Προς μια πορεία εναρμόνισης των κανόνων παραγραφής (διασυνοριακά τροχαία ατυχήματα)

Προ ημερών, έτυχε μία συζήτηση για το θέμα της παραγραφής, μετά το πέρας της οποίας επικράτησαν, για μερικά λεπτά, κάποιες γρήγορες σκέψεις. Δόθηκε παράλληλα η αφορμή για την αναφορά μιας δρομολογημένης ευρωπαϊκής νομοθετικής προσπάθειας σχετικά με την παραγραφή σε ένα συγκεκριμένο τομέα, που εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια δικαστικής συνεργασίας στις αστικές υποθέσεις.

Πάει ο καιρός που η παραγραφή θεωρούνταν ένας αυτοτελής λόγος εξουδετέρωσης του ιδίου του ουσιαστικού δικαιώματος. Στη σύγχρονη εποχή και γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (και δικονομικών δικαιωμάτων), καταρχάς, το ουσιαστικό δικαίωμα ουδέποτε «εξουδετερώνεται». Κατά δεύτερον, το «αγώγιμo» του σημαίνει βασικά τη δυνατότητα να προσφύγει, κανείς, στη δικαιοσύνη, αξιώνοντας κάτι, βάσει αυτού. Κατ’ ακρίβεια, δεν είναι το δικαίωμα που μπορεί να είναι ή να μην είναι «αγώγιμο», αλλά η αξίωση.

Πέραν, όμως, από τον διαχωρισμό μεταξύ του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαιώματος, που μπορεί να έχει περισσότερο θεωρητική σημασία σε ορισμένες περιπτώσεις, η παραγραφή δεν θεωρείται τίποτε άλλο, παρά ένας (πολύ συνήθης και) πολύ σημαντικός δικονομικός περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Ένας περιορισμός που, συνήθως, σε νομοθετικό επίπεδο, είναι εύλογος και αναγκαίος, όταν δεν αναφέρεται σε αδικαιολόγητα ανεπαρκή χρονικά περιθώρια, γιατί κατ’ ουσία επικουρεί τη βεβαιότητα, την οριστικότητα και άρα την ασφάλεια δικαίου, που χρειάζεται ο κάθε κοινωνικός άνθρωπος για να προχωρά με τη ζωή του. Φυσικά, στοιχεία αναλογικότητας αναζητούνται όχι μόνον στο κείμενο του νόμου, αλλά και στην εφαρμογή του. Μένοντας, όμως, στο νομοθετικό επίπεδο, ο περιορισμός του μη απόλυτου δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, με θέση χρονικού περιορισμού της αξίωσης, δεν μπορεί να είναι ο ίδιος απόλυτος.

Αυτός ο δικονομικός περιορισμός, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι απόλυτος γιατί δεν στοχεύει στο να θέσει έναν άκαμπτο φραγμό διεκδίκησης σε ακόμα «ζωντανές» αξιώσεις (ή σε αξιώσεις που κάτι τις κράτησε ζωντανές), ούτε να πλάσει ένα δικονομικό πλάσμα, που λειτουργεί μηχανικά και αυτόματα και την τάδε ώρα υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και την αμέσως επόμενη όχι (που τεχνικά αυτό συμβαίνει), ανεξαρτήτως των όποιων περιστάσεων. Η αυστηρή τήρηση των δικονομικών προθεσμιών είναι μεν ένα εξίσου σοβαρό ζητούμενο, γιατί εξυπηρετεί περίφημα τη δικαιϊκή τάξη ή και νομιμότητα, αλλά στερείται της όποιας σοβαρότητας όταν, αντί να επικουρεί, εμποδίζει το ουσιαστικό δίκαιο. Ένας κακός χρονικός περιορισμός ή μια κακή προσέγγιση για την εφαρμογή ενός προβλεπόμενου χρονικού περιορισμού μπορεί να οδηγήσουν σε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Στους νόμους περί παραγραφής, όπως και στον Κυπριακό νόμο, υπάρχει, συνήθως, εκείνη η απαραίτητη πρόνοια ή υπάρχουν οι περισσότερες εκείνες πρόνοιες, που δίνει ή που δίνουν την απαραίτητη ελαστικότητα και, στην τελική ανάλυση, τη δυνατότητα σε ένα Δικαστήριο δικαίου να εξετάσει αυτές τις περιστάσεις και να κρίνει εάν πρέπει ή δεν πρέπει να επεκτείνει τον χρόνο παραγραφής σε συγκεκριμένη περίπτωση, εξισορροπώντας τα πράγματα. Σε μια τέτοια προσπάθεια εξισορρόπησης, νοείται ότι, ο εφαρμοστής του δικαίου, ούτε καταστρατηγεί τον νόμο και τον σκοπό του νομοθετικού χρονικού περιορισμού, ούτε όμως καταστρέφει τον σκοπό ύπαρξης της νομοθετικής δυνατότητας παράκαμψης του, όταν αυτή δικαιολογείται υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, από φόβο δημιουργίας αταξίας και διάθεσης ανομίας ή γενίκευσης της εξαιρετικής προσέγγισής του.

Βέβαια, στον Κυπριακό νόμο, δηλαδή στον «νέο» περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν. 66(Ι)/2012, υπάρχει ένα άλλο «πρόβλημα».  Όταν αισίως δημοσιεύτηκε ο νόμος αυτός, τον Μάιο του 2012, και τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2012, είχε τη μεταβατική του διάταξη (βλ. άρθρο 26), με βάση την οποία είχε δοθεί χρονικό περιθώριο 1 έτους για να εγερθούν αγωγές επί τελειωμένων βάσεων, που με βάση τις πρόνοιες του «νέου» νόμου, εάν εφαρμόζονταν, θα θεωρούνταν ότι έχουν παραγραφεί, και συνέχισε να ισχύει για τις υπόλοιπες μη τελειωμένες βάσεις αγωγής, με βάση τα προβλεπόμενα πλέον χρονικά περιθώρια. Το χρονικό αυτό διάστημα του 1 έτους το παράτεινε ο τροποποιητικός Ν. 41(Ι)/2013 μέχρι την 31.12.2013 και ο τροποποιητικός Ν. 159(Ι)/2013 μέχρι την 31.12.2014 και ο τροποποιητικός Ν. 190(Ι)/2014 μέχρι την 31.12.2015. Κι ενώ μέχρι την 31.12.2015 θα έπρεπε (και έπρεπε) να είχαν εγερθεί όλες οι αγωγές επί τελειωμένων βάσεων (και οπωσδήποτε να μην δοθεί οποιαδήποτε άλλη αναστολή), τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν. 207(Ι)/2015, ο οποίος δεν τροποποίησε μεν εκ νέου το άρθρο 26 για να δώσει κάποια άλλη παράταση, αλλά πρόσθεσε μία εντελώς αντιφατική (σε σχέση με το υπόλοιπο περιεχόμενο του νόμου, ακόμα και με τούτο το περιεχόμενο του ίδιου του άρθρου 3) πρόνοια στο άρθρο 3 (όχι καν στο μεταβατικό σκέλος) ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρά από την 01.01.2016. Και είδαμε τότε, μέσα στο 2016 ή το 2017, ξαφνικά, να’ χει θυμηθεί ο άλλος ότι είχε πάθει κακό πριν από 40 χρόνια, και να εγείρει αγωγή σήμερα, γιατί, λέει, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρά από την 01.01.2016, (παρ)ερμηνεύοντας τον τροποποιητικό Ν.207(Ι)/2015, ότι επέφερε κάποιου είδους νεκρανάσταση του αγώγιμου των δικαιωμάτων. Ήταν και η αιτιολογική έκθεση εκείνης της παράξενης τελευταίας τροπολογίας, που έκανε αναφορά στην πολυετή αδράνεια του θεσμού της αναστολής και στην αναγκαιότητα να κατοχυρωθεί κάποιου είδους «ισονομία».

Η αφορμή, όπως λέχθηκε, δεν είναι απλά για την εξύμνηση της τελειότητας της παραγραφής ως δικονομικό εργαλείο, απαραίτητο σε κάθε νομικό πολιτισμό μόνον, αλλά και για την αναφορά της Έκθεσης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με συστάσεις για με την έκδοση Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινές προθεσμίες παραγραφής σε περίπτωση διασυνοριακών τροχαίων ατυχημάτων, που εκδόθηκε τον περασμένο Ιούνιο και στο σχετικό ψήφισμα του Ιουλίου 2017. Ο λόγος για μια σκοπούμενη νομοθετική κίνηση, που πορεύεται προς την ολομέλεια, που θα συνιστά μάλλον, εάν υλοποιηθεί, και ένα από τα βήματα στην τροχιά της εναρμόνισης των πολιτικών δικονομιών των κρατών μελών της Ε.Ε. (που εκείνος είναι ακόμα, όντως, ένας αρκετά φιλόδοξος στόχος).

Ο λόγος, προς το παρόν, για ένα μεμονωμένο δικονομικό στοιχείο, την παραγραφή, και για τα διασυνοριακά τροχαία ατυχήματα. «Διασυνοριακό τροχαίο ατύχημα» εξακολουθεί να νοείται κάθε τροχαίο ατύχημα που προκαλείται από την κυκλοφορία ασφαλισμένου οχήματος που έχει ταξινομηθεί σε κράτος μέλος, και το οποίο λαμβάνει χώρα σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος συνήθους διαμονής του ζημιωθέντος ή σε τρίτη χώρα της οποίας το εθνικό γραφείο ασφαλίσεως έχει προσχωρήσει στο σύστημα της πράσινης κάρτας.

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες παραγραφής σε αγωγές αποζημίωσης, περιπλοκή και δυσκολία κατανόησης ως προς το ποια είναι η συνολική ισχύουσα προθεσμία παραγραφής, πότε και πώς αρχίζει να υπολογίζεται κάθε προθεσμία παραγραφής και πώς αναστέλλεται, διακόπτεται ή παρατείνεται. Υπάρχει έλλειψη εξοικείωσης με κανόνες παραγραφής που ισχύουν σε ένα άλλο κράτος που μπορεί να επιφέρει απώλεια του δικαιώματος υποβολής μιας άλλως έγκυρης αξίωσης ή να εμποδίσει την πρόσβαση των θυμάτων στη δικαιοσύνη. Στις διασυνοριακές διαφορές, η χρονική διάρκεια της δικαστικής διερεύνησης και των διαπραγματεύσεων είναι συχνά πολύ μεγαλύτερη και οι προκλήσεις επιδεινώνονται όπου εμπλέκονται νέες τεχνολογίες, όπως στην περίπτωση των αυτόνομων οχημάτων. Στα διασυνοριακά τροχαία ατυχήματα υπάρχει και μια κάπως προβληματική πολυδιάσπαση του forum, με την παράλληλη εφαρμογή τριών νομοθετημάτων (Ρώμη ΙΙ, Σύμβαση της Χάγης για τα τροχαία ατυχήματα, Οδηγία 2009/103/ΕΚ), που διευρύνουν τις δυνατότητες επιλογής (forum shopping). Θα πρέπει να τύχει, επίσης, διερεύνησης, κατά πόσον η προστασία που παρέχεται σε ανηλίκους και σε άτομα με αναπηρίες όσον αφορά τη διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής είναι επαρκής, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν χάνουν τα δικαιώματά τους να αξιώσουν αποζημίωση όταν εμπλέκονται σε διασυνοριακά τροχαία ατυχήματα και ότι είναι εγγυημένη η αποτελεσματική τους πρόσβαση στη δικαιοσύνη στην Ε.Ε.

Στο κείμενο της ζητούμενης Οδηγίας, υπάρχουν τρία σύντομα και απλά κεφάλαια. Τρία απλοϊκά κεφάλαια, όπου στο πρώτο ορίζεται το αντικείμενο, το πεδίο εφαρμογής και οι ορισμοί, στο δεύτερο θεσπίζονται αυτά τα ελάχιστα πρότυπα για τις προθεσμίες παραγραφής και στο τρίτο κεφάλαιο περιέχονται άλλες διατάξεις. Το βασικό δεν είναι αυτό το κείμενο της σκοπούμενης Οδηγίας, που θα είναι απλοϊκό (και θα ομοιάζει με άλλες πρόνοιες παραγραφής που ήδη μπορεί να συναντήσει, κανείς σε διάφορες άλλες ευρωπαϊκές Οδηγίες), αλλά το πολύ πιο σύνθετο εγχείρημα της θέσπισης «κοινής παραγραφής» για ένα συγκεκριμένο τομέα, και οι παρασκηνιακές και τελικά εισαγωγικές παραδοχές και επισημάνεις, βάσει των οποίων αυτό το εγχείρημα δρομολογείται, μεταξύ των οποίων η σύγχρονη αναγνώριση της παραγραφής ως σημαντικού δικονομικού εργαλείου, αναπόσπαστου μέρους των καθεστώτων αστικής ευθύνης των κρατών μελών. Μια προθεσμία παραγραφής δημιουργεί, όπως λέχθηκε και προηγουμένως και αναγνωρίζει και το κείμενο της ζητούμενης Οδηγίας, βεβαιότητα, οριστικότητα και ασφάλεια δικαίου. Μια σύντομη προθεσμία παραγραφής δεν είναι πάντα αδικαιολόγητα ανεπαρκής, αφού μπορεί, επίσης, να εξισορροπεί έναν αυστηρό κανόνα περί ευθύνης ή τη χορήγηση γενναιόδωρων αποζημιώσεων. Τα δικαιώματα του καθ’ ου για ασφάλεια δικαίου και οριστική επίλυση των διαφορών θα πρέπει να εξισορροπούνται με τα θεμελιώδη δικαιώματα του προσφεύγοντος για πρόσβαση στη δικαιοσύνη και ουσιαστική προσφυγή, επομένως τυχόν ασκόπως σύντομες προθεσμίες παραγραφής θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την ουσιαστική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

Εν τάχει, ο σκοπός είναι ο καθορισμός ελάχιστων προτύπων σχετικά με τη συνολική διάρκεια, την έναρξη, την αναστολή και τον υπολογισμό των προθεσμιών παραγραφής για αξιώσεις αποζημίωσης λόγω σωματικής βλάβης και περιουσιακής ζημίας, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν σύμφωνα με την Οδηγία 2009/103/ΕΚ, σε σχέση με τα διασυνοριακά τροχαία ατυχήματα (γνωστή ως «Οδηγία MID»). Μιλώντας για ελάχιστα πρότυπα, σημαίνει ότι τα κράτη μέλη θα μπορούν να διευρύνουν τα δικαιώματα, με σκοπό την παροχή υψηλότερου επιπέδου προστασίας, αλλά όχι να τα περιορίσουν. Ο λόγος, λοιπόν, για αξιώσεις αποζημίωσης σχετικές με τυχόν σωματική βλάβη ή περιουσιακή ζημία ως αποτέλεσμα ατυχήματος, το οποίο προκαλείται από ασφαλισμένο όχημα κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου για το ατύχημα ή του οργανισμού αποζημιώσεως, σύμφωνα με την Οδηγία 2009/103ΕΚ.

Ο ελάχιστος χρόνος της προθεσμίας παραγραφής θα είναι τα 4 χρόνια, και θα αρχίζει την ημέρα κατά την οποία ο δικαιούχος έλαβε γνώση ή είχε λογικά λάβει γνώση της έκτασης της βλάβης, απώλειας ή ζημίας, της αιτίας της και της ταυτότητας του υπευθύνου και της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τη ζημιά ή του αντιπροσώπου για τον διακανονισμό των ζημιών ή του οργανισμού αποζημιώσεως που είναι υπεύθυνος για την παροχή αποζημίωσης. Η προθεσμία παραγραφής θα αναστέλλεται στη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της άσκησης της αξίωσης στην επιχείρηση ασφάλισης του προσώπου που προκάλεσε το ατύχημα ή στον αντιπρόσωπό του για τον διακανονισμό των ζημιών ή στον οργανισμό αποζημιώσεως και της απόρριψης της αξίωσης. Στην περίπτωση που το υπόλοιπο της προθεσμίας παραγραφής μετά το τέλος της περιόδου αναστολής είναι μικρότερο από έξι μήνες, θα πρέπει να δίνεται ελάχιστη προθεσμία έξι επιπλέον μηνών για την προσφυγή στη δικαιοσύνη. Εάν μια προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα που συμπίπτει με κάποια από τις επίσημες αργίες τους, θα παρατείνεται έως το τέλος της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας. Ο υπολογισμός  θα αρχίζει την επομένη της ημέρας κατά την οποία συνέβη το σχετικό γεγονός, και όταν η προθεσμία είναι ενός ή περισσοτέρων ετών, αυτή να εκπνέει εντός του οικείου μεταγενέστερου έτους, τον ίδιο μήνα και την κατ’ αριθμόν αντίστοιχη ημέρα προς εκείνη κατά την οποία συνέβη το γεγονός και εάν ο σχετικός μήνας δεν έχει κατ’ αριθμόν αντίστοιχη ημέρα, τότε η προθεσμία εκπνέει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα. Οι προθεσμίες δεν θα αναστέλλονται στη διάρκεια αργιών του δικαστηρίου.

Εμμένοντας στη σημασία της ενδεχόμενης θέσπισης κοινών ευρωπαϊκών κανόνων παραγραφής στον προαναφερόμενο τομέα, η (θετική κατά βάση) σκέψη είναι η εξής: δεν μπορεί παρά μέσα από αυτή την προσπάθεια νομοθετικής σύγκλισης σχετικά με την παραγραφή, την ελάχιστη ευρωπαϊκή εναρμόνιση (σε έναν μόνο τομέα – μα βασικό τομέα), και την κοινή θέσπιση και επιβολή ορισμένων βασικών αρχών και αξιών που σχετίζονται με τον θεσμό της παραγραφής, τις ίδιες (και όχι άλλες) και την φιλοσοφία αυτών να εμπνέει η Ε.Ε. στην εν γένει θεώρηση της παραγραφής μέσα σε ένα σύγχρονο σύστημα δικαίου.

 

 

 

 

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.