Ένας δικηγόρος τύπου «amoral»

Πολλές φορές προκύπτει αντιδικία ή διαδικασία και, στο πλαίσιο αυτών, συνεργασία με συνάδελφους, οι οποίοι, είτε με τα χρόνια εμπειρίας τους είτε με την κατάρτιση και καλλιέργειά τους, διδάσκουν ήθος και πραγματική δικηγορία, σε συνάρτηση με την αντικειμενική έννοια του δικαίου και την ανάγκη απονομής της δικαιοσύνης, και, διατηρώντας τη δύσκολη ισορροπία, αφήνουν ένα πάρα πολύ θετικό στίγμα. Αυτοί οι δικηγόροι, κατά τη γνώμη μου, τιμούν το δικηγορικό επάγγελμα ως λειτούργημα και είναι αξιοθαύμαστοι· είναι τύχη και δώρο να δικάζεις μαζί τους, τις λίγες φορές που αληθινά καθίσταται αυτό αναγκαίο. Παίρνεις πράγματα από αυτούς και τα εξελίσσεις σε κάτι ακόμα καλύτερο. Αυτοί οι δικηγόροι είναι συνήθως και καλοί άνθρωποι.

Υπάρχουν, όμως, και συνάδελφοι, που, παρόλα τα χρόνια εμπειρίας που κουβαλούν στις πλάτες τους, δεν είναι σε θέση να πράξουν το ίδιο· έχουν ενδεχομένως μια διαφορετική προσέγγιση του καθήκοντος του δικηγόρου σε μια δικαστική διαδικασία, χρησιμοποιούν υποκρισία, θεατρινισμούς, τεχνάσματα, (κάποτε κουτοπόνηρες) προσπάθειες μεθοδεύσεων της διαδικασίας, εμπάθεια ή υπέρμετρο ζήλο[1], επιχειρούν το στήσιμο υποθέσεων, επιδεικνύουν πρόθεση να βλάψουν (πέρα από το να εκπροσωπήσουν το συμφέρον του διαδίκου για τον οποίον εμφανίζονται), προβαίνουν ακόμα και σε προσωπικές επιθέσεις προς τους συναδέλφους τους, κ.λπ. Αυτοί οι δικηγόροι συνιστούν μια όψη του δικηγορικού επαγγέλματος πιο … «amoral», όπου τo δίκαιο είναι μια άμορφη μάζα, μια αφηρημένη έννοια, που λαμβάνει μορφή και περιεχόμενο αναλόγως των επιθυμιών του συγκεκριμένου πελάτη (ο οποίος μπορεί να μην έχει εσωτερικό ή εξωτερικό κώδικα ηθικής ή αυτός να είναι ισχνός), και η δικαιοσύνη είναι αντίστοιχα η δημιουργία αυτού του αποτελέσματος που επιθυμεί ο πελάτης, με οποιονδήποτε τρόπο (νόμιμο και ηθικό ή μη).

Το επίπεδο των δικών με τους δικηγόρους αυτούς, τους «amoral», αναγκαστικά, πέφτει λίγο χαμηλότερα, οι τόνοι είναι αναπόφευκτα πιο υψηλοί, ο παραλογισμός είναι, επίσης, ένας διόλου απών, επικίνδυνος κανόνας, κι αυτού του είδους η συνεργασία και η διαδικασία είναι φθοροποιός για όλους τους συμμετέχοντες. Δεν είναι σπάνιο μοντέλο οι δικηγόροι αυτοί (π.χ. που θα επιχειρήσουν αθώωση αυτού που γνωρίζουν ότι διέπραξε το έγκλημα – διαχρονικό ηθικοκοινωνικό ερώτημα προς τους δικηγόρους[2], που θα υποβάλουν σε έναν μάρτυρα ότι λέει ψέματα, ενώ γνωρίζουν ότι λέει την αλήθεια, που θα καταδεχτούν να πράξουν κάτι που γνωρίζουν ότι είναι λανθασμένο, εκλαμβάνοντας ότι έτσι εξυπηρετούν συγκεκριμένο συμφέρον και γι’ αυτό κάνουν τη δουλειά τους, κ.λπ.[3]), απλά η παρουσία τους αντανακλά μια διαφορετική, κατά τη γνώμη μου, παλαιομοδίτικη[4] αντίληψη για το δικηγορικό επάγγελμα, ένα αναχρονιστικό κακέκτυπο[5].

Η αντιδικία (στην πολιτική δίκη), που σημαίνει την επιδίωξη αντίθετων σκοπών από τους διαδίκους ή γενικότερα (πέρα από τον λεξιλογικό ορισμό) την ύπαρξη διαφορών των διαδίκων και αμφισβητήσεων των εκατέρωθεν εκδοχών τους, υφίσταται όταν δεν μπορεί να επιλυθεί ένα πρόβλημα μεταξύ τουλάχιστον δύο προσώπων, και η διαφορά οδηγείται στο Δικαστήριο, για να επιλυθεί από αυτό[6]. Σε τέτοιο στάδιο και τόπο, δημιουργείται συνηθέστερα η ανάγκη (εάν στο μεταξύ δεν επέλθει συμφωνία), μέσα από τη διαδικαστική αντιπαράθεση των αντικρουόμενων εκδοχών γεγονότων ή και νομικών επιχειρημάτων, να διαγνωστεί δικαστικά η αλήθεια ή και η νομική της σημασία, βάσει των οποίων να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία[7]. Η διαδικαστική αντιπαράθεση είναι απαραίτητο εργαλείο. Θα πρέπει, όμως, να χρησιμοποιείται εκεί όπου και όσο πρέπει, με κοσμιότητα και επαγγελματισμό, κι αυτή φυσικά δεν συνιστά κάποιου είδους «πόλεμο», παρόλο που παραδοσιακά χρησιμοποιείται συναφής ορολογία: κερδίζεις, χάνεις, δικαστική διαμάχη, αγώνας, κ.λπ[8]. Είναι διαδικασία και τεχνική, χωρίς να σημαίνει ότι απουσιάζει εντελώς από αυτήν η δικηγορική όρεξη ή ευαισθησία· η τελευταία φαίνεται ότι υπερτερεί όσον αφορά τα ανθρώπινα ή δικονομικά δικαιώματα, δεν ανέχεται παραβάσεις για οποιονδήποτε λόγο. Προϋποθέτει πλαίσιο, γνώση, νου και τρόπο. Έχει σειρά, όρια, κανόνες, για να διασφαλίζεται η δικονομική «ισοδυναμία» των μερών, με ό,τι αυτή εμπερικλείει. Οι ουσιαστικές (αντι)θέσεις πρέπει να είναι εξ αρχής συγκεκριμένες, καθαρές, να ξέρει ο καθένας ποια είναι αυτά τα γεγονότα που ισχυρίζεται η κάθε πλευρά και συνιστούν την πραγματική διαφορά (εάν την συνιστούν, γιατί πολλές φορές το γεγονός ένα είναι, αλλά μπορεί να το βλέπει ο καθένας με τον δικό του τρόπο), ποιο είναι το πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να προσαχθεί μαρτυρία γεγονότων ή μαρτυρία ειδικής γνώμης (εμπειρογνωμοσύνη), ποια είναι τα νομικά ζητήματα που γεννώνται από αυτά τα γεγονότα, κ.λπ.

Πολλές φορές, μπορεί να μην υπάρχει διάσταση γεγονότων με εκατέρωθεν θετικούς ισχυρισμούς για τους οποίους να πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία, απλά η εκδοχή του ενός, του ενάγοντος, βάσει της οποίας διεκδικεί κάτι αναγκαστικά βλαπτικό για τον άλλον, να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από αυτόν τον άλλον (ευλόγως, ουδείς δέχεται έτσι απλά να βλαφτεί ή να χαθεί κάτι σημαντικό γι’ αυτόν, απλά και μόνον επειδή κάποιος το ζητά και το θέλει), εάν δεν εκτεθεί η σχετική μαρτυρία του ενάγοντος και εξεταστεί η βασιμότητά της, και εάν δεν αποφασιστεί από το Δικαστήριο ότι, βάσει αυτής της μαρτυρίας του, όντως, δικαιολογείται αυτή η βλάβη, πραγματικά και νομικά. Αναζητείται λοιπόν και σε αυτές τις περιπτώσεις διαγνωστική δίκη και δικαστική απόφαση βάσει της μαρτυρίας γεγονότων που παραθέτει η μία πλευρά (που καλείται να αποδείξει την υπόθεσή της). Ενώ σε αυτές τις τελευταίες περιπτώσεις τα πράγματα είναι απλά και εξυπακούεται μια σύντομη φάση παρουσίασης και δοκιμασίας της μαρτυρίας μονόπλευρα, ένας “amoral” δικηγόρος:

– Δεν θα καταλάβει γιατί ο διάδικος που εκπροσωπείς εσύ, ο πελάτης σου, δεν αποδέχεται να βλαφτεί·

– Θα προσπαθήσει να σου απαγορεύσει να αμφισβητήσεις τη μαρτυρία του (χωρίς να καταλαβαίνει ότι αυτό συνιστά μέρος του δικαιώματος ακρόασης του πελάτη σου)·

– Θα πιστεύει ότι, επειδή και άλλοι συμφωνούν να βλαφτεί ο πελάτης σου (που δεν έχουν και λόγο να διαφωνούν, απεναντίας), είναι μεταξύ όλων συμφωνημένη βλάβη, αυτός θα πρέπει να βλαφτεί και ότι εσύ θα πρέπει να το συμφωνήσεις αναγκαστικά·

– Επειδή εσύ δεν αποδέχεσαι να βλαφτεί ο πελάτης σου, ούτε μπορείς να το συμφωνήσεις, θα ερμηνεύει ότι και ο πελάτης σου είναι δόλιος αλλά κι εσύ·

– Δεν αποδέχεται οποιοδήποτε ενδεχόμενο η μαρτυρία του να μην αποδεικνύει την απαίτησή του (για την οποία συμφωνούν άλλοι), το παίρνει προσωπικά·

– Δεν επικοινωνεί μαζί σου κανονικά να συζητήσει πράγματα, σε βλέπει ως εχθρό δικό του, επειδή αμφισβητείς τη μαρτυρία του, κι αυτό το ερμηνεύει ότι τον εμποδίζεις να κάνει τη δική του δουλειά (που ερμηνεύει ότι η δουλειά του, η δικηγορία, είναι να καταφέρνει πρακτικά το θέλημα του πελάτη του, με κάθε τρόπο)·

– Θα προσπαθήσει να επωφεληθεί οποιωνδήποτε δικαστικών λαθών (ευκαιριακά) βοηθούν στο να επιφέρει το αποτέλεσμα γρηγορότερα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στα δικαιώματα άλλων μα και για κάποια δίκαιη διαδικασία (δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιό του)·

– Θα σε καταγγείλει (μπορεί και 100 φορές για διαφορετικά πράγματα) επειδή διορθώνεις ή προσπερνάς τα όποια δικαστικά λάθη και επειδή αμφισβητείς τη μαρτυρία του, καλώντας τον απλά σε απόδειξη της εκδοχής του και αναζητώντας δικαστική απόφαση βάσει της μαρτυρίας του (οι δικηγόροι τύπου «amoral» συνηθίζουν να καταγγέλλουν και τους δικαστές, για παρεμφερείς λόγους – εξαναγκαστικές τακτικές)·

– Θα καλεί ο ίδιος τους δικούς σου πελάτες ως μάρτυρες δικούς του (χωρίς να αντιλαμβάνεται τι πράττει) και θα απαιτεί κι εσύ να μην έχεις επικοινωνία μαζί τους, γιατί είναι δικοί του μάρτυρες·

– Δεν θα είναι σε θέση να αντιληφθεί λεπτές καταστάσεις, ότι, για παράδειγμα, κάτι που δεν υπάρχει ή δεν συνέβη, είναι αδύνατον να αποδειχθεί με άμεση θετική μαρτυρία·

– Άλλα θα λέει και άλλα θα κάνει, άλλα θα ακούει και άλλα θα καταλαβαίνει, και θα βρίθει από αλαζονεία και κυνισμό·

– Θα «ροκανίζει» τον πολύτιμο δικαστικό χρόνο άσκοπα, προσκομίζοντας αχρείαστη μαρτυρία και επιφορτίζοντας το Δικαστήριο με όγκο εγγράφων και γεγονότων που είναι άσχετα με αυτό που καλείται να αποδείξει (που δεν ξέρει καν τι είναι αυτό) ή για θέματα που δεν αμφισβητούνται από κάποιον (δεν είναι επίδικα) και θα ερμηνεύει ότι εσύ αναλώνεις τον δικαστικό χρόνο, που απλά το μόνο που κάνεις είναι να τον καλείς σε απόδειξη της συγκεκριμένης απαίτησής του όπως αυτή δικογραφείται·

– Θα ερμηνεύει ότι εσύ παραλογίζεσαι γιατί δεν επιτρέπεις να υποστεί ο πελάτης σου «συμφωνημένη» βλάβη, και επιμένεις να αναζητάς σχετική διαγνωστική απόφαση του Δικαστηρίου, βάσει της μαρτυρίας·

– Θα ερμηνεύει ότι, το να μην αποδέχεσαι εσύ ή ο πελάτης σου την απαίτησή του χωρίς να την αποδείξει, με το ζόρι, θέλεις όχι να προστατεύσεις τα συμφέροντα του πελάτη σου ή να υπηρετήσεις το δίκαιο ή τη δικαιοσύνη, αλλά να βλάψεις κάποιο συμφέρον δικό του ή του δικού του πελάτη·

– Θα ερμηνεύει την επιθυμία και το δικαίωμα για ακρόαση ως καταχρηστικά και δόλια, και τη διασφάλιση της ενδεχόμενης ζημιάς, εάν τελικά επέλθει με τυχόν επιτυχή απόδειξη της απαίτησης, ότι συνιστά μαρτυρία / παραδοχή σε σχέση με την απαίτηση, που αποκλείει το δικαίωμα αμφισβήτησης και ακρόασης·

– Θα επιχειρεί να προσβάλει τα δικαιώματά σου και να παρέμβει στη σχέση σου με τον πελάτη σου και με άλλους τρόπους·

– Δεν αποκλείεται να φτάσει σε οποιεσδήποτε άλλες ακραίες συμπεριφορές.

Η δικονομία μας χρήζει πολλών βελτιώσεων και εκσυγχρονισμών, για να αποτρέπει ως ένα βαθμό από μόνη της κρούσματα δικηγορικής συμπεριφοράς, που μπορεί τελικά να βλάπτουν τον σκοπό μιας οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Όμως, δεν φταίει και για όλα η δικονομία, η οποία είναι εξάλλου ένα σύνολο των κανόνων της διαδικασίας που εμείς φτιάχνουμε ή εξαναγκάζουμε να δημιουργηθεί ή χαλάμε με την ίδια μας τη δικονομική συμπεριφορά ή νοοτροπία.  Όσες βελτιώσεις κι αν γίνουν στη δικονομία, δεν πρόκειται αυτή να αλλάξει περισσότερο από όσο πρέπει να αλλάξει η δικηγορική νοοτροπία. Για έναν “amoral” δικηγόρο όποια κι αν είναι η δικονομία, είναι ανύπαρκτη, ακόμα κι αυτή η δικονομία που θα προσπαθήσει κάποιος να του την μιλήσει στη γλώσσα του.

Ο δικαστικός χειρισμός σε δίκες με «amoral» δικηγόρους δεν είναι, επίσης, καθόλου εύκολος ή ακίνδυνος, γιατί, ακόμα κι αν τεθούν όρια, ακόμα κι αν ρυθμιστεί η διαδικασία, ακόμα κι αν υπάρξουν ενδιάμεσες αποφάσεις, θα είναι σαν να μην υπάρχουν κι αυτά, και θα πρέπει να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, επειδή η ανάγκη του “amoral” δικηγόρου δεν είναι να εκδικαστεί η συγκεκριμένη υπόθεση μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο (βλ. δικόγραφα) για να αφεθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει, αλλά ο ίδιος, που έχει προαποφασίσει το αποτέλεσμα που επιθυμεί, να αλωνίζει και να κραυγάζει και να φαίνεται ότι το πράττει. Είναι όπως ένα άγριο ζώο που προσπαθεί κάποιος να το βάλει σε έναν χώρο που το ίδιο το ζώο αισθάνεται ως «κλουβί», και να του ζητήσει να συμπεριφέρεται με ηρεμία ή άλλους βασικούς κανόνες ανθρώπινης (πόσο μάλλον νομικής) συμπεριφοράς. Θα αρχίσει να δαγκώνει όπως και όπου μπορεί. Εάν είναι φυσικά έξυπνος ή μελετηρός ένας “amoral” δικηγόρος, μπορεί να συμβιβαστεί, γιατί θα ξέρει να χρησιμοποιεί και την ίδια τη δικονομία, να είναι μεθοδικότερος από αυτήν και (ειδικά εάν έχει και αδιάβαστο αντίδικο) να την μετατρέπει σε εργαλείο δικό του, για εξυπηρέτηση των σκοπών του (αυτός ο συνδυασμός μου φαίνεται συναντάται κάπως πιο σπάνια). Τις περισσότερες φορές, μάλλον, δεν είναι, γιατί ένας τόσο ή απλά συμβατικά μελετηρός δικηγόρος, ως ένα βαθμό, αναπόφευκτα, επηρεάζεται και διαμορφώνεται από τα δικαιϊκά αναγνώσματα του, ώστε να πράττει και ηθικοδικαιϊκά, γιατί αυτό θεωρεί ότι συνιστά νομικό πολιτισμό, είναι «επαγγελματίας» με εντελώς διαφορετικό τρόπο, με έναν τρόπο που τον κάνει να ξεχωρίζει από την αντίστοιχη εικόνα του κρεοπώλη της γειτονιάς όταν κάνει τον δικηγόρο, γιατί ο καθένας μπορεί να τον κάνει. Όντως, ο καθένας μπορεί να κάνει τον δικηγόρο, να διαβάσει τους νόμους, να σκέφτεται και να ντύνεται ή να κινείται ως ένας δικηγόρος, και να μιλά ωραία ή καλύτερα από έναν δικηγόρο[9]. Το ζήτημα είναι εσύ, που το ασκείς ως επάγγελμα αυτό, πώς ξεχωρίζεις από τον καθένα … και γιατί;

Μερικές φορές, όταν συνυπάρχουν διάφοροι άλλοι αρνητικοί παράγοντες, μια κατάσταση ακρόασης μπορεί να καταστεί τραγική, να φτάνει στο σημείο να παραβιάζονται με άνεση ουσιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα ενός διαδίκου να εκπροσωπείται από τον δικηγόρο του χωρίς παρεμβάσεις στη σχέση αυτή, όπως η δικονομική αυτονομία του διαδίκου (τι περίεργη έννοια), ήτοι να αποφασίζει ο ίδιος πώς θέλει να χειριστεί την υπόθεσή του, εάν θέλει να προσκομίσει μαρτυρία ή όχι, όπως ενδεχομένως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και άλλα. Η δικονομία υφίσταται για να προστατεύει τα δικαιώματα των συμμετεχόντων στη δίκη, επιτρέποντάς τους να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους (ή να αμφισβητήσουν την υπόθεση της άλλης πλευράς βάσει της υπεράσπισής τους), μέσα σε μια ρυθμισμένη και εξευγενισμένη κατάσταση. Η δικονομία είναι τρόπος συμπεριφοράς, είναι ευγένεια. Δεν είναι «σετ» περιορισμών της ουσίας του δικαίου, δεν είναι «κλουβί», όπως μπορεί να το αισθάνεται ένας “amoral” δικηγόρος, που του περιορίζει την ικανότητα. Η ουσία του δικαίου και το κάποτε ανέλεγκτο πάθος του διαδίκου, που μπορεί να απορρέει από αυτήν (ένας άνθρωπος που νιώθει να αδικείται είναι πάντα έντονος στα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του), θα πρέπει να περνά μέσα από το φίλτρο της δικηγορίας και της δικονομίας (του επαγγελματισμού, της διαδικασίας), για να μπορεί να διεξαχθεί μια κανονική δίκη, αντί ένας συνηθισμένος λαϊκός καυγάς σε παρακμιακό καφενέ. Ο “amoral” δικηγόρος μπορεί και να μην βλέπει τη διαφορά, να ταυτίζεται (ή να αισθάνεται την ανάγκη να ταυτιστεί) με τον διάδικο που εκπροσωπεί ή να χρησιμοποιεί το διάδικο πάθος για να εκτονώνει πιθανόν δικά του συναισθηματικά απωθημένα ή κάποια δική του αντίδραση στα άδικα του κόσμου (πολιτικοκοινωνικό, οικονομικό, άλλο).

Νοείται ότι, ο ζήλος ή το πάθος δεν πρέπει και δεν μπορεί να λείπει εντελώς από τη δικηγορία, στον βαθμό που αυτή συνιστά πρώτιστα ενεργή προάσπιση του ουσιαστικού δικαίου, βασικών δικαιωμάτων. Ουδείς εισηγείται την πλήρη ή επίπεδη τεχνοκρατική έως γραφειοκρατική αντίληψη της εφαρμογής του δικαίου, δια της ισοπεδωτικής εργαλειοποίησης της δικονομίας, και εν τέλει την αποχαύνωση του δικαίου και την απογύμνωση του επαγγέλματος από οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή κίνητρο του προσδίδει τη λειτουργικότητά του. Η δικονομία είναι μεν εργαλείο και τρόπος συμπεριφοράς, που όμως αναπόφευκτα λαμβάνει συνεχή ερεθίσματα από το ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο αφορά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και με αυτό διαλογίζεται. Το όριό του από το φανταστικό, το υπερβολικό, το υποκριτικό και το κακό δεν είναι μακρινό. Η αναλογία και το μέτρο είναι αυτά που διαφυλάσσουν τόσο τη δικαστική διαδικασία όσο και τον ίδιο τον δικηγόρο (μα και τους λοιπούς συμμετέχοντες στη δίκη), από τις εγγενείς «ανθυγιεινές» συνθήκες του επαγγέλματος, που πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν, αλλά και άλλους κινδύνους. Ο υπέρμετρος ζήλος δεν αποκλείεται να απαντά σε προσωπικά ζητούμενα, παρά σε ζητούμενα του πελάτη[10], χωρίς να σημαίνει ότι καλύπτεται πλήρως ερευνητικά το τοπίο, το οποίο πάντως δεν αφορά και μόνον στον δικηγόρο των δικαστηρίων.

Είμαι φυσικά πάντα αισιόδοξη (χωρίς να υποστηρίζω κάποιο ρεύμα νομικού ιδεαλισμού), ότι το δικηγορικό επάγγελμα κάποια στιγμή θα αποκτήσει ή επανακτήσει την κοινωνική του αξία και σημασία, με τις νεότερες, καλύτερα καλλιεργημένες και πολύ πιο καταρτισμένες γενεές νομικών και δικηγόρων, που έχουν και θα έχουν αρκετά πιο δουλεμένη και ώριμη νομική σκέψη, ενδεχομένως ικανή να συμβαδίζει με έννοιες όπως το δίκαιο και η δικαιοσύνη, ισορροπώντας (ουδετεροποιημένη) ταυτόχρονα και πάνω σε μια δομημένη και καλά κατανεμημένη έναντι παντός (πελατών, δικαστηρίων, τρίτων, κοινωνίας, εαυτού, κ.λπ.) ηθική και παράλληλα στον δικό τους ατομικό και κοινωνικό ρόλο. Ο παραδοσιακός “amoral” δικηγόρος μπορεί να μην εκλείψει, μπορεί να εξακολουθήσει να συνιστά μια (κινηματογραφική ή λογοτεχνική) φιγούρα που εκπροσωπεί μεν συγκεκριμένη εποχή ή και σχολή (όπως και ο κακός αστυνόμος, κ.λπ.), μα εξελίσσεται κι αυτή στον χρόνο και διαφοροποιείται μορφολογικά και συμπεριφορικά[11]. Όσο υπάρχει «ηθική», δεν μπορεί, δυστυχώς, παρά να υπάρχει και «ανηθικότητα» και απλή «έλλειψη ηθικής» (χωρίς κατ’ ανάγκη να συνιστά «ανηθικότητα»). Ο βαθμός της μίας και της άλλης, το είδος ή τα είδη και η αντιμετώπιση είναι που παραλλάζουν μέσα στον χρόνο, χύνοντας μελάνι για να διατυπώνονται κάθε φορά, μπορεί και άσκοπα, μα έστω εκτονωτικά, διάφορα μοντέλα δικηγόρων και δικηγορίας (model of lawyering) σε συνάρτηση με τον εκάστοτε ισχύοντα κώδικα επαγγελματικής ηθικής[12] και την ευρύτερη ηθική.

Σε τελική ανάλυση, δεν έχω πρόβλημα να συνυπάρχω και να συνεργάζομαι με τους “amoral” δικηγόρους· αυτοί, αν μη τι άλλο, εμπνέουν, όσο το Hollywood την Αμερικανική νομική θεωρία. Εξάλλου, παρόλο που ο λόγος εν προκειμένω για πολιτικές δίκες, δεν μπορεί να τύχει παραγνώρισης ότι αυτοί, οι δικηγόροι τύπου “amoral”, μπορεί να συνιστούν μια ελκυστική επαγγελματική κατηγορία για άτομα τα οποία, όντως, έχουν διαπράξει αδικήματα ή άλλα άτομα που θέλουν να «πολεμήσουν» τη δικαιοσύνη, παρά να αφεθούν στους κόλπους της. Ο καθένας σε τέτοια θέση (καλώς ή κακώς) θα μπορούσε να αναζητά έναν δικηγόρο «amoral» για να εξυπηρετηθεί καλύτερα, παρά έναν δικηγόρο ιδεαλιστή, της αλήθειας και του δικαίου. Ένας «amoral» δικηγόρος δοκιμάζει ίσως καλύτερα τις αντοχές της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, από όλες της τις διαστάσεις, ακόμα κι αν αυτό μπορεί να μην θεωρείται κοινωνικά ηθικό ή ηθικά αποδεκτό από άλλες επαγγελματικές ή πληθυσμιακές ομάδες, ακόμα κι αν αυτό μπορεί να ωθεί σε κακές συνήθειες και την κατηγορούσα αρχή (π.χ. να φέρεται με ζήλο ιδιώτη δικηγόρου, για να ανταπεξέλθει σε τέτοια δικηγορική συμπεριφορά). Από μια άποψη, η κατηγορία αυτή υπάρχει και θα υπάρχει όσο είναι κοινωνικά αναγκαία, όσο δημιουργεί την ανάγκη ύπαρξής της κάποια κοινωνική τάση, που αυτή είναι που δεν μπορεί να εκλείψει.

No social role encourages such ambitious moral aspirations as the lawyer’s, and no social role so consistently disappoints the aspirations it encourages.

William Simon

————————————

[1] Freedman, M. H. (2005). In praise of overzealous representation – lying to judges, deceiving thirds parties, and other ethical conduct. Hofstra Law Review, 34, 771 – 782.

[2] Liebman, J. A. (2017). Dishonest ethical advocacy?: False defenses in criminal court. Fordham Law Review, 85, 1319 – 1354.

[3] Βλ. και Gerber, R. J. (1987). Victory v. Truth: The adversary system and its ethics. Arizona State Law Journal, 19, 3 – 26. Ειδικότερα, στην Αμερικανική θεωρία, έχουν γίνει άπειρες συζητήσεις σε σχέση με το θέμα αυτό, ήδη πριν και από τη δεκαετία του 80’. Βλ. και Saltzburg, S. A. (1985). Lawyers, clients, and the adversary system. Mercer Law Review, 37, 647 – 700· Barrett, E. F. (1962). The adversary system and the ethics of advocacy. Notre Dame Lawyer, 4, 479 – 488, κ.λπ.

[4] Danet, B. & Bogoch, B. (1980). Fixed fight or free-of-all: An empirical study of combativeness in the adversary system of justice. British Journal of Law and Society, 7, 36 – 60.

[5] Fisher, L. (2016). Civil disobedience as legal ethics: The cause – lawyer and the tendion between morality and “lawyering law”.  Harvard Civil Rights-Civil Liberties Law Review, 51, 481 – 508.

[6] Freedman, M. H. (1992). Professionalism in the American adversary system. Emory Law Journal, 41, 467 – 472· και Freedman, M. H. (1981). Arguing the law in an adversary system. Georgia Law Review, 16, 833 – 840.  Ο Freedman βέβαια θεωρούνταν ο «ανορθόδοξος» της εποχής του, που τολμούσε να μιλήσει για την ηθική του δικηγόρου στο αντιπαραθετικό σύστημα «ξεσκονίζοντας» και ως ένα βαθμό εκθέτοντας τους κώδικες αμερικανικής δικηγορικής δεοντολογίας. Βλ. μεταξύ άλλων και κριτική από Meagher, W. R. (1975). A critique of lawyers’ ethics in an adversary system. Fordham Urban Law Journal, 4(2), 289 – 301. Μα και Joy, P. A. (2016). Monroe Freedman’s influence of legal education. Hofstra Law Review, 44(3), 649 – 657, και άλλες σύγχρονες κριτικές προσεγγίσεις της επίδρασης Freedman.

[7] Η χρήση των όρων «επίλυση» και «θεραπεία» είναι σκόπιμη, γιατί καταρχάς δεν συνάδει καθόλου με την παραδοσιακή προσέγγιση του αντιπαραθετικού συστήματος, αποδίδοντας την επίδραση σε κάποια ηπειρωτική νεολογία. Βλ και Henkin, L. (2017). Adversarial system. World Encyclopedia of Law, http://lawin.org/adversarial-system/ .

[8] Thornburg, E. G. (1995). Metaphors matter: How images of battle, sports, and sex shape the adversary system. Wisconsin Women’s Law Journal, 10, 225 – 282.

[9] Dunlap, B. (2013). Anyone can think like a lawyer: How the lawyers’ monopoly on legal understanding undermines democracy and the rule of law in the United States. Fordham Law Review, 82, 2817 – 2847.

[10] Moorhead, R. & Cahill-O’Callaghan, R. (2016). False friends? Testing commercial lawyers on the claim that zealous advocacy is founded in benevolence towards clients rather than lawyers’ personal interest. Legal Ethics, 19(1), 30 – 49.

[11] Arjona, C. (2013). Amorality explained: Alanysing the reasons that explain the standard conception of legal ethics. Ramon Llull Journal or Applied Ethics, 4, 51 – 64.

[12] Mortazani, M. (2014). The Cost of Avoidance: Pluralism, Neutrality, and the Foundations of Modern Legal Ethics. Florida State University Law Review, 42, 151 – 196.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.