Σχετικά με το ερώτημα του Wexler για τη θεραπευτική εφαρμογή του νόμου

Όπως επισήμανε πρόσφατα ο καθηγητής David Wexler, ένας εκ των εμπνευστών της σύγχρονης θεωρίας της θεραπευτικής δικαιοσύνης (TJ), υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στον θεραπευτικό σχεδιασμό του νόμου (Therapeutic Design of the Law – TDL) και στη θεραπευτική εφαρμογή του νόμου (Therapeutic Application of the Law – TAL). Καταπιάνεται, ο καθηγητής, με το εξής παράδειγμα για να εξηγήσει τη σκέψη του:

Ένα πρόσωπο με πολλές παλαιές καταδίκες για αδικήματα που σχετίζονταν με ναρκωτικά, μα κατά τα λοιπά νομότυπη συμπεριφορά, προσέλαβε Δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει σε διαδικασία διαγραφής των παλαιών καταδικών από το ποινικό του μητρώο, με βάση τοπικό νόμο που επιτρέπει το διάβημα μετά από την πάροδο ενός προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος. Σε αυτές τις δίκες, που διεξάγονται με βάση αυτόν τον νόμο, γίνεται ακρόαση, παρόλο που συνήθως ο εκπρόσωπος της εισαγγελικής αρχής δεν ενίσταται στην εφαρμογή του νόμου και τη διαγραφή. Ο αιτών είχε προσκομίσει στον Δικηγόρο τα στοιχεία των μαρτύρων που μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την καλή συμπεριφορά του, ένας μάλιστα εκ των οποίων, πέραν από τα βασικά και αναγκαία, μπορούσε να διαβεβαιώσει και το ότι ο αιτών ήταν κι ένας άνθρωπος με άψογη εργασιακή συμπεριφορά, που είχε αναπτύξει ιδιαίτερες κοινωνικές και κοινωνικά ωφέλιμες ευαισθησίες, κ.λπ. Ο Δικηγόρος, ο οποίος ουδέποτε είχε λάβει συνεντεύξεις προσωπικά από τους εν λόγω μάρτυρες, ετοίμασε μια λιτή και απέριττη ένορκη δήλωση, προσκομίζοντας στο Δικαστήριο τα βασικά και αψηφώντας όλα τα υπόλοιπα. Κατά τη δίκη, οι τρεις μάρτυρες εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και, εν αναμονή της συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος της εισαγγελικής αρχής, που δεν σκοπούσε να ενστεί ούτε σε αυτή την περίπτωση, ρώτησε ανεπίσημα τους μάρτυρες αυτούς δύο πράγματα: Πόσον καιρό γνωρίζουν το πρόσωπο αυτό και τι φήμη έχει το πρόσωπο αυτό στην κοινωνία. Πριν δοθούν οι απαντήσεις, άρχισε η συνεδρίαση του Δικαστηρίου, υιοθετήθηκε από τον Δικηγόρο το περιεχόμενο της αίτησης χωρίς πολλά-πολλά, δεν υπήρξε ένσταση, το Δικαστήριο προχώρησε σε διάταγμα, οι προηγούμενες καταδίκες διαγράφηκαν, ο αιτών, η οικογένεια και οι φίλοι του ευχαρίστησαν τον Δικηγόρο και αποχώρησαν ικανοποιημένοι.

Τα συμπεράσματα ή ερωτήματα του καθηγητή:

1. Ο νόμος αυτός, όπως επισημαίνει, είναι ένας νόμος καταρχάς φιλικός προς τη TJ και καλά σχεδιασμένος: Εάν λάβουμε υπόψη και την ευχαρίστηση που προκλήθηκε στην υπό αναφορά περίπτωση, τι άραγε θέλουμε παραπάνω;

2. Σίγουρα, θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα και από τον Δικηγόρο, από τον εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής και από το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση για να προκληθεί το ίδιο αποτέλεσμα:

(α) Ο Δικηγόρος θα μπορούσε να έχει προβεί σε προσωπικές συνεντεύξεις των μαρτύρων και να ετοιμάσει πλήρεις έως εντυπωσιακές ένορκες δηλώσεις·

(β) Αυτές οι ένορκες δηλώσεις θα μπορούσαν να καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ερωτήματα του εκπροσώπου της εισαγγελικής αρχής, ώστε η απουσία ένστασής του να είναι και να φαίνεται καλύτερα δικαιολογημένη·

(γ) Ο Δικηγόρος, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης, θα μπορούσε να δώσει προφορικά έμφαση στα γεγονότα που δείχνουν την αλλαγή στη συμπεριφορά του πελάτη του, να αναφερθεί στα θετικά της συμπεριφοράς του προσώπου και τέλος πάντων στα δυνατά σημεία της αίτησης·

(δ) Ο εκπρόσωπος της εισαγγελικής αρχής θα μπορούσε επίσης να τοποθετηθεί επί της αίτησης, σχολιάζοντας τα δυνατά σημεία, με τρόπο ώστε ουσιαστικά να συναινεί με την αίτηση (παρά απλά να μην ενίσταται)·

(ε) Το Δικαστήριο θα μπορούσε να σχολιάσει επί αυτών των σημείων επίσης, να συγχαρεί το πρόσωπο αυτό και την οικογένειά του και να του ευχηθεί για ένα καλό μέλλον.

Ρωτά, λοιπόν, ο καθηγητής: η ελάχιστη θεραπευτική εφαρμογή του νόμου αυτού ήταν μια χαμένη ευκαιρία στο σενάριο αυτό ή η καταβολή περαιτέρω προσπάθειας από οποιονδήποτε ήταν αχρείαστη και απλά θα επιβάρυνε το δικαστικό σύστημα;

Στη βάση αυτού του ερωτήματος, ο καθηγητής επισημαίνει ότι, αυτό που μπορεί να γίνεται αισθητό ως μη αναγκαία χρονοβόρο και επιβαρυντικό, έχει πολλαπλά πλεονεκτήματα, δηλαδή και η θεραπευτική εφαρμογή του νόμου, και είναι αυτά που πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε, αυτά στα οποία θα πρέπει να εστιάζουμε, εκεί βρίσκεται το κέντρο της ζητούμενης νοοτροπίας. Στη TJ οι συμμετέχοντες στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης καλούνται να δουν πέρα από τον νόμο, σε άλλους τομείς, να δουν τι είναι αυτό που θα βελτίωνε την κοινωνική και ατομική ευεξία των ατόμων που έρχονται σε επαφή με τον νόμο, και πάντως όχι η γραφειοκρατική εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, σχολιάζει, θα μπορούσε να υπάρξει εστίαση τόσο στη ψυχολογία, όσο και στην εγκληματολογική θεωρία της αποχής από το έγκλημα. Στην τελευταία περίπτωση, αναζητούνται οδοί και μέσα από τη διόρθωση των σχέσεων με την κοινωνία και το Κράτος, όχι μόνον μέσα από την ατομική διόρθωση. Ο συγκεκριμένος νόμος, όπως αναγνωρίζει, ανοίγει ένα παράθυρο για να διερευνηθεί ακριβώς αυτή η δυνατότητα, διόρθωσης των σχέσεων του παραβάτη με την κοινωνία και το Κράτος. Η αποχή, επίσης, απαιτεί την αφαίρεση της δυνατότητας αναγνώρισης του ατόμου ως παραβάτη από την προ-κοινωνική εγκληματική συμπεριφορά. Η ακρόαση, έτσι, θα έπρεπε να μην είναι απλά αναγνωριστικής φύσης, κατά τον καθηγητή, αλλά ουσιαστικής, που να παρέχει την ενθάρρυνση του ατόμου για συνέχιση της καλής πορείας. Θα έπρεπε να είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια «γιορτή» κοινωνικής επαναφοράς του ατόμου.

Οδηγούμαστε και σε αυτό που σημαίνει δευτερεύουσα ή εκ προστήσεως θεραπευτική επίδραση του νόμου και της εφαρμογής του:

1. Εάν αυτές οι δίκες διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε, σε μια δικαστική αίθουσα όπου βρίσκονται παρόντες κι άλλοι παραβάτες, θα μπορούσαν να συνιστούν ένα ελκυστικό στόχο γι΄ αυτούς, να προσπαθήσουν και οι ίδιοι να επιτύχουν μια τέτοια αλλαγή, να φορέσουν το παράσημο της δικαστικά αναγνωρισμένης νομιμότητας·

2. Οι ίδιες θα μπορούσαν να αποτελούν εργαλείο ψυχολογικής ανύψωσης των επαγγελματιών συμμετεχόντων στις δίκες, με τις βεβαρημένες ατζέντες, ότι συνέβη και συμβάλλουν στο να συμβεί κάτι κοινωνικά ωραίο και υγιές, που δεν είναι η τιμωρία της ανομίας ή παρανομίας αλλά η εξαιρετική επιβράβευση της νομιμότητας με την άρση της παλαιάς παρανομίας δια του αποστιγματισμού.

Οι πάντα όμορφες σκέψεις του καθηγητή Wexler, που εκκινούν με έρεισμα την ανάγκη διαφοροποίησης μεταξύ TDL και TAL έχουν, ως συνήθως, και μια βαθύτερη αναζήτηση και ευστοχία, ακόμα κι αν αυτή δεν αποδίδεται εξ’ αρχής στο σύνολό της. Πρόκειται, όντως, για δύο διαφορετικά πράγματα. Υπάρχουν κακοί νόμοι που μπορούν να εφαρμοστούν θεραπευτικά, υπάρχουν και καλοί νόμοι που μπορούν να εφαρμοστούν αντιθεραπευτικά ή χωρίς εκμετάλλευση της όποιας θεραπευτικής τους ιδιότητας. Βέβαια η σκέψη είναι ότι το να υπάρχει ένας θεραπευτικά σχεδιασμένος νόμος που να εφαρμόζεται και θεραπευτικά και γενικότερα η ολιστική θεραπευτική προσέγγιση των νόμων (σε όλη την πορεία, από την σύνταξη ως την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις) μπορεί και να είναι και κάτι το ακατόρθωτο ή να στέκεται σε επίπεδο ιδανικού, σε έναν εξίσου όμορφο κόσμο, όπου όλοι και όλα συνεννοούνται άψογα. Ή μήπως όχι;

Οι νόμοι πολλές φορές εφαρμόζονται μηχανικά μέσα στη ρουτίνα της επαγγελματικής καθημερινότητας, μέσα σε ένα παραζαλισμένο σύστημα, που μπορεί να έχει μεν τη βασική νοοτροπία ή και τη βούληση, αλλά να μην έχει τις πρακτικές υποδομές να φιλοσοφεί ή να ξεστρατίσει τόσο, για να παρέχει απόλυτα εξατομικευμένη κοινωνική φροντίδα στον κάθε άνθρωπο (από τους τόσους) που εισέρχεται στους κόλπους της δικαιοσύνης. Όπως άλλωστε και ο κάθε γιατρός, μπορεί να μην έχει την πολυτέλεια ή να μην αρμόζει να βλέπει από πιο κοντά πώς ζει, τι τρώει, τι πίνει, τι κάνει ένας ασθενής του στην καθημερινότητά του, όταν φύγει από τη νοσηλεία του, μετά τη συνταγογράφηση της κατάλληλης θεραπείας· όχι φυσικά γιατί δεν υπάρχει θεραπευτική νοοτροπία ή η έγνοια από την πλευρά του, ότι δεν λυπάται εάν δεν επέλθει η θεραπεία ή δεν χαίρεται όταν αυτή έχει επέλθει (με την απαραίτητη συνδρομή του ασθενούς) και δεν θα επιβραβεύσει με μέτρο τον επιμελή ασθενή. Αυτό όμως που θέλει να πει ο Wexler δεν είναι κάτι ακραίο, παρά να εφαρμόζεται ορθά ο νόμος, όχι με τεχνική ορθότητα αλλά και με ουσιαστική.

Αυτό που πρέπει να υπάρχει ίσως κατά νου είναι ότι η αυτονομία που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος μέσα στην κοινωνία από τη μια, το χρέος κοινωνικής συμμετοχής του επαγγελματία από την άλλη, μπορεί να θέτουν και κάποια ανώτερα λεπτά όρια. Η τήρηση του μέτρου ή η μη υπερβολή, ακόμα κι αν δεν βοηθά στο να επέλθει η θεραπεία, δεν σημαίνει ότι έχει αντιθεραπευτική δράση. Δεν σημαίνει, επίσης, ότι η σύλληψη της έννοιας της αντιθεραπευτικής δράσης μπορεί να εξισώνεται (πάντα) με κάποιου είδους βλαπτική δράση. Ενώ η θεωρία της TJ συνιστά μια χρήσιμη έως απαραίτητη βάση, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί (και πρέπει να απαντηθεί ορθά για να επιβεβαιωθεί η θεωρία) είναι (και η αναφορά στη θεραπευτική εφαρμογή του νόμου επιτρέπει την επισήμανση): ποια είναι τα όριά της (και της ενεργητικότητας της), σε συνάρτηση με τα δικαιώματα του ατόμου; Ή μήπως δεν έχει ακόμα (ή δεν αποδέχεται ακόμα) όρια στο έργο της δικαστικής θεραπείας, κι αυτό συνιστά ακριβώς ένα από τα προβλήματα που χτίζουν δυσπιστία γύρω από το ιδεολογικό αυτό μόρφωμα και που πρέπει να τύχουν προσοχής;

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.