Το νέο καθεστώς για τα σωματεία και τα ιδρύματα

Ο περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για Άλλα Συναφή Θέματα Νόμος του 2017, Ν.104(Ι)/2017 που δημοσιεύτηκε την 14.07.2017 δημιουργεί κάποια αναστάτωση στα ήδη υφιστάμενα σωματεία και ιδιαίτερα στις ήδη υφιστάμενες λέσχες, που είχαν ιδρυθεί με βάση τις διατάξεις των περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972 και περί Εγγραφής Λεσχών Νόμο, Κεφ. 112.

Οι νόμοι αυτοί, με βάση το άρθρο 54 του νέου Νόμου, καταργούνται, με κάποιες επιφυλάξεις και διασφαλίσεις. Τα υφιστάμενα σωματεία και ιδρύματα που είχαν ιδρυθεί με βάση τις διατάξεις των καταργηθέντων νόμων, θα θεωρούνται ότι εγκρίθηκαν με βάση τις διατάξεις του νέου Νόμου, χωρίς πρόσθετο τέλος, νοουμένου ότι θα προβούν στις αναγκαίες αναπροσαρμογές και τροποποιήσεις των καταστατικών τους, όπου αυτές χρειάζονται, για να συνάδουν, πλέον, με τις διατάξεις του νέου Νόμου. Θα πρέπει να το πράξουν με τις διαδικασίες που προβλέπει ο νέος Νόμος και εντός προθεσμίας 1 έτους, δηλαδή μέχρι την 14.07.2018. Εκκρεμείς αιτήσεις θα εξεταστούν με βάση τις διατάξεις του νέου Νόμου. Οι λέσχες θα πρέπει να «μετατραπούν» (νομικά) σε σωματεία.

Ποιες είναι οι αναγκαίες αναπροσαρμογές και τροποποιήσεις που πρέπει να γίνουν και πώς πρέπει να γίνουν είναι ζήτημα που θα απασχολεί τον επόμενο χρόνο, και η απάντηση προϋποθέτει την καλή μελέτη του νέου Νόμου και την εξέταση των υφιστάμενων καταστατικών των ιδρυμάτων, σωματείων και λεσχών, ώστε εκεί όπου χρειάζονται διαβήματα (στις λέσχες, ειδικότερα) αυτά να γίνουν εντός της δοθείσας προθεσμίας (που δεν είναι μεγάλη, υπό τις περιστάσεις και έχει τύχει σύντμησης, σε σχέση με ό,τι συζητούνταν αρχικά).

Η δυνατότητα απόκτησης νομικής προσωπικότητας

Οι ενώσεις ή σύνολα όπου δίνει δυνατότητα απόκτησης νομικής προσωπικότητας ο νέος Νόμος είναι οι εξής:

  1. Ίδρυμα = σύνολο περιουσίας που προορίζεται για την εξυπηρέτηση ορισμένου μη κερδοσκοπικού σκοπού και για τη σύστασή του η αφιερούμενη περιουσία δεν δύναται να είναι αξίας μικρότερης των €1.000.
  2. Σωματείο = οργανωμένη ένωση αποτελούμενη από τουλάχιστον 20 πρόσωπα (ως και πριν τον νέο Νόμο), με σκοπό την επίτευξη μη κερδοσκοπικού σκοπού και δεν περιλαμβάνει πολιτικά κόμματα ή συνδικαλιστικές οργανώσεις.
  3. Ομοσπονδίας /ένωση = τη συνεργασία τουλάχιστον 3 σωματείων, ιδρυμάτων, μη κερδοσκοπικών εταιρειών ή άλλων παρεμφερών μη κερδοσκοπικών νομικών οντοτήτων, με κοινούς σκοπούς.

Επομένως, δεν υφίσταται, πλέον, η «Λέσχη», που με βάση τον περί εγγραφής Λεσχών Νόμο, Κεφ. 112 ήταν η έvωση τoυλάχιστov 20 πρoσώπωv πoυ εvώvovται για σκoπoύς κoιvωvικώv σχέσεωv ή αμoιβαίας ψυχαγωγίας και άvεσης ή για oπoιoδήπoτε άλλo vόμιμo σκoπό μη κερδoσκoπικό. Οι υφιστάμενες λέσχες μπορούν (εφόσον επιθυμούν να εξακολουθήσουν να υφίστανται) να «μετατραπούν» σε σωματεία.

Όταν ο λόγος γίνεται για «μη κερδοσκοπικό σκοπό», σε σχέση με σωματείο ή ίδρυμα, νοείται ότι εξακολουθεί να σημαίνει ότι δεν γίνεται διανομή οποιωνδήποτε κερδών που προκύπτουν από τις δραστηριότητές τους στα μέλη, ιδρυτές, διοίκηση ή αξιωματούχους τους, αλλά αυτά επενδύονται ή χρησιμοποιούνται για τη συνέχιση και επίτευξη των σκοπών τους.

Απαγορεύεται η εγγραφή σωματείων, ιδρυμάτων ή ομοσπονδιών / ενώσεων, και εάν υφίσταται ήδη αυτά μπορούν να διαλυθούν με διάταγμα του Δικαστηρίου που τα κηρύσσει παράνομα, εάν αυτά είναι παράνομοι σύνδεσμοι κατά την έννοια του άρθρου 63 του Ποινικού Κώδικα ή εάν ο σκοπός ή η λειτουργία τους στοχεύουν ή τείνουν να υπονομεύσουν τη Δημοκρατία, τους δημοκρατικούς θεσμούς, την ασφάλεια της Δημοκρατίας, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη, τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου ή τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες.

Οι νέες Αρχές

Σε μια προσπάθεια αποκέντρωσης, ο Έπαρχος κάθε επαρχίας επιφορτίζεται, πλέον, με καθήκοντα «Εφόρου» και είναι υπεύθυνος για την εγγραφή και λειτουργία σωματείων, ιδρυμάτων και ομοσπονδιών / ενώσεων που έχουν την έδρα τους στην Επαρχία του και τηρεί το σχετικό «Μητρώο». Έχει την εξουσία εγγραφής ή άρνησης εγγραφής τους. Η εξουσία άρνησης εγγραφής ασκείται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6 του νέου Νόμου, με πλήρη αιτιολόγηση (π.χ. όταν διαπιστώνεται ότι ο σκοπός ή η λειτουργία τους είναι παράνομα ή όταν ιδρυτικά μέλη ή προτεινόμενα μέλη της διοίκησης έχουν καταδικαστεί για συγκεκριμένα αδικήματα ή για λόγους που σχετίζονται με την επωνυμία, κ.λπ.). Οι αποφάσεις του Εφόρου υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή στον Γενικό Έφορο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 47 του Νόμου.

Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, είναι ο «Γενικός Έφορος», ο οποίος είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση της εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου και τον συντονισμό των Εφόρων, με στόχο την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου. Οι αποφάσεις του Γενικού Εφόρου υπόκεινται σε ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εσωτερικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 47 του Νόμου.

Τα Σωματεία

Τα άρθρα 7 – 25 του νέου Νόμου διέπουν τα Σωματεία, τα οποία εγγράφονται στο «Μητρώο Σωματείων».

Αίτηση για εγγραφή Σωματείου

Για την εγγραφή στο Μητρώο Σωματείων υποβάλλεται γραπτή αίτηση στον Έφορο από τους ιδρυτές ή το διοικητικό συμβούλιο του Σωματείου.

Η αίτηση για εγγραφή πρέπει να συνοδεύεται από:

  • Τη συστατική πράξη (τύπου σύμβαση μεταξύ των τουλάχιστον 20 μελών του)·
  • Τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τα στοιχεία επικοινωνίας των μελών της διοίκησης·
  • Το καταστατικό υπογεγραμμένο από τα ιδρυτικά μέλη (το λεγόμενο «σύνταγμα» του Σωματείου), με αναφερόμενη τη σχετική χρονολογία, τυχόν έμβλημα του Σωματείου και περιγραφή της κινητής ή της ακίνητης ιδιοκτησίας ή και των δύο τα οποία θα τελούν υπό την κατοχή ή την κυριότητα ή/και θα μεταβιβαστούν στο Σωματείο μετά την εγγραφή του.

Στην αίτηση εγγραφής σωματείου πρέπει απαραίτητα να δηλώνεται η ακριβής ταχυδρομική διεύθυνση του Σωματείου, έστω και αν αυτή είναι προσωρινή.

Υπάρχει προθεσμία εξέτασης της αίτησης για εγγραφή από τον Έφορο, μέχρι και 3 μήνες από τον χρόνο παραλαβής όλων των απαιτούμενων και ορθά συμπληρωμένων εγγράφων. Εάν εγκριθεί η αίτηση, καταβάλλονται καθορισμένα τέλη και εκδίδεται από το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα και αποτελεί απόδειξη της ημερομηνίας εγγραφής του Σωματείου και τήρησης των νόμιμων προϋποθέσεων.

Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος εγγραφής, ο Έφορος καταγράφει τους λόγους απόρριψης και ενημερώνει τον αιτητή για τα μέσα έννομης προστασίας που έχει στη διάθεσή του.

Το καταστατικό και το υποχρεωτικό του περιεχόμενο και η δυνατότητα τροποποίησης

Το καταστατικό Σωματείου θεωρείται έγκυρο και αποδεκτό για καταχώριση, εφόσον προσδιορίζει ή περιλαμβάνει:

(α) Τον σκοπό, την επωνυμία και την έδρα του Σωματείου, περιλαμβανομένης της διεύθυνσης αλληλογραφίας ή/και επικοινωνίας, σε δήμο ή κοινότητα που βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές∙

(β) Τους όρους εισδοχής, αποχώρησης και αποβολής των μελών του, καθώς επίσης και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών∙

(γ) Τους οικονομικούς πόρους του Σωματείου∙

(δ) Τον τρόπο ή/και το φορέα της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης του Σωματείου∙

(ε) Τα όργανα της διοίκησης του Σωματείου, τη διαδικασία εκλογής των αιρετών μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτού, όπου αυτό προβλέπεται από το καταστατικό, τη διάρκεια της θητείας τους, τους όρους καταρτισμού, λειτουργίας, συχνότητας σύγκλησης και παύσης των οργάνων της διοίκησης, καθώς και πρόνοια ότι καμιά αμοιβή, οποιουδήποτε είδους, δεν καταβάλλεται για παρεχόμενες υπηρεσίες, σε οποιοδήποτε μέλος ή αξιωματούχο της διοίκησης αυτού. Νοείται ότι, τα μέλη, περιλαμβανομένων των μελών της διοίκησης ή των ιδρυτών του σωματείου, μπορούν να ανακτήσουν ή/και να διεκδικήσουν τυχόν λογικά έξοδα που κατέβαλαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένης και αμοιβής τους που αντιστοιχεί σε ερευνητικά ή άλλα χρηματοδοτούμενα ή συγχρηματοδοτούμενα από τρίτους φορείς προγράμματα, αφού προσκομίσουν τα αναγκαία έγγραφα, νοουμένου ότι το καταστατικό του σωματείου δεν ορίζει διαφορετικά.

(στ) Τους όρους σύμφωνα με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η συνέλευση των μελών, μεταξύ των οποίων και όρο ότι αυτή συγκαλείται και συνέρχεται τουλάχιστον 1 φορά κάθε έτος∙

(ζ) Τους όρους τροποποίησης του καταστατικού.

(η) Τον τρόπο ελέγχου των λογαριασμών του Σωματείου, τηρουμένης της αρχής της διαφάνειας·

(θ) Τους όρους διάλυσης του Σωματείου ή της συγχώνευσής του με άλλο Σωματείο και της τύχης της περιουσίας του Σωματείου σε περίπτωση διάλυσής του, η οποία σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να διανεμηθεί μεταξύ των μελών.

Υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης του Καταστατικού απλά με αίτηση στον Έφορο. Ειδικότερα, το διοικητικό συμβούλιο κάθε Σωματείου έχει υποχρέωση, μετά την ψήφιση οποιασδήποτε τροποποίησης του καταστατικού, να υποβάλει στον Έφορο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε όχι αργότερα από 30 ημέρες από την ημερομηνία ψήφισης της τροποποίησης, γραπτή αίτηση καταχώρισης της τροποποίησης στο Μητρώο. Επομένως, χρειάζεται η ορθά λαμβανόμενη ψήφιση τροποποίησης (από τη συνέλευση του Σωματείου με την προβλεπόμενη πλειοψηφία, βλ. κατωτέρω) και η αίτηση στον Έφορο εντός της προθεσμίας. Η εκπρόθεσμη υποβολή αίτησης δεν αποτελεί από μόνη της αιτία άρνησης καταχώρισης συγκεκριμένης τροποποίησης στο Μητρώο. Ο Έφορος μπορεί να αρνηθεί να καταχωρίσει οποιαδήποτε τροποποίηση καταστατικού, εάν κρίνει ότι αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Νόμου. Κάθε τροποποίηση λαμβάνει ισχύ μόνο από την ημερομηνία καταχώρισής της στο Μητρώο.

Γνωστοποιήσεις προς τον Έφορο

Προβλέπονται κάποιες υποχρεωτικές γνωστοποιήσεις προς τον Έφορο. Εντός της πρώτης τριμηνίας κάθε έτους, το διοικητικό συμβούλιο ή ο γραμματέας εγγεγραμμένου Σωματείου έχουν υποχρέωση να γνωστοποιούν γραπτώς στον Έφορο:

(α) Αριθμητικά, τυχόν διαγραφές μελών και εγγραφές νέων μελών οι οποίες έγιναν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους·

(β) Σε περίπτωση που επήλθαν αλλαγές, τα εν ενεργεία μέλη της διοίκησης του σωματείου, με τα αντίστοιχα αξιώματά τους και τα στοιχεία επικοινωνίας τους· και

(γ) Κατά πόσο κατά το προηγούμενο έτος πραγματοποιήθηκε ο ελάχιστος αριθμός ετήσιων γενικών συνελεύσεων που ορίζει το καταστατικό.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο Έφορος καλεί το διοικητικό συμβούλιο ή το γραμματέα του σωματείου, με συστημένη επιστολή, να παράσχουν γνωστοποίηση εντός 30 ημερών, με δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά 1 μήνα, εφόσον αυτό ζητηθεί. Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης προς την πρόσκληση του Εφόρου, αυτός δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο, αιτούμενος τη διάλυση του Σωματείου με παράλληλη δημοσίευση του δικαστικού διαβήματός του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Γνωστοποίηση πρέπει να γίνει και σε περίπτωση αλλαγής της διεύθυνσης του υποστατικού ή/και των στοιχείων επικοινωνίας του Σωματείου, όσον αφορά τη νέα διεύθυνση ή/και τα νέα στοιχεία επικοινωνίας, αμέσως μόλις επέλθει η αλλαγή.

Μέλη, όργανα, και διάλυση Σωματείου

Υπάρχουν περαιτέρω διατάξεις όσον αφορά τα μέλη του Σωματείου (ιδιότητα μέλους ανεπίδεκτη αντιπροσώπευσης, που δεν μεταβιβάζεται ούτε κληρονομείται) και τα όργανα του Σωματείου, οι οποίες, κατά βάση, επικουρούν τις καταστατικές διατάξεις. Έπειτα, υπάρχουν διατάξεις που προνοούν περί της διάλυσης και εκκαθάρισης του Σωματείου.

Τα μέλη

Εφόσον το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, η εισδοχή νέων μελών είναι πάντοτε επιτρεπτή. Τα μέλη δικαιούνται να αποχωρήσουν από το Σωματείο οποιαδήποτε στιγμή. Αποβολή μέλους επιτρέπεται στις περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία το μέλος, με την όλη του συμπεριφορά, τις πράξεις ή τις παραλείψεις του, επιφέρει ή προκαλεί εξευτελισμό ή μείωση της αξιοπιστίας ή του κύρους του Σωματείου ή άλλη βλάβη στα συμφέροντα αυτού. Όλα τα μέλη του Σωματείου έχουν ίσα δικαιώματα, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, όπου αυτό εφαρμόζεται με βάση τις πρόνοιες του καταστατικού. Μέλος Σωματείου που αποχωρεί δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της περιουσίας του Σωματείου και οφείλει να καταβάλει τις συνδρομές του μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το καταστατικό, κ.λπ.

Τα όργανα

(α) Το διοικητικό συμβούλιο

Τα Σωματεία διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τουλάχιστον 5 πρόσωπα, τα οποία, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό, είναι μέλη του Σωματείου. Το διοικητικό συμβούλιο είναι, βασικά, το εκτελεστικό όργανο του Σωματείου που αποτελείται από συγκεκριμένα πρόσωπα (σε αντίθεση με τη συνέλευση των μελών, που είναι το βουλευόμενο όργανο του Σωματείου και αποτελείται από όλα τα μέλη του Σωματείου).

Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό.

Σε περίπτωση κατά την οποία μέλος της διοίκησης του Σωματείου καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα το οποίο ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα, ο Έφορος, έπειτα από αίτημα οποιουδήποτε μέλους ή αυτεπάγγελτα, καλεί το αρμόδιο όργανο να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες για την αντικατάσταση του συγκεκριμένου μέλους σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού.

Επί ποινή ακυρωσίας της σχετικής απόφασης του Σωματείου, μέλος του διοικητικού συμβουλίου δεν δικαιούται να συμμετάσχει στη συζήτηση ή την ψηφοφορία, όταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Αυτή, κατά τις ελάχιστες προϋποθέσεις του Νόμου, υπάρχει εάν η απόφαση που θα ληφθεί αφορά τη διενέργεια δικαιοπραξίας ή την έγερση ή την κατάργηση δίκης μεταξύ του Σωματείου και του μέλους αυτού ή του συζύγου του μέλους αυτού ή συγγενή αυτού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού ή αφορά τη διενέργεια δικαιοπραξίας μεταξύ του Σωματείου και εταιρείας, προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, στην οποία ή στη διοίκηση της οποίας συμμετέχει το μέλος αυτό ή σύζυγος ή συγγενής αυτού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού.

Το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να χειρίζεται επιμελώς τις υποθέσεις του Σωματείου, συμμορφούμενο με τους νόμους, και να αντιπροσωπεύει το Σωματείο δικαστικώς και εξωδίκως, εκτός εάν η συστατική πράξη ή το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Η έκταση της εξουσίας του προσδιορίζεται από το καταστατικό και ο προσδιορισμός αυτός ισχύει και έναντι τρίτων. Με το καταστατικό δύναται να ανατεθούν πρόσθετες αρμοδιότητες και η εξουσία του, σε περίπτωση αμφιβολίας, επεκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη. Δικαιοπραξίες οι οποίες διενεργούνται από το διοικητικό συμβούλιο, εντός των ορίων της εξουσίας του, δεσμεύουν το Σωματείο.

Το διοικητικό συμβούλιο του Σωματείου υποχρεούται να τηρεί πλήρως ενημερωμένο μητρώο των μελών του, το οποίο επικαιροποιείται τουλάχιστον άπαξ κατ’ έτος και είναι διαθέσιμο προς επιθεώρηση από τον Έφορο και προς οποιοδήποτε τρίτο έχει έννομο συμφέρον.

Το Σωματείο ευθύνεται έναντι τρίτων από τυχόν παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων ή υπαλλήλων που το αντιπροσωπεύουν και συνεπάγονται υποχρέωση αποζημίωσης, νοουμένου ότι η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί. Εάν η συγκεκριμένη ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη έγινε εκ προθέσεως, δόλια, κακόπιστα ή λόγω βαριάς αμέλειας, το υπαίτιο πρόσωπο ή τα υπαίτια πρόσωπα ευθύνονται αλληλέγγυα και κεχωρισμένως έναντι του Σωματείου για την αποκατάσταση της ζημιάς που έχει υποστεί.

(β) Η συνέλευση των μελών

Η συνέλευση των μελών του Σωματείου αποτελεί το ανώτατο όργανο του Σωματείου και αποφασίζει για κάθε υπόθεση του Σωματείου η οποία δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου. Ουσιαστικά, είναι το όργανο που λαμβάνει τις σημαντικότερες αποφάσεις, που άπτονται των θεμελίων του Σωματείου, σε αντίθεση με το διοικητικό συμβούλιο, που ορίζεται από τη συνέλευση για να λαμβάνει τις τρέχουσες αποφάσεις διοίκησης και λειτουργίας του Σωματείου.

Η συνέλευση, εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά, εκλέγει η ίδια τα μέλη της διοίκησης, ορίζει τους ελεγκτές των λογαριασμών του Σωματείου, αποφασίζει για την είσοδο ή αποβολή μέλους, για την έγκριση του ισολογισμού, για τη μεταβολή του σκοπού του Σωματείου, για την τροποποίηση του καταστατικού και για τη διάλυση του Σωματείου. Η συνέλευση των μελών του Σωματείου έχει την αρμοδιότητα της εποπτείας και του ελέγχου των μελών του διοικητικού συμβουλίου και δικαιούται να παύει τα μέλη αυτά σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού.

Η συνέλευση των μελών συγκαλείται:

  • Από το διοικητικό συμβούλιο στις περιπτώσεις που ορίζει το καταστατικό ή όταν το συμφέρον του Σωματείου το επιβάλλει·
  • Εάν το ζητήσει ο ελάχιστος αριθμός μελών που ορίζει το καταστατικό και, σε περίπτωση που το ζήτημα αυτό δεν ρυθμίζεται στο καταστατικό, τότε μπορεί να ζητήσει τη σύγκληση συνέλευσης το 1/5 των μελών, με έγγραφη αίτηση στην οποία αναγράφονται τα προς συζήτηση θέματα. Σε περίπτωση κατά την οποία το πιο πάνω αίτημα δεν γίνει αποδεκτό, ο Έφορος δύναται, κατόπιν γραπτού αιτήματος των ενδιαφερόμενων μελών, να εξουσιοδοτήσει αυτούς να συγκαλέσουν συνέλευση των μελών του Σωματείου. Ο ίδιος δε ρυθμίζει με οδηγίες του τα της προεδρίας της συνέλευσης αυτής.

Οι αποφάσεις της συνέλευσης των μελών του Σωματείου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των παρόντων μελών, λαμβανομένων υπόψη και συμμετεχόντων μέσω τηλεδιάσκεψης, σε περίπτωση που περιλαμβάνονται σχετικές πρόνοιες στο καταστατικό οι οποίες το επιτρέπουν· απόφαση συνέλευσης για θέμα το οποίο δεν είχε αναγραφεί στην πρόσκληση είναι άκυρη, εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Απόφαση δύναται να ληφθεί και χωρίς τη συνέλευση των μελών εάν τουλάχιστον τα 2/3 των μελών δηλώσουν εγγράφως τη συναίνεσή τους για συγκεκριμένη πρόταση.

Εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά, για τη λήψη απόφασης για την τροποποίηση του καταστατικού ή τη διάλυσή ή τη μεταβολή του σκοπού του Σωματείου απαιτείται η συναίνεση των 3/4 του συνόλου των μελών του Σωματείου: Νοείται ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες καθίσταται εκ των πραγμάτων δυσχερής η παρουσία των 3/4 των μελών, ο Έφορος δύναται να παρέχει τη συγκατάθεσή του για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος το οποίο να παρέχει τη δυνατότητα στο αιτούν Σωματείο να προωθήσει τη διαδικασία λήψης απόφασης στην παρουσία τουλάχιστον μέχρι και των 2/5 του συνόλου των μελών του.

Δικαστικός έλεγχος: Ακύρωση αποφάσεων συνέλευσης ή διοικητικού συμβουλίου από το Δικαστήριο

Απόφαση της συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου, η οποία είναι αντίθετη προς το νόμο ή το καταστατικό είναι ακυρώσιμη και η ακυρότητα κηρύσσεται από το Δικαστήριο, κατόπιν αγωγής οποιουδήποτε μέλους ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έχει έννομο συμφέρον, η οποία καταχωρίζεται το αργότερο εντός 6 μηνών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης. Η περίοδος των 6 μηνών μπορεί να παραταθεί για ακόμη 9 μήνες, εάν το πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον αποδείξει ότι έλαβε γνώση του γεγονότος σε μεταγενέστερο χρόνο από το χρόνο λήψης της απόφασης. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο εκδίκασης τέτοιας αγωγής μπορεί, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης με τέτοιους όρους και τέτοιες προϋποθέσεις που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον να επιβάλει.

Διάλυση

Το Σωματείο διαλύεται:

(α) Οποτεδήποτε, με απόφαση της συνέλευσης των μελών του που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Νόμου·

(β) Όταν τα μέλη του μειωθούν σε λιγότερα από είκοσι. Το Σωματείο δεν τίθεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση για το λόγο αυτό, παρά μόνο μετά την παρέλευση 6 μηνών από τη μείωση του αριθμού των μελών και εφόσον μέχρι τότε δεν έχουν γνωστοποιηθεί στον Έφορο τα ονόματα νέων μελών προς συμπλήρωση του απαιτούμενου ελάχιστου αριθμού μελών. Η διοίκηση του Σωματείου υποχρεούται, το αργότερο μέσα 1 μήνα από τη διαπίστωση της μείωσης του αριθμού των μελών κάτω των 20, να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό στον Έφορο, υποδεικνύοντας και την ημερομηνία κατά την οποία αυτό επισυνέβη∙

(γ) Με απόφαση του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου ή των 2/5 των μελών ή του Εφόρου, εάν: (i) λόγω διαφόρων αιτιών, η ανάδειξη διοικητικού συμβουλίου αποβαίνει αδύνατη ή εν γένει καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της λειτουργίας του Σωματείου σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού ή λόγω παράβασης των υποχρεώσεων που καθορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 10. ή/και (ii) εκπληρώθηκε ο σκοπός του Σωματείου ή ο σκοπός που επιδιώκει είναι κερδοσκοπικός ή είναι πλέον διαφορετικός από αυτόν που καθορίζεται στο καταστατικό. ή/και (iii) ο σκοπός ή η λειτουργία του Σωματείου έχουν αποβεί παράνομα, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 4∙

(δ) Με απόφαση του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του Εφόρου, εάν λόγω αδράνειας, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 2 έτη, περιλαμβανομένης της μη σύγκλησης ή της μη πραγματοποίησης των απαιτούμενων από το καταστατικό συνελεύσεων των μελών ή/και της μη υποβολής ελεγμένων ετήσιων λογαριασμών, συνάγεται εγκατάλειψη του σκοπού του Σωματείου, υπό τον όρο ότι δίδεται προηγουμένως από τον Έφορο γραπτή προειδοποίηση προς το ασκούν τη διοίκηση του Σωματείου όργανο, στην οποία καταγράφονται οι λόγοι που ενεργοποιούν τις παρούσες διατάξεις, καθώς και προθεσμία 3 μηνών για την αποκατάσταση της λειτουργίας του Σωματείου.

Η διάλυση σωματείου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δημοσιεύεται από τον Έφορο σε 2 ημερήσιες εφημερίδες οι οποίες κυκλοφορούν στη Δημοκρατία. Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διάλυση Σωματείου, καθώς και τα ονόματα των εκκαθαριστών αυτού, σημειώνονται στο Μητρώο παραπλεύρως της εγγραφής. Η σημείωση της διάλυσης καταχωρίζεται, κατόπιν γραπτής αναφοράς προς τον Έφορο, από το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου ή το πρόσωπο ή την αρχή που προκάλεσε τη διάλυση, ανάλογα με την περίπτωση, και υποβάλλεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε όχι αργότερα από 30 ημέρες από την ημερομηνία του συγκεκριμένου γεγονότος της διάλυσης του Σωματείου.

Εκκαθάριση

Το Σωματείο με τη διάλυσή του διατελεί αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και, μέχρι το τέλος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, θεωρείται υφιστάμενο. Η εκκαθάριση, εκτός εάν νόμος ή το καταστατικό ορίζει διαφορετικά ή εκτός εάν ο Έφορος αποφάσισε διαφορετικά, γίνεται από τους υπεύθυνους της διοίκησης του Σωματείου και, σε περίπτωση κατά την οποία αυτοί δεν υπάρχουν, διορίζονται ένας ή περισσότεροι εκκαθαριστές από το Δικαστήριο. Ο εκκαθαριστής υπέχει θέση διοικούντος του Σωματείου και η εξουσία του περιορίζεται στις ανάγκες της εκκαθάρισης. Κατά την εκκαθάριση, τα περιουσιακά στοιχεία του Σωματείου τα οποία περιλαμβάνονται στο ενεργητικό του μεταβιβάζονται σε άλλο φορέα του οποίου οι σκοποί συνάδουν με τους σκοπούς του υπό εκκαθάριση Σωματείου και καθορίζεται στο καταστατικό αυτού, ενώ, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου σχετικού με θέματα απονομής της δικαιοσύνης, σε περίπτωση που η διάλυση δεν είναι εκούσια, ο Έφορος έχει δικαίωμα παρέμβασης στη σχετική διαδικασία για σκοπούς καλύτερης διανομής των περιουσιακών στοιχείων του σωματείου προς δημόσιο όφελος. Ο εκκαθαριστής ευθύνεται και καταβάλει αποζημίωση για κάθε παράβαση των υποχρεώσεών του λόγω δικής του υπαιτιότητας και, σε περίπτωση περισσότερων του ενός εκκαθαριστών, ο κάθε ένας από αυτούς ευθύνεται εις ολόκληρον.

Τα Ιδρύματα

Τα ιδρύματα ρυθμίζουν τα άρθρα 26 έως 43 του νέου Νόμου.

Σκοποί

Μπορεί να εγγραφεί ένα ίδρυμα εάν έχει ως βασικό του στόχο την επίτευξη ενός ή περισσοτέρων εκ των ακόλουθων σκοπών:

(α) Την αποτροπή ή ανακούφιση της φτώχειας.

(β) την προώθηση της εκπαίδευσης.

(γ) την προώθηση της υγείας ή τη σωτηρία της ζωής.

(δ) την προώθηση της ανάπτυξης του πολίτη και της κοινότητας.

(ε) την προώθηση των τεχνών, του πολιτισμού, της πολιτιστικής κληρονομίας ή της επιστήμης.

(στ) την προώθηση των ερασιτεχνικών αθλοπαιδιών.

(ζ) την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της επιλύσεως διαφορών ή της συμφιλίωσης ή την προώθηση της θρησκευτικής ή εθνικής αρμονίας ή ισότητας και ιδιαιτερότητας.

(η) την προώθηση της προστασίας ή της βελτιώσεως του περιβάλλοντος.

(θ) την ανακούφιση των αναγκών που προκύπτουν λόγω του νεαρού ή του προχωρημένου της ηλικίας, προβλημάτων υγείας, αναπηρίας, οικονομικών δυσχερειών ή άλλου μειονεκτήματος.

(ι) την προώθηση της ευημερίας και προστασίας των ζώων.

(ια) για οποιοδήποτε άλλο λόγο, προς όφελος του κοινού γενικά ή ο οποίος θεωρείται συναφής με τους προαναφερόμενους σκοπούς.

Δεν είναι απαραίτητο η επιδίωξη ή oι σκoπoί τoυ ιδρύματος να είvαι δημοσίου χαρακτήρα oύτε πρoς όφελoς τoυ κoιvoύ ευρέως, αλλά μπoρεί vα ωφελoύv μέρoς τoυ κoιvoύ ή vα ωφελoύv ιδιαίτερα έvα ή περισσότερα πρόσωπα ή σκoπoύς ή πρόσωπα εvτός oμάδας πρoσώπωv.

Σε περίπτωση κατά την οποία ο σκοπός του ιδρύματος κατέστη ανέφικτος, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος ή του Γενικού Εφόρου, το Δικαστήριο δύναται να αποδώσει στο ίδρυμα άλλο παρεμφερή σκοπό σύμφωνα με την πιθανότερη θέληση του ιδρυτή.

Διαδικασία εγγραφής

Η σύσταση ιδρύματος γίνεται με την εγγραφή του στο Μητρώο Ιδρυμάτων το οποίο τηρείται από τον Έφορο και με την έκδοση από τον Έφορο πιστοποιητικού εγγραφής του ιδρύματος.

Η εγγραφή ιδρύματος διενεργείται κατόπιν γραπτής αίτησης από τους ιδρυτές ή τους επιτρόπους εμπιστεύματος ή τους εκτελεστές διαθήκης, η οποία υποβάλλεται στον καθορισμένο τύπο και συνοδεύεται από την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό του ιδρύματος. Ο Έφορος εξετάζει την αίτηση που έχει υποβληθεί δεόντως με κάθε δυνατή ταχύτητα, εντός προθεσμίας 3 μηνών (με δυνατότητα παράτασης) και, εάν ικανοποιηθεί ότι ο σκοπός ή η λειτουργία του ιδρύματος δεν είναι παράνομα διενεργεί την εγγραφή στο Μητρώο και εκδίδει πιστοποιητικό εγγραφής, στον καθορισμένο τύπο, το οποίο φέρει την υπογραφή του, και το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα και αποτελεί πλήρη απόδειξη για την ημερομηνία εγγραφής και για την τήρηση των απαιτούμενων από τον παρόντα Νόμο προϋποθέσεων. Σε περίπτωση που απορριφθεί το αίτημα για την έκδοση πιστοποιητικού εγγραφής, ο Έφορος καταγράφει τους λόγους άρνησης και ενημερώνει για τα μέσα έννομης προστασίας που έχει στη διάθεσή του ο αιτητής.

(α) Την ιδρυτική πράξη

Η ιδρυτική πράξη γίνεται είτε με δικαιοπραξία εν ζωή είτε με διάταξη τελευταίας βούλησης. Στην περίπτωση ίδρυσης δυνάμει διαθήκης, κληροδοσία υπέρ του συσταθέντος μετά το θάνατο του διαθέτη ιδρύματος λογίζεται ως καταρχήν έγκυρη. Στην ιδρυτική πράξη πρέπει να προσδιορίζεται:

  • Η επωνυμία
  • Ο σκοπός
  • Η έδρα
  • Τυχόν έμβλημα
  • Η αφιερούμενη περιουσία
  • Τα στοιχεία (ονόματα, διευθύνσεις και στοιχεία επικοινωνίας) των μελών του διοικητικού συμβουλίου
  • Ο τρόπος διαδοχής των μελών του διοικητικού συμβουλίου
  • Το καταστατικό του ιδρύματος

Ύστερα από αίτηση του ιδρυτή, το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την ανάκληση ιδρυτικής πράξης λόγω απορίας του ιδρυτή, η οποία έχει επέλθει μετά την ίδρυση ή ένεκα σπουδαίων λόγων που δικαιολογούν την ανάκληση.

Μετά την εγγραφή του ιδρύματος δεν χωρεί αίτηση ανάκλησης.

Απαγορεύεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων της ιδρυτικής πράξης ενάντια στις διατάξεις που είναι προς όφελος δημόσιου ή κοινωφελούς σκοπού. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται, με ειδική απόφασή του Δικαστηρίου, όταν η θέληση του ιδρυτή δεν είναι υλοποιήσιμη, να διατεθεί η περιουσία για άλλο παρεμφερή σκοπό.

(β) Το καταστατικό

Στο καταστατικό του Ιδρύματος πρέπει να καταγράφονται λεπτομερώς:

  • Ο τρόπος λειτουργίας του ιδρύματος
  • Τα στοιχεία (ονόματα και διευθύνσεις) των μελών του διοικητικού του συμβουλίου
  • Ο τρόπος διαδοχής των μελών του διοικητικού συμβουλίου
  • Πρόνοια σύμφωνα με την οποία καμιά αμοιβή, οποιουδήποτε είδους, δεν καταβάλλεται για παρεχόμενες υπηρεσίες σε οποιοδήποτε ιδρυτικό μέλος ή αξιωματούχο του διοικητικού συμβουλίου αυτού. Εννοείται ότι, άνευ βλάβης της πρόνοιας αυτής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ιδρύματος μπορούν να ανακτήσουν ή/και να διεκδικήσουν τυχόν λογικά έξοδα που κατέβαλαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένης και της αμοιβής τους που αντιστοιχεί σε ερευνητικά ή άλλα χρηματοδοτούμενα ή συγχρηματοδοτούμενα από τρίτους φορείς προγράμματα, εφόσον προσκομίσουν τα αναγκαία έγγραφα, νοουμένου ότι το καταστατικό του ιδρύματος δεν ορίζει διαφορετικά.

Το καταστατικό ιδρύματος δύναται να καθοριστεί ή να συμπληρωθεί ή να τροποποιηθεί με απόφαση του Δικαστηρίου, τηρουμένης της θέλησης του ιδρυτή και τυχόν συμπλήρωση ή τροποποίηση του καταστατικού δύναται να γίνει σύμφωνα με τους ίδιους όρους και με μεταγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου, στο οποίο μπορεί να προσφύγει το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος ή ο Έφορος.

Το καταστατικό δύναται να μεταβληθεί με απόφαση του Δικαστηρίου και ενάντια στη θέληση του ιδρυτή, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος, εάν η μεταβολή αυτή επιβάλλεται για σκοπούς συντήρησης της περιουσίας του ιδρύματος ή για εκπλήρωση του σκοπού του.

Υποχρεώσεις ιδρυτή

Ο ιδρυτής οφείλει από τη σύσταση του ιδρύματος να μεταβιβάσει σε αυτό την περιουσία που έχει ταχθεί σε αυτό και δικαιώματα τα οποία μεταβιβάζονται με απλή εκχώρηση, εάν δεν υπάρχει αντίθετη βούληση του ιδρυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως με τη σύσταση του ιδρύματος. Δωρεές στο ίδρυμα πριν από τη σύσταση έχουν μεταγενέστερα το ίδιο αποτέλεσμα.

Μετά τη σύσταση οποιουδήποτε ιδρύματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, κάθε προσφορά, δωρεά και διάθεση περιουσίας κινητής ή ακίνητης που έγινε μέχρι τότε προς ή προς όφελος του προτεινόμενου ιδρύματος ή των μελών της διοίκησής του ή διαφορετικά για τους σκοπούς αυτού, ισχύει ωσάν αυτή να έγινε προς ή για όφελος του ιδρύματος που συστάθηκε.

Διοικητικό συμβούλιο

Τα εγγεγραμμένα ιδρύματα διοικούνται από το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τουλάχιστον 3 πρόσωπα και, εκτός εάν η ιδρυτική πράξη ορίζει διαφορετικά, οι αποφάσεις αυτών λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών και, σε περίπτωση ισοψηφίας, επικρατεί η ψήφος του προέδρου. Σε περίπτωση που το ίδρυμα διοικείται από 3 πρόσωπα, απαιτείται για σκοπούς απαρτίας η παρουσία και 3 προσώπων.

Το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να χειρίζεται επιμελώς τις υποθέσεις του ιδρύματος και να το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως, εκτός εάν η ιδρυτική πράξη ορίζει διαφορετικά. Η έκταση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος προσδιορίζεται από την ιδρυτική πράξη και ο προσδιορισμός αυτός ισχύει και έναντι τρίτων∙ με την ιδρυτική πράξη δύναται να ανατεθούν ορισμένες αρμοδιότητες στο ίδιο άτομο και η εξουσία αυτού, σε περίπτωση αμφιβολίας, επεκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη. Οι διατάξεις του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος διαχειρίζεται εμπίστευμα συναρτώμενο με την περιουσία του ιδρύματος ή που συνιστά την περιουσία του ιδρύματος.

Σε περίπτωση κατά την οποία μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος καταδικάζεται για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα, ο Γενικός Έφορος προβαίνει τάχιστα στη λήψη των απαραίτητων δικαστικών μέτρων για την άμεση απομάκρυνση του εν λόγω μέλους από τα καθήκοντά του και την αντικατάστασή του προς το σκοπό συμπλήρωσης του προβλεπόμενου αριθμού μελών του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος. Η εκκρεμότητα οποιασδήποτε τέτοιας διαδικασίας δεν κωλύει τα υπόλοιπα μέλη από του να ενεργούν και να ασκούν τη διοίκηση των τρέχουσων υποθέσεων του ιδρύματος και να λαμβάνουν έγκυρες και δεσμευτικές αποφάσεις για λογαριασμό του ιδρύματος.

Επί ποινή ακυρωσίας της σχετικής απόφασης του ιδρύματος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου δεν δικαιούται να συμμετέχει ούτε στη συζήτηση ούτε στην ψηφοφορία, εάν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Τέτοια καθορίζεται ότι υπάρχει όταν η απόφαση που θα ληφθεί αφορά την επιχείρηση ή σύναψη δικαιοπραξίας ή έγερση ή κατάργηση δίκης μεταξύ του ιδρύματος και του μέλους ή του συζύγου του ή συγγενή του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού συγγένειας ή την επιχείρηση δικαιοπραξίας μεταξύ του ιδρύματος και εταιρείας, προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, στην οποία ή στη διοίκηση της οποίας συμμετέχει το μέλος ή σύζυγος ή συγγενής αυτού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού συγγένειας.

Σε περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε από τα απαρτίζοντα το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος πρόσωπα ή σύγκρουσης των συμφερόντων αυτού με αυτά του ιδρύματος, το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του Γενικού Εφόρου ή οποιουδήποτε προσώπου έχει έννομο συμφέρον, διορίζει προσωρινό διοικητικό συμβούλιο, μέχρις ότου αρθεί το σχετικό κώλυμα.

Ευθύνη ιδρύματος

Δικαιοπραξίες οι οποίες επιχειρούνται ή συνομολογούνται από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος και βρίσκονται εντός των ορίων της εξουσίας του, δεσμεύουν το ίδρυμα. Το ίδρυμα ευθύνεται έναντι τρίτων από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων ή υπαλλήλων του που το αντιπροσωπεύουν και συνεπάγονται υποχρέωση αποζημίωσης, εφόσον η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των εξουσιών ή καθηκόντων τους. Εάν η συγκεκριμένη ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη έγινε εκ προθέσεως, δόλια, κακόπιστα ή λόγω βαριάς αμέλειας, το υπαίτιο ή τα υπαίτια φυσικά πρόσωπα ευθύνονται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα έναντι του ιδρύματος για την αποκατάσταση της ζημιάς που έχει υποστεί. Διορισμός προσωρινής διοίκησης.

Εξουσία Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει εξουσία να λαμβάνει δικαστικά μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση για την εκτέλεση οποιουδήποτε καταπιστεύματος που συστάθηκε προς όφελος οποιουδήποτε ιδρύματος είτε μέσω δικαιοπραξίας εν ζωή είτε μέσω διατάξεως τελευταίας επιθυμίας και να εγκρίνει την πώληση ή καθ’ οποιοδήποτε τρόπο απαλλοτρίωση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκει στο ίδρυμα, αφού πειστεί ότι η πώληση ή απαλλοτρίωση είναι προς το συμφέρον του ιδρύματος.

Τέλος ιδρύματος

Το ίδρυμα παύει να υπάρχει:

(α) Στις περιπτώσεις που ορίζει η ιδρυτική αυτού πράξη ή το καταστατικό του.

(β) Με απόφαση του Δικαστηρίου, εάν:

  • O σκοπός του εκπληρώθηκε ή απέβη ανέφικτος∙
  • Λόγω αδράνειας, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 2 έτη, περιλαμβανομένης της μη σύγκλησης ή μη πραγματοποίησης των απαιτούμενων από το καταστατικό συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου ή/και της μη υποβολής ελεγμένων ετήσιων λογαριασμών, συνάγεται εγκατάλειψη του σκοπού αυτού∙
  • Έχει παρεκκλίνει από το σκοπό του ή εάν ο σκοπός ή η λειτουργία του έχουν αποβεί παράνομα.

Εκκαθάριση

Όταν το ίδρυμα παύσει να υπάρχει ή διαλυθεί, διατελεί αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και, μέχρι την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, θεωρείται υφιστάμενο. Η εκκαθάριση, εφόσον νόμος ή η ιδρυτική πράξη δεν ορίζει διαφορετικά ή εφόσον ο Έφορος δεν αποφασίσει διαφορετικά, γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος και, σε περίπτωση που αυτό δεν υπάρχει, διορίζονται από το Δικαστήριο ένας ή περισσότεροι εκκαθαριστές. Ο εκκαθαριστής υπέχει θέση υπεύθυνου διοίκησης του ιδρύματος και η εξουσία του περιορίζεται στις ανάγκες της εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής ευθύνεται έναντι του ιδρύματος ή των διαδόχων αυτού και καταβάλει αποζημίωση για κάθε παράβαση των υποχρεώσεών του και περισσότεροι του ενός εκκαθαριστές ευθύνονται εξ ολοκλήρου ή/και κεχωρισμένα.

Η περιουσία ιδρύματος που έχει διαλυθεί, εκτός εάν η ιδρυτική πράξη ορίζει διαφορετικά ή εκτός εάν ο Έφορος αποφασίσει διαφορετικά, περιέρχεται στη Δημοκρατία, η οποία, με την περιουσία αυτή, οφείλει να εξυπηρετήσει το σκοπό του ιδρύματος ή άλλο συναφή σκοπό.

Ομοσπονδίες / Ενώσεις

Τουλάχιστον 3 σωματεία, ιδρύματα, μη κερδοσκοπικές εταιρείες ή άλλες παρεμφερείς μη κερδοσκοπικές νομικές οντότητες, είτε αλλοδαπές είτε ημεδαπές, οι οποίες συμμερίζονται κοινούς σκοπούς, τηρουμένων των διατάξεων της νομοθεσίας που τα διέπει, δύναται να συστήνουν ομοσπονδίες / ενώσεις και να εγγράφονται ως τέτοιες σε τηρούμενο από τον Έφορο Μητρώο, υπό τον όρο ότι στο καταστατικό τους καθορίζεται ότι το εφαρμοστέο δίκαιο που διέπει τη δράση τους είναι το δίκαιο που εφαρμόζεται στη Δημοκρατία.

Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αναγνώριση της Νομικής Προσωπικότητας των Διεθνών Μη-Κυβερνητικών Οργανισμών (Κυρωτικό) Νόμο του 2003, τέτοιες ομοσπονδίες ή/και ενώσεις είναι δυνατό να συστήνονται και με αντίστοιχες οργανώσεις της αλλοδαπής, υπό τον όρο ότι στο καταστατικό τους καθορίζεται ότι το εφαρμοστέο δίκαιο που διέπει τη δράση τους στη Δημοκρατία είναι το δίκαιο που εφαρμόζεται στη Δημοκρατία.

Διαδικασία εγγραφής

Για την εγγραφή ομοσπονδίας / ένωσης στο Μητρώο υποβάλλεται γραπτή αίτηση στον Έφορο από τους ιδρυτές ή εκπροσώπους των ενδιαφερομένων οργανώσεων που συνιστούν την ομοσπονδία / ένωση, στην οποία επισυνάπτονται:

(α) Tο καταστατικό της ομοσπονδίας / ένωσης, υπογραμμένο από τα ιδρυτικά μέλη και με αναφερόμενη τη χρονολογία ίδρυσής της·

(β) Τα καταστατικά των ενδιαφερόμενων οργανώσεων·

(γ) Η συστατική πράξη·

(δ) Τα στοιχεία (ονόματα, διευθύνσεις, στοιχεία επικοινωνίας) των μελών της διοίκησης της ομοσπονδίας / ένωσης·

(ε) Τυχόν έμβλημα της ομοσπονδίας / ένωσης. και

(στ) Περιγραφή της κινητής ή της ακίνητης ιδιοκτησίας ή και των δύο που τελούν υπό την κατοχή ή την κυριότητα ή/και θα μεταβιβαστούν στην ομοσπονδία ή/και ένωση μετά την εγγραφή της.

Για να θεωρείται έγκυρο και αποδεκτό για καταχώριση το καταστατικό της ομοσπονδίας / ένωσης, πρέπει να προσδιορίζει ή να περιλαμβάνει υποχρεωτικά τα ακόλουθα:

  • Τον σκοπό της ομοσπονδίας / ένωσης·
  • Την επωνυμία της ομοσπονδίας / ένωσης·
  • Την έδρα της ομοσπονδίας / ένωσης, περιλαμβανομένης της διεύθυνσης αλληλογραφίας ή/και επικοινωνίας, σε δήμο ή κοινότητα που βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές∙
  • Τους όρους εισδοχής, αποχώρησης και αποβολής των μελών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών·
  • Τον τρόπο ή/και τον φορέα της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης της ομοσπονδίας ή/και ένωσης·
  • Τους οικονομικούς πόρους της ομοσπονδίας / ένωσης·
  • Τα όργανα της διοίκησης της ομοσπονδίας / ένωσης, καθώς και τους όρους καταρτισμού, λειτουργίας, συχνότητας σύγκλησης και παύσης των οργάνων της διοίκησης, καθώς και πρόνοια ότι καμιά αμοιβή, οποιουδήποτε είδους, δεν καταβάλλεται για παρεχόμενες υπηρεσίες σε οποιοδήποτε μέλος ή αξιωματούχο της διοίκησης αυτής. Δύναται να καθορίζεται ότι τα μέλη, περιλαμβανομένων των μελών της διοίκησης ή των ιδρυτών, μπορούν να ανακτήσουν ή/και να διεκδικήσουν τυχόν λογικά έξοδα κατέβαλαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένης και αμοιβής τους που αντιστοιχεί σε ερευνητικά ή άλλα χρηματοδοτούμενα ή συγχρηματοδοτούμενα από τρίτους φορείς προγράμματα, αφού προσκομίσουν τα αναγκαία έγγραφα, νοουμένου ότι το καταστατικό της ομοσπονδίας ή/και ένωσης δεν ορίζει διαφορετικά·
  • Τους όρους σύμφωνα με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η συνέλευση των μελών, μεταξύ των οποίων και όρο ότι αυτή συγκαλείται και συνέρχεται τουλάχιστον 1 φορά κάθε έτος·
  • Τους όρους τροποποίησης του καταστατικού·
  • Τον τρόπο ελέγχου των λογαριασμών της ομοσπονδίας / ένωσης, τηρουμένης της αρχής της διαφάνειας. και
  • Τους όρους διάλυσης της ομοσπονδίας / ένωσης και της τύχης της περιουσίας της σε περίπτωση διάλυσής της.

Ο Έφορος δύναται, κατ’ αναλογία, να αρνηθεί να εγγράψει οποιαδήποτε ομοσπονδία / ένωση για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στις διατάξεις που ισχύουν για την περίπτωση σωματείου ή ιδρύματος.

Κάθε ομοσπονδία ή/και ένωση, που συστήνεται και εγγράφεται σύμφωνα με τον Νόμο, αποκτά με την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής τη δική της νομική προσωπικότητα και τα δικά της όργανα διοίκησης, τα οποία είναι διαφορετικά από αυτά των συνιστώντων αυτήν οντοτήτων.

Για την τροποποίηση καταστατικού εγγεγραμμένης ομοσπονδίας / ένωσης ισχύουν κατ’ αναλογία οι διατάξεις που αναφέρονται στην τροποποίηση καταστατικού σωματείου.

Οι διατάξεις των άρθρων 10 έως 25, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στην περίπτωση ομοσπονδιών / ενώσεων, με τη διαφορά ότι η διοίκηση ομοσπονδίας / ένωσης αποτελείται από τουλάχιστον 3 μέλη και ότι κατά την εκκαθάριση ομοσπονδίας / ένωσης είναι δυνατή η διανομή των περιουσιακών στοιχείων στα μέλη.

Εγγεγραμμένο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου σωματείο ή ίδρυμα, καλούμενο «μητρική οντότητα», έχει τη δυνατότητα λειτουργίας θυγατρικών οντοτήτων ή παραρτημάτων, νοουμένου ότι σχετική πρόνοια αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας τους διαλαμβάνεται στο καταστατικό του. Οι θυγατρικές οντότητες ή τα παραρτήματα δεσμεύονται από το καταστατικό της μητρικής οντότητας, δεν έχουν ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και ακολουθούν την πολιτική που χαράσσεται και αποφασίζεται από τη μητρική οντότητα. Ειδικότερες ρυθμίσεις αναφορικά με την εγγραφή, διοίκηση, οργάνωση και λειτουργία των θυγατρικών οντοτήτων ή παραρτημάτων καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του Νόμου.

Αλλοδαπές ενώσεις και άλλα

Στον νέο Νόμο προβλέπεται, δια του άρθρου 46, αναγνώριση νόμιμης δράσης σωματείου, ιδρύματος, ομοσπονδίας / ένωσης ή μη κυβερνητικής οργάνωσης με νομική προσωπικότητα σε άλλο κράτος, νοουμένου ότι η εγγραφή δεν συγκρούεται με την εθνική και δημόσια ασφάλεια, την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και των δημόσιων ηθών, καθώς και την προστασία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων τρίτων και δεν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο διακρατικές σχέσεις ή τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Εάν πρόκειται για κράτος που έχει κυρώσει την οικεία Ευρωπαϊκή Σύμβαση, μπορεί να υπάρξει εγγραφή σε ειδική μερίδα στο Μητρώο.

Υπάρχουν περαιτέρω διατάξεις του Νόμου που προνοούν σε σχέση με τις συνέπειες εκπρόθεσμης επίδοσης ή υποβολής και παράλειψης αυτών, την τήρηση λογιστικών βιβλίων (για τα ιδρύματα σε κάθε περίπτωση, και για τα σωματεία και τις ομοσπονδίες / ενώσεις μόνον όταν έχουν ετήσια έσοδα τα οποία υπερβαίνουν τις σαράντα €40.000) και τον έλεγχο των λογαριασμών, και την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει τον έλεγχο των λογαριασμών, με δεδομένη και τη γενικότερη υποχρέωση συμμόρφωσης με τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο.

Κανονισμοί

Το άρθρο 53 του Νόμου εξουσιοδοτεί το Υπουργικό Συμβούλιο να εκδίδει Κανονισμούς για τον καθορισμό ή τη ρύθμιση κάθε θέματος που σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο απαιτείται να καθοριστεί ή είναι δεκτικό καθορισμού και γενικότερα για την καλύτερη εφαρμογή του Νόμου και ειδικότερα Κανονισμών που να:

  • Ρυθμίζουν κάθε θέμα το οποίο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου πρέπει ή δύναται να καθοριστεί·
  • Προνοούν για την εγγραφή σωματείων, ιδρυμάτων ή ομοσπονδιών / ενώσεων, για την τροποποίηση του καταστατικού τους, καθώς και για τη διάλυση ή εκκαθάρισή τους·
  • Προνοούν για τον καθορισμό τελών εγγραφής και ανανέωσης εγγραφής σωματείου, ιδρύματος ή ομοσπονδίας / ένωσης∙
  • Καθορίζουν τα ειδικότερα στοιχεία που πρέπει να τηρούνται στα σχετικά μητρώα, καθώς και τον τρόπο ανάρτησής τους στο διαδίκτυο∙
  • Καθορίζουν ειδικότερα τη σύσταση ομοσπονδιών / ενώσεων∙
  • Προβλέπουν ποινές, οι οποίες να μην υπερβαίνουν το 1 έτος φυλάκισης ή τα €2.000 ή και τις δύο αυτές ποινές, για οποιαδήποτε παράβαση των προνοιών των εκδιδόμενων Κανονισμών.

Το ίδιο άρθρο εξουσιοδοτεί, επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο να εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για τη ρύθμιση της πρακτικής και της διαδικασίας που θα τηρείται από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση υποθέσεων που ανακύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου.

Μετάβαση στο νέο νομικό καθεστώς

Παρά την κατάργηση των προαναφερόμενων νόμων οι Κανονισμοί που είχαν εκδοθεί δυνάμει εκείνων εξακολουθήσουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται, στην έκταση που δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του Νόμου, μέχρι να τροποποιηθούν ή να αντικατασταθούν με νέους Κανονισμούς. Το αυτό ισχύει και για τα διάφορα έντυπα που υπάρχουν. Οποιεσδήποτε προθεσμίες είχαν αρχίσει να τρέχουν με βάση τους καταργηθέντες νόμους δεν διακόπτονται και εξακολουθούν να τρέχουν με βάση τον νέο Νόμο.

Ο Νόμος γενικά επιχειρεί ομαλή μετάβαση. Δεν παύει η νομική προσωπικότητα των ενώσεων ή συνόλων που είχε δοθεί με βάση τους καταργηθέντες νόμους (δεν θα μπορούσε άλλωστε). Ακόμα και για τις λέσχες, οι οποίες πλέον δεν υφίστανται ως διακριτές νομικές οντότητες, δεν θα εξαφανιστούν ούτε θα περιπέσουν άξαφνα σε νομικό κενό. Ενόσω τρέχει η προθεσμία του Νόμου, θα πρέπει να ακολουθήσουν τη διαδικασία τροποποίησης του καταστατικού τους, για να «μετατραπούν», ουσιαστικά, σε σωματεία. Μπορούν να διατηρήσουν, μάλιστα, στην επωνυμία τους τη λέξη «Λέσχη» και μετά τη λήξη της περιόδου, εάν εκπληρώσουν κατά τα λοιπά τους όρους που καθορίζονται στον Νόμο. Δηλαδή, δεν υπάρχει εμπόδιο ως προς το να εξακολουθούν να ονομάζονται «λέσχες», έχοντας, απλά προσαρμόσει τον τρόπο ύπαρξης, σύνθεσης και λειτουργίας τους στις συνθήκες του σωματείου, ώστε να αποκτήσουν τον απαιτούμενο κοινό και εκσυγχρονισμένο εποπτικό έλεγχο που ουσιαστικά επιθυμεί ο νομοθέτης, χωρίς βλάβη των ήδη υφιστάμενων σκοπών τους (που δεν συγκρούονται με εκείνους των σωματείων).

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο είναι αρκετά ξεκάθαρο και κατανοητό. Δεν αποκλείεται, φυσικά, να εγερθεί ζήτημα συνταγματικότητας, με αναφορά στην αλλαγή του νομικού καθεστώτος των λεσχών και τον (αρνητικό, εάν μπορεί έτσι να εκληφθεί, για τις ίδιες) επηρεασμό τους από την ξαφνική είσοδό τους σε καθεστώς «εξωτερικού» οικονομικού ελέγχου ή άλλως πώς (εάν θεωρηθεί ως νομοθετική παρέμβαση στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία των λεσχών ή ατομικά των μελών τους) ή από την επιβαλλόμενη μορφή συγκεκριμένου τρόπου συνεταιρισμού για την εξακολούθηση της νομικής ύπαρξης (που μπορεί να απολήγει σε επηρεασμό του δικαιώματος του ελευθέρως συνεταιρίζεσθαι), μάλλον (κατά την προσωπική μου γνώμη) με ελάχιστες ή μηδαμινές πιθανότητες κήρυξης του νέου Νόμου ως αντισυνταγματικού (γιατί κάποιες επεμβάσεις σε μη απόλυτα δικαιώματα είναι, ενδεχομένως, εύλογες ή αναγκαίες σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία). Θα είχε, όμως, και αρκετό νομικό ενδιαφέρον η παρακολούθηση μιας τέτοιας αντίδρασης και αντιπαράθεσης εκατέρωθεν επιχειρημάτων και μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s