Η επιβολή δημοτικών τελών για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος

Έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο της επιβολής δημοτικών τελών για διατήρηση ή χρήση επαγγελματικού υποστατικού, με βάση το άρθρο 103Α των περί Δήμων Νόμων (occupational taxes), τόσο σε νομικό πρόσωπο (δικηγορική εταιρεία) που διατηρεί (κατέχει και χρησιμοποιεί το υποστατικό) όσο και στα φυσικά πρόσωπα (δικηγόρους) που εργοδοτούνται από το νομικό πρόσωπο και χρησιμοποιούν, στο πλαίσιο της εργασίας τους, την ίδια στέγη.

Φαίνεται ότι, αντλώντας «γνώση» από δεδομένα ιδιωτικής συνεργασίας, η τοπική αυτοδιοίκηση, θεώρησε ότι δικηγόροι με τους οποίους συνεργάζεται (στους οποίους έγιναν προσωπικές αναθέσεις), βάσει «μνημονίου» συνεργασίας, παρέχουν ανεξάρτητες υπηρεσίες (αφού κάποιοι εξέδιδαν ατομικά τιμολόγια ή χρησιμοποιούσαν δικά τους ξεχωριστά επιστολόχαρτα και δημιουργούσαν την εντύπωση ότι επιχειρούν ανεξάρτητα) και ότι ο χώρος που χρησιμοποιούν ως γραφείο είναι υποστατικό που διατηρούν ή κατέχουν οι ίδιοι για την άσκηση δικών τους ατομικών επιχειρήσεων. Υποβάλλοντάς τους, έτσι, στο εν λόγω δημοτικό τέλος, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο του εργοδότη τους, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση των πραγματικών σε σχέση με την «επιχείρηση», η οποία συνιστά το αντικείμενο υπό την επιβάρυνση (εάν ασκείται στο πλαίσιο εργοδότησης ή ανεξάρτητα, κ.λπ.).

Συμβαίνει, φυσικά, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υπάρχει συστέγαση δικηγόρων που ασκούν ανεξάρτητα το επάγγελμά τους ή δωρεάν παραχώρηση μέρους του γραφείου του ενός για την εξυπηρέτηση του άλλου, παρά σχέση εργασίας. Τότε, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να γίνει, ενδεχομένως, λόγος και για τεκμαρτό εισόδημα (στο ύψος του πραγματικού ή υποτιθέμενου ενοικίου) για σκοπούς φορολόγησης εισοδήματος. Έτερον εκάτερον. Το ζήτημα είναι, στην προκειμένη περίπτωση, σε ένα πρώτο στάδιο, εάν η ανάθεση υποθέσεων σε δικηγόρους προσωπικά (για σκοπούς προσωπικού χειρισμού), δημιουργεί ικανοποιητικά ή άνευ άλλου τεκμήριο άσκησης, από μέρους των, εμπορικής πράξης, ώστε να μπορεί να υπαχθεί ο χώρος στον οποίο ασκούν δραστηριότητα και οι ίδιοι στο συγκεκριμένο δημοτικό τέλος. Σε ένα δεύτερο στάδιο, εάν αυτού του είδους η επιβάρυνση μπορεί να επιβληθεί πολλές φορές για την ίδια επαγγελματική στέγη ή «επιχείρηση», απλά και μόνον επειδή ο νόμος αναφέρεται στο πρόσωπο ή τότε δημιουργείται κατάσταση πολλαπλότητας και κατά πόσον δικαιολογείται η μεταφορά του βάρους απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιβολής του τέλους στον διοικούμενο. Σε ένα τρίτο στάδιο, εάν τέτοιο «τέλος» δικαιολογείται στη βάση και της αρχής της ανταποδοτικότητας.

Δεν θα ήταν εφικτό, προφανώς, να αναλυθούν εκ του προχείρου όλα τα ανωτέρω, αλλά ουσιώδης είναι, σίγουρα, η ίδια η ερμηνεία του άρθρου 103Α, που προνοεί ότι:

 «Το συμβούλιο επιβάλλει δικαιώματα σε οποιοδήποτε πρόσωπο διατηρεί ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή χώρο ή οποιοδήποτε άλλο επαγγελματικό υποστατικό με σκοπό την άσκηση οποιασδήποτε επιχείρησης βιομηχανίας, εμπορίου, επαγγέλματος ή επιτηδεύματος, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα ποσά που προβλέπονται στον Έβδομο Πίνακα:

Νοείται ότι, το συμβούλιο δύναται, με απόφασή του, να μην επιβάλλει δικαιώματα για την άσκηση ορισμένων ειδών επιχειρήσεων, βιομηχανιών, εμπορίου, επαγγελμάτων ή επιτηδευμάτων.»

και συμπληρώνει, ουσιαστικά, το άρθρο 103, που απαγορεύει τη διατήρηση εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε δήμου οποιασδήποτε οικοδομής ή χώρου ή υποστατικού, εντός των οποίων ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα, εκτός εάν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια από το συμβούλιο του δήμου αυτού, η οποία πρέπει να συνάδει με τις διατάξεις της πολεοδομικής και οικοδομικής νομοθεσίας.

Το άρθρο 103Α εισήχθη με τον τροποποιητικό Ν.78(Ι)/2015, ο οποίος, επίσης, τροποποίησε το τότε υφιστάμενο άρθρο 103 (διαχωρίζοντας, συντακτικά, τη δυνατότητα επιβολής τελών ή «δικαιωμάτων»). Δίνεται κάπως ανησυχητικά ευρεία εξουσία στο δημοτικό συμβούλιο να επιβάλλει ή να μην επιβάλλει τέλη για την προαναφερόμενη άδεια, οπότε μπορούμε να δούμε και αιτιολογήσεις, απορριπτικές ενστάσεων, τύπου «αυτό αποφάσισε το δημοτικό συμβούλιο σύμφωνα με τον νόμο» (και τέλος).

Τα «επαγγελματικά τέλη» (occupational taxes) συνηθίζονται και σε άλλες χώρες, κυρίως με αγγλοσαξονική παράδοση, και συνιστούν πηγή εσόδων για την τοπική αυτοδιοίκηση, όπου δεν εκδίδεται πλέον «επαγγελματική άδεια» (business license), που στην Κύπρο διατηρείται, πλέον, μόνον για τα  νομικά πρόσωπα. Καταβάλλονται τα τέλη του άρθρου 103Α και θεωρείται ότι εκδίδεται άδεια (occupation tax certificate), με βάση το άρθρο 103, η οποία απαιτείται για την άσκηση του επαγγέλματος ή επιτηδεύματος, υπό την απειλή διάπραξης ποινικού αδικήματος, που επισύρει, μεταξύ άλλων, δυνατότητα έκδοσης διατάγματος άρσης της λειτουργίας της επιχείρησης.

Κατ’ άλλη προσέγγιση, προτιμότερη ίσως, για να ενεργοποιηθεί η δυνατότητα επιβολής τελών ετησίως, θα πρέπει να έχει πρώτα εξασφαλιστεί, με ξεχωριστή αίτηση, η άδεια άσκησης του επαγγέλματος ή επιτηδεύματος, καθότι η έννοια της άδειας και του πιστοποιητικού πληρωμής των επιβαλλόμενων τελών (μετά την ατομική διοικητική πράξη της επιβολής τους) δεν ταυτίζονται. Σε κάθε περίπτωση, η υπογραφή από τους δικηγόρους «μνημονίου» συνεργασίας με τον Δήμο, δεν συνιστά αίτηση ούτε περιέχει αίτημα για χορήγηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος ή επιτηδεύματος εντός της δημαρχούμενης περιοχής σε συγκεκριμένο υποστατικό, ούτε κάποιου τύπου φορολογική δήλωση.

Εάν, βέβαια, ο απώτερος σκοπός υπογραφής «μνημονίου» (με τον συγκεκριμένο τρόπο και το συγκεκριμένο περιεχόμενο) ήταν η δημιουργία βάσης για ανεξέλεγκτη επιβάρυνση του επαγγέλματος τοπικά, τότε ο λόγος θα μπορούσε να γίνεται και για έλλειψη καλής πίστης ή χρηστότητας, γενικότερα. Από την άλλη, όταν η τοπική αυτοδιοίκηση θέλει να επιβαρύνει το δικηγορικό επάγγελμα και να αντλήσει έσοδα από αυτό, ως γεγονός, δεν έχει τρόπο να εισέλθει και από μόνη της, η ίδια, στα του οίκου του (χωρίς δηλώσεις δικηγόρων επί τούτου) και να γνωρίζει ποιοι επιχειρούν ανεξάρτητα ή εργοδοτούνται αλλού, παρόλο που κάθε δικηγόρος δηλώνει αλλού, στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, κατά τον χρόνο ανανέωσης της ετήσιας άδειας ασκήσεως επαγγέλματός του, το καθεστώς του. Δεν αποκλείεται να παρατηρηθεί και το φαινόμενο της καταρχήν φορολόγησης των πάντων και της προσδοκίας ότι το φορολογικό κόστος των όσων είναι τελικά εργοδοτούμενοι (και κακώς φορολογήθηκαν) θα το επωμιστεί (πολλαπλά) ο εργοδότης.

Τα ανώτατα ποσά τελών που δύνανται να επιβληθούν καθορίζονται στο έβδομο παράρτημα και όσον αφορά τους επαγγελματίες που ασκούν «ελεύθερο επάγγελμα», όπως οι δικηγόροι, αυτά καθορίζονται στην περίπτωση 1(β), ενώ για τις εταιρείες (περιλαμβανομένων των δικηγορικών εταιρειών, εφόσον αυτές συνιστούν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης) προβλέπονται υψηλότερα ποσά, αναλόγως της μετοχικής σύνθεσης ή των υπαλλήλων τους. Τα τέλη αυτά, τα οποία στην Κύπρο είναι σε συγκεκριμένα σταθερά ποσά, παρά ποσοστά επί επιχειρηματικών κερδών (που θα προϋπόθεταν δήλωση), θεωρούνται, αφηρημένα, ότι ανταποδίδουν διοικητικής φύσης υπηρεσίες ή οφέλη που προκύπτουν από το να επαγγέλλεται, κανείς, μέσα στη δημαρχούμενη περιοχή. Το ύψος των τελών αυτών είναι συνήθως μικρό σε ετήσια βάση (π.χ. €36,00), επομένως μπορεί να μην απασχολήσει σε άλλο επίπεδο, εάν καλώς ή κακώς επιβάλλονται αυτά τα τέλη, να μην το ανάγει καν, κανείς, σε θέμα. Χωρίς να σημαίνει ότι πίσω από αυτό το μικρό (οικονομικά) θέμα δεν κρύβεται μια σοβαρή νομική πραγματικότητα, η οποία απασχολεί, τουλάχιστον, τη σκέψη.

Όσον αφορά το δικηγορικό επάγγελμα (παρά και τη δυνατότητα αναστολής της επιχείρησης, σε περίπτωση μη πληρωμής), σε παλαιά Αμερικανική νομολογία[1] κρίθηκε ότι τα τέλη αυτά, όταν επιβάλλονται από το Κράτος, δεν συγκρούονται με τους κρατικούς νόμους που σχετίζονται με τις άδειες ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος. Δεν αφορούν στο πρόσωπο (στις ικανότητές του ατόμου να ενεργεί ως δικηγόρος), αλλά στην επιχείρηση (business) την οποία ασκεί, γι’ αυτό μπορούν να επιβληθούν από το Κράτος και το τελευταίο να εξουσιοδοτήσει την τοπική αυτοδιοίκηση να το πράττει. Ή άλλως πώς, εάν το δικηγορικό επάγγελμα δεν εξαιρείται ρητά δια νόμου, και τέτοια εξαίρεση να είναι δικαιολογημένη (βλ. αρχή της ισότητας), δεν μπορεί να σταθεί κάποια ερμηνεία που να το εξαιρεί, στη βάση του ότι αυτό είναι λειτούργημα ή για οποιονδήποτε άλλο συναφή λόγο.

Παρά την Αμερικανική νομολογία των περασμένων αιώνων, η πρόκληση της περίπτωσης και η αναζήτηση μιας σύγχρονης και πλήρους θεώρησης δεν έχει τελειώσει, ειδικά όταν δεν υπάρχει η απαραίτητη διαφάνεια, ως προς το ποιοι ακριβώς δικηγόροι της πόλης υπόκεινται στην επιβάρυνση και ποιοι όχι, με ποια αφορμή, γιατί, με βάση ποια δεδομένα (που εντοπίστηκαν από πού;), με ποια διαδικασία μπορούν να απαλλαγούν από τέτοια υποχρέωση (π.χ. όταν υπάρχει «non-profit status»), κ.λπ.

Σε κάθε περίπτωση, από τα κείμενα του εγχώριου νόμου, προκύπτει πως τέτοιου είδους επιβάρυνση δεν δικαιολογείται να επιβάλλεται σε άτομα που είναι εργοδοτούμενοι νομικών προσώπων και δεν διαθέτουν υποστατικό ατομικής επιχείρησης, από τη στιγμή που τα νομικά πρόσωπα πληρώνουν τα ίδια το συγκεκριμένο τέλος για την άσκηση της συγκεκριμένης (ίδιας) επιχείρησης. Η έννοια της επιχείρησης υποδηλώνει, λογικά, κάποια συνήθη δραστηριότητα.

———————-

[1] βλ. μεταξύ άλλων, στην In re Galusha, 184 Cal. 697, 699, 195 Pac. 406, 407 (1921) και In re Nowak, 184 Cal. 701 [195 P. 402].

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s