Το δικαίωμα έφεσης στις αστικές υποθέσεις: Ποιος περιορισμός;

Την 21.07.2017, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2017, Ν.109(Ι)/2017, ο οποίος αντικαθιστά το άρθρο 25 § 1 του βασικού Νόμου (Ν.14/60).

Το άρθρο 25 § 1 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 πριν την τροπολογία προέβλεπε ότι:

«Τηρουμένου του διαδικαστικού κανονισμού, κάθε απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, ανεξάρτητα αν αυτή είναι καθοριστική ή δηλωτική για τα δικαιώματα των διαδίκων, είτε αυτή είναι ενδιάμεση είτε είναι τελική, υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο:

Νοείται ότι διάδικος που δεν άσκησε εντός της καθορισμένης προθεσμίας έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης, δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης ζητήματα που αφορούν την ενδιάμεση απόφαση».

Εκ του νόμου, προέκυπτε εννοιολογικός διαχωρισμός μεταξύ:

  • Ενδιάμεσων ή τελικών αποφάσεων / διαταγών·
  • Καθοριστικών ή δηλωτικών για τα δικαιώματα των διαδίκων αποφάσεων / διαταγών.

Προέκυπτε περαιτέρω η δυνατότητα διαφόρων εννοιολογικών συνδυασμών:

  • Ενδιάμεση καθοριστική απόφαση / διαταγή για τα δικαιώματα των διαδίκων·
  • Ενδιάμεση δηλωτική απόφαση / διαταγή για τα δικαιώματα των διαδίκων·
  • Τελική καθοριστική απόφαση / διαταγή για τα δικαιώματα των διαδίκων·
  • Τελική δηλωτική απόφαση / διαταγή για τα δικαιώματα των διαδίκων.

Η τροπολογία, σε μια υποτιθέμενη προσπάθεια περιορισμού του δικαιώματος έφεσης σε αποφάσεις πολιτικής δικαιοδοσίας (αστικές υποθέσεις), αντικαθιστά το προαναφερόμενο άρθρο με το ακόλουθο άρθρο 25 § 1:

«(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόκειται-

(α) Κάθε τελική απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία,

(β) απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα (παρεμπίπτοντα ή διηνεκή) ή διατάγματα διορισμού παραλήπτη που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου, και

(γ) ενδιάμεσες αποφάσεις απόλυτα καθοριστικές ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων:

Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, διάδικος δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης.».

Η Δ. 35, κ. 2 (1) των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ήταν και είναι εκείνη που δίδει πρόβλεψη ως προς τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος έφεσης, και αναφέρεται επίσης σε «ενδιάμεση» και «τελική» απόφαση ή διαταγή, με εξίσου (ή περισσότερο) συγκεχυμένο τρόπο (η υπογράμμιση δική μου):

«Subject and without prejudice to the power of the Court of Appeal under Order 57, Rule 2, no appeal from any interlocutory order, or from an order, whether final or interlocutory, in any matter not being an action, shall be brought after the expiration of fourteen days, and no other appeal shall be brought after the expiration of six weeks, unless the Court or Judge, at the time of making the order or at any time subsequently, or the Court of Appeal shall enlarge the time. The said respective periods shall be calculated from the time that the judgment or order becomes binding on the intending appellant, or in the case of the refusal of an application, from the date of such refusal. Such deposit or other security for the costs to be occasioned by any appeal shall be made or given as may be directed under special circumstances by the Court of Appeal.»

(σε μετάφραση)

«Χωρίς βλάβη των εξουσιών του εφετείου σύμφωνα με τη Διαταγή 57 Κανονισμός 2 και υποκείμενη σε αυτές ισχύει η πρόνοια ότι, ουδεμία έφεση σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα ή σε διάταγμα, είτε τελικό είτε ενδιάμεσο, σε οποιοδήποτε ζήτημα που δεν είναι αγωγή θα καταχωρίζεται μετά την εκπνοή των δεκατεσσάρων ημερών, και ουδεμία άλλη έφεση θα καταχωρίζεται μετά την εκπνοή των έξι εβδομάδων, εκτός εάν το Δικαστήριο ή Δικαστής κατά την ώρα που δίνει το διάταγμα ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο, ή το εφετείο, επεκτείνουν τον χρόνο. Οι δύο αυτοί περίοδοι θα υπολογίζονται από τον χρόνο που η απόφαση ή το διάταγμα θα δεσμεύει τον προτιθέμενο εφεσείοντα ή στην περίπτωση αίτησης που έτυχε άρνησης, από την ημέρα τέτοιας άρνησης. Κατάθεση ή άλλη ασφάλεια για τα έξοδα που θα προκληθούν από οποιαδήποτε έφεση θα γίνεται δίδεται ανάλογα με τις οδηγίες του εφετείου»

(Για τη συσχέτιση της Δ. 35, κ. 2 με τη Δ. 57, κ. 2 ίσως τύχει να γίνει λόγος κάποια άλλη στιγμή).

Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «ενδιάμεση» και «τελική» απόφαση / διαταγή ήταν και είναι ακόμα, κατά την αντίληψη πολλών, ως προς τη βάση της απόφασης: εάν την αποφασιστική εξουσία του δικαστηρίου ενεργοποιεί «ενδιάμεση αίτηση» με βάση τη Δ. 48 ΚΠολΔ (οπότε υπάρχει «ενδιάμεση απόφαση») ή εάν το βασικό διάβημα που αποφασίζεται είναι αυτό της ουσίας της αγωγής (ή αναλόγως της εναρκτήριας διαδικασίας) (οπότε έχουμε «τελική απόφαση»). Υπάρχουν, φυσικά, και οι αποφάσεις που εκδίδονται μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή ή την εναρκτήρια διαδικασία.

Η έννοια της «τελικής απόφασης», κατ’ άλλους, μπορεί να ταυτίζεται καλύτερα με την έννοια της απόφασης με την έκδοση της οποίας το πρωτόδικο δικαστήριο περατώνει το έργο του στη συγκεκριμένη υπόθεση αφού έχει αποφανθεί οριστικά επί συγκεκριμένων επίδικων ζητημάτων. Από την άλλη, κάθε διαδικασία, είτε ενεργοποιείται στο πλαίσιο κάποιας άλλης διαδικασίας (είναι «ενδιάμεση» – μη νομικός χαρακτηρισμός), είτε όχι, θέτει στο Δικαστήριο προς κρίση ορισμένα ζητήματα, έχει δηλαδή τα δικά της «επίδικα θέματα», και το Δικαστήριο αποφαίνεται επί αυτών «οριστικά» (δεν θα αποφανθεί ξανά επί των ιδίων). Έπειτα, μια διαδικασία μπορεί να περατωθεί για ένα πρωτόδικο Δικαστήριο χωρίς αυτό να έχει υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, για κάποιον διαδικαστικό λόγο. Πόσο βάσιμος είναι ο διαχωρισμός αυτός;

Σ’ ένα δεύτερο στάδιο, η προσπάθεια ήταν και είναι για τον επιμέρους διαχωρισμό με βάση την επίδραση των αποφάσεων ή διαταγών στα δικαιώματα των διαδίκων: Εάν αυτές είναι «καθοριστικές» ή όχι (που πριν την τροπολογία, έναντι στο «καθοριστικά» τίθετο το «δηλωτικά»). Εκεί προσπαθούσε, κανείς, ν’ αντιληφθεί τη λογική της διάκρισης αυτής και την απάντηση στο ερώτημα: το «δηλωτικό» δεν είναι και «καθοριστικό»; Δεν συνιστά αυτό που προσδιορίζεται ή καθορίζεται δια δήλωσης; Άρα τι θέλει ή τι ήθελε (πριν την τροπολογία) να πει ο νομοθέτης και, κυρίως, γιατί δεν μπορούσε να το πει αλλιώς (με πιο κατάλληλες λέξεις); Είναι εφικτό, αλήθεια, να υπάρχουν αποφάσεις ή διαταγές ή διατάγματα που να μην επηρεάζουν δικαιώματα ή υποχρεώσεις διαδίκων, που να μην δημιουργούν (εκ φύσεως) καθορισμό ή επηρεασμό; Γιατί εκδίδονται (εάν είναι αχρείαστα ή μη αναγκαία);

Η επιμέρους διάκριση των τελικών αποφάσεων σε «καθοριστικές» ή «δηλωτικές» δεν φαινόταν και δεν φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, να έχει οποιαδήποτε σημασία για το δικαίωμα έφεσης· ήταν και είναι εκ του περισσού. Με την έννοια του ότι δεν εξαιρούνταν και δεν εξαιρείται στην Κύπρο (μέχρι στιγμής) το δικαίωμα έφεσης εναντίον οποιωνδήποτε τελικών αποφάσεων / διαταγών / διαταγμάτων (είτε είναι «καθοριστικά» είτε είναι «δηλωτικά»). Τέτοια διάκριση δεν θα είχε και δεν έχει, ενδεχομένως, σημασία ούτε στα διατάγματα γενικά, που, εκ φύσεως, επίσης, δεν μπορούν να μην είναι διατακτικά (είτε είναι «ενδιάμεσα» είτε είναι «τελικά» – βλέπουμε να προτιμάται πλέον ο όρος «διηνεκή» για τα διατάγματα και ο όρος «τελικές» για τις διαταγές και να δίνεται αφορμή για την έμφαση στη διαφοροποίηση, που θα απασχολήσει σε κάποια μεταγενέστερη αναφορά), να μην είναι εξαναγκαστικά πράξης ή παράλειψης. Τέτοια διάκριση, όμως, είχε και φαίνεται να έχει ακόμα για κάποιους σημασία (που αναδείχθηκε περισσότερο νομολογιακά) στις ενδιάμεσες αποφάσεις / διαταγές, εάν αυτές είναι «καθοριστικές» ή «δηλωτικές».

Πέρα από τον αχρείαστο πόλεμο των εννοιών, η σύντομη ουσία είναι ότι τα πάντα ήταν και είναι εφέσιμα στην Κύπρο, εκτός από τις ενδιάμεσες «μη καθοριστικές» ή (τότε) «δηλωτικές» αποφάσεις / διαταγές. Αλλά, και πάλι, ποιο το νόημα του όποιου διαχωρισμού κι αυτών, εάν όλος ο λόγος περί εφέσιμου ή μη εφέσιμου τους, αφορά μόνον στο άμεσα και αυτοτελώς εφέσιμο εκκρεμούσης της διάγνωσης της ουσίας της αγωγής ή της κυρίως διαδικασίας, χωρίς ν’ αποκλείεται η προσβολή του ζητήματος της ενδιάμεσης μη καθοριστικής – δηλωτικής απόφασης / διαταγής δια έφεσης επί της «τελικής απόφασης», με δεδομένη τη ρήτρα του διατηρούμενου τελευταίου εδαφίου; (ότι μια αυτοτελώς και άμεσα εφέσιμη απόφαση που δεν εφεσιβάλλεται δεν δημιουργεί απώλεια του δικαιώματος έφεσης επί των ζητημάτων της, το οποίο διατηρείται σε τελικό στάδιο, ακόμα κι αν δεν επιφυλάσσεται).

Με την τροπολογία, ο διφορούμενος εννοιολογικός διαχωρισμός μεταξύ «τελικών» και «ενδιάμεσων» αποφάσεων / διαταγμάτων διατηρείται ανέπαφος (αν και υπήρχε κάποια ελπίδα για την απεμπόληση του, τον εκσυγχρονισμό της όλης προσέγγισης) και απλά διευκρινίζεται ό,τι ήταν ήδη νομολογιακά διευκρινισμένο. Τίθεται άνευ αμφιβολίας (όχι πως τέτοια υπήρχε) ότι οι αποφάσεις και τα διατάγματα που είναι «τελικά» και τα απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα ή τα διατάγματα διορισμού παραλήπτη είναι εφέσιμα, και ότι, εκ των «ενδιάμεσων αποφάσεων» (ή διαταγών), σε (άμεση και αυτοτελή) έφεση πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας προκύπτουν υπόκεινται μόνον αυτές που είναι «απόλυτα καθοριστικές ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων». Το πότε οι ενδιάμεσες αποφάσεις (ή διαταγές – παρόλο που δεν χρησιμοποιείται ο όρος «διαταγή» και στις εποτρεπόμενες «ενδιάμεσες» κρίσεις, αφήνοντας να νοηθεί ότι δεν μπορούν να υπάρξουν) είναι «απόλυτα καθοριστικές ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων» παραμένει ανοιχτό, και προβλέπεται ότι δεν θα αποτρέψει εφέσεις εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων ή διαταγών, με το επιχείρημα ότι αυτές είναι «απόλυτα καθοριστικές ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων», ακόμα κι εκεί όπου παρέχει κάλυψη η ήδη υφιστάμενη νομολογία.

Η χρήση του «απόλυτα» σε νομοθετικό επίπεδο, για να χαρακτηρίσει το επίπεδο ή την ένταση ή την έκταση της καθοριστικότητας μιας ενδιάμεσης απόφασης ή διαταγής, ξενίζει. Προφανώς, ο νομοθέτης ήθελε να ορίσει κάτι άλλο, ενδεχομένως ότι, για να μπορεί να εφεσιβληθεί μια ενδιάμεση απόφαση ή διαταγή, θα πρέπει ο επηρεασμός που προκαλεί στα δικαιώματα των διαδίκων να είναι «άμεσος», «δυσμενής» και «σημαντικός», ώστε να προδιαγράφει επηρεασμό και στο τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης ή, με απλούστερα λόγια, να επιδρά στο «δίκαιο» της διαδικασίας, να συνυφαίνεται με τη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.

Δεν θεωρείται, όμως, πλέον καλή η διάκριση μεταξύ «ενδιάμεσων» και «τελικών» αποφάσεων / διαταγών / διαταγμάτων γενικά. Όχι μόνον γιατί δεν παρέχει καν επαρκές περιθώριο διάκρισης μεταξύ μιας τελικής απόφασης και μιας ενδιάμεσης καθοριστικής απόφασης ή μιας ενδιάμεσης απόφασης η οποία όμως είναι κατ’ ουσία «τελική» γιατί δεν θα εξακολουθήσει δικαστικό έργο για τη διαπίστωση κάποιας περαιτέρω διαφοράς μεταξύ των συγκεκριμένων μερών (π.χ. η απόφαση με την οποία παραμερίζεται ειδοποίηση τριτοδιαδίκου είναι «ενδιάμεση» στη βάση της πιο πάνω προσέγγισης της αίτησης, ή «τελική» επειδή δεν θα συνεχίσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία μεταξύ του εναγόμενου και του τριτοδιαδίκου στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής ή επειδή μπορεί και να διαγνώστηκε η έλλειψη δυνατότητας συνεισφοράς ή αποζημίωσης;).

Είναι μια διάκριση που φαίνεται να εισχώρησε στην Κυπριακή νομολογία μ’ έναν περίεργο τρόπο, ενώ ουδεμία σχέση έχει με τον λόγο για τον οποίο υπήρξε και λειτούργησε στην Αγγλική νομολογία. Ειδικότερα, η προσέγγιση μιας απόφασης ή ενός διατάγματος με βάση τον χαρακτήρα ή το είδος της αίτησης (application approach) και τη νομική της βάση, εάν στηρίζεται στη Δ. 48 ή όχι, προτιμήθηκε στη Wortham v. Τσίμον (2001) 1 Α.Α.Δ. 1442 και έπειτα στη G. & Z. Engineers Ltd v. Ameron B.V. (2009) 1 Α.Α.Δ. 1106, που αμφότερες βασίζονταν στη White v. Brunton [1984] 2 All E.R. 606. Το θέμα στο Αγγλικό δίκαιο διαχρονικά σχετίζονταν με την αναγκαιότητα εξασφάλισης άδειας για έφεση (leave to appeal), που απαιτούνταν στη μία ή στην άλλη περίπτωση, αναλόγως εάν η απόφαση ή το διάταγμα είχαν χαρακτήρα ενδιάμεσου ή τελικού. Στην πορεία, οι Αγγλικοί Διαδικαστικοί Κανονισμοί, ως τροποποιήθηκαν, προέβλεψαν ρητά τα κριτήρια διαχωρισμού των αποφάσεων και των διαταγμάτων σε τελικά ή ενδιάμεσα, που, πλέον, σχετίζονται με τη φύση των ιδίων των αποφάσεων ή διαταγμάτων, περιορίζοντας την εφαρμογή της White στις λεγόμενες “split trials” (εκδίκαση πρώτα της ευθύνης και μετά της ζημιάς – ξεχωριστές δίκες για “quantum of damages”), όπως τέτοιου είδους δίκη ήταν κι αυτή της White. Ήταν στη βάση εκείνης της σχολής προσέγγισης που άρμοζε και η αναφορά του Annual Practice του 1958, Τόμος Ι, σελ. 1667 – 1668 στον ενδεικτικό κατάλογο αποφάσεων ενδιάμεσης φύσης, που, παρεμπιπτόντως, περιλάμβανε ακόμα και την απόρριψη μιας αγωγής ως επιπόλαιας και / ή ενοχλητικής και / ή ότι δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής, παρόλο που η απόρριψη αφορούσε την αγωγή στο σύνολό της. Ο όρος «τελική» απόφαση έτεινε να χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με τον όρο «ενδιάμεση» επίσης με έναν εντελώς περίεργο τρόπο[1], από τον οποίον δεν μπορεί να εξαχθεί σταθερή νομική θεωρία. Το κατά πόσον μια απόφαση είναι «τελική» εξαρτάτο από το κατά πόσον αποφαίνονταν επί των επιδίκων θεμάτων («on the merits») και δεν προϋπέθετε οποιαδήποτε άλλη δικαστική κρίση για να δεσμεύσει τα μέρη στα οποία αφορά σε σχέση με τα επίδικα θέματα[2]. Μια «τελική» απόφαση ήταν οριστική (conclusive) έναντι όλων, σε σχέση με την ύπαρξη, τον χρόνο ύπαρξής της και τη νομική συνέπεια[3]. Η αρχή της τελεσιδικίας είναι βασική αρχή για κάθε Δικαστήριο (interest reipublicae ut sit finis litium)[4], στη βάση της οποίας αναπτύχθηκαν δόγματα, όπως και αυτό του res judicata.

Καταρχάς, είναι ξεχωριστά τα διάφορα ζητούμενα στη σημερινή εποχή και στα εγχώρια πράγματα: Το να ολοκληρώνονται οι πρωτοβάθμιες διαδικασίες γρήγορα, χωρίς τόση ενδιάμεση εμπλοκή του εφετείου πριν το πρωτόδικο δικαστήριο ασκήσει όλο το έργο του, εφόσον τότε δημιουργείται είτε αχρείαστη «φραγή» της πρωτόδικης διαδικασίας είτε αχρείαστος εφετειακός όγκος εάν η πρωτόδικη διαδικασία συνεχίζει κανονικά. Το να υπάρχει δικαίωμα έφεσης επί αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (διαδικαστικών και ουσιαστικών) όταν πρέπει, ήτοι όταν υπάρχει επηρεασμός δικαιωμάτων, γιατί αυτό είναι το μέσο ελέγχου της ορθότητας των αποφάσεών τους και διασφάλισης ότι απονέμεται ορθά η δικαιοσύνη. Το να μην εφεσιβάλλονται τα πάντα, ακόμα κι αυτά για τα οποία δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι ορθά ή ακόμα κι αν δεν υπάρχει διάδικος (ενάγων ή εναγόμενος) του οποίου η υπόθεση (απαίτηση ή υπεράσπιση) να έχει απορριφθεί ή βλαφθεί (losing party), από απλή αντιδραστικότητα ή μη αποδοχή του έργου των πρωτόδικων δικαστηρίων. Το να ολοκληρώνονται οι δευτεροβάθμιες διαδικασίες γρήγορα.

Τα προσωρινά διατάγματα, κατά τη γνώμη μου, είναι μια ξεχωριστή κατηγορία από μόνα τους, γιατί αφορούν ξεχωριστή δικαιοδοσία, ξεχωριστή διαδικασία παροχής ενδιάμεσης θεραπείας, ξεχωριστή πτυχή του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη (θεραπεία – ενδιάμεση θεραπεία – εκτέλεση). Παρόλο που συχνά μπαίνουν και τα προσωρινά διατάγματα στον γενικευμένο διάλογο σχετικά με το δικαίωμα έφεσης. Πάντα προκαλούν επηρεασμό του προσώπου ενός διαδίκου ή της περιουσίας του (γι’ αυτό εκδίδονται) και πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα αυτά να εφεσιβάλλονται.

Η ανάγκη περαιτέρω κατηγοριοποίησης (όχι διαχωρισμού) σε σχέση με το δικαίωμα έφεσης αφορά στις διαδικαστικές αποφάσεις, δηλαδή στις αποφάσεις που αφορούν σε ζητήματα της διαδικασίας που ακολουθείται για τη διάγνωση μιας υπόθεσης (π.χ. επίτρεψη μαρτυρίας, κ.λπ.) είτε για την εκτέλεση μιας απόφασης. Είναι σαφώς προτιμότερος ο χαρακτηρισμός διαδικαστικές αποφάσεις από τον χαρακτηρισμό «ενδιάμεσες». Εάν πρέπει να υπάρχει δικαίωμα έφεσης επί τέτοιων διαδικαστικών αποφάσεων (εξαιρετικό δικαίωμα)μπορεί απλά να νομοθετηθεί (είτε δια νόμου είτε δια διαδικαστικού κανονισμού) η συγκεκριμένη περιπτωσιολογία (π.χ. επί αποφάσεων που σχετίζονται με την τροποποίηση των δικογράφων ή την αποκάλυψη εγγράφων ή την προσκόμιση μαρτυρίας, κ.λπ.; ), αναλόγως του τι θεωρείται ότι δημιουργεί διαδικαστικό επηρεασμό, παρά να χρησιμοποιηθεί κάποια γενικευμένη υποκατηγορία («απόλυτα καθοριστικές»), που να χρήζει περαιτέρω ερμηνευτικών δοκιμασιών. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου δύσκολο να ανατρέξει κάποιος στους ΚΠολΔ και να εντοπίσει τις διαδικασίες εκείνες το αποτέλεσμα των οποίων μπορεί να επιδρά στη διάγνωση του τελικού αποτελέσματος, σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιολογείται δυνατότητα παρέμβασης του εφετείου. Το πρόβλημα τότε θα παραμένει εάν στο εφετείο δεν υπάρχει διαδικασία ταχείας εκδίκασης (σε εμβέλεια ημερών ή εβδομάδων) αυτών των (εξαιρετικών) εφέσεων επί διαδικαστικών αποφάσεων.

Στις «τελικές αποφάσεις» μπορεί να εισαχθεί (και αναμένονταν ότι εκεί θα εισάγονταν με κάποια τροπολογία) περαιτέρω περιορισμός του δικαιώματος έφεσης, είτε με την εισαγωγή του θεσμού της άδειας έφεσης σε ορισμένες περιπτώσεις (κλειστή διαδικασία), που είναι ένας συνήθης τρόπος περιορισμού, είτε με άλλον τρόπο. Περιθώρια νομικής καινοτομίας στο ζητούμενο ενδεχομένως να μην υπάρχουν και πολλά.

Το «δικαίωμα έφεσης», ως απόρροια του δικαιώματος δίκαιης δίκης, δεν είναι απόλυτο, μπορεί να τύχει περιορισμών, αρκεί να διασφαλίζεται το «αναγκαίο» και «εύλογο» των περιορισμών του. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιθυμία ήταν, μάλλον, δια κάποιας τροπολογίας, να περιοριστεί ο όγκος εργασίας του εφετείου, και ό,τι απασχόλησε, ως αντικείμενο, ήταν, προς το παρόν, μόνον οι ενδιάμεσες διαδικασίες. Αυτού του είδους οι εφέσεις, συνήθως απαγορεύονται· επιτρέπονται κατ’ εξαίρεση όταν, εκκρεμούσης της δίκης, προκύπτει άμεσος και αρνητικός επηρεασμός του προσώπου ή της περιουσίας του διαδίκου, συνήθως από ενδιάμεσα διατάγματα (προαναφερόμενη προσωπική θεώρηση ότι αυτά συνιστούν, ούτως ή άλλως, ξεχωριστές διαδικασίες) ή ιδιαίτερα δυσμενής επηρεασμός του δίκαιου της δίκης, συνήθως από διαδικαστικής φύσης δικαστικές κρίσεις. Από διαδικαστικές κρίσεις μπορεί να προκύψει και τερματισμός των διαδικασιών, επομένως κι εκεί (όπου δεν στέκει πλέον και η χρήση του χαρακτηρισμού «ενδιάμεση απόφαση») επιτρέπεται συνήθως το δικαίωμα έφεσης.

Ενώ τα πράγματα είναι αρκετά απλά, είναι δύσκολο να τύχει κατανόησης γιατί όλη αυτή η περιπλοκή με έννοιες και όρους όπως «τελική», «ενδιάμεση», «απολύτως καθοριστική» κ.λπ. Ειδικότερα, είναι δύσκολο να τύχει κατανόησης το πώς ακριβώς, με αυτόν τον τρόπο, με όλες αυτές τις έννοιες ανοιχτές, τιθέμενες ή επανατιθέμενες δια νόμου, αναμένεται ότι θα περιοριστεί ο όγκος εργασίας του εφετείου, και δεν θα το δούμε ν’ αναλώνεται σε νέες αχρείαστες χρονοβόρες διαδικασίες.

————————

[1] Marchioness of Huntly v. Gaskell [1905] 2 Ch 656, CA· και Allnutt v. Mills (1925) 42 TLR 68. Μια απόφαση που επιδόθηκε σε άλλα μέρη μπορεί να είναι τελική ακόμα κι αν υπολείπονται διαβήματα που πρέπει να γίνουν: Jowett v. Earl of Brandford [1977] 2 All E.R. 33. Μια απόφαση λόγω παράλειψης υπεράσπισης δεν καθορίζει όλα τα ζητήματα μεταξύ των μερών και δεν είναι «τελική»: βλ. και Tardios v. Linton [2015] EWHC 1429 (QB).

[2] Doe v. Wright (1839) 10 Ad & El 763· και Overton v. Harvey (1850) 9 CB 324· και Marchioness of Huntly v. Gaskell [1905] 2 Ch 656, CA· και Horrocks v. Stubbs (1896) 74 LT 58, CA· και Uxbridge Union v. Winchester Union (1904) 91 LT 533· και Lary Clammorris v. Lord Clammorris (1862) 14 1 Ch R 420. Βλ. και Harris v. Willis (1855) 15 CB 710· και Poulton v. Adjustable Cover and Boiler Block Co [1908] 2 Ch 430, CA που εφαρμόστηκε στην Coflexip SA v. Stolt Offshore MS Ltd [2003] EWHC 1892 (Pat).

[3] Green v. New River Co (1792) 4 Term Rep 589· και Legatt v. Tollervey (1811) 14 East 302.

[4] Re May (1885) 28 ChD 516, CA· και Re Graydon, ex p Official Receiver [1896] 1 QB 417· και Philps v. Bury (1696) Holt KB 715· και Badar Bee v. Habib Merican Noordin [1909] AC 615, PC· και Hoystead v. Taxation Comr [1926] AC 155, PC· και Middlesex Justices ex p Bond [1933] 2 KB 1, CA.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.