«Μαζική δίκη» ν. Δίκαιη δίκη

Στις πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις συναντάμε ολοένα και συχνότερα και ευκολότερα τον όρο «mass trial», με τελευταίο σημείο αναφοράς την τραγική «δίκη» των πραξικοπηματιών της Τουρκίας (και ενδεχόμενο μελλοντικό σημείο αναφοράς στη Βενεζουέλα). Παλαιότερα στην Ελλάδα (βλ. καταληψίες του Πολυτεχνείου, μα ίσως και πιο πρόσφατα, κάπου στη Θεσσαλία), στην Κίνα (βλ. μαζικές δίκες για υποτιθέμενη πάταξη της διαφθοράς), στο Μπαγκλαντές ή στην Αίγυπτο ή εν γένει Σαουδική Αραβία, στο Ιράν, ή αλλού. Δεν είναι, όμως, ένας όρος αναγνωρισμένος στο δίκαιο. Μάλιστα, στο άκουσμα, δημιουργεί την αίσθηση της αντιφατικότητας. Μπορούν να δικαστούν πολλοί άνθρωποι μαζί, σαν να μην έχουν ξεχωριστές περιστάσεις και πρόσωπα; Είναι κάτι τέτοιο συμβατό με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια;

Εάν μπορεί να τύχει κάποιας περιγραφής, ο όρος «mass trials», συνήθως, αναφέρεται σε θεαματικές δίκες που έπονται επίσης θεαματικών κοινωνικοπολιτικών έως εθνικών ταραχών, όπου «δικάζονται» περισσότεροι κατηγορούμενοι μαζί. Η μαζικότητα δεν έχει την εμβέλεια της απλής συμπερίληψης ατόμων στο ίδιο κατηγορητήριο. Σε έκταση, οι κατηγορούμενοι σε μια «μαζική δίκη» μπορεί να υπερβαίνουν και τα 500 άτομα. Έπειτα, είναι περιπτώσεις όπου το κράτος επιχειρεί να διώξει (με εμφανή πρόθεση να τιμωρήσει) μαζικά, φαινόμενα εθνικών ταραχών, εξεγέρσεων, είτε συνιστούν πραξικοπήματα είτε παραμένουν σε εμβέλεια διαδηλώσεων, συνήθως, κατά πολιτικών αρχηγών ή κυβερνήσεων ή κρατούντων ομάδων, που μπορεί να εμπίπτουν στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά του κράτους ή του πολιτεύματος (ή και όχι). Είναι πολιτικά κινούμενες δίκες, που γίνονται απλά γιατί πρέπει, τυπικά, να γίνουν (μπορεί να ολοκληρωθούν και σε σύντομο χρόνο), και όπου όλοι οι στόχοι της ποινής εξουδετερώνονται μπροστά σε έναν: την τιμωρία πολιτικώς ή κοινωνικώς ή ευρέως διαφωνούντων, με σκοπό την επιβεβαίωση και επιβολή της εξουσίας του κράτους και αυτής της κρατικής υπόστασης. Περιπτώσεις όπου η δικαιοσύνη, ως κρατική υπηρεσία, ως αγαθό, ως αξία, δεν χρησιμοποιείται για να απονεμηθεί το δίκαιο σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, αλλά για να αμυνθεί πολιτικά το κράτος, να καθυποτάξει τον κίνδυνο ή να καταστείλει την εναντίον του απειλή, με όποιο τρόπο και μέσο (ίδια στην κάθε περίπτωση), χωρίς οποιοδήποτε σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων των κατηγορούμενων. Περιπτώσεις όπου το κράτος παύει να είναι κράτος δικαίου και επιλέγει να απαντά στην «αναρχία» ή σε ό,τι εκλαμβάνει ως «αναρχία» εκδικητικά, με κρατική (δικανική) αναρχία, με μανιώδη προσπάθεια να στιγματίσει τους κατηγορούμενους, εάν όχι να τους βασανίσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συνοδεύεται από θανατική ποινή (βλ. τότε με την Αίγυπτο), επομένως από αυτές τις μαζικές δίκες διασκορπίζεται και ο μαζικός θάνατος.

Ο όρος που τίθεται έναντι στη δικονομική μαζικότητα είναι η δικαιική και δικονομική αυτονομία. Η επιμέρους έγνοια που κυριαρχεί είναι ότι, ανάμεσα στους πολλούς, κατά πάσα πιθανότητα, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να μην έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα ή να είναι και εντελώς άσχετοι, οι οποίοι, όμως, να έχουν συμπαρασυρθεί μέσα στην εκδικητική φόρα και τη δικονομική μάζα, από κάποια παρεξηγημένη σύλληψη συλλογικής ευθύνης, χωρίς δυνατότητα να αποδείξουν το δικό τους δίκαιο. Μπορεί να είναι απλά άτομα τα οποία έχουν εκφράσει κάποια άποψη ή ακόμα και άτομα που θα μπορούσαν να εκφράσουν κάποια άποψη. Το μυαλό ανατρέχει σε αυτό που ακριβώς σκόπευσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, μετά από τα ολοκαυτώματα δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Ανατρέχει, όμως, και σε ακόμα χειρότερα.

Μιλώντας για μαζικότητα και για δικαιική και δικονομική αυτονομία, μπορεί, κανείς, να σκεφτεί ότι και στο αστικό δίκαιο υπάρχει μια αντίστοιχη διαδικασία «mass action», τύπος «class action» (μεγαλύτερης έκτασης), όπου υπάρχει πολλαπλότητα διαδίκων στη μία πλευρά, σε περιπτώσεις «mass-torts», «mass-accidents» ή «toxic-torts» (βλ. υποθέσεις δηλητηρίασης ή μόλυνσης από κοινή αιτία, κ.λπ.), έννοιες που αναλύθηκαν ιδιαίτερα στην Αμερικανική θεωρία και νομολογία. Διαχρονικό ζήτημα κι εκεί ήταν και είναι η δυνατότητα διασφάλισης της αυτονομίας κάθε διαδίκου κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του (που σπανίως η ομαδική αγωγή οδηγείται εκεί και εξυπηρετεί επίσης άλλους σκοπούς) και της απόλαυσης, από μέρους του, εξατομικευμένης δικαιοσύνης, χωρίς απώλειες, εκ του γεγονότος της συνένωσης της απαίτησής του σε ομαδική αγωγή. Ήδη ορισμένα λεπτά δικονομικά ζητήματα προκύπτουν και από πιο καθημερινά διαβήματα, όπως από τη συνένωση των απαιτήσεων εναντίον περισσότερων εναγόμενων ή τη συνένωση εναγόμενων σε μία κοινή αγωγή, παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση όπου επιτυγχάνεται συμβιβασμός με κάποιους, ενώ με κάποιους άλλους όχι (όπου οι μεν μπορεί να θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα συμβιβασμού της υπόθεσής τους με τον τρόπο που οι ίδιοι επιθυμούν, και οι δε ότι, στον βαθμό που επηρεάζονται δικά τους δικαιώματα από τέτοιο συμβιβασμό και δεν επιτεύχθηκε συμβιβασμός και μαζί τους, ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί γενικά με βλάβη των δικών τους δικαιωμάτων υπεράσπισης και της δικής τους δικαιικής και δικονομικής αυτονομίας). Το αυτονόητο αίτημα ή απαίτηση για δικαιική και δικονομική αυτονομία μπορεί, μάλιστα, να φαντάζει σε ορισμένους, ακόμα κι εκεί, από καταχρηστικό έως βλακώδες. Μαζικότητα συναντάμε, πλέον, και στα καθιερωμένα πια «λαϊκά δικαστήρια», από μια άλλη οπτική. Ενώ το θέμα της δικαιικής ή δικονομικής αυτονομίας μπορεί να τίθεται σε διάφορες περιστάσεις και με διάφορους τρόπους, στις μαζικές δίκες δεν είναι μόνον αυτό, ή αυτό είναι το ελάχιστο.

Οι αρνητικές δυναμικές της μαζικότητας ή ομαδικότητας (έναντι σε ζητούμενα όπως η εξανθρωπισμένη και εξατομικευμένη δικαιοσύνη), λαμβάνουν, προφανώς, σοβαρότερες διαστάσεις, όταν αυτή θεωρείται σε πλαίσιο ποινικού δικαίου, και όταν ο λόγος γίνεται για τα δικαιώματα των κατηγορούμενων που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας και αυστηρών δικονομικών εγγυήσεων. Εκεί η «μαζικότητα» δημιουργεί την εντύπωση ότι λειαίνει έως εξαφανίζει τις υποχρεώσεις του κατήγορου να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων σε σχέση με κάθε ένα κατηγορούμενο ξεχωριστά και με αναφορά στις δικές του πράξεις ή παραλείψεις. Η εικόνα των 500 κατηγορούμενων που στέκονται σαν τα ζώα, σε άθλιες ουρές, έξω από την αίθουσα της «δίκης τους», και δεν έχουν πραγματικά λόγο και δυνατότητα ουσιαστικής ακρόασης, σίγουρα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ή να συνυπάρξει με τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης. Πιο κοντινή έννοια από κάθε άλλη καταντά να είναι αυτή του «mass tortures». Το ότι η «μαζικότητα», με την έννοια της ισοπέδωσης της ατομικής εμπλοκής, μπορεί να εισχωρεί και σε άλλες περιπτώσεις μη «μαζικών δικών», με απλά περισσότερους από έναν κατηγορούμενους, είναι άλλο θέμα. Όπως άλλο θέμα είναι και η παράλληλη τάση ποινικοποίησης του φρονήματος και της γνώμης δια της ψυχικής συνέργειας, στην (υποχρεωτική) προσπάθεια δίωξης διαφόρων «σύγχρονων» αδικημάτων (βλ. που συνδέονται με «διαφθορά»). Οι κρίσεις της δημοκρατίας είναι τόσες πολλές. Και έχουμε ξεχάσει τόσα πολλά, και μεταξύ αυτών τα βασικότερα.

Παρόλο που διάφοροι οργανισμοί για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν παρέμβει ηπίως και δασκαλίστικα, κατά καιρούς, στη διεξαγωγή τέτοιων ποινικών «μαζικών δικών», με αναφορά στην αναγκαιότητα διασφάλισης της δίκαιης δίκης, για να εκφράσουν συγκλονισμό και ανησυχία και ν’ αποδώσουν εύηχα κακούς χαρακτηρισμούς γι’ αυτές τις δίκες, όπως «travesty of justice» ή «mockery of justice», θα πρέπει κάποια στιγμή να αντικατοπτριστεί ορθά η εικόνα ή τουλάχιστον στις πραγματικές διαστάσεις της: Ότι αυτού του είδους οι δίκες μπορεί και να μην είναι παρά εκτελεστικά αποσπάσματα με τον μανδύα της «δίκης». Ότι αυτού του είδους οι δίκες συνιστούν τη χείριστη μορφή χρησιμοποίησης του θεσμού της δικαιοσύνης από το κράτος που φέρει τη σχετική δικαιοδοσία. Ότι σε αυτού του είδους τις δίκες, ουσιαστικά, δεν υπάρχει ανεξάρτητη ή αμερόληπτη δικαιοσύνη ή δικαιοσύνη με οποιαδήποτε άλλη γνωστή ποιότητα που ρομαντικά διαφεντεύουμε, γιατί, στο απλούστερο ή πρακτικότερο επίπεδο σύλληψης των δεδομένων, σε αυτού του είδους δίκες, το θιγόμενο κράτος αυτοδικεί, με όπλο του την ίδια τη δικαστική εξουσία που διαθέτει. Σε αυτού του είδους δίκες, η δικαστική εξουσία μετατρέπεται σε κρατικό όπλο, και μπροστά της δεν έχει τον άνθρωπο ή τον ευάλωτο πολίτη, αλλά τον κρατικό εχθρό.

Το ερώτημα ευθέως: Είναι, αυτές οι (απάνθρωπες) δίκες, άδικες (με έννοιες δικαίου), γιατί συνιστούν μορφές κρατικού (δικαστικού) ολοκληρωτισμού; Ή έτσι πρέπει να γίνεται σε ορισμένες «ακραίες» περιπτώσεις, το κράτος να (θεωρείται ικανό να) μπορεί να επιβάλλει συλλογικά την τάξη, το κοινωνικά φρόνιμο, να πειθαρχεί τις παρεκκλίσεις και να επιβιώνει; Όποια κι αν είναι η απάντηση, οι «mass trials», πάντως, τείνουν να νομιμοποιούνται εμμέσως (δια της ανοχής ή διάδοσής τους) ως εργαλεία και πρακτικές έκτακτης ανάγκης, για την αποτροπή μελλοντικών εθνικών «ταραξιών», ως ένα είδος τάχα επιβεβλημένης κρατικής βίας. Τραγικά, σε αυτή την αδιάκοπη πάλη μεταξύ ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κρατικής επιβολής δια «μαζικών δικών», η σούμα και το αποτέλεσμα, μέχρι στιγμής … (ακόμα ή ολοένα πιο) άγνωστα.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s