Ένα βήμα προς τον έμμεσο δικαστικό έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ μέσα από τη Moreira Ferreira v. Portugal (no. 2)

Μια από τις σημαντικές αποφάσεις που εξέδωσε το ΕΔΔΑ, στην ευρεία σύνθεσή του (Grand Chamber), είναι η Moreira Ferreira v. Portugal (no. 2) (αίτηση αρ. 19867/12) ημερομηνίας 11.07.2017, η οποία δημιουργεί την εντύπωση ότι προσπαθεί να απαντήσει με έναν διαφορετικό τρόπο, μέσα από τις ήδη υφιστάμενες νομολογιακές αρχές, σε ένα διαχρονικά ανοιχτό ζήτημα· αυτό της έκτασης της υποχρέωσης του καταδικασθέντος κράτους να συμμορφώνεται με την απόφαση του ΕΔΔΑ που διαπιστώνει παράβαση και ειδικότερα με το ratio decidendi της. Για τη δυνατότητα του ΕΔΔΑ να ορίζει το επανάνοιγμα / επανακρόαση μιας υπόθεσης, όταν υπάρχει διαπίστωση παράβασης του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, κατά τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί και είχε οδηγήσει στην καταδίκη του ατόμου για ποινικό αδίκημα (ή σε άλλη δυσμενή, για το άτομο, έννομη συνέπεια). Για τη δυνατότητά του να ορίζει το ίδιο έναν εξατομικευμένο τρόπο συμμόρφωσης με την απόφασή του,  λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμιστικού πλαισίου του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, αλλά και να ελέγχει την εφαρμογή του. Τον ρόλο του ΕΔΔΑ στο στάδιο εκτέλεσης των αποφάσεών του.

Τη σημασία του ζητήματος στη Moreira Ferreira (αρ. 2) αναδεικνύει, κατά κάποιο τρόπο, και η ύπαρξη ισχυρής μειοψηφίας τεσσάρων κατευθύνσεων. Υπάρχει η Α μειοψηφία, η οποία φροντίζει να ανάγει το θέμα σε επίπεδο θεσμικό της Ε.Ε., ήτοι σε ένα θέμα, ουσιαστικά, διάκρισης των εξουσιών μεταξύ του ΕΔΔΑ και της Επιτροπής των Υπουργών (δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας). Το στάδιο εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, λέει, ανήκει κατ’ αρμοδιότητα στην Επιτροπή Υπουργών, στην εκτελεστική εξουσία. Το Δικαστήριο, ο ρόλος του οποίου δεν παραγνωρίζεται ότι υπάρχει και στο στάδιο της εκτέλεσης, μπορεί να παρεμβαίνει, αλλά μόνον όταν με την αίτηση αναθεώρησης τίθενται νέα ζητήματα, τα οποία δεν είχαν αποφασιστεί ήδη με την απόφαση του ΕΔΔΑ, και η άρνηση στο αίτημα για επανάνοιγμα ή επανακρόαση μιας υπόθεσης κατόπιν της καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ δεν συνιστά τέτοιο «νέο ζήτημα», αλλά ζήτημα εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης του ΕΔΔΑ. Γενικευμένα διατυπωμένο, έτσι, το ερώτημα, με δεδομένη την αδυναμία της Α μειοψηφίας να δεχθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η άρνηση επανανοίγματος και επανακρόασης μιας υπόθεσης, στο στάδιο εκτέλεσης, μπορεί να δημιουργεί «νέο ζήτημα» ή με τον τρόπο που επέτρεψε η πλειοψηφία, υπό τις (εύλογες πάντως) ανησυχίες της Α μειοψηφίας, είναι ως εξής: Η συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ είναι τελικά ζήτημα νομικό ή πολιτικό και πότε (εάν μπορεί) γίνεται νομικό, και πώς διαμορφώνεται (ή επηρεάζεται) η έννοια της «δικαιοσύνης», εάν αποδεχθεί, κανείς, τη θέση (που μπορεί να απορρέει από την απόφαση της Α μειοψηφίας) ότι η απονομή της δικαιοσύνης μπορεί να ελέγχεται κυρίως ή πρώτιστα πολιτικά στο διακρατικό επίπεδο ή στο θεσμικό επίπεδο της Ε.Ε.; Και πώς διαμορφώνεται η έννοια της διευρωπαϊκής δικαιοσύνης όταν κτίσει, κανείς, πάνω στην προσέγγιση της πλειοψηφίας;

Υπήρξε, από την άλλη, η Β μειοψηφία, η οποία φαίνεται να είδε μία φαυλότητα στην όλη αντιμετώπιση (την ίδια που είδε ακόμα πιο καθαρά η Γ μειοψηφία, με την οποία δεν θα υπάρξει ιδιαίτερη ενασχόληση, καθώς και η Δ μειοψηφία, η οποία ήταν αρκετά πιο λακωνική), εστίασε στο γεγονός ότι η μη συμμόρφωση των κρατών με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ειδικά όταν αυτές περιέχουν ρήτρα αναθεώρησης (έστω «μη δεσμευτική») ή οποιοδήποτε άλλο εξατομικευμένο μέτρο συμμόρφωσης ορίζει και μπορεί να ορίζει το ΕΔΔΑ (την πάλαι ποτέ «καινοτόμο» πρακτική των προτρεπτικών ρητρών που πλέον χρήζει νομικής ανάπτυξης και αξιοποίησης), είναι ένα πρόβλημα σοβαρό, τόσο σε νομικό όσο και σε θεσμικό – πολιτικό επίπεδο, το οποίο απολήγει σε μη αποκατάσταση της αδικίας που συνέβη στο άτομο, εν προκειμένω στην προσφεύγουσα, που αναγκάστηκε να προσφύγει για δεύτερη φορά στο ΕΔΔΑ ζητώντας ακρόαση (που για τη Γ μειοψηφία δεν επρόκειτο για μια δικονομική αδυναμία, αλλά για ένα ουσιαστικό δικαίωμα που ουδέποτε ασκήθηκε από την προσφεύγουσα κι αν η άρνηση επίτρεψής του δεν συνιστά άρνηση απόδοσης δικαιοσύνης, τότε τι συνιστά την τελευταία;). Για τη Β μειοψηφία, η δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ να παρεμβαίνει στο στάδιο εκτέλεσης και να ελέγχει την εφαρμογή ή την μη εφαρμογή των εξατομικευμένων ρητρών συμμόρφωσης που θέτει, είναι εγγενής σε τούτο τον θεσμοθετημένο ρόλο του, αλλά αυτή πλέον προκύπτει σαφώς και από τα μέχρι σήμερα νομολογηθέντα, εάν αυτά ερμηνευτούν με πνεύμα εξελικτικό. Η Β μειοψηφία, αναλύοντας περαιτέρω πάνω στις εξατομικευμένες ρήτρες συμμόρφωσης και κατηγοριοποιώντας τες (κατά πόσον αυτές αφορούν στο λειτουργικό ή αιτιολογικό μέρος της απόφασης κ.λπ. – μία ωραία θεωρητική εργασία που μπορεί να παράγει περαιτέρω θεωρία), θεώρησε ότι το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ δεν τις εμποδίζει, αλλά και δεν σχετίζεται με αυτές, και, εν ολίγοις, είδε τη στάση της πλειοψηφίας να είναι κάπως μετριοπαθής σε σχέση με τη ρήτρα αναθεώρησης, να εξακολουθεί πάγια να αποφεύγει να τοποθετηθεί ουσιαστικά και με τόλμη πάνω στο ουσιώδες αυτό ζήτημα, της (δεδομένης για τη Β μειοψηφία) δυνατότητας του ΕΔΔΑ να επιβάλλει τη δικαιοσύνη του· παραπαίει η πλειοψηφία ανάμεσα σε «αρχές» και «κανόνες» χωρίς να διασαφηνίζει εάν η «μη δεσμευτικότητα» των ρητρών του σημαίνει τελικά την αχρησία τους ή τη μη εκτελεστότητά (εξαναγκασιμότητά) τους, αλλά τη δεσμευτικότητά τους με έναν διαφορετικό τρόπο.

Ο λόγος δεν είναι, προφανώς, για τη «δεσμευτικότητα» που απορρέει εμμέσως από τη νομολογία του ΕΔΔΑ erga omnes ή το ερμηνευτικό δεδικασμένο (και διαφέρει από τον κανόνα stare decisis των αγγλοσαξονικών συστημάτων και συνιστά κυρίως υποχρέωση που αποκτά ένα κράτος που εισχωρεί στην ΕΣΔΑ, να δεσμεύεται από την εφαρμογή και ερμηνεία της από τα Δικαστήρια), αλλά για την stricto sensu «εκτελεστότητα» ή «δεσμευτικότητα» της συγκεκριμένης απόφασης εναντίον του συγκεκριμένου κράτους που έχει καταδικαστεί για τη συγκεκριμένη παράβαση, με βάση (ή και πέρα από) το κείμενο του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ. Κατ΄ επέκταση, θα μπορούσε να λεχθεί, για τη δυνατότητα του ΕΔΔΑ να απονέμει ουσιαστική δικαιοσύνη, επανορθωτική της αδικίας που προκαλείται, κυρίως, από τη στιγμιαία παράβαση του ατομικού δικαιώματος (γιατί είναι πιο ευνόητο ότι η διαρκής παράβαση μπορεί, και πρέπει, απλά, να διακοπεί, χωρίς να χρειάζεται να ανατρέξει στο παρελθόν), πέραν από τη δυνατότητά του να επιδικάζει χρηματικά ποσά, ως αποζημιώσεις. Δυνατότητα που συνιστά, αν μη τι άλλο, μια διαρκή πρόκληση σε όλο το δικαιοδοτικό οικοδόμημα της ΕΣΔΑ. Στην ευρύτερη θεωρία του δικαίου, η δυνατότητα επιτυχούς εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης (και ο εξαναγκασμός της συμμόρφωσης σε αυτήν), συνυφαίνεται με αυτή τη δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, θεωρία, όμως, που πρέπει να προσαρμόζεται με το δεδομένο ότι το ΕΔΔΑ δεν συνιστά σώμα ακυρωτικό ή αναθεωρητικό των αποφάσεων των εγχώριων Δικαστηρίων. Ότι το ΕΔΔΑ επιδικάζει (ατελείς) αποζημιώσεις (προς «δίκαιη ικανοποίηση») άραγε εξουδετερώνει εξ αρχής ή εν τοις πράγμασι την ανάγκη για άμεση ή ακέραιη επανόρθωση (restitutio in integrum) από το καταδικασθέν κράτος και δημιουργεί μόνον ερμηνευτικό δεδικασμένο για το μέλλον, κι έναν μοχλό πίεσης για εναρμόνιση με αυτό, ή υπάρχει και πρόσθετη δυνατότητα ελέγχου παράλληλα των ατομικών επανορθωτικών μέσων που επιλέγει, εάν επιλέγει, να λάβει θετικά το καταδικασθέν κράτος για άρση ή θεραπεία της πρωτογενούς παράβασης, και πάλι, από το ΕΔΔΑ, στο οποίο, εξάλλου, εναποθέτει η ΕΣΔΑ την προστασία της;

Για να τεθούν, όμως, οι συνειρμοί σε μια σειρά, στη Moreira Ferreira (αρ. 2), η προσφεύγουσα, η οποία ισχυρίζονταν ότι έπασχε από ψυχιατρική νόσο που δεν της επέτρεπε συνείδηση των πράξεων της, είχε βρεθεί ένοχη από τα Πορτογαλικά δικαστήρια για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων (απειλητική και προσβλητική συμπεριφορά) έπειτα από φιλονικία που είχε με άλλα πρόσωπα. Η έκθεση του ειδικού ψυχολόγου η οποία είχε παραχθεί κατά το στάδιο της ποινικής διερεύνησης ανέφερε, όντως, τις μειωμένες διαλεκτικές και διανοητικές ικανότητες της, καταλήγοντας, ωστόσο, σε πιθανή δυνατότητα οι πράξεις της να μπορούν να της αποδοθούν ποινικά. Το παράπονο της προσφεύγουσας, η υπεράσπιση της οποίας απέτυχε στη βάση της μειωμένης ποινικής ευθύνης, ήταν ότι, στο στάδιο της έφεσης, όπου ζήτησε επαναξιολόγηση των γεγονότων και προσωπική ακρόαση, δεν της είχε επιτραπεί τέτοια δημόσια ακρόαση (είχε γίνει κλειστή ακρόαση), καθότι είχε κριθεί αχρείαστη, εφόσον η προσφεύγουσα δεν κατέρριψε την εγκυρότητα της αξιολόγησης που είχε γίνει αρχικά. Κατ’ έφεση επικυρώθηκε η απόφαση της ενοχής της, αλλά μειώθηκε ελαφρώς η ποινή της. Όταν η προσφεύγουσα προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, με απόφαση του 2011, διαπιστώθηκε, όντως, παράβαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, γιατί, κατά την κρίση του ΕΔΔΑ, το Πορτογαλικό Εφετείο, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν μπορούσε να προσεγγίσει το συγκεκριμένο ζήτημα που έθετε η προσφεύγουσα χωρίς να έχει ασχοληθεί με την προσωπική μαρτυρία της προσφεύγουσας σε δημόσια ακρόαση ενώπιον του.

Η απόφαση του ΕΔΔΑ «εκτελέστηκε» από το Πορτογαλικό κράτος, με την έννοια του ότι πληρώθηκαν οι αποζημιώσεις στην προσφεύγουσα χωρίς καθυστέρηση, ενώ ανακοινώθηκε προς την Επιτροπή Υπουργών η πρόθεση τροποποίησης του κώδικα ποινικής δικονομίας, ώστε να επιτρέπεται στο Εφετείο να διεξάγει ακροάσεις για να προσδιορίζει ουσιαστικά την καταδίκη ή την ποινή. Τέτοια μέτρα τροποποίησης, εν πάση περιπτώσει, τελικά δεν είχαν ακολουθηθεί οποτεδήποτε. Η προσφεύγουσα, όμως, είχε ζητήσει και την αναθεώρηση της υπόθεσής της από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πορτογαλίας, αφού η εφετειακή απόφαση, κατά την εκτίμησή της, δεν ήταν συμβατή με την απόφαση του ΕΔΔΑ. Η άρνηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πορτογαλίας να επιτρέψει την αναθεώρηση και βασικά το επανάνοιγμα της υπόθεσης και τη νέα δίκη ήταν που οδήγησε εκ νέου την προσφεύγουσα στο ΕΔΔΑ, να επικαλείται ξανά, βάσει του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, «νέα» παράβαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Εφόσον, κατά την εκτίμηση της προσφεύγουσας, η επί της ουσίας μη επίτρεψη επανακρόασης (άρσης της αδικίας που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ) σήμαινε αρνησιδικία ή άρνηση απόδοσης δικαιοσύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Πορτογαλίας είχε επιτρέψει στο παρελθόν το επανάνοιγμα και την επανακρόαση υποθέσεων στη βάση των ευρημάτων του ΕΔΔΑ για παράβαση ατομικών δικαιωμάτων, ιδίως με αναφορά στο άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) της ΕΣΔΑ, αλλά στην προκειμένη περίπτωση αποφάσισε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να επιτρέψει κάτι τέτοιο (λόγω μη διαπίστωσης αντίθεσης με την απόφαση του ΕΔΔΑ, η οποία δεν έθεσε εν αμφιβόλω την καταδίκη, αλλά και με το σκεπτικό ότι, ακόμα κι αν η μη επίτρεψη ακρόασης από το Εφετείο ήταν δικονομική αντικανονικότητα που δημιουργεί αθεράπευτη ακυρότητα, δεν υπόκειται στην εξαιρετική διαδικασία της αναθεώρησης όπως προβλέπεται στο Πορτογαλικό δίκαιο, ενώ η προσφεύγουσα είχε ήδη αποζημιωθεί για την παράβαση του δικαιώματός της που υπέστη).

Το ΕΔΔΑ, εξετάζοντας το παράπονο της προσφεύγουσας, προέβη σε μια χρήσιμη συγκριτική επισκόπηση για το τι ισχύει σε διάφορες χώρες, μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, σε σχέση με τη δυνατότητα και τους μηχανισμούς επανανοίγματος μιας υπόθεσης υπό τέτοιες περιστάσεις, την οποία επανέλαβε με περισσότερη ανάλυση η Β μειοψηφία. Σε αρκετές χώρες, όπως ανέφερε, υπάρχει ρητή πρόνοια στους κώδικες ποινικής δικονομίας περί της δυνατότητας επανανοίγματος μιας υπόθεσης στη βάση ευρήματος ότι υπήρξε παράβαση της ΕΣΔΑ (Ανδόρα, Αρμενία, Αυστρία, Αζερμπαϊτζάν, Βέλγιο, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Γαλλία, Γεωργία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μολδαβία, Ολλανδία, Νορβηγία, Πολωνία, Ρουμανία, Ρωσία, Σερβία, Σλοβακία, Ισπανία, Ελβετία, Τουρκία, Ουκρανία, κ.λπ.), κατόπιν αιτήματος που μπορεί να υποβάλλεται σε διαφορετικό βαθμό δικαιοδοσίας, κατά κύριο λόγο στα Ανώτατα Δικαστήρια ή και σε ορισμένες περιπτώσεις σε μη δικαστηριακές ή οιονεί δικαστικές αρχές ή ανεξάρτητα σώματα ή αλλού. Το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, συνηθέστερα, δεν είναι αυτόματο και θα πρέπει να πληροί ορισμένα δικονομικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων και χρονικά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συναντώνται και πρόσθετες προϋποθέσεις. Σε άλλες χώρες, όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια της δυνατότητας επανανοίγματος μιας υπόθεσης κατόπιν ευρήματος του ΕΔΔΑ περί παράβασης της ΕΣΔΑ, τέτοια δυνατότητα μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά μέσα από άλλες πρόνοιες. Επισημαίνοντας, το ΕΔΔΑ, ότι μόνο στον Λιχτενστάιν δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Θίγοντας, κατά κάποιο τρόπο, την ανομοιομορφία που υπάρχει ως προς το ζήτημα, απορρέουσα, ίσως, από το γεγονός ότι η ίδια η ΕΣΔΑ, κατά κοινή παραδοχή, δεν εγγυάται τη δυνατότητα επανανοίγματος και επανακρόασης μιας υπόθεσης, προς εκτέλεση της απόφασης του ΕΔΔΑ ή προς συμμόρφωση με τα ευρήματά του.

Ειδικότερα, υπάρχει το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, το οποίο ρυθμίζει την υποχρεωτική ισχύ και εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, ως εξής:

1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι.

2. Η οριστική απόφαση του Δικαστηρίου διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών, η οποία εποπτεύει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.

3. Εάν η Επιτροπή Υπουργών κρίνει ότι η εποπτεία της εκτέλεσης μιας οριστικής απόφασης εμποδίζεται από ένα πρόβλημα στην ερμηνεία της απόφασης, μπορεί να παραπέμψει το θέμα στο Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του ερμηνευτικού ζητήματος. Η απόφαση περί παραπομπής απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων των εκπροσώπων που έχουν το δικαίωμα να μετέχουν στην Επιτροπή.

4. Εάν η Επιτροπή Υπουργών κρίνει ότι ένα Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος αρνείται να συμμορφωθεί με οριστική απόφαση σε υπόθεση στην οποία είναι μέρος, μπορεί, αφού προειδοποιήσει επισήμως το Μέρος αυτό και με απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία δύο τρίτων των εκπροσώπων που έχουν το δικαίωμα να μετέχουν στην Επιτροπή, να παραπέμψει στο Δικαστήριο το ζήτημα εάν το εν λόγω Μέρος έχει παραλείψει να εκπληρώσει την υποχρέωση του δυνάμει της παραγράφου 1.

5. Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει παραβίαση της παραγράφου 1, παραπέμπει την υπόθεση στην Επιτροπή Υπουργών προκειμένου αυτή να εξετάσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Εάν το Δικαστήριο δεν διαπιστώσει παραβίαση της παραγράφου 1, παραπέμπει την υπόθεση στην Επιτροπή Υπουργών, η οποία κλείνει την εξέταση της υπόθεσης.»…

Στη Σύσταση Νο. R (2000) 2, η οποία υιοθετήθηκε την 19.01.2000, η Επιτροπή Υπουργών είχε επισημάνει ότι στην πράξη, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το επανάνοιγμα και η επανακρόαση μιας υπόθεσης έχει αποδειχθεί ως ο πιο αποτελεσματικός, εάν όχι ο μοναδικός τρόπος, αποκατάστασης restitutio in integrum, καλώντας τα κράτη να εισάγουν μηχανισμούς επανεξέτασης των υποθέσεων όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει παράβαση της ΕΣΔΑ, ειδικότερα όπου το πληγέν μέρος εξακολουθεί να υποφέρει από τις συνέπειες της παράβασης, ώστε η χρηματική αποζημίωση να μην επαρκεί, και όπου διαπιστώνεται ότι η εγχώρια απόφαση είναι κατ’ ουσίαν αντίθετη με την ΕΣΔΑ ή όταν υπάρχουν διαδικαστικά λάθη τέτοιας σοβαρότητας που θέτουν εν αμφιβόλω την κατάληξη του Δικαστηρίου. Στο σχετικό επεξηγητικό σημείωμα, στην παράγραφο 12, τίθενται, ενδεικτικά, και κάποια παραδείγματα, όπως, μεταξύ άλλων, σχετικά με το άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) ή το άρθρο 9 (θρησκευτική ελευθερία) της ΕΣΔΑ (όσον αφορά την πρώτη περίπτωση) ή όπου δεν υπήρξε επαρκής χρόνος ετοιμασίας της υπεράσπισης ή όπου το Δικαστήριο βασίστηκε σε μαρτυρία που ελήφθη κατόπιν βασανισμού ή την οποία το πληγέν μέρος δεν είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει, κ.λπ. (όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση). Η Β μειοψηφία, βέβαια, επέκρινε την πλειοψηφία για την επίκληση της ανομοιομορφίας και την παράλληλη ατολμία της να βασιστεί πάνω στην ευρεία, πάντως, ευρωπαϊκή συναίνεση (European consensus) σε σχέση με τη δυνατότητα επανανοίγματος, και να θέσει πιο ξεκάθαρα κριτήρια, κάνοντας ένα καλύτερο βήμα πιο πέρα από τη Σύσταση No. R (2000) 2.

Το ΕΔΔΑ, στην απόφαση του 2011, που αφορούσε στην προσφεύγουσα, είχε μεν εισηγηθεί, στο καταληκτικό της μέρος, ότι το επανάνοιγμα και η επανακρόαση της υπόθεσης θα ήταν ένας ενδεδειγμένος τρόπος ανταπόκρισης του Πορτογαλικού κράτους, αλλά δεν είχε διατάξει την ενέργεια (δεν έχει εξάλλου τέτοια «δικαιοδοσία», κατά την πλειοψηφία, να απευθύνει τέτοιου είδους «διαταγή»), ούτε την είχε εισηγηθεί ως τον μοναδικό κατάλληλο τρόπο. Απεναντίας, είχε αποφύγει, το ΕΔΔΑ, όπως επεσήμανε η πλειοψηφία, με τη χρήση τέτοιας προτρεπτικής ρήτρας, να υποδείξει τον τρόπο εκτέλεσης της απόφασής του (αμφισβητήθηκε από τις μειοψηφίες η ορθότητα ερμηνείας της απόφασής του και της πρακτικής των ρητρών). Κατά την πλειοψηφία, το εύρημα του ΕΔΔΑ περί παράβασης της ΕΣΔΑ παραμένει καθαρά δηλωτικής φύσης, και δεν παράγει, το ίδιο, ευθέως, έννομη συνέπεια άλλη, πλην της «υποχρέωσης» του συμβαλλόμενου κράτους στο οποίο αφορά να συμμορφωθεί, επιθεωρούμενο, μα με έναν γενικότερο (μη εξ’ αρχής καθορισμένο) τρόπο, που το ίδιο το κράτος θα πρέπει να αποφασίσει ελεύθερα, μέσα στο δικό του περιθώριο εκτίμησης, αναλόγως και των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Με άλλα λόγια, ένα κράτος μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του που απορρέει από το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ ακόμα κι αν δεν υπάρξει επανάνοιγμα και επανακρόαση της υπόθεσης. Η διαπίστωση για παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί στο καταδικασθέν κράτος κάποια συνεχή δικονομική υποχρέωση.

Πέρα, όμως, από τα ελάχιστα σημεία κοινής παραδοχής, με κάποιες επιφυλάξεις της Β μειοψηφίας ως προς την εγκράτεια της πλειοψηφίας να αποδεχθεί και να ξεκαθαρίσει τη «δευσμευτικότητα» των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και την αποφυγή ανάληψης από μέρους της ενός πιο δραστικού ρόλου, κρυμμένη πίσω από το γράμμα και με το επιχείρημα της «δηλωτικής» φύσης των ευρημάτων του (για την Β μειοψηφία, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ δεν συνιστούν παρελθοντολογία, αλλά απονέμουν δίκαιο και η Σύσταση έλεγε πολύ περισσότερα από όσα το γράμμα της), ως προς το δικαιοδοτικό ζήτημα, όπου θα ανέμενε κανείς περισσότερη αντικειμενικότητα, ήταν που υπήρξε ακόμα πιο διχαστική διαφωνία.

Η θέση της Κυβέρνησης της Πορτογαλίας ήταν ότι με την αίτηση της προσφεύγουσας δεν τίθετο «νέο ζήτημα», ήταν η ίδια με την προηγούμενη, αφορούσε στη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης του 2011 και η ύπαρξη του άρθρου 46 αποτρέπει τέτοια εξέταση. Το ΕΔΔΑ, ωστόσο, αναλύοντας τις αρχές που προκύπτουν από τις Bochan v. Ukraine (αρ. 2) ([GC], αρ. 22251/08, ECHR 2015) και Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) v. Switzerland (αρ. 2) ([GC], αρ. 32772/02, ECHR 2009) και Egmez v. Cyprus (Δεκ.), αρ. 12214/07, §§ 48-56, 18 Σεπτεμβρίου 2012) αποδέχθηκε, κατά την πλειοψηφία, άνευ βλάβης των προνομίων που επιφυλάσσει το άρθρο 46, είτε στα κράτη είτε την Επιτροπή Υπουργών, ότι δεν αποκλείεται η μη συμμόρφωση ενός κράτους με απόφαση του ΕΔΔΑ να δημιουργεί «νέο ζήτημα» ή μια νέα παράβαση της ΕΣΔΑ. Η ύπαρξη και μόνον του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ και το γεγονός ότι αυτό θέτει ένα πλαίσιο που ρυθμίζει τη συμμόρφωση και εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ δεν αποκλείει, κατά την πλειοψηφία, την εξέταση του «νέου ζητήματος», ακόμα κι αν το ζήτημα αυτό συνδέεται με το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, υπό το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, τα εχέγγυα του οποίου εφαρμόζονται και όσον αφορά τη διαδικασία της εξέτασης του αιτήματος αναθεώρησης. Το «δίκαιο» της διαδικασίας εκείνης για αναθεώρηση μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη και την εφαρμογή του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, εφόσον πρόκειται για μια διαδικασία που φέρει τα κύρια χαρακτηριστικά της διαγνωστικής δικαστικής διαδικασίας, και στην οποία το Δικαστήριο προβαίνει σε συγκεκριμένη δικανική διάγνωση και κρίση. Το Δικαστήριο, δεν έχει τη δικαιοδοσία, κατά την πλειοψηφία, να εξετάσει κάποια παράβαση αυτού του ιδίου του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ.

Δεν αποκλείεται η μη συμμόρφωση ενός κράτους με απόφαση του ΕΔΔΑ να δημιουργεί «νέο ζήτημα» ή μια νέα παράβαση της ΕΣΔΑ.

Σημειώνοντας πρόσθετα, η πλειοψηφία, ότι μπορεί το ΕΔΔΑ να μην έχει τη δικαιοδοσία να διατάξει το επανάνοιγμα και την επανακρόαση μιας υπόθεσης και αυτό να μην συνιστά κάποιο αυτόματο αποτέλεσμα (παρόλο που είναι επιθυμητό να διακόπτεται άμεσα κάποια συνεχής παράβαση και να αίρονται οι συνέπειές της), αλλά έχει διαπιστωθεί ότι αυτός είναι ένας ενδεδειγμένος (και σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις ο μοναδικός) τρόπος συμμόρφωσης μα και αποκατάστασης (restitutio in integrum) του μέρους που έχει πληγεί από την παράβαση και επαναφοράς του στη θέση στην οποία αυτό θα βρισκόταν εάν δεν εμφιλοχωρούσε η παράβαση. Μπορεί το Δικαστήριο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως και σε περιπτώσεις παράβασης του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, να υποδείξει αυτό τον τρόπο[1], η εφαρμογή του οποίου, ωστόσο, εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, όπως θα εκτιμηθούν από το καταδικασθέν κράτος. Στο καταδικασθέν κράτος και όχι στο Δικαστήριο εναπόκειται και το να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαχθεί τυχόν νέα δίκη. Γενικότερα, στο καταδικασθέν κράτος εναπόκειται να βρει τον κατάλληλο τρόπο να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί με την απόφαση του ΕΔΔΑ, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα του ΕΔΔΑ να προτείνει (ή και να καθορίσει[2]) κάποιον τρόπο ως κατ’ αρχήν κατάλληλο, ακόμα κι αν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει άλλος κατάλληλος τρόπος πλην αυτού[3].

Η Α μειοψηφία, ως προς το ζήτημα αυτό, το δικαιοδοτικό, θεώρησε ότι το διάβημα της προσφεύγουσας αφορά per se τη διαδικασία εκτέλεσης (και δεν διέκρινε ότι υπάρχει έδαφος εξέτασης του «δίκαιου» και της διαδικασίας αναθεώρησης), και δεν θέτει «νέο ζήτημα» (υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις έθετε ακριβώς ίδιο ζήτημα)· έτεινε, γι’ αυτό, στο να αποδεχθεί ότι υπάρχει αναρμοδιότητα ενασχόλησης του Δικαστηρίου με τα της συμμόρφωσης ενός κράτους με τις αποφάσεις του, που θα έπρεπε να καθιστά απαράδεκτη την υπόθεση ipso facto. Σε εντελώς αντίθετη τροχιά κινήθηκε η Β μειοψηφία, θεωρώντας δεδομένη τη δικαιοδοσία αλλά και επιβαλλόμενη και αναμένοντας από την πλειοψηφία μεγαλύτερη γενναιοδωρία ως προς την αναγνώριση του «δικαιώματος» επανανοίγματος και επανακρόασης μιας υπόθεσης.

Έπειτα, το ΕΔΔΑ, αποδέχθηκε, στην πλειοψηφία του, πέρα από τη δικαιοδοσία του, ως ανωτέρω, βασικά και τη (θεωρητική έστω) δυνατότητα επέκτασης της εμβέλειας του άρθρου 6 § 1. Ακόμα κι αν η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το επανάνοιγμα ή την επανακρόαση της υπόθεσης και το άρθρο 6 § 1 (του οποίου το ΕΔΔΑ επιχείρησε διαχωρισμό ανάμεσα στην αστική και την ποινική πτυχή), κατά κανόνα, δεν εφαρμόζεται σε «εξαιρετικές» διαδικασίες θεώρησης αιτημάτων επανανοίγματος ή επανακρόασης (όπου δεν προσδιορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών ή η καταδίκη), αυτό μπορεί να εφαρμόζεται, εάν τα περιστατικά κάποιας υπόθεσης και η φύση και τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας το δικαιολογούν, ανεξαρτήτως του πώς ονομάζεται ή του τι νομικού χειρισμού τυγχάνει η εγχώρια διαδικασία[4]. Στη σφαίρα του ποινικού δικαίου, επίσης, υπάρχει νομολογία, μέσα από την οποία μπορεί να εξαχθεί πότε είναι και πότε δεν είναι εφαρμόσιμο το άρθρο 6 § 1 σε διαδικασίες εξέτασης αιτημάτων αναθεώρησης και με συγκεκριμένα παραδείγματα[5]. Όπως στην προκειμένη περίπτωση, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ήταν εφαρμόσιμο το άρθρο 6 § 1  στην «εξαιρετική» διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (π.χ. το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο εισχώρησε και εξέτασε πτυχές της καταδίκης στην απουσία της προσφεύγουσας και άγγιξε τα θέματα που ήταν αφορούσαν στον προσδιορισμό της καταδίκης), η οποία, εν ολίγοις, είχε κοινά γνωρίσματα με κάποια έφεση επί νομικών σημείων[6]. Η Β μειοψηφία αναγνώρισε στη στάση αυτή της πλειοψηφίας μια σημαντικά εξελικτική ανάγνωση των νομολογιακών αρχών, που ενθαρρύνουν και τη δυνατότητά του να επιβάλλει τη δικαιοσύνη του, ωστόσο θεώρησε την ερμηνεία του Πορτογαλλικού δικαίου λανθασμένη σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της Πορτογαλικής διαδικασίας αναθεώρησης και το διάβημα να την συγκρίνει με την έφεση επί νομικών σημείων, ενώ υπάρχουν τόσες διαφορές.

Ακόμα κι αν η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το επανάνοιγμα ή την επανακρόαση της υπόθεσης και το άρθρο 6 § 1, κατά κανόνα, δεν εφαρμόζεται σε «εξαιρετικές» διαδικασίες θεώρησης αιτημάτων επανανοίγματος ή επανακρόασης, αυτό μπορεί να εφαρμόζεται, εάν τα περιστατικά κάποιας υπόθεσης και η φύση και τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας το δικαιολογούν, ανεξαρτήτως του πώς ονομάζεται ή του τι νομικού χειρισμού τυγχάνει η εγχώρια διαδικασία.

Από την άλλη, και η Α μειοψηφία, δεν έδειξε προθυμία να αποδεχθεί ως μέθοδο αποδοχής κάποιου κανόνα εφαρμογής του άρθρου 6 § 1 αυτόν που εστιάζει στα γνωρίσματα της διαδικασίας αναθεώρησης, εάν εκείνη προσομοιάζει με κανονική διαγνωστική δίκη ή όχι (αντανακλαστική εφαρμογή), για διαφορετικούς λόγους. Η αντίθετη θέση της βασιζόταν κυρίως στο γεγονός ότι υπάρχει, πλέον, μια τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση και η προσφεύγουσα (ή ο εκάστοτε προσφεύγων) δεν συνιστά πρόσωπο που «κατηγορείται για ποινικό αδίκημα», αλλά πρόσωπο που έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για ποινικό αδίκημα, επομένως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 § 1, κατά την Α μειοψηφία, έχει ήδη κλείσει σε εκείνο το στάδιο, και είναι γι’ αυτό τον λόγο που δεν εφαρμόζεται στις εξαιρετικές διαδικασίες αναθεώρησης. Ως θέμα αρχής, το πότε και ποιες περιστάσεις δικαιολογούν μια τέτοια αντανακλαστική επέκταση της προστατευτικής εμβέλειας του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ (έλλειψη σταθερού κανόνα και επαρκούς δικαιολογητικής βάσης, στον βαθμό που υπήρξε η εντύπωση ότι αποκλίνει και από άλλα νομολογιακά προηγούμενα, ως ερμηνεύονταν από την Α μειοψηφία) δεν δημιούργησε αρκετή ασφάλεια για την Α μειοψηφία, κατά την κρίση της οποίας η απόφαση της πλειοψηφίας περισσότερο (από το να θεωρηθεί μορφή έκφρασης αναγκαίας προστατευτικής ελαστικότητας) βασίζεται σε σύγχυση μεταξύ δύο διαφορετικών παραμέτρων: Μεταξύ της ενασχόλησης με τα επίδικα θέματα και του καθορισμού της καταδίκης (the determination of the conviction / le bien fondé ), εάν τέτοια υφίσταται, από τη μία πλευρά, και της ασφάλειας της καταδίκης (safety / validity of the conviction), από την άλλη πλευρά. Το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ και οι δικονομικές του εγγυήσεις μπορεί, κατά την Α μειοψηφία, να εφαρμόζεται εφόσον επανανοίξει η υπόθεση, ειδικότερα μετά το επανάνοιγμα της, στη νέα διαδικασία για τον καθορισμό εάν ένας κατηγορούμενος είναι ένοχος ή αθώος, αλλά όχι στην ίδια τη διαδικασία του αιτήματος επανανοίγματος της υπόθεσης, όπου, σε εκείνο το στάδιο, εξετάζεται, τεχνικά, η εγκυρότητα ή η ασφάλεια της καταδίκης και δεν θεωρείται νέα δίκη επί της ουσίας, που συνήθως διεξάγεται από κάποιο κατώτατο δικαστήριο (ακόμα και αν θιγούν στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας πτυχές της ουσίας, δεν είναι δίκη για τον καθορισμό της καταδίκης). Επομένως, κατά την Α μειοψηφία, η υπόθεση θα έπρεπε να είχε κριθεί ως απαράδεκτη ratione materiae. Τιθέμενη, η Α μειοψηφία, και έναντι στον κίνδυνο διασάλευσης της νομιμότητας, της ασφάλειας του δικαίου, και της ίδιας της εγγενούς ουσίας του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, όταν ενθαρρύνεται το εύκολο επανάνοιγμα μιας υπόθεσης (στην οποία υπάρχει είτε αθωωτική απόφαση είτε καταδικαστική) η οποία έχε αποφασιστεί τελεσίδικα. Από την άλλη, η Β μειοψηφία βλέπει όλη αυτή τη διάκριση μεταξύ της ουσιαστικής και της δικονομικής υπόθεσης, ως μια αχρείαστη αλλά και ανούσια σύγχυση, αφού τα κριτήρια είναι ή θα έπρεπε να είναι πιο αποκρυσταλλωμένα.

Επί της ουσίας, το ΕΔΔΑ, αφού αποδέχθηκε δικαιοδοσία και εφαρμογή του άρθρου 6 § 1, ανεξαρτήτως του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 46, και διευρυμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούσε σε άρνηση έγκρισης αιτήματος επανανοίγματος και επανακρόασης υπόθεσης για σκοπούς συμμόρφωσης με προηγούμενο εύρημα του ΕΔΔΑ περί παράβασης του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ (δηλαδή την αντανακλαστική εφαρμογή των εχεγγύων του άρθρου αυτού και σε περίπτωση προσώπου που έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για ποινικό αδίκημα και επιζητά την αναθεώρηση της υπόθεσής του σε μια διαδικασία που φέρει κοινά γνωρίσματα με αυτά της διαγνωστικής δίκης), δεν διαπίστωσε νέα παράβαση του Πορτογαλικού κράτους. Οι ενέργειες του Πορτογαλικού κράτους (δια της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δικαιολόγησε επαρκώς την κατάληξή του, με βάση το Πορτογαλικό δίκαιο και τις αρχές αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, με βάση τη φύση της διαδικασίας και της απόφασης[7]) δεν «κατέστρεψαν» την κατάληξη του ΕΔΔΑ στην απόφαση του 2011 (για τη Γ μειοψηφία υπήρξε κακή ανάγνωση της απόφασης του 2011, η οποία έθετε σοβαρές αμφιβολίες για την εγκυρότητα της καταδίκης της προσφεύγουσας, η οποία προέκυψε χωρίς την ακρόασή της), και ήταν ενέργειες σύμφωνες με την απόφαση του 2011, «ορθά ερμηνευόμενη», και μέσα στο περιθώριο εκτίμησης που διέθετε το κράτος αυτό (το οποίο δεν θα έπρεπε να είναι τόσο ευρύ στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη Γ μειοψηφία). Τέτοια παράβαση θα έπρεπε να υπάρχει κατά τη Γ μειοψηφία και τη Δ μειοψηφία.

Η πιο επίμονη σκέψη, με την ανάγνωση της Moreira Ferreira (αρ. 2) ήταν ότι, πιο σημαντική από την απόφαση της πλειοψηφίας, η οποία, όντως, δίνοντας βάση στην (έστω εξαιρετική) αντανακλαστική (διευρυμένη) εφαρμογή του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και στις διαδικασίες εξέτασης των αιτημάτων επανανοίγματος και επανακρόασης μιας καταδικαστικής απόφασης που προέκυψε κατόπιν παράβασης του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, άνευ βλάβης του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, έκανε ένα περαιτέρω νομολογιακό βήμα (προς τον έμμεσο δικαστικό έλεγχο της υποχρέωσης συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), είναι αυτή η τετραπλή διάσταση των μειοψηφούντων απόψεων σε ουσιώδη αλλά και επιμέρους σημεία. Μια διάσταση που δείχνει τη μεγάλη «λεπτότητα» του προβλήματος της εκτελεστότητας των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, μα και την παράλληλη σημασία του για την ίδια της ΕΣΔΑ και την εμπιστοσύνη που αυτή εμπνέει στους πολίτες της Ένωσης. Κατά τα λοιπά, ακόμα κι αν η Moreira Ferreira v. Portugal (no. 2) βάζει ένα λιθαράκι προς την τάση αποδοχής του έμμεσου δικαστικού ελέγχου της συμμόρφωσης με τις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, δια της εξέτασης κάποιας «νέας παράβασης», ακόμα και όσον αφορά τις στιγμιαίες ή τετελεσμένες παραβάσεις, δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι εμπεδώνει τη δυνατότητα.

Πιο χαλαρή ήταν η σκέψη ότι, ορισμένες φορές, η πλειοψηφία του ΕΔΔΑ καταφέρνει να διατηρεί αρκετά δύσκολες ισορροπίες, προτιμώντας, σαφώς, το να χαρακτηριστεί (από κάποιες απελπισμένες μειοψηφίες) ως «μετριοπαθής» ή «χλιαρή», αλλά να κάνει μικρά και σταθερά βήματα μπροστά, παρά να θέσει σε κίνδυνο τη σοβαρότητα του ίδιου του θεσμού της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης. Το βήμα της πλειοψηφίας Moreira Ferreira (αρ. 2)  ήταν μάλλον επαρκές προς το παρόν και παράλληλα ενθαρρυντικό, του ότι, ακόμα κι αν η άρνηση άντλησης δικαιοδοσίας για παράβαση αυτού του άρθρου 46 ήταν σαφής στον λόγο της (εξ ου και λεπτότατοι διαχωρισμοί), σε κάποια μελλοντική στιγμή θα μπορούμε να μιλάμε για την εκτελεστότητα των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και τη δικαστική συμμόρφωση, χωρίς δισταγμούς και απορίες, ίσως και με μια καλύτερη (ατομική) αίσθηση ασφάλειας δικαίου. Εξάλλου, από την προσεκτικότερη ή αυστηρότερη τήρηση του υποκειμενικού δεδικασμένου μπορεί να εξαρτώνται πολλά περισσότερα.

Ή μήπως μιλάμε ακόμα μια για μια θλιβερά ατέρμονη νομική και πολιτική ουτοπία, σαν αυτή την οποία φέρνει στον νου, ένας οποιοσδήποτε Κύπριος, ξέροντας τη μέχρι σήμερα «άνευ προηγούμενου» μη ουσιαστική συμμόρφωση της Τουρκίας στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ακόμα και όσον αφορά συνεχιζόμενες (μη στιγμιαίες) παραβάσεις; Καθόλου παράλογο, για την ώρα, και το ευρύτερο ερωτηματικό που επαναφέρει, θέλοντας και μη, η Moreira Ferreira (αρ. 2): Θα μπορέσει, άραγε, κάποια στιγμή, το νομικό κεκτημένο του ΕΔΔΑ να υπερκεράσει τις εγχώριες νομικοπολιτικές τάσεις; Και εάν καταφέρει να το πράξει, τότε συμβαίνει τι;

————————————

[1] Gençel v. Turkey, αρ. 53431/99, § 27, 23 Οκτωβρίου 2003) και Öcalan v. Turkey ([GC], αρ. 46221/99, § 210, ECHR 2005‑IV) και Sejdovic v. Italy ([GC], αρ. 56581/00, ECHR 2006‑II).

[2] Henryk Urban and Ryszard Urban v. Poland, αρ. 23614/08, § 66, 30 Νοεμβρίου 2010.

[3] Assanidze v. Georgia [GC], αρ. 71503/01, §§ 202 και 203, ECHR 2004‑II, και Del Río Pradav. Spain [GC], αρ. 42750/09, §§ 138 και 139, ECHR 2013. Nikitin v. Russia, no. 50178/99, §§ 55-57, ECHR 2004‑VIII και Bujniţa v. Moldova, no. 36492/02, § 20, 16 January 2007, and Bota v. Romania, αρ. 16382/03, §§ 33 και 34, 4 Νοεμβρίου 2008 και Lenskaya v. Russia, αρ. 28730/03, §§ 39 και 40, 29 Ιανουαρίου 2009, και Giuran v. Romania, αρ. 24360/04, § 39, ECHR 2011 και Yaremenko v. Ukraine (αρ. 2), αρ. 66338/09, §§ 52-56 και 64-67, 30 Απριλίου 2015) και Savinskiy v. Ukraine, αρ. 6965/02, § 25, 28 Φεβρουαρίου 2006 και Radchikov v. Russia, αρ. 65582/01, § 48, 24 Mαΐου 2007 και Ştefan v. Romania, αρ. 28319/03, § 18, 6 Απριλίου 2010).

[4] Meftah and Others v. France [GC], αρ. 32911/96, 35237/97 και 34595/97, § 40, ECHR 2002‑VII όπως και Monnell and Morris v. the United Kingdom, 2 Μαρτίου 1987, § 54, Σειρά Α αρ. 115

[5] Fischer v. Austria (Δεκ.), αρ. 27569/02, ECHR 2003-VI, και Öcalan v. Turkey (Δεκ.), αρ. 5980/07, 6 Ιουλίου 2010).

[6] Συγκριτικά με Maresti v. Croatia, αρ. 55759/07, §§ 25 και 28, 25 Ιουνίου 2009.

[7] García Ruiz v. Spain [GC], αρ. 30544/96, § 26, ECHR 1999‑I και Ruiz Torija v. Spain, 9 Δεκεμβρίου 1994, §§ 29-30, Σειρά A αρ. 303‑A, και Higgins and Others v. France, 19 Φεβρουαρίου 1998, §§ 42-43, Reports of Judgments and Decisions 1998‑I και Lhermitte v. Belgium [GC], αρ. 34238/09, §§ 66 και 67, ECHR 2016.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.