχνικών όρων, για τη διάγνωση, τέλος πάντων, του πλαισίου, αλλά και τούτο υπό δύο εξαιρέσεις (που επαναφέρουν τον κανόνα):

(α) Η πρώτη εξαίρεση αφορά στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και στη διάγνωση των προθέσεων των μερών. Οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις μπορούν, όμως, να εισαχθούν στη μαρτυρία για την απόδειξη ότι ένα γεγονός είναι σχετικό και εμπίπτει στο πλαίσιο που ήταν γνωστό στα μέρη[16] ή για την απόδειξη του ότι τα μέρη έχουν προσδώσει σε συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις συγκεκριμένο (διαφορετικό από το συνηθισμένο) νόημα (“private dictionary rule)[17] ή ότι υπάρχει προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των μερών μη προπαρασκευαστική της υπό κρίση συμφωνίας και εφόσον η προσκόμιση της μαρτυρίας είναι ουσιαστική[18], σε κάθε περίπτωση με τρόπο ώστε η μαρτυρία αυτή (όσον αφορά το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εισέρχεται το Δικαστήριο) να διαχωρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μη επιτρεπτή μαρτυρία που τυχόν αφορά στο τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών[19].

(β) Η δεύτερη εξαίρεση αφορά στη συμπεριφορά των μερών μετά την υπογραφή της σύμβασης. Μπορεί να προσκομιστεί, όμως, μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία[20] ή για την έγερση κωλύματος (estoppel)[21], αλλά όχι για να αλλοιωθεί το αρχικό νόημα της σύμβασης[22].

Η κατ’ εξαίρεση αποδοχή της εξωγενούς μαρτυρίας για σκοπούς ερμηνείας σχολιάστηκε παλαιότερα, στην αμερικανική θεωρία, ως μετάβαση από την εικονική πραγματικότητα στην αληθινή πραγματικότητα, σε σχέση με την ερμηνευτική προσέγγιση μιας σύμβασης. Δεν έμεινε, όμως, και χωρίς θεωρητικές επικρίσεις ο περιορισμός της στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ασάφεια των όρων, στη βάση του ότι και τούτο το ίδιο μπορεί να είναι ασαφές. Στην ενίσχυση αυτού του ενδεχομένου επικουρεί, κατά κάποιο τρόπο, και η νομική ψυχολογία, όταν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε “false consensus bias” (Solan, Rosenblatt & Osherson, 2008).

Εξάλλου, και η ίδια η θεωρία της αντικειμενικότητας δεν έτυχε απανταχού υποδοχής, ειδικά στις απαρχές της, όταν περιορίζονταν στο εσωτερικό νόημα των λέξεων παρακάμπτοντας την πρόθεση των μερών. Ήταν, τότε, ο έντιμος δικαστής Brook που είχε πει τα εξής[23]:

«if a man should bend the law to the intent of the party, rather than the intent of the party to the law, this would be the way to introduce barbarousness and ignorance, and to destroy all learning and diligence.»

Άλλοι πέρασαν, θαρρώ, μια περίοδο που έβλεπαν, στην υπερβολή τους, το νέο-διαμορφωμένο δίκαιο των συμβάσεων να «βιώνει», τάχα, έναν θάνατο. Ο δρόμος της θεωρίας της αντικειμενικότητας στρώθηκε με άκαμπτες απαγορεύσεις (παρόλο που δεν ήταν αυτός ο σκοπός της), κι έτσι ξαφνικά, η κάπως πιο φιλελεύθερη προσέγγιση στο ζήτημα της ερμηνείας των συμβάσεων, εκείνη που αναζητούσε την ευελιξία (π.χ. να μην εξαιρούνται οι προσυμβατικές διαβουλεύσεις ή η μετέπειτα συμπεριφορά υπό διατύπωση αρνητικού κανόνα, εφόσον μπορεί, κάποια περίπτωση, να χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση για τη διάγνωση της πραγματικής πρόθεσης των μερών) έτεινε να γίνεται «θέμα ταμπού». Και δεν είναι και βέβαιο εάν έχει ξεπεραστεί αυτή η τάση σε όλες τις περιοχές που εφάρμοσαν το κοινό δίκαιο (σε αυτό το κεφάλαιο με πιο ομοιόμορφο τρόπο).

Εν πάση περπτώσει, επιστρέφοντας στην αγγλική νομολογία, μέσα από αυτήν προκύπτουν και ειδικότερες ερμηνευτικές οδηγίες, που συνοψίζονται εγκυκλοπαιδικά[24] (με κίνδυνο να περιπέσει, κανείς, σε κάποιο είδος νεοφορμαλισμού):

  1. Οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται σύμφωνα με τη φύση των περιστάσεων ή το πρόσωπο[25]
  2. Σε περίπτωση αμφιβολίας, και όχι άλλοτε, οι λέξεις, στο λειτουργικό μέρος της σύμβασης, ερμηνεύονται υπό το φως του λοιπού μέρους της σύμβασης[26]
  3. Όταν μια λίστα συγκεκριμένων πραγμάτων ή μια συναφής τάξη ακολουθείται από γενικές λέξεις, τεκμαίρεται ότι οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται υπό το φως των προηγούμενων ειδικών: ο κανόνας αυτός της συντακτικής ερμηνείας που εφαρμόζεται στα νομοθετήματα εφαρμόζεται και στις συμβάσεις, με μεγαλύτερη χαλαρότητα στις εμπορικές συμβάσεις[27]
  4. Όταν συγκεκριμένο πρόσωπο, δικαίωμα ή πράγμα περιλαμβάνεται στη σύμβαση, ενδεχομένως να ενδεικνύεται πρόθεση εξαίρεσης οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δικαιώματος ή πράγματος[28]
  5. Σε συμβάσεις που καταρτίζουν άτομα χωρίς ειδικές γνώσεις (αμφίβολο για συμβάσεις που καταρτίζουν νομικοί), δεν υπάρχει τεκμήριο κατά του πλεονασμού[29]
  6. Η διατύπωση των προνοιών υπερτερεί έναντι της διατύπωσης των επικεφαλίδων[30]
  7. Οι εμπορικές συμβάσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την πρακτική και τα έθιμα των εμπόρων, νοουμένου ότι αυτά δεν είναι αντίθετα με το περιεχόμενο της σύμβασης[31]. Όταν είναι διατυπωμένες σε σταθερές φόρμες, χρήζουν και ομοιόμορφης ερμηνείας∙
  8. Οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ του νοήματος των λέξεων και του νοήματος των εικόνων, επιλύνεται υπέρ του νοήματος των λέξεων[32]
  9. Τεκμαίρεται ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποια συμβατική πρόνοια για να βασίσει δική του αντισυμβατική συμπεριφορά[33].

Ο κανόνας «contra proferentem» ή «verba fortius accipiuntur contra proferentem» (οι λέξεις πρέπει να ερμηνεύονται κυρίως εναντίον εκείνου που τις χρησιμοποιεί), κατά την παλαιά Doe d Davies v Williams (1788) 1 Hy Bl 25, επίσης, προκύπτει από το αμφίβολο νόημα των προνοιών μιας σύμβασης. Έχει την έννοια ότι η ερμηνεία, σε τέτοια περίπτωση, τείνει να είναι εις βάρος εκείνου που επιχειρεί να βασιστεί στην αμφίβολη πρόνοια προκειμένου να εξουδετερώσει κάποια βασική υποχρέωσή του ή ένα νόμιμο καθήκον επιμέλειας που έχει ανεξάρτητα από τη σύμβαση[34]. Έχει, επίσης, την έννοια (σε τελική ανάλυση – «τελευταίο καταφύγιο[35]»), ότι η ερμηνεία κείται εναντίον και του μέρους που επιχείρησε την ένταξή της (κατόπιν ερμηνείας) αμφίβολης πρόνοιας στη συμφωνία, δηλαδή εναντίον του συντάκτη της[36].

Οι κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων που αναπτύχθηκαν στο αγγλικό δίκαιο έχουν εισαχθεί στην Κυπριακή νομολογία, κάποιες αποφάσεις της οποίας επιχείρησαν, επίσης, «επαναδιατύπωση»[37], ενώ συνήθη παραπομπή συνιστούν εκδόσεις του συγγράμματος «Chitty on Contracts» και άλλων συγγραμμάτων, που, επίσης, συνοψίζουν κάποιες από τις προαναφερόμενες αρχές ερμηνείας.

Τα όσα αφορούν τους εξυπακουόμενους συμβατικούς όρους είναι, επίσης, ένα μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο επιφυλάσσεται για κάποια άλλη χρονική στιγμή.

———————–

Solan, L., Rosenblatt, T. & Osherson, D. (2008). False Consensus Bias in Contract Interpretation. Columbia Law Review, 108, 1268 – 1300.

[1] Rainy Sky v Kookmin Bank [2011] UKSC 50 σελ. [21], [2012] 1 All ER (Comm) 1 at [21], [2011] 1 WLR 2900 σελ. [21] ∙ και Bright Asset Ltd v Lewis [2011] EWCA Civ 122 σελ. [28], [2011] All ER (D) 190 (Feb)∙ και Fitzroy Robinson Ltd v Mentmore Towers Ltd [2009] EWHC 1552 (TCC) σελ. [28], (2009) 125 ConLR 171 σελ. [28] ∙ και Static Control Components (Europe) Ltd v Egan [2004] EWCA Civ 392, [2004] 2 Lloyd’s Rep 429, αλλά και Multi-link Leisure Developments Ltd v North Lanarkshire Council [2010] UKSC 47 σελ. [11], [2011] 1 All ER 175 σελ. [11] (λόγος Lord Hope DP).

[2] Βλ.και Throckmerton v Tracy (1555) 1 Plowd 145 σελ. 161∙ και Barton v Fitzgerald (1812) 15 East 530 σελ. 541∙ και Hussey v Horne-Payne (1879) 4 App Cas 311, HL∙ και  Glynn v Margetson [1893] AC 351, HL∙ και Shell Tankers (UK) Ltd v Astro Comino Armadora SA, The Pacific Colocotronis [1981] 2 Lloyd’s Rep 40, CΑRe Sigma Finance Corpn (in administrative receivership) [2009] UKSC 2, [2010] 1 All ER 571∙ και Deutsche Bank AG v Sebastian Holdings Inc [2010] EWCA Civ 998 σελ. [40], [2011] 2 All ER (Comm) 245 σελ. [40], [2011] 1 Lloyd’s Rep 106 σελ. [40] ∙ και Royal Bank of Scotland plc v Highland Financial Partners LP [2010] EWCA Civ 809 σελ. [11] ∙ και Hadjipateras v S Weigall & Co (1918) 34 TLR 360∙ και Central Meat Products Co Ltd v JV McDaniel Ltd [1952] 1 Lloyd’s Rep 562, αλλά και R Simon & Co Ltd v Peder P Hedegaard AS [1955] 1 Lloyd’s Rep 299∙ και A Davies & Co (Shopfitters) Ltd v William Old Ltd (1969) 67 LGR 395∙ και Mendelssohn v Normand Ltd [1970] 1 QB 177, [1969] 2 All ER 1215, CA∙ και  J Evans & Son (Portsmouth) Ltd v Andrea Merzario Ltd [1976] 2 All ER 930, [1976] 1 WLR 1078, CA), αλλλά και English Industrial Estates Corpn v George Wimpey & Co Ltd [1973] 1 Lloyd’s Rep 118, CA∙ και Fenice Investments Inc v Jerram Falkus Construction Ltd [2009] EWHC 3272 (TCC), (2009) 128 ConLR 124) ∙ και Baumwoll Manufactur von Scheibler v Furness [1893] AC 8 at 15, HL; Glynn v Margetson [1893] AC 351 at 357, HL.

[3] Bank of Credit and Commerce International SA (in liquidation) v Ali [2001] UKHL 8 σελ. [37], [2002] 1 AC 251 σελ. [37], [2001] 1 All ER 961 at [37].

[4] Πιο αυστηρή πρέπει να είναι η προσέγγιση όσον αφορά τα έγγραφα που είναι δημόσια ή μπορούν να ελεγχθούν από τρίτα πρόσωπα βλ. : Cherry Tree Investments Ltd v Landmain Ltd [2012] EWCA Civ 736, [2012] 23 EG 97 (CS), [2012] All ER (D) 11 (Jun).

[5] Mannai Investment Co Ltd v Eagle Star Life Assurance Co Ltd [1997] 3 All ER 352, [1997] 2 WLR 945.

[6] Rainy Sky v Kookmin Bank [2011] UKSC 50 σελ. [23], [2012] 1 All ER (Comm) 1 σελ. [23], [2011] 1 WLR 2900 σελ. [23]∙ και Co-operative Wholesale Society Ltd v National Westminster Bank plc [1995] 1 EGLR 97, CA∙ και  Saad Investments Co Ltd (in official liquidation) v Al-Sanea [2012] EWCA Civ 313, [2012] All ER (D) 139 (Apr).

[7] Antaios Cia Naviera SA v Salen Rederierna AB, The Antaios [1984] 3 All ER 229 σελ. 233, [1985] AC 191 201.

[8] Deutsche Genossenschaftsbank v Burnhope [1995] 4 All ER 717 σελ. 724, [1995] 1 WLR 1580 σελ. 1587, HL∙και Mannai Investment Co Ltd v Eagle Star Life Assurance Co Ltd [1997] AC 749 at 767, 775, 782, [1997] 3 All ER 352 at 369, 376, 383, HL.

[9] Re Sigma Finance Corpn (in administrative receivership) [2009] UKSC 2 σελ. [35], [2010] 1 All ER 571 σελ. [35] (λόγος Lord Collins SCJ,αλλά και Lord Walker SCJ)∙και Ford v Beech (1848) 11 QB 852 σελ. 866, Exch Ch, (λόγος Parke B.)∙και  Ravennavi SpA v New Century Shipbuilding Ltd [2007] EWCA Civ 58 σελ. [12], [2007] 2 All ER (Comm) 756 σελ. [12], [2007] 2 Lloyd’s Rep 24 σελ. [12] ∙και Garratt v Mirror Group Newspapers Ltd [2011] EWCA Civ 425, [2011] ICR 880, [2011] IRLR 591.

[10] Homburg Houtimport BV v Agrosin Pte Ltd, The Starsin [2003] UKHL 12 at [73], [2004] 1 AC 715 at [73], [2003] 2 All ER 785 σελ. [73]∙και Glynn v Margetson & Co [1893] AC 351 σελ. 359, HL∙και International Fina Services AG v Katrina Shipping Ltd, The Fina Samco [1995] 2 Lloyd’s Rep 344 σελ. 350, CA∙και Mannai Investment Co Ltd v Eagle Star Life Assurance Co Ltd [1997] AC 749 σελ. 771, [1997] 3 All ER 352 σελ. 372, HL (λόγος Lord Steyn).

[11] L Schuler AG v Wickman Machine Tool Sales Ltd [1974] AC 235 σελ. 251, [1973] 2 All ER 39 σελ. 45, HL∙και Sinochem International Oil (London) Co Ltd v Mobil Sales and Supply Corpn [2000] 1 All ER (Comm) 474 σελ. [29], [2000] 1 Lloyd’s Rep 339 σελ. [29]∙και Pratt v Aigaion Insurance Co SA, The Resolute [2008] EWCA Civ 1314 σελ. [12], [2009] 2 All ER (Comm) 387 σελ. [12], [2009] 1 Lloyd’s Rep 225 σελ. [12].

[12] IRC v Raphael [1935] AC 96 σελ. 142, HL∙ και ING Bank NV v Ros Roca SA [2011] EWCA Civ 353 σελ. [110], [2012] 1 WLR 472 σελ. [110], [2012] Bus LR 266 σελ. [110]∙ και Gesner Investments Ltd v Bombardier Inc [2011] EWCA Civ 1118, [2011] All ER (D) 90 (Oct)∙ και McKillen v Misland (Cyprus) Investments Ltd [2012] EWCA Civ 179 σελ. [55], [2012] 12 LS Gaz R 22, [2012] All ER (D) 41 (Mar) (λόγος Rimer LJ).

[13] Bank of New Zealand v Simpson [1900] AC 182 σελ. 189, PC.

[14] Summit Investment Inc v British Steel Corpn, The Sounion [1987] 1 Lloyd’s Rep 230, CA.

[15] Mannai Investment Co Ltd v Eagle Star Life Assurance Co [1997] AC 749, [1997] 3 All ER 352, HL∙ και BOC Group plc v Centeon LLC [1999] 1 All ER (Comm) 970 σελ. 979.

[16] Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38 σελ.[42], [2009] AC 1101 σελ. [42], [2009] 4 All ER 677 σελ. [42]. Βλ. και : Oceanbulk Shipping and Trading SA v TMT Asia Ltd [2010] UKSC 44, [2011] 1 AC 662, [2010] 4 All ER 1011 σε σχέση με συμφωνία που είναι συμφωνία διευθέτησης και για διαπραγματεύσεις που έγιναν «άνευ βλάβης».

[17] Proforce Recruit Ltd v Rugby Group Ltd [2006] EWCA Civ 69, [2006] All ER (D) 247 (Feb)∙ και Shell Tankers (UK) Ltd v Astro Comino Armadora SA, The Pacific Colocotronis [1981] 2 Lloyd’s Rep 40, CA∙ και Jones v Bright Capital Ltd [2006] EWHC 3151 (Ch), [2006] All ER (D) 87 (Dec)∙ και In Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38 σελ. [47], [2009] AC 1101 σελ. [47], [2009] 4 All ER 677 σελ. [47] Ο Lord Hoffmann ήταν επικριτικός στη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου ιδιωτικού λεξιλογίου στην Partenreederei MS Karen Oltmann v Scarsdale Shipping Co Ltd, The Karen Oltmann [1976] 2 Lloyd’s Rep 708.

[18] 8 Static Control Components (Europe) Ltd v Egan [2004] EWCA Civ 392 σελ. [35], [2004] 2 Lloyd’s Rep 429 σελ. [35], [2004] All ER (D) 04 (Apr) σελ. [35]∙ και KPMG LLP v Network Rail Infrastructure Ltd [2007] EWCA Civ 363, [2007] Bus LR 1336, [2008] 1 P & CR 187∙ και HIH Casualty and General Insurance Ltd v New Hampshire Insurance Co [2001] EWCA Civ 735 σελ. [83], [2001] 2 All ER (Comm) 39 σελ. [83], [2001] 2 Lloyd’s Rep 161 σελ. [83]∙ και St Ivel Ltd v Wincanton Group Ltd [2008] EWCA Civ 1286, [2005] All ER (D) 164 (Nov) ∙ και  Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd’s Rep 127 σελ. 141, CA∙ και HIH Casualty and General Insurance Ltd v New Hampshire Insurance Co [2001] EWCA Civ 735 σελ. [83], [2001] 2 All ER (Comm) 39 σελ. [83], [2001] 2 Lloyd’s Rep 161 σελ. [83].

[19] MSC Mediterranean Shipping Co SA v Owners of the Ship Tychy, The Tychi (No 2) [2001] EWCA Civ 1198 σελ. [29], [2001] 2 Lloyd’s Rep 403 σελ. [29], [2001] All ER (D) 321 (Jul) σελ. [29] ∙ και IRC v Raphael [1935] AC 96 σελ. 142, HL∙ και Prenn v Simmonds [1971] 3 All ER 237 σελ. 241, [1971] 1 WLR 1381 σελ. 1385, HL∙ και Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd’s Rep 127 σελ. 133, CA∙ και Bank of Scotland v Dunedin Property Investment Co Ltd 1998 SC 657∙ και Excelsior Group Productions Ltd v Yorkshire Television Ltd [2009] EWHC 1751 (Comm) σελ. [24], [2009] All ER (D) 171 (Jul)∙ και Oceanbulk Shipping and Trading SA v TMT Asia Ltd [2010] UKSC 44, [2011] 1 AC 662, [2010] 4 All ER 1011∙ και Azimut-Benetti SpA v Healey [2010] EWHC 2234 (Comm), [2011] 1 Lloyd’s Rep 473; Proteus Property Partners Ltd v South Africa Property Opportunities plc [2011] EWHC 768 (QB), [2011] All ER (D) 59 (Apr). Όσον αφορά τις προσυμφωνίες βλ. Inglis v Buttery (1878) 3 App Cas 552 σελ. 558, 569, 576, HL, αλλά και Punjab National Bank v de Boinville [1992] 3 All ER 104, [1992] 1 WLR 1138, CA.

[20] McCausland v Duncan Lawrie Ltd [1996] 4 All ER 995 σελ. 1006, [1997] 1 WLR 38 σελ. 49, CA.

[21] James Miller & Partners Ltd v Whitworth Street Estates (Manchester) Ltd [1970] AC 583 σελ. 611, 615, [1970] 1 All ER 796 σελ. 805, 808, HL∙ και Amalgamated Investment and Property Co Ltd (in liquidation) v Texas Commerce International Bank Ltd [1982] QB 84 σελ. 119-120, [1981] 3 All ER 577 σελ. 582-583, CA.

[22] James Miller & Partners v Whitworth Street Estates (Manchester) Ltd [1970] AC 583 σελ. 603, [1970] 1 All ER 796 σελ. 798, HL∙ και L Schuler AG v Wickman Machine Tool Sales Ltd [1974] AC 235, [1973] 2 All ER 39, HL. The submission in HLB Kidsons (a firm) v Lloyd’s Underwriters subscribing to Lloyd’s policy No 621/PK1D00101 [2008] EWCA Civ 1206 σελ. [28]-[29], [2009] 2 All ER (Comm) 81 σελ. [28]-[29], [2009] 1 Lloyd’s Rep 8 σελ. [28]-[29] αλλά και Sattar v Sattar [2009] EWHC 289 (Ch) σελ. [37], [2009] All ER (D) 220 (Feb) σελ. [37].

[23] Throckmerton v. Tracy, 75 Eng. Rep. 222,251 (1(B. 1816)

[24] Halsbury’s Laws of England/CONTRACT (VOLUME 22 (2012))/5. CONTRACTUAL TERMS/(1) REPRESENTATIONS AND TERMS/(ii) Interpretation of Express Contractual Terms/362. Particular rules, or guidelines.

[25] West London Rly Co v London and North Western Rly Co (1853) 11 CB 327 σελ. 356 (λόγος Parke B.)∙ και Thames and Mersey Marine Insurance Co v Hamilton, Fraser & Co (1887) 12 App Cas 484, HL∙ και Shell Tankers (UK) Ltd v Astro Comino Aramadora SA, The Pacific Colocotronis [1981] 2 Lloyd’s Rep 40, CA.

[26] Leggott v Barrett (1880) 15 ChD 306 σελ. 311, CA, (λόγος Brett LJ)∙ και Rutter (Inspector of Taxes) v Charles Sharpe & Co Ltd [1979] 1 WLR 1429 σελ. 1433, [1979] STC 711 σελ. 720∙ και  Re Michell’s Trusts (1878) 9 ChD 5 σελ. 9 (λόγος Jessel MR)∙ και Rutter (Inspector of Taxes) v Charles Sharpe & Co Ltd [1979] 1 WLR 1429 σελ. 1433, [1979] STC 711 σελ. 720.

[27]SS Magnhild v McIntyre Bros & Co [1920] 3 KB 321∙ και R v Special Comrs, ex p Shaftesbury Homes and Arethusa Training Ship [1923] 1 KB 393, CA∙ και Cullen v Butler (1816) 5 M & S 461∙ και Harrison v Blackburn (1864) 17 CBNS 678∙ και Stott (Baltic) Steamers v Marten [1916] 1 AC 304, HL∙ και Jones v Oceanic Steam Navigation Co [1924] 2 KB 730∙ και Ambatielos v Anton Jurgens Margarine Works [1923] AC 175, HL∙ και Hadley v Perks (1866) LR 1 QB 444 σελ. 457 (λόγος Blackburn J) ∙ και Harrison v Blackburn (1864) 17 CBNS 678∙ και Anderson v Anderson [1895] 1 QB 749, CA∙ και Larson v Sylvester [1908] AC 295, HL∙ και Chandris v Isbrandtsen Moller Co Inc [1951] 1 KB 240, [1950] 2 All ER 618, CA∙ και PJ Van der Zijden Wildhandel NV v Tucker & Cross Ltd [1975] 2 Lloyd’s Rep 240∙ και Whittaker v Kershaw (1890) 45 ChD 320, CA∙ και SS Knutsford Ltd v Tillmans & Co [1908] AC 406, HL∙ και The Makhutai [1996] AC 650, [1996] 3 All ER 502, PC.

[28] Blackburn v Flavelle (1881) 6 App Cas 628 σελ. 634∙ και Hare v Horton (1833) 5 B & Ad 715∙ και National Grid Co plc v Mayes [2001] UKHL 20 σελ. [55], [67], [2001] 2 All ER 417 σελ. [55], [67], [2001] 1 WLR 864 σελ. [55], [67].

[29] Royal Greek Government v Minister of Transport (1940) 83 Ll L Rep 228 σελ. 235 (λόγος Devlin J)∙ και Total Transport Corpn v Arcadia Petroleum Ltd, The Eurus [1998] 1 Lloyd’s Rep 351.

[30] Cott UK Ltd v FE Barber Ltd [1997] 3 All ER 540.

[31] Saunderson v Piper (1839) 5 Bing NC 425.

[32] Crema v Cenkos Securities plc [2010] EWCA Civ 1444, [2011] 2 All ER (Comm) 676, [2011] 1 WLR 2066∙ και The Alhambra (1881) 6 PD 68∙ και Westacott v Hahn [1918] 1 KB 495, CA∙ και Palgrave, Brown & Sons v SS Turid (Owners) [1922] 1 AC 397, HL∙ και Global Coal Ltd v London Commodity Brokers [2010] EWHC 1347 (Ch), [2010] All ER (D) 58 (Jun).

[33] Alghussein Establishment v Eton College [1991] 1 All ER 267, [1988] 1 WLR 587, HL∙ και Micklefield v SAC Technology Ltd [1991] 1 All ER 275, [1990] 1 WLR 1002∙ και Cheall v Association of Professional, Executive, Clerical and Computer Staff [1983] 2 AC 180 σελ. 188-189, [1983] 1 All ER 1130 at 1134, HL∙ και BDW Trading Ltd (t/a Barratt North London) v JM Rowe (Investments) Ltd [2011] EWCA Civ 548 σελ. [34], [2011] 20 EG 113 (CS) σελ. [34]).

[34] Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd’s Rep 127 σελ. 134.

[35] Lakeport Navigation Co Panama SA v Anonima Petroli Italiana SpA, The Olympic Brilliance [1982] 2 Lloyd’s Rep 205 σελ. 208, CA∙ και McGeown v Direct Travel Insurance [2003] EWCA Civ 1606, [2004] 1 All ER (Comm) 609, [2004] Lloyd’s Rep IR 599∙ και Pilkington UK Ltd v CGU Insurance plc [2004] EWCA Civ 23 σελ. [53], [2005] 1 All ER (Comm) 283 σελ. [53], [2004] BLR 97 σελ. [53]∙ και Tektrol Ltd v International Insurance Co of Hanover Ltd [2005] EWCA Civ 845 σελ. [8], [2006] 1 All ER (Comm) 780 σελ. [8], [2005] 2 Lloyd’s Rep 701 σελ. [8].

[36] John Lee & Son (Grantham) Ltd v Railway Executive [1949] 2 All ER 581 σελ. 583, CA∙ και Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd’s Rep 127 σελ. 134, CA∙ και Pera Shipping Corpn v Petroship SA, The Pera [1984] 2 Lloyd’s Rep 363 σελ. 365∙ και Tam Wing Chuen v Bank of Credit and Commerce Hong Kong Ltd [1996] 2 BCLC 69 σελ. 77, PC∙ και Pratt v Aigaion Insurance Co SA, The Resolute [2008] EWCA Civ 1314 σελ. [26], [2009] 2 All ER (Comm) 387 σελ. [26], [2009] 1 Lloyd’s Rep 225 σελ. [26] ∙ και  Royal and Sun Alliance Insurance plc v Dornoch Ltd [2004] EWHC 803 (Comm) σελ. [82], [2004] Lloyd’s Rep IR 826 σελ. [82], [2004] All ER (D) 208 (Apr) σελ. [82] (affd [2005] EWCA Civ 238, [2005] 1 All ER (Comm) 590, [2005] Lloyd’s Rep IR 544).

[37] Βλ. Ενδεικτικά: Panayiotou v. Island Beach Development (1985) 1 C.L.R. 623)∙ και Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου (1992) 1Α Α.Α.Δ 168∙ και  Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ 168∙ και Aλεξάντρου Xριστάκης Mιχαήλ ν. Kυριακής Γεωργίου Kωμοδρόμου και Άλλου (1997) 1 ΑΑΔ 576∙ και Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 ΑΑΔ 407∙ και Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ ΛΤΔ (1998) 1 ΑΑΔ 2335∙ και Πουγιούκα Kωστάκης κ.ά. ν. Eυαγόρα Θρασυβούλου (1998) 1 ΑΑΔ 2014∙ και  Ευθυμίου  ν. Δημητρίου (2001) 1Γ Α.Α.Δ 1721∙ και    Ανδρέας Ζήνωνος κ.α. από Λεμεσό ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2002) 1 ΑΑΔ 927∙ και Καραολή Γιωργούλλα και Άλλοι ν. Γιώργου Λαούρη και Άλλου, (2008) 1 Α.Α.Δ. 225∙ και  Amethyst Distributors Ltd ν. Iεράς Mονής Kύκκου, (2011) 1 Α.Α.Δ. 199∙ και  Μarfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Δήμου Χατζηνεοκλέους και Άλλων (2013) 1 ΑΑΔ 595, και άλλες.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.