Η «συμπόνια» (compassion) στο δίκαιο

Συχνά, προβάλλουν, μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μάλιστα τελευταία με κάποια έξαρση, διάφορα αποσπάσματα των αποφάσεων του «δημοφιλούς» τηλεοπτικού, ιταλικής καταγωγής, δικαστή Frank Caprio (1936), που υπηρετεί στην πολιτεία Prodivence, του Rhode Island, από την εκπομπή Caught in Providence. Δημιουργείται περαιτέρω λαϊκός σχολιασμός γύρω από τη συγκεκριμένη δικαστική συμπεριφορά, που έχει αρκετό ερευνητικό ενδιαφέρον. Είναι βασικά δημοφιλής, αγαπητός από τον κόσμο, γιατί μάλλον αντιμετωπίζει τις απλές καθημερινές περιπτώσεις που οδηγούνται ενώπιον του με επίδειξη συμπόνιας (compassion), και πάντως χωρίς να τις ανάγει σε μείζον νομικό θέμα. Κι αυτό φαίνεται να είναι κάτι που μπορεί να έχει ανάγκη κάποιος που οδηγείται στο Δικαστήριο, ειδικά για πρώτη φορά, για μικροπαραβάσεις, και φυσικά χωρίς διάθεση να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι διατίθεται και συμπόνια.

Η συμπόνια (compassion) είναι μια κοινωνική συναισθηματική εκδήλωση, που έχει συζητηθεί ή ερευνηθεί αρκετές φορές σε συνάρτηση με το δίκαιο ή μέσα στο δίκαιο, είτε ως τέτοια είτε ως εμπάθεια ή συμπάθεια ή πάθος (λογοτεχνικά). Η συμπόνια είναι, κατά μία άποψη, ευρύτερη, εμπεριέχει και διανοητικό – αξιολογικό μέρος, αλλά και συναισθηματικό, και το συναισθηματικό της μέρος είναι αυτό που τη διαφοροποιεί από την απλή εμπάθεια ή συμπάθεια, που μπορεί να μένουν σε διανοητικό επίπεδο, ή από το πάθος, που μπορεί να εκφράζει μια άλογη στιγμιαία αντίδραση. Η συμπόνια δεν έχει την έννοια που συχνά δίνουν τα λεξικά ως συνώνυμη του οίκτου, παρόλο που μπορεί να εμπεριέχει και συχνά εμπεριέχει και οίκτο. Είναι η δυνατότητα κάποιου να μπαίνει στη θέση κάποιου άλλου, να κατανοεί τον πόνο του, να τον αξιολογεί, και να αισθάνεται και ο ίδιος αυτόν ή μέρος αυτού ή δι’ αυτού να ενεργοποιεί άλλες εγκεφαλικές του λειτουργίες[1]. Δεν είναι κάποια ξαφνική, στιγμιαία εκδήλωση συναισθήματος, αλλά μια διαδικασία σύνθετη ή πολυεπίπεδη.

Μέσα από τη λογοτεχνία, βλέπουμε τη συμπόνια, λόγου χάριν, στην αρχαία τραγωδία Φιλοκτήτης (Σοφοκλή) και τη σύγκρουση του πατριωτισμού με τον ανθρωπισμό[2] ή την τριλογία Ορέστεια (Αισχύλου)[3] ή και εξ αντιδιαστολής την τριλογία Αγαμέμνων (όπου βλέπουμε τον ανελέητο, εκδικητή, τιμωρό, χορό), μέσα από τον Shakespeare και τα ποιητικο-δικαιϊκά κατάλοιπα, λέγοντας, στον Έμπορο της Βενετίας, δια της Πόρσιας, μεταξύ άλλων: «The quality of mercy is not strained. It droppeth as the gentle rain from heaven upon the place beneath … It is an attribute to God himself; and earthly power doth then shows likest Gods when mercy seasons justice»[4], μέσα και από βιβλικά κείμενα και παραβολές διαφόρων θρησκειών και τη διασύνδεση της συμπόνιας ή της συμπάθειας με την παρουσία ή την απουσία του «Θεού» στο δίκαιο[5], μέσα από διάφορες άλλες λογοτεχνικές ή και επιστημονικές κρούσεις (κυρίως των «ανθρωπιστικών επιστημών»).

Στο ευρύτερο ιατρικό δίκαιο και στα ηθικά διλήμματα που θέτει η εφαρμογή του στην πράξη (π.χ. υποβοηθούμενη αυτοκτονία ασθενούς που βασανίζεται από εκφυλιστική νόσο), στη βιοηθική, η συμπόνια είναι πρωταγωνίστρια στις συζητήσεις, σε διάφορες θέσεις, είτε σε κάθετη σύγκρουση με το Καντιανό δέον (που συντηρεί ζωντανά και τα διλήμματα, ως διλήμματα), είτε σε συνεργασία με αυτό· εισχωρεί, ακόμα, και στην ελάχιστη σχετική νομολογία, όπου έχει και ενδιαφέρον η σύγκριση της Αμερικανικής με την Αγγλική (και άλλη) νομολογία. Στο δίκαιο των αποζημιώσεων[6], παρουσιάζεται βαθμός συμπόνιας, τόσο στη μεθοδολογία προσέγγισης της ζημιάς όσο και στο αποτέλεσμα ή στη διαδικασία παρουσίασης του αποτελέσματος (η διεκπεραιωτική ή επιφανειακή έκφραση συμπόνιας μπορεί και να κάνει, κάποτε, μεγαλύτερη ζημιά, ειδικά όταν προκύπτουν κοινωνικά σκληρές υποθέσεις, που για κάποιον νομικό λόγο δεν μπορούν να αποζημιωθούν χρηματικά). Στο ποινικό δίκαιο, πολλές φορές, όταν γίνεται λόγος για εξατομίκευση της ποινής (αξιολόγηση των παραγόντων που μπορούν να επενεργήσουν ελαφρυντικά ή επιβαρυντικά), είναι σαν να ανοίγει μια οδός εισχώρησης της συμπόνιας, του εξανθρωπισμού της δικαιοσύνης, εξετάζοντας εάν και πόσο μπορεί να καμφθεί ο γενικός κανόνας, στις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ή εάν και πόσο πρέπει να υπερτερήσει η κοινωνική δικαιϊκή ανάγκη. Στην εφαρμογή των σύγχρονων απανταχού ειδικών ποινικών νόμων (π.χ. για τη νεανική παραβατικότητα ή τους ουσιοεξαρτημένους ή τη βία στην οικογένεια, κ.λπ.) ή στο οικογενειακό δίκαιο, και πίσω από τη φιλοσοφία των δικαστηρίων επίλυσης των προβλημάτων (problem-solving courts), όπου υπάρχει κάποια προσήλωση (ή υπερπροσήλωση) στο αποτέλεσμα, η συμπόνια έχει έναν μεγαλύτερο ρόλο, και θέτει, αναπόφευκτα, και μεγαλύτερο συγκρουσιακό κίνδυνο, λόγω και της υποχρεωτικότητάς της, ως έναν βαθμό[7].

Μιλώντας για συγκρουσιακό κίνδυνο, μικρό ή μεγάλο, αυτός θα μπορούσε να τύχει περιγραφής ως κίνδυνος αποδόμησης της έννοιας της δικαιοσύνης, αποσυνδέοντας την από τα σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά κριτήρια της, και μετατρέποντάς την σε ένα ασταθές, άγνωστο και άνισο πεδίο σκέτης εκδήλωσης συναισθηματικών αξιολογήσεων. Είναι ένας σοβαρός κίνδυνος που δεν υπάρχει μόνον όσον αφορά την άσκηση της δικαστικής εξουσίας, αλλά και όσον αφορά την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας. Δεν μπορεί, ο νομοθέτης, για παράδειγμα, να αλλάζει τους νόμους επειδή συμπονεί ή με συναφή κίνητρα που δεν έχουν να κάνουν με τη διόρθωση λαθών ή τη διασαφήνιση ή επέκταση των δικαιωμάτων, και προκειμένου να ωθήσει αναγκαστικά τον δικαστή μέσα σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, που καμία σχέση έχει με το διαχρονικό δίκαιο. Έχουμε δει και νομοθετικές εκδηλώσεις συμπόνιας, φαινόμενο που δεν είναι Κυπριακό[8].

Στη δικαστική ψυχολογία απασχολεί, μεταξύ άλλων, η επίδραση της αναγκαστικής συγκράτησης ή εκτεταμένης έκφρασης συμπόνιας στη δημιουργία ή επιδείνωση εκ προστήσεως τραύματος (vicarious trauma) και κατ’ επέκταση στην επαγγελματική και ατομική υγεία του δικαστή[9]. Παράλληλα ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αναχαιτιστεί η επίδραση του δημιουργημένου εκ προστήσεως τραύματος στην απονομή της δικαιοσύνης στις μετέπειτα περιπτώσεις. Έπειτα, σημαντικό είναι το πώς επιδρά η συμπόνια στις εγκεφαλικές λειτουργίες (π.χ. στη δυνατότητα ενεργοποίησης της φαντασίας – imagining by feeling[10]) κι αν η επίδρασή της είναι θετική ή αρνητική στη δικαστική τεκμηρίωση.

Οι συμπονετικοί δικαστές είναι, σήμερα, ένα κάπως διφορούμενο μοντέλο δικαστών[11] (ειδικά θεωρούμενοι από άλλους δικαστές), και ο Caprio εκφράζει διάχυτο συναίσθημα μέσα από τις εκδηλώσεις συμπόνιας του. Σε ένα από τα πρόσφατα επεισόδια, μ’ έναν ηλικιωμένο Σύριο πρόσφυγα που στάθμευσε παράνομα, γιατί κατά την εκδοχή του πεινούσε και ήθελε να μπει κάπου να φάει, ο οποίος μπήκε στην αίθουσα του Δικαστηρίου κλαίγοντας και παρακαλώντας τον Caprio να ακυρώσει όχι μόνον την δική του κλήση, αλλά και να σώσει όλους τους Σύριους από την καταστροφή του πολέμου, ο Caprio σχεδόν έκλαψε και, όντως, απέρριψε την υπόθεση (κλονισμένος από την επαφή του με έναν μάρτυρα της φρικτής καταστροφής), με την ευχή του στον ταλαίπωρο άνθρωπο να πάει στο καλό. Ήταν μια εκδήλωση που θα μπορούσε να προκαλέσει, όντως, λαϊκή συγκίνηση.

Άραγε η κοινωνική αποδοχή του επιστημονικά διφορούμενου συνιστά μορφή άκρατου λαϊκισμού, στην αντίπερα όχθη της ρητορικής μίσους, όπου συναντάμε τη «ρητορική αγάπης», ή εκδηλώνει κάποια ειλικρινή κοινωνική ανάγκη, η δικαιοσύνη να επιδεικνύει συχνότερα ή με διαφορετικό τρόπο ότι κατανοεί τα κοινωνικά δρώμενα, μια ανάγκη καλύτερης επικοινωνίας και επαφής;

Σαφώς, ούτε και οι δικαστές χωρίς ίχνος συναισθηματικής νοημοσύνης είναι το καλύτερο δυνατό πρότυπο ή οι ίδιοι είναι κακό πρότυπο (όπως ούτε ο «δικαστής ρομπότ», γιατί ήδη έχουμε δείγματα χρήσης των «δικηγόρων ρομπότ», και εκφάνσεις της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης – εκδήλωση στενής έννοιας στα διαδικτυακά δικαστήρια – κάπως παράξενες). Κάπου υπάρχει το λεπτό εκείνο όριο που συγκρατεί όλες τις απαραίτητες ισορροπίες, στη μεθοδολογία και τον συσχετισμό αυτής με το αποτέλεσμα.

Ανεξάρτητα από τη φιλοσοφία και τη ψυχολογία Caprio, που δεν είναι άγνωστη, υπάρχουν, γενικά, διάφορες δικαστικές συμπεριφορές ή ρεύματα ανά το παγκόσμιο ή και κρούσματα ή μορφές συμπεριφοράς που επαναφέρουν στο προσκήνιο την έννοια του δικαστικού ακτιβισμού. Είναι γι’ αυτόν που διάβαζα κάτι τυχαία, αλλά, από τη μια, λαμβάνοντας αφορμές από τα πρόσφατα επεισόδια του Caprio, αλλά και τη συνάντησή μου μ’ ένα Ισραηλινό ρητό παρμένο από ψαλμούς: «the world is built on compassion» («not on heroism»), που χρησιμοποιείται μάλλον συχνά σε νοσοκομεία της χώρας, άρχισα να γράφω για τη συμπόνια και γι’ αυτήν ως εκδήλωση «δικαστικού ακτιβισμού». Η συμπόνια είναι και γνωστό χαρακτηριστικό του Εβραϊκού δικαίου (halakhah), που αντλεί στοιχεία από το «βιβλικό δίκαιο», όπου ειδικά το εκεί ιατρικό δίκαιο έχει πολύ συγκεκριμένες τάσεις· το εν γένει Εβραϊκό δίκαιο είναι σε μεγάλο βαθμό δικαστικό, χωρίς ιδιαίτερη προτίμηση στην αντιπαράθεση και τους δικηγόρους (ο δικαστής δικηγορεί), ενώ όπου δρουν οι δικηγόροι είναι με έντονες δόσεις συμπόνιας προς τον διάδικο που εκπροσωπούν. Και τούτο θεωρείται ως μια μορφή αντίστασης σε ένα αντίρροπο κίνδυνο να τύχει δικηγορικής εκμετάλλευσης ο διάδικος που δεν ξέρει τις διαδικασίες και τους νόμους. Από την άλλη, δεν διαφεύγει και το ότι το δίκαιο γενικά απορρέει από την ηθική, βάση ή ώθηση («impetus») της οποίας είναι η συμπόνια[12], επομένως η στενότητα του δεσμού ή η ανάγκη εύρεσης του δεσμού και καλύτερου προσδιορισμού του, μπορεί να οδηγεί και σε συνειρμό ότι ό,τι αναζητείται είναι το ήθος στο δίκαιο ή το ηθικό δίκαιο, και ότι αυτή είναι μια σύγχρονη κοινωνική ανάγκη. Σε αυτή την αναζήτηση, η έννοια της «συμπόνιας» μπορεί να λαμβάνει διαφορετικά ονόματα, να καλείται σοφία ή απλά κοινή λογική ή απλά «δίκαιο».

Το διαχρονικό ζήτημα είναι κατά πόσον είναι ανεκτές τέτοιες δικαστικές συμπεριφορές, όπως η επίδειξη συμπόνιας, και σε ποιο βαθμό μέσα σε μια σύγχρονη δημοκρατία, χωρίς να κλονίζεται ο βασικός συνταγματικός ρόλος του δικαστή ως εφαρμοστή του δικαίου στη συγκεκριμένη περίπτωση και όχι ως δημιουργού ή «αποδημιουργού» του, ή κατά πόσον τελικά δικαιώνουν αυτό τον ρόλο (υπενθυμίζοντας ή επιβάλλοντας τα όρια του νομοθέτη και τη σχέση του με το γενικό). Οι απόψεις μπορούν ασφαλώς να είναι πολλές και διαφορετικές, ειδικά εάν ο διάλογος συμβεί μεταξύ νομικών διαφορετικών δικαιοδοσιών ή μεταξύ οπαδών διαφόρων φιλοσοφικών σχολών, αναλόγως εάν θεωρούν τον αλτρουϊσμό και τη συμπόνια ως κοινωνικές αρετές ή όχι (βλ. Αριστοτελική και άλλες) και αναλόγως εάν ομοίως ή άλλως πώς θεωρούν τη δικαιοσύνη (ως κοινωνική αρετή ή κάτι άλλο).

Πάντως, κανένα εργαλείο[13] δεν είναι μη χρήσιμο, όταν είναι γνωστό το πώς, πότε και πού να χρησιμοποιηθεί. Το κατά πόσον αυτό το ρεύμα («τύπου Caprio» και συναφών ακραίων μοντέλων) ενθαρρύνει ουσιαστικά μια μορφή, έναν υπο-τύπο δικαστικού ακτιβισμού, που ξεκινά από μια αίσθηση καθήκοντος, που δημιουργεί η συμπόνια, και καταλήγει σε θετική δικαστική δράση, η οποία, με τη σειρά της, διευρύνει τις περιπτώσεις σύγχυσης των εξουσιών, μπορεί και να μην χρήζει απάντησης, πέρα από τη μεμονωμένη σκέψη.

Δικαστικό ακτιβισμό, φυσικά, δεν συνιστά κάθε εκδήλωση δικαστικής διαφορετικότητας, αφού κι αυτό θα ήταν αντίθετο με τις απαιτήσεις της κοινωνικής πολυποικιλότητας. Είναι μια έννοια με τη δική της μεγάλη ιστορία, που μέχρι και τη δεκαετία του 90’, στον κόσμο, απηχούσε ως κάτι πολύ αρνητικό, παρόλο που δεν είχε δοθεί και μια κοινή ερμηνεία του ή παρόλο που δεν είχε δοθεί και καθόλου ερμηνεία του. Μέσα από διάφορες αναλύσεις ή απλές αναφορές δημιουργούσε την αίσθηση ότι σημαίνει κάποιου είδους δικαστική «αναρχία», με υπερδιαπίστωση αντισυνταγματικότητας ή υπερβολική παρέμβαση στο έργο της νομοθετικής εξουσίας ή με μη ακολούθηση πάγιων μεθοδολογιών ή με λήψη αποφάσεων με σκοπό την πρόκληση συγκεκριμένου αποτελέσματος (result-oriented)[14]. Σήμερα, εάν η ίδια η έννοια δεν είναι γράμμα κενό, θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο, όπως, για παράδειγμα, ως η ανάληψη θετικής δράσης (μη συντηρητικής ή παθητικής στάσης) από μέρους των συμμετεχόντων στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, για να αλλάξει προς το καλύτερο κάτι που διαπιστώνεται ότι πάσχει και χρειάζεται αλλαγή, χωρίς να σημαίνει ότι η δράση αυτή είναι «πραξικοπηματική» ή αναρχική ή παρεμβατική.

Υπάρχουν ερωτήσεις που απαντώνται με άλλες ερωτήσεις: Εάν ο κόσμος αυτός είχε περισσότερους συμπονετικούς Caprio, θα ήταν (μακροπρόθεσμα) καλύτερος ή (πολύ) χειρότερος; Πόση … ρητορική αγάπης θα υπήρχε, και έναντι σε τι; Πέρα από κάποιο πιθανόν ελεγχόμενο στοιχείο «diversity», το είδος της δικαστικής Caprio, μπορεί να ενδιαφέρει σε οτιδήποτε άλλο;

————————-

[1] Smith, A. (2002). A Theory of Moral Sentiments. Ed. K, Haakonssen. Cambridge: Cambridge University Press.

[2] Nussbaum, M. (2009). Compassion: The basic social emotion. Social Philosophy and Policy, 13, 27-58. Βλ. και Nussbaum, Μ. (1996). Emotion in the Language of Judging. St John’s Law Review, 70(1), 23-30.

[3] Paul, G. (1988). Aeschylus’ Law. Harvard Law Review101, 1043.

[4]  Crowther, John, (Ed.). (2005). No Fear. The Merchant of Venice. Act 4, Scene 1, Page 8. Retrieved August 30, 2017, from http://nfs.sparknotes.com/merchant/

[5] Lytton, T. D. (2002). “Shall not the Judge of the Earth Deal Justly?”: Accountability, Compassion, and Judicial Authority in the Biblical Story of Sodom and Gomorrah. Journal of Law and Religion, 18, 31-55.

[6] Βλ. και Bernstein, B. H. (1998). From Compassion to Compensation: The Effect of Injury Severity on Mock Jurors’ Liability Judgments. University of Nebraska – Lincoln, Faculty Publications, Department of Psychology, 210.

[7] Acorn, Α. (2004). Compulsory Compassion: A Critique of Restorative Justice. University of British Columbia Press, 128.

[8] Bandes, S. A. (2017). Compassion and the rule of law. International Journal of Law in Context13(2), 184-196.

[9] Figley, C. R. (1996). Compassion fatigue as secondary traumatic stress disorder: An overview. In Figley, C. (Ed.), Compassion fatigue: Coping with secondary traumatic stress disorder in those who treat the traumatized. New York: Brunner/Mazel· βλ. και Figley, C. R. (Ed.) (1996). Compassion fatigue: Coping with secondary traumatic stress disorder in those who treat the traumatized. New York: Brunner/Mazel· βλ. και Maslach, C. (1982). Burn-out: The cost of caring. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall· βλ. και Saakvitne, K. W. & Pearlman, L. A. (1996). Transforming the pain: A workbook on Vicarious Traumatization. New York: W.W. Norton & Company· βλ. και άλλες αναφορές.

[10] Βλ. Der Mar, M. (2017). Imagining by Feeling: A Case for Compassion in Legal Reasoning. Cambridge University Press.

[11] Herring, J. (2017). Compassion, Ethics of Care and Legal Rights. International Journal of Law in Context, 13(2). Βλ. και Walklate, S. (2012). Courting Compassion: Victims, Policy, and the Question of Justice. Howard Journal of Criminal Justice, 51(2), 109-121.

[12] Βλ. και Dorbin, A. (2011). Why the Law Can’t Do Without Compassion.

 http://www.psychologytoday.com/blog/am-i-right/201108/why-the-lawcant-do-without-compassion

[13] Βλ. και Feenan, D., Bedford, D., & Herring, J. (2015). Judicial compassion – commentary on ‘Compassion and the law: a judicial perspective’. Elder Law Journal5(4), 392-398.

[14] Kmiec, K. D. (2004). The Origin and Current Meanings of Judicial Activism. California Law Review, 92, 1441-1478.

 

5

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.