Το ΕΔΔΑ ξανά επί του δικηγορικού ήθους

Στις Jankauskas v. Lithuania (αρ. 2) (αίτηση αρ. 50446/09) and Lekavičienė v. Lithuania (αίτηση αρ. 48427/09), που εξέδωσε σήμερα (27.06.2017) το ΕΔΔΑ, δεν διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (σεβασμός στην ιδιωτική ζωή), με τούτη τη πτυχή του οποίου, πάντως, καταρχάς συνυφαίνεται η επαγγελματική φήμη του ατόμου.

Ευρύ, ως είναι, το άρθρο 8, είναι γνωστό ότι περιλαμβάνει και πτυχές της επαγγελματικής ζωής (βλ. και C. v. Belgium, Travaš v. Croatia, κ.α.) και δεν περιορίζεται στην εσωτερική ιδιωτική ζωή του ατόμου, έξω από τον κόσμο που την περιβάλλει και τις σχέσεις του ατόμου με αυτόν. Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός ένταξης σε συγκεκριμένα επαγγέλματα μπορεί να συνιστά περιορισμό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (βλ. και Campagnano v. Italy). Η Bigaeva v. Greece αφορούσε ειδικά το δικηγορικό επάγγελμα. Το ζήτημα είναι κατά πόσον ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος ή όχι, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις.

Το ΕΔΔΑ, στις υποθέσεις των συγκεκριμένων προσφευγόντων δικηγόρων, εξετάζοντας τη νομιμότητα και αναγκαιότητα του περιορισμού του δικαιώματος αυτού, που προέκυψε λόγω του αποκλεισμού ένταξης ή επανένταξής τους στο δικηγορικό σώμα μετά από την από μέρους τους διάπραξη ποινικών αδικημάτων ή και την καταδίκη, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ενέργεια που βασίζονταν στον εγχώριο νόμο, εξυπηρετούσε έναν νόμιμο σκοπό, και ήταν αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία (για την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων και του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης), ήτοι τηρήθηκαν οι ισορροπίες. Έπειτα, έκανε και χρήσιμες επισημάνσεις σε σχέση με το δικηγορικό επάγγελμα, που σύμφωνα με το Λιθουανικό δίκαιο πρέπει να διαθέτει «υψηλό ηθικό επίπεδο».

Ανατρέχοντας, προς αυτό, σε σχετική νομολογία (Schöpfer v. Switzerland, Nikula v. Finland, Amihalachioaie v. Moldova, Kyprianou v. Cyprus [GC], André and Another v. France, Morice v. France [GC]), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι δικηγόροι παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στο έργο απονομής της δικαιοσύνης, στη διασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τη Δικαιοσύνη, ο οποίος προϋποθέτει καθήκοντα και περιορισμούς, ειδικότερα σε σχέση με την επαγγελματική τους συμπεριφορά, η οποία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη, έντιμη και αξιοπρεπής (βλ. και Casado Coca v. SpainSteur v. the NetherlandsVeraart v. the Netherlands). Παρόμοιες αρχές περιέχονται στη Σύσταση R(2000) 21 από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Οι προσφεύγοντες είχαν διαπράξει αδικήματα κατά την εκτέλεση επαγγελματικών καθηκόντων που σχετίζονταν με την εφαρμογή του νόμου. Ήταν εύλογη, υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων, η μεταχείρισή τους από τις Λιθουανικές αρχές, έτσι όπως έγινε. Στη μία περίπτωση, παραλήφθηκε, μάλιστα, και η σχετική δήλωση των αδικημάτων κατά την αίτηση του προσφεύγοντος για ένταξή του στο δικηγορικό σώμα ως ασκούμενος (αδικήματα όπως δωροδοκία και άλλα, που είχαν διαπραχθεί στο παρελθόν κατά την εκτέλεση αστυνομικών καθηκόντων, και υπήρξε καταδίκη). Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές και το ότι, ακόμα και μη καταδίκη να υπήρχε για αδίκημα που έχει διαπραχθεί ή να μην είχε επιβληθεί ποινή για κάποιους λόγους ή αυτή να είχε εκτιθεί πλήρως κ.λπ., δεν σημαίνει ipso facto την άνοδο του ήθους του δικηγόρου, σε τέτοιο επίπεδο ώστε αυτός να μπορεί να γίνει δεκτός στο δικηγορικό σώμα. Στην άλλη περίπτωση, είχαν παρέλθει 4 χρόνια από την καταδίκη για αδικήματα πλαστογραφίας και απάτης, αλλά το ΕΔΔΑ δεν μπορούσε να θεωρήσει το ίδιο επαρκή τον χρόνο αυτό για τους σκοπούς του Λιθουανικού νόμου και νομολογίας, όπου, πάντως, δεν ήταν αδιάφορο το είδος των αδικημάτων για την εξέταση της περίπτωσης σε συνάρτηση και με τον χρόνο.

Στο επιχείρημα των προσφευγόντων ότι το επίπεδο, σε σχέση με αυτούς, τέθηκε πολύ υψηλότερα σε σχέση με όλους τους άλλους δικηγόρους της Λιθουανίας, η απάντηση του ΕΔΔΑ ήταν ότι το επίπεδο που θέτει το Λιθουανικό δίκαιο είναι ακόμα υψηλότερο όσον αφορά τους δικαστές και τους εισαγγελείς  (οι τελευταίοι δεν μπορούν να αξιώνουν πρόσβαση στις θέσεις αυτές εάν έχουν διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα, ασχέτως της φύσης του). Συνεπώς, οι δικηγόροι, ως ανεξάρτητοι λειτουργοί της δικαιοσύνης, δεν θα έπρεπε να διεκδικούν ένα κατώτερο ή και το κατώτατο δυνατό επίπεδο.

Το στίγμα των προσφευγόντων δικηγόρων, εξάλλου, όπως επισήμανε το ΕΔΔΑ, δεν ήταν μόνιμο, με την έννοια ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε στις εγχώριες αποφάσεις που να τους απαγορεύει να αιτηθούν ξανά στο μέλλον την ένταξή τους στο δικηγορικό σώμα, εάν και εφόσον τότε θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του εγχώριου νόμου. Στάση του ΕΔΔΑ που μπορεί και να λέει, μεταξύ άλλων, ότι η ένταξη στο δικηγορικό σώμα και η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν είναι αυτή ο μοχλός ή το πεδίο προσπάθειας ανόδου ή δημιουργίας κοινωνικής εντύπωσης περί ύπαρξης ή ανόδου του ηθικού επιπέδου ενός ατόμου (που έχει εμπλακεί σε ποινικά αδικήματα).

Το ήθος του δικηγόρου προϋποτίθεται για την άσκηση της δικηγορίας∙ δεν επιδιώκεται απλά να τεκμαίρεται μέσω αυτής.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.