Από τη δημοσιότητα στη στιγματοποίηση, κάπου υπήρξε μια λάθος στροφή

Η Axel Springer SE and RTL Television GmbH v. Germany (αίτηση 51405/12) που εκδόθηκε από το ΕΔΔΑ (Chamber) την 21.09.2017 (υπόθεση Springer) συζητήθηκε ευρέως μετά την έκδοσή της ως μια απόφαση που θέτει τα όρια μεταξύ, από τη μια της ανάγκης δημοσιότητας φωτογραφιών ή εικόνων του προσώπου του ύποπτου ή κατηγορούμενου στο πλαίσιο του δημοσιογραφικού καθήκοντος ενημέρωσης του κοινού για τα γεγονότα του εγκλήματος και ελευθερίας της έκφρασης, από την άλλη της ανάγκης προστασίας της εικόνας και της προσωπικότητας του ατόμου που συμμετέχει στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ως ύποπτος ή κατηγορούμενος. Η προστασία της εικόνας και προσωπικότητας του ύποπτου ή κατηγορούμενου απορρέει από το ενδεχόμενο αυτός να μην έχει διαπράξει τελικά κάποιο αδίκημα ή αυτός σε μεταγενέστερο στάδιο να αθωωθεί ή εν πάση περιπτώσει κάποια στιγμή να πρέπει ευλόγως να επιστρέψει στο κοινωνικό του σύνολο. Το τεκμήριο της αθωότητας που φέρει ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος δεν εξουδετερώνεται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες πριν από την έκδοση κάποιας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Αυτός είναι ο πιο γενικευμένος απόηχος της Springer, η οποία δημιουργεί και κάποιους παράλληλους προβληματισμούς.

Στη Springer δύο εταιρείες ΜΜΕ παραπονέθηκαν ανεπιτυχώς στο ΕΔΔΑ ότι η απαγόρευση που τους επιβλήθηκε δικαστικά από τα γερμαντικά Δικαστήρια ως προς τη δημοσίευση απεικονίσεων (φωτογραφιών ή βίντεο) χωρίς τεχνική επεξεργασία, δια των οποίων θα μπορούσε να τύχει αναγνώρισης το πρόσωπο του κατηγορούμενου, παραβιάζει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης). Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε συλληφθεί τον Ιούνιο 2010 τότε σε ηλικία 28 ετών, κατηγορούνταν ότι φόνευσε με στιγερό τρόπο τους γονείς του μετά από οικογενειακή διαμάχη (βλ. διαμέλισε τα σώματά τους, κάποια από τα μέρη τους τα έκαψε, άλλα τα έριξε στην τουαλέτα, κ.λπ.). Ο κατηγορούμενος είχε ομολογήσει ενοχή τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και όταν οδηγήθηκε στο Δικαστήριο. Μετά την πρώτη ανακοίνωση του εγκλήματος είχαν τύχει δημοσίευσης φωτογραφίες του από πολύ νεότερη ηλικία, για να συνοδεύσουν την είδηση. Η ψυχιατρική έκθεση που είχε εξασφαλιστεί τον Οκτώβριο 2010 κατέληγε σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος έπαρχε από σχιζοϊδή διαταραχή προσωπικότητας. Ό,τι εξέτασε το ΕΔΔΑ ήταν εάν η δικαστική απαγόρευση, που συνιστά αναμφίβολα έναν περιορισμό του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, πληρούσε τους όρους του άρθρου 10 § 2 της ΕΣΔΑ ώστε να συνιστά ένα νόμιμο περιορισμό, δηλαδή εάν προβλέπεται από τον (γερμανικό) νόμο και εάν αποτελεί αναγκαίο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για την εξυπηρέτηση ενός ή περισσότερων από τους προβλεπόμενους σκοπούς.

Το Δικαστήριο ικανοποιούνταν ότι υπήρχε η νομική βάση και ο αυτός περιορισμός εξυπηρετούσε την προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Ως προς την αναγκαιότητα του περιορισμού, το Δικαστήριο αναγνώρισε έως … εξύμνησε (με προσέγγιση που φαίνεται πιο λαϊκευμένη από ό,τι συνηθίζει το ΕΔΔΑ) τον σημαντικότατο ρόλο που διαδραματίζουν τα ΜΜΕ στην αναφορά και τον σχολιασμό των δικαστικών διαδικασιών. Αυτός συμβάλλει, όπως ανέφερε (κι αυτό είναι που εγείρει προβληματισμό), στην υλοποίηση ή επιβεβαίωση του ρόλου των δικαστικών διαδικασιών ως δημόσιων, και υπό αυτή την οπτική, προσθέτει στην αρχή της δημοσιότητας της δίκης, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Γιατί είναι αδιανόητο, όπως επεσήμανε το Δικαστήριο, η εγκληματικότητα να αποσιωπάται και να μην απασχολεί την κοινή γνώμη. Δεν είναι μόνον τα ΜΜΕ που έχουν αυτό τον σκοπό, αλλά και το κοινό έχει το αντίστοιχο δικαίωμα σε αυτή την ενημέρωση. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε επίσης, τα ΜΜΕ δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια εκείνα που θέτει η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής των προσώπων που συμμετέχουν ως ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και το τεκμήριο της αθωότητας που απολαμβάνουν. Τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτίμησης ως προς τους περιορισμούς που μπορούν να θέσουν στην ελευθερία της έκφρασης, όταν θα πρέπει να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ αντικρουόμενων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Τα κριτήρια εξισορρόπησης δεν είναι εξαντλητικά και θα πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες της κάθε υπόθεσης.

Ανάλογα με τον βαθμό στιγερότητας του εγκλήματος, κατά το ΕΔΔΑ, μπορεί να δημιουργείται η ανάγκη του κοινού να δει το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Αυτή λοιπόν η τοποθέτηση του ΕΔΔΑ είναι κάπως ανησυχητική. Φυσικά, δεν εξηγεί το ΕΔΔΑ το εύλογο κάποιας τέτοιας ανάγκης (το έγκλημα να συνδέεται με τα χαρακτηριστικά του προσώπου), που διαμορφώνεται αναλόγως της στιγερότητας ενός εγκλήματος, που σίγουρα δεν είναι για να μελετηθεί από το κοινό η θεωρία του Lambroso ως προς τον συσχετισμό των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών των ατόμων με την στιγερή εγκληματική συμπεριφορά. Πολλές φορές όμως, κατά το ΕΔΔΑ, υπάρχουν λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να απαγορευθεί η δημοσιοποίησης της εικόνας, αναλόγως της φύσης του εγκλήματος και των περιστάσεων της υπόθεσης. Το έγκλημα, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν μεν στιγερό, αλλά συνέβη στο πλαίσιο μιας οικογένειας, μετά από μια οικογενειακή διαμάχη. Η στιγερότητά του δεν ήταν τέτοια που να το ανάγει σε πρωτάκουστο, γι’ αυτό και το ευρύτερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον ήταν περιορισμένο από την αρχή της δίκης. Δεν ήταν μια υπόθεση δημόσιου ενδιαφέροντος. Η δημοσίευση των εικόνων του προσώπου του κατηγορούμενου δεν θα συνέβαλλε με οποιονδήποτε ουσιώδη τρόπο στον δημόσιο διάλογο ή και στην αξιολόγηση πτυχών της υπόθεσης (ενώ κατά τα λοιπά, στα «δημόσιου ενδιαφέροντος» εγκλήματα, προσφέρει κάτι στον δημόσιο διάλογο ή στην αξιολόγηση των πτυχών της υπόθεσης;). Ο κατηγορούμενος δεν ήταν δημόσιο πρόσωπο (όπου δημόσιο πρόσωπο σημαίνει τι ακριβώς;), αλλά ένας καθημερινός άνθρωπος που διέπραξε ένα αδίκημα, για το οποίο ενημερώθηκε ήδη το κοινό. Όσον αφορά το γεγονός ότι υπήρξαν ήδη δημοσιεύσεις φωτογραφιών του προσώπου του, επομένως ήταν άνευ αντικειμένου ο περιορισμός, αφού ήταν ήδη γνωστό στο κοινό το πρόσωπο του κατηγορούμενου, δεν ήταν εντελώς άσχετος, αλλά κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η σχετική δικαστική απαγόρευση δεν ήταν και εν γνώσει του Δικαστηρίου όλες οι άλλες δημοσιεύσεις φωτογραφιών, παρόλο που, στις σποραδικές αναφορές των τοπικών ΜΜΕ, οι περισσότερες φωτογραφίες του ήταν από πολύ νεαρή ηλικία, ώστε κατά τον χρόνο της δίκης εκείνες να μην είναι δυνατόν να παραπέμψουν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Οι φωτογραφίες που λαμβάνονται κατά τον χρόνο της δίκης, όπως σχολιάστηκε, συνήθως δείχνουν τον κατηγορούμενο σε κατάσταση έλλειψης αυτοελέγχου, με χειροπέδες ή με την αστυνομική δύναμη σιμά κ.λπ., σε έναν τόπο όπου δεν έθεσε ο ίδιος αυτόβουλα τον εαυτό του σε δημόσια θέα, αλλά υποχρεώθηκε να προσέλθει για δίκη. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ομολόγησε ενοχή δεν εξουδετερώνει το τεκμήριο αθωότητας που απολαμβάνει. Έπειτα, τέτοιες απεικονίσεις μπορούν να μεγεθύνουν, κατά το Δικαστήριο, την επίδραση στη ψυχολογική κατάσταση ενός συμμετέχοντος στη δίκη, δυσχεραίντας την κοινωνική του επανένταξη, πόσο μάλλον όταν ο ίδιος ήδη πάσχει ψυχικά, όπως ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, το περιεχόμενο της δικαστικής απαγόρευσης ήταν περιορισμένο σε ένα συγκεκριμένο πράγμα, τη δυνατότητα αναγνώρισης του προσώπου του κατηγορούμενου· δεν ήταν δηλαδή απαγόρευση είτε λήψης φωτογραφιών είτε δημοσίευσης γενικά, αλλά δημοσίευσης χωρίς την αναγκαία τεχνική επεξεργασία πρόκλησης αλλοίωσης στα χαρακτηριστικά του κατηγορούμενου. Έτσι, το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι στη Springer δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 10, εφόσον ικανοποιήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου αυτού της ΕΣΔΑ.

Η χρησιμότητα (δεν θα τολμούσα να πω σημαντικότητα) της Springer δεν έγκειται στην αναγνώριση της ανάγκης για εξισορρόπηση αντικρουόμενων δικαιωμάτων ή στη θεώρηση και αξιολόγηση της άσκησης ισορροπίας στη συγκεκριμένη γερμανική περίπτωση. Είναι χρήσιμο ότι το ΕΔΔΑ, μέσα στην όλη αξιολόγησή του, έκανε συνειρμούς για την προστασία του προσώπου σε συνδυασμό με την ανάγκη κοινωνικής του επανένταξης κάποια στιγμή στο μέλλον. Ως εκεί. Τούτο, αν και είχε επιχειρήσει να το κάνει με επισημάνσεις ψυχοκοινωνικού τύπου ανεπιτυχώς ή χωρίς τέτοια τεκμηρίωση που να ανάγει την υπόθεση και σε σημαντική ή που να της προσδίδει περαιτέρω επιστημονικό ενδιαφέρον. Γιατί θα μπορούσε να είναι μια ευρύτερη εγκλήματολογική και ποινολογική θέση πως το κοινωνικό στίγμα που δημιουργείται είτε από την καλή είτε από την κακή δημοσιογραφική (λαϊκή) δημοσιότητα πριν ή κατά τη δίκη διαθέτει αυτοτελείς διαστάσεις ποινής, κι ενώ μπορεί να είναι ένα χρήσιμο δικαστικό εργαλείο (το Δικαστήριο να το αποφασίσει και να το επιβάλει στον βαθμό που πρέπει και όταν πρέπει), γίνεται ολοένα και συχνότερα όπλο στα χέρια όποιου διαθέτει (ή ενώ δεν διαθέτει, του δίδεται) εύκολη πρόσβαση στα ΜΜΕ.

Απεναντίας, η σκέψη είναι ότι η Springer, εξυμνώντας τον ρόλο των ΜΜΕ και τη συμβολή τους στη δημοσιότητα της δίκης ως αρχή, μπορεί και να ζημιώνει, κατά λάθος, τον προαναφερόμενο προβληματισμό, θολώντας το τοπίο και παράλληλα αφήνοντας αναπάντητο ή εντονότερο το ερώτημα: Για ποιόν λόγο η δημοσιότητα της δίκης (ξέροντας ιστορικά πώς προέκυψε και τι διασφαλίζει η αρχή αυτή) θα πρέπει να καταλαμβάνει καταρχάς και τα σωματικά χαρακτηριστικά των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτήν ή ακόμα και τα ονόματά τους; Εάν η δημοσιότητα της δίκης πρέπει να περιλαμβάνει οτιδήποτε πέρα από τη δυνατότητα πληροφόρησης για το δίκαιο και τις ουσιαστικές πτυχές και πορεία μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, τι πρέπει να περιλαμβάνει ακριβώς; Πρέπει να και πώς διαφοροποιείται η έμμεση (ευρεία) λαϊκή δημοσιότητα από την άμεση λαϊκή (εκ των πραγμάτων περιορισμένη) δημοσιότητα μιας δίκης; Εάν τα εχέγγυα της δημοσιότητας της δίκης πληρούνται δια της άμεσης λαϊκής δημοσιότητας (δημόσιες συνεδριάσεις) – περισσότερο παθητική και εν μέρει συμβολική η έννοια (βλ. όχι μυστικότητα, ανοιχτές οι πόρτες) – και φυσικά της δημοσιότητας των μερών, πού και πώς θα πρέπει να στέκει ακριβώς κάθε είδους περαιτέρω δημοσιότητα; Γιατί δεν υπάρχει σύμπνοια ή σταθερότητα απόψεων στο ενδεχόμενο απεριόριστης άμεσης λαϊκής δημοσιότητας (βλ. τηλεοπτικό κανάλι δικών), χωρίς την παρεμβολή του δημοσιογραφικού σχολίου ή της δημοσιογραφικής διασκευής (που ενθαρρύνουν το στίγμα); Τα όρια δεν είναι τόσο απλά ή απλά περιπτωσιολογικά όπως στη Springer, αλλά προϋποθέτουν εκ βάθους θεωρήσεις και αναλύσεις των αναλύσεων. Άλλο η δημοσιότητα της δίκης ως αρχή που διασφαλίζει κάτι στο δίκαιο και άλλο η δημοσιοποίηση της δίκης ως ανθρώπινη ενέργεια που σκοπεί σε κάτι κοινωνικά διαφορετικό, το οποίο μπορεί να ενδιαφέρει ή να άπτεται σε σημεία της αρχής της δημοσιότητας της δίκης (ή καλύτερα να συνάδει εκ πρώτης όψεως με αυτήν), αλλά (αλίμονο) ουδόλως τη συνιστά. 

Η Springer φαίνεται να επιτρέπει κάποιου είδους ταύτιση της έννοιας της δημοσιότητας της δίκης με τη λαϊκή στιγματοποίηση των πρωταγωνιστών της, εκλαμβάνοντας το δεύτερο ως υφιστάμενο δικαίωμα εκ του δικαιώματος έκφρασης (στο πλαίσιο της άσκησης επαγγέλματος) των μεν και ενημέρωσης ή πλήρους ενημέρωσης των δεν ή και ως αναγκαίο συστατικό της κοινωνικής απάντησης στο συγκεκριμένο έγκλημα (που και ονόματα έχει και πρόσωπα) – εξ ου η εντύπωση περί λαϊκισμού. Πέρα από τη Springer, η διαδεδομένη στον μικρόκοσμο μας χρήση του “name and shame” από οποιονδήποτε θεωρεί ότι «αυτό το σύστημα δουλεύει» (σε τι;) και ότι μπορεί ο ίδιος να τιμωρεί ή να διαμορφώνει τις κοινωνικές και προσωπικές συνέπειες που πρέπει να υποστεί ένα πρόσωπο που ο ίδιος πιστεύει ή που πιστεύεται γενικά ότι εγκλημάτησε, παραμένει φαινόμενο κατά βάση αρνητικό και ανησυχητικό, που χρήζει επιστημονικής διερεύνησης, ακριβώς υπό αυτό το φως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό το φαινόμενο, που θεριώνει παράλληλα με τη διεύρυνση της δυνατότητας δημόσιας επικοινωνίας – δημοσιοποίησης (αιτιολογώντας ένα σωρό άλλα υποφαινόμενα), κάθε άλλο παρά αναχαιτίζει η Springer, η οποία μπορεί βέβαια και να μην είχε την ευκαιρία ή τη δυνατότητα να το πράξει, μέσα στο πλαίσιο που κλήθηκε να καταλήξει σε μία συγκεκριμένη απόφαση. Κατάφερε όμως, στο πλαίσιο που είχε, να προκαλέσει σύγχυση για την έκταση στην οποία μπορεί να εξυπηρετεί ή να αφορά η δημοσιοποίηση την αρχή της δημοσιότητας της δίκης. Και σε όλη αυτή τη διασύνδεση πρόσθετε την εικόνα του προσώπου (τα ατομικά γνωρίσματα, εάν θέλουμε να το γενικεύσουμε) ως βασικό στοιχείο της εγκληματικής συμπεριφοράς, που χρήζει δημοσιοποίησης κάποτε και κάπως, προς εξυπηρέτηση της ίδιας βασικής αρχής.

Χρήσιμη λοιπόν η απόφαση αυτή και στον βαθμό που επαναφέρει στο προσκήνιο αυτόν τον ανεξάντλητο και δύσκολο διάλογο περί δημοσιότητας της δίκης στη σύγχρονη υπερδημόσια εποχή, που η ιδιωτικότητα ασθενεί με τόσους πολλούς τρόπους. Κατά τα λοιπά, ας είναι και ο τίτλος, από τη δημοσιότητα στη στιγματοποίηση … κάπου υπήρξε μια λάθος στροφή.

 

chi-trial-by-media-20140826-1200x514

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.