Το προνομιακό ένταλμα Certiorari: Καταβολές και σύγχρονη θεώρηση στο Κυπριακό δίκαιο

Όπως είναι γνωστό, στο Κυπριακό δίκαιο, υφίσταται ακόμα η δυνατότητα έκδοσης προνομιακών ενταλμάτων (prerogative writs) habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari. Η δικαιοδοσία έκδοσης αυτών των ενταλμάτων ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 155 § 4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Παρατηρείται συχνή χρήση αυτής της δικαιοδοσίας, κάτι που, σαφώς, προβληματίζει. Δια ορισμένων υποθέσεων δημόσιου ενδιαφέροντος, γίνεται επικοινωνία των όρων και των διαδικασιών αυτών με τον περισσότερο κόσμο, που αφενός διερωτάται τι είναι αυτά τα «προνομιακά εντάλματα», αφετέρου εκλαμβάνει ότι πρόκειται για κάτι συνηθισμένο, που απλά δεν γνωρίζει, και που μπορεί να παραγγελθεί από τον δικηγόρο ως υπηρεσία. Ορισμένες τυχαίες ερωτήσεις μη νομικών, σε σχέση με τα ξακουστά προνομιακά εντάλματα, ενεργοποιούν και πολύ ωραίους διαλόγους, που αγγίζουν θεμελιώδη ζητήματα, αναφορικά με τη σχέση μεταξύ των κατώτερων και ανώτερων δικαστηρίων, όπως και τη σχέση της δικαστικής εξουσίας με τις υπόλοιπες κρατικές εξουσίες και τη θεσμική και λειτουργική ανεξαρτησία ενός εκάστου, όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα στον χρόνο. Εν ολίγοις, για τον σκοπό ύπαρξης προνομιακών ενταλμάτων σε ένα σύγχρονο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Θα γίνει μια σύντομη αναφορά μόνο στο ένταλμα Certiorari ( – «certioro»), στην ιστορία, την εξέλιξή του στην Αγγλία (χωρίς να σημαίνει ότι παρόμοια διαδικασία δεν υπήρξε σε άλλα δίκαια, όπως το Ρωμαϊκό, κ.λπ.), και τη χρήση του στο Κυπριακό δίκαιο. Όχι υπό τύπο εκτεταμένης ή έστω καλής μελέτης, παρά απλής ενημερωτικής αναδρομής. Αυτή η αναφορά επιβάλλει μια περιορισμένη ιστορική αναδρομή που μπορεί να αφορά και στα υπόλοιπα εντάλματα, μια κοινή ιστορική αναδρομή.

Όπως τα περισσότερα Αγγλικά εντάλματα (writ / breve), δηλαδή σύντομες γραπτές εντολές, έτσι και το ένταλμα Certiorari ήταν ανέκαθεν «προνομιακό» (prerogative), εκδίδονταν από τον Βασιλέα, εκ της θέσης του ως θεμελιωτή της δικαιοσύνης και άρχοντος και επιβλέποντος του όλου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Σε αντίθεση, όμως, με άλλα συναφή εντάλματα του Βασιλέως, το ένταλμα Certiorari διατήρησε, σε μεγάλο βαθμό, την «προνομιακή» του λειτουργία, τα αρχικά βασικά χαρακτηριστικά ενός «προνομιακού εντάλματος». Για να γίνει αντιληπτή η έννοια του «προνομιακού εντάλματος», η αναδρομή στον ρόλο του Στέμματος (Crown) και την απονομή της Δικαιοσύνης θα αρχίσει από κάπου κοντά στην προ-Νορμανδική περίοδο. Αν και δεν θεωρείται ότι έχει δοθεί μέχρι σήμερα ικανοποιητική νομική απάντηση ή ορισμός της έννοιας του «προνομιακού εντάλματος»[1], πόσω μάλλον όταν αυτή η προσπάθεια γίνεται σήμερα, που η έννοια του «προνομίου» είναι κάπως ασυμβίβαστη με αρκετά άλλα δεδομένα. Η αναδρομή από την απαρχή του θεσμού της βασιλείας (kingship), ενδεχομένως κάπου στον 3ο αιώνα[2], είναι ίσως αχρείαστη, για τους σκοπούς μιας τέτοιας αναφοράς, όπως και η μνεία του αυτονόητου, ότι δικαιοσύνη υπήρχε στην Αγγλία και πριν από τη βασιλεία.

Ο λόγος για τη δικαστική υπεροχή του Βασιλέως, που συνιστούσε μια από τις σημαντικότερες του εξουσίες, κάπου εδώ η αρχή έρχεται πιο κοντά στα εντάλματα. Δεν του έδινε, βέβαια, το δικαίωμα να προαποφασίζει ο ίδιος το δίκαιο, αλλά καταρχάς να διορίζει πρόσωπα (τους «sheriffs», που «δίκαζαν» στα λαϊκά δικαστήρια και λειτουργούσαν ως αντιπρόσωποι του Βασιλέως), να ελέγχει και να επιβεβαιώνει την απόδοση της δικαιοσύνης, να δικάζει ο ίδιος «δυνατούς» διάδικους που δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν από τα «λαϊκά δικαστήρια», και να εκτελεί ή να ορίζει την εκτέλεση των αποφάσεων των δικαστηρίων[3]. Και κατά την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς, οι αλλαγές που επήλθαν στον τομέα της δικαιοσύνης, πέρα από την υπέρ τους επιφύλαξη της εξουσίας λήψης αποφάσεων σε όλες τις υποθέσεις που επηρέαζαν στο Στέμμα και τις σοβαρές ποινικές υποθέσεις που διατάρασσαν τη Βασιλική ειρήνη ή σχετίζονταν με τα βασιλικά έσοδα (όπου συνέρχονταν για την εκδίκαση το Curia Regis ή Aula Regis[4], που αποτελούνταν από τον Βασιλέα και τους συμβούλους του που εξανάγκαζε), δεν ήταν τόσες όσες στους άλλους τομείς, όπου οι Νορμανδοί βασιλείς ήταν απόλυτοι και είχαν επιφέρει δραστικότατες αλλαγές σε ήθη, έθιμα, κ.λπ.. Μάλιστα, όσον αφορά την απονομή της δικαιοσύνης, λέγεται ότι ο ίδιος ο Γουλιέλμος ο κατακτητής (1066 – 1087) είχε δεσμεύσει τον εαυτό του να ακολουθεί τους καλούς και δοκιμασμένους νόμους του Εδουάρδου του Εξομολογητή (με τον οποίο ο Γουλιέλμος είχε και μια προσωπική εμμονή αναζήτησης δεσμών).

Στη δικαιοδοσία του Curia Regis, οι Βαρόνοι δίκαζαν και ο Βασιλέας, με τη συμβουλή τους, επέβαλλε ποινές, κι αυτή η «δουλειά», με την αύξηση των υποθέσεων, γινόταν από τα ίδια πρόσωπα και με τον ίδιο τρόπο, οπότε τα πρόσωπα αυτά ονοματίστηκαν δικαστές και ένας εξ αυτών ο άρχων δικαστής (Chief Justice / Justitiar) και να ένα «σύστημα». Το Curia Regis σταδιακά διεύρυνε τη δικαιοδοσία του, οπότε και η παλαιότερη συνήθης διαδικασία των λαϊκών δικαστηρίων, που ήταν αυστηρότατα προσηλωμένη στους διαδικαστικούς τύπους, χωρίς δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη της «δίκαιους λόγους», η ίδια ως απόρροια κοινωνικού καταναγκασμού γενικότερα, είχε καταστεί και απαρχαιωμένη. Υποθέσεις των λαϊκών δικαστηρίων επιτρέπονταν να εισαχθούν στη δικαιοδοσία του Curia Regis για να εκδικαστούν με τη βασιλική σοφία και τα εφευρήματα των συμβούλων του Βασιλέως. Οπότε, σταδιακά, το Curia Regis άρχισε να εκδίδει εντάλματα (writs) για την έρευνα και την αναγνώριση δικαιωμάτων που αφορούσαν τη γη, υποχρεώσεων νομιμότητας, κληρονομικά ζητήματα και γενικότερα για την επιβολή της τοπικής δικαιοσύνης, διαδικασίες που ενεργοποιούσαν οι Καρολίγγειοι δικηγόροι. Ήταν τα μέσα δια των οποίων η έντιμη και ανώτερη δικαιοσύνη του Βασιλέως (jus honorarium), υπέρτατη πηγή δικαίου και δικαιοσύνης, ενεργοποιούνταν, προκειμένου να διορθωθούν ελαττώματα της τοπικής δικαιοσύνης (jus civile / commune) όπως εφαρμόζονταν από τα λαϊκά δικαστήρια.

Η μεροληψία και οι προκαταλήψεις των λαϊκών δικαστών (sheriffs) επιτάχυναν τη διεύρυνση της δικαιοδοσίας του Curia Regis, οπότε οι λειτουργοί του Curia Regis άρχισαν να κατεβαίνουν στη χώρα για να ελέγχουν, όχι τόσο κατά την εποχή του Ερρίκου Ι, αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα αργότερα[5] (πλανόδιοι δικαστές, που κάθονταν στα λαϊκά δικαστήρια, συχνά παίρνοντας και τη θέση του λαϊκού δικαστή). Ο Ερρίκος ΙΙ έκανε αρκετές αλλαγές σε αυτό το «σύστημα», όπου, θεωρώντας ότι υπάρχουν πολλοί δικαστές στο Curia Regis για να κάνουν οι ίδιοι τη «δουλειά» αυτή, επέλεξε πέντε από τους κοντινούς του συνεργάτες, δύο κλητήρες και τρία άτομα του λαού («to hear all complaints and do right») και διέταξε ενώπιον αυτών να αποστέλλονται για εκδίκαση τα παράπονα του κόσμου (δημιουργώντας το “King’s Bench”), επιφυλάσσοντας την εξουσία του Curia Regis να δικάζει τις πιο σοβαρές υποθέσεις όπως προηγουμένως.

Το King’s Bench ονομάστηκε έτσι, επειδή οι πέντε επίλεκτοι του Βασιλέως κάθονταν σε τράπεζα (in banco). Οι υποθέσεις που αφορούσαν τα βασιλικά έσοδα και εξακολουθούσαν να εκδικάζονται από το Curia Regis συστηματοποιήθηκαν, επίσης, και προέκυψε η δικαιοδοσία του «Exchequer», που μετά την Magna Charta, περιορίστηκε σε διοικητικές λειτουργίες, έχοντας γεννήσει το ειδικό “Court of Exchequer”, που λειτουργούσε με παρόμοιο τρόπο με το King’s Bench. Αποτέλεσμα της Magna Charta ήταν και η δημιουργία του “Court of Common Pleas”, αφού προβλέπονταν ότι οι λαϊκές αγωγές ή οι αστικές αγωγές (communia placita) θα έπρεπε να εκδικάζονται σε ένα σταθερό τόπο και να μην παίρνουν στο κατόπιν τον Βασιλέα στα ταξίδια του μέσα στη χώρα, οπότε η έδρα του Court of Common Pleas ορίστηκε στο Westminster[6]. Οι πλανόδιοι δικαστές του Curia Regis αντικαταστάθηκαν σύντομα από τους δικαστές “nisi prius” και “assize”, που ήταν μέλη των βασιλικών δικαστηρίων[7]. Η δικαιοσύνη απονέμονταν έτσι αποκλειστικά από δικαστές των βασιλικών δικαστηρίων, αλλά, παρόλα αυτά, παρά τη δημιουργία όλων αυτών των δικαστηρίων του κοινοδικαίου, ο Βασιλέας παρέμενε η πηγή της δικαιοσύνης, αφού και κατά τη σύσταση του King’s Bench είχε επιφυλάξει το δικό του δικαίωμα να αποφασίζει τις πιο δύσκολες υποθέσεις.

Αυτή η «επιφυλασσόμενη δικαιοσύνη» ( … ) είχε αποτελέσει αργότερα την εστία δημιουργίας άλλων δικαστηρίων, που αποτέλεσαν πολύ σημαντικό κομμάτι στην ανάπτυξη του Αγγλικού δικαίου[8]. Έπειτα, τα βασιλικά δικαστήρια, δεν σημαίνει ότι έκλειναν τις πόρτες τους σε κάθε είδους λαϊκή συμμετοχή στην απονομή της δικαιοσύνης· απεναντίας, ο Βασιλέας διόριζε τους δικαστές εκ των πιο εκλεκτών νομομαθών για να αποφασίζουν τα νομικά θέματα, ενώ τα γεγονότα παρέμεναν να αποφασίζονται από τους λαϊκούς δικαστές ή επιτροπές τους (σταδιακά αναπτύχθηκαν και οι ένορκοι). Μέχρι τον 13ο αιώνα, η δικαστική υπεροχή του Βασιλέως είχε διαφοροποιηθεί σημαντικά από αυτήν που υπήρχε κατά την αρχή της Νορμανδικής περιόδου, αλλά ο Βασιλέας παρέμενε ο άρχων του δικαστικού συστήματος και η υπέρτατη πηγή του δικαίου και της δικαιοσύνης, την οποία ασκούσε με απόλυτα πρακτικό τρόπο. Όλοι οι δικαστές, στο κέντρο ή στις περιφέρειες, ήταν πληρωμένοι υπηρέτες του Βασιλέως και υποκείμενοι πειθαρχικά στις εξουσίες του (μάλιστα, όπως υποδεικνύει ο Gneist[9], ο Εδουάρδος Ι είχε απολύσει τον chief justice του και είχε τιμωρήσει άλλους, μεταξύ άλλων, για διαφθορά, οπότε να ένα παλαιό μικρόβιο που εμφανίζεται εκεί όπου λειτουργούν διαφόρων ειδών κοινωνικά «συστήματα»).  Τα τρία κεντρικά δικαστήρια, παρόλο που λειτουργούσαν σε ξεχωριστές γραμμές, παρέμεναν συνδεδεμένα με τον προσωπικό αντιπρόσωπο του Βασιλέως, τον Chancellor. Στο γραφείο του Chancellor εκδίδονταν όλα τα εντάλματα (writs) που διατυπώνονταν από τον Βασιλέα και τους συμβούλους του, τελούσαν υπό τη σφραγίδα του Βασιλέως, και δια των οποίων άρχιζαν οι αγωγές (ο εναγόμενος καλούνταν υπό τη σφραγίδα του Βασιλέως). Με τον καιρό δημιουργήθηκαν πολλών ειδών εντάλματα, τα οποία πλέον δεν αποτελούσαν εντάλματα χάρης, που εναπόκειτο στη διάθεση του Βασιλέως, αλλά διαταγές προς τους διαδίκους du cursu, εντάλματα ex debito justitiae.

Έπειτα, τα εντάλματα άρχισαν να εκδίδονται χωρίς τη μεσολάβηση του Chancellor, όταν ο Βασιλέας John είχε δώσει στον Chief Justitiar του να εκδίδει αρχικά πέντε εντάλματα, αλλά και κατά την εποχή του Εδουάρδου ΙΙ, οι γραμματείς του Chancellor μπορούσαν να εκδίδουν ορισμένα νέα εντάλματα σε απλές υποθέσεις. Το βασιλικό «προνόμιο» των περισσότερων ενταλμάτων είχε, έτσι, εξασθενήσει. Το King’s Bench, το οποίο θεωρούνταν το ανώτατο δικαστήριο, που είχε την επίβλεψη των υπόλοιπων δικαστηρίων αλλά και της διοίκησης, η οποία δεν διακρίνονταν τότε από τη δικαστική εξουσία, είχε και διατήρησε την εξουσία να εκδίδει τα εντάλματα Certiorari, Mandamus, Prohibition, Quo Warranto, δια των οποίων έλεγχε τη δράση των άλλων δικαστηρίων (και της διοίκησης). Η ανωτερότητα του King’s Bench, το οποίο ήταν «curia ubiquefuerimus in Anglia»,  συνίστατο στο γεγονός ότι προέδρευε αυτού ο Βασιλέας, στο πλευρό του οποίου κάθονταν οι δικαστές (chief, general, perpetual, superior), κι αυτό διόρθωνε τις αδικίες και τα λάθη των άλλων δικαστηρίων.

Τα εντάλματα αυτά (Certiorari, Mandamus, Prohibition, Quo Warranto), ουδέποτε κατέστησαν writs ex debito justitiae ή writs de cursu, όπως άλλα, αλλά εκδίδονταν από τον Βασιλέα, δια του King’s Bench, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και μόνον όταν συνέβαινε τεράστια αδικία ή λάθος από τα άλλα δικαστήρια ή αρχές, κάτι που εναπόκειτο στην κρίση του Βασιλέως να διαπιστώσει. Έτσι, τα συγκεκριμένα εντάλματα, παρέμειναν «προνομιακά», και θεωρούνταν ότι συνιστούν βασικότατες δικαστικές θεραπείες. Το πότε εμφανίστηκε, όμως, το Writ of Certiorari, δεν μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια, καθότι, λόγω της πολλαπλότητας των ενταλμάτων, αρκετά θα μπορούσαν να είχαν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με ό,τι στην πορεία συγκεκριμενοποιήθηκε ως Writ of Certiorari, αν και τέτοιος βαθμός συγκεκριμενοποίησης, κατά την προσωπική μου γνώμη, ουδέποτε επήλθε, ακριβώς γιατί η εμφανής τάση ήταν η δημιουργία πολλών περιπτωσιολογικών ενταλμάτων, παρά η αυστηρή κατηγοριοποίηση των υφιστάμενων.

Μιλώντας για δικαστήρια και δικαστικές θεραπείες τον καιρό εκείνο, τουλάχιστον πριν από την Act of Settlement 1701, που καθιέρωσε την απεξάρτηση των δικαστών από τον Βασιλέα, καμία σχέση με ό,τι μπορεί να έχει κατά νου σήμερα ο κάθε πολίτης. Η επίδραση του Βασιλέως στα βασιλικά δικαστήρια ήταν έντονη από κάθε άποψη, ο Βασιλέας είχε αυτή την «επιφυλασσόμενη δικαιοσύνη», όπου, μεταξύ άλλων, εάν διαπίστωνε ότι τα δικαστήρια γίνονταν πολύ τεχνικά και τυπικά, ώστε να αποτρέπεται η απονομή της δικαιοσύνης, μπορούσε να παρέμβει και να μεταφέρει οποιοδήποτε ζήτημα σε νέα δικαιοδοσία. Όπως τον καιρό του Ερρίκου VII, που δημιουργήθηκε το Star Chamber, για να ελέγξει την αριστοκρατία και τις ταραχές και τον καιρό του Πολέμου των Ρόδων (εμφύλιος για τη διαδοχή στον θρόνο από το 1455 έως το 1487 με αντίμαχους τον Οίκο York και τον Οίκο Lancaster), στο οποίο είχαν δοθεί εξουσίες ελέγχου όχι μόνον νομικών σημείων αποφάσεων των “Justices of Peace” (JP), αλλά και γεγονότων και σκοπιμότητας, μέχρι την κατάργησή του, το 1640. Αργότερα υπήρξαν νομοθετικές πράξεις που επέτρεψαν σε πολίτες που είχαν βλαφτεί από απόφαση δικαστή, που αφορούσαν σε περιουσιακά δικαιώματα ή προσωπική ελευθερία, να προσφύγουν στο Court of Quarter Sessions[10].

Με τις μετέπειτα εξελίξεις στη διαμόρφωση του δικαστηριακού συστήματος στην Αγγλία, το ένταλμα Certiorari είχε ουσιαστικά χάσει αρκετά από τη σπουδαιότητά του στην Αγγλία, και πλέον ενεργοποιούνταν περιορισμένα[11]. Εξυπηρετούσε στο να οδηγηθούν δικαστικές πράξεις για αναθεώρηση ενώπιον του King’s Bench, όπου ο Βασιλέας έπρεπε να βεβαιώνει (“to certify”) το πρακτικό ή την απόφαση. Κατά μία άποψη, είχε επέλθει τότε ανεπίσημα το τέλος του εντάλματος Certiorari[12]. Πολλές φορές χρησιμοποιούνταν ως είδος έφεσης (π.χ. κατά των καταδικών και διαταγών των JPs)[13], αλλά συνηθέστερα όταν, πριν το τέλος της υπόθεσης, η απαίτηση θα έπρεπε να αφαιρεθεί από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, εάν υπήρχαν λόγοι που συνηγορούσαν ως προς το ότι δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί μια δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. Οι εναλλακτικοί τρόποι προσβολής μιας απόφασης, όμως, δια έφεσης, και η δυνατότητα έφεσης της τελικής απόφασης, ήταν λόγοι που συνέβαλαν στον περιορισμό της χρήσης του εντάλματος αυτού. Αυτό χρησιμοποιούνταν, επίσης, σε κανονικές διαδικασίες εφέσεων, για να αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου το πρακτικό του κατώτερου δικαστηρίου βάσει του οποίου εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλονταν, ως ατελές ή ελλιπές («certiorari for diminution of the record”[14]).

Από την αρχή της χρήσης του, το ένταλμα Certiorari χρησιμοποιούνταν βασικά για τρεις διακριτούς σκοπούς, που μόνο γενικευμένα θα μπορούσαν να εκτεθούν: Ως μέσο για να αφαιρεθεί μια απαίτηση από τη δικαιοδοσία του κατώτερου δικαστηρίου, ως μέσο για να αναθεωρηθεί μια δικαστική απόφαση, ως μέσο για να διορθωθεί το πρακτικό μιας διαδικασίας. Παρείχε «βοηθητική» θεραπεία, η πιο εξευγενισμένη θεώρηση. Από εκεί και πέρα, όπου αλλού εισήχθη το ένταλμα Certiorari, σε κράτη της κοινοπολιτείας, συνήθως δια των νομοθεσιών τους που καθορίζουν τη δικαιοδοσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων τους, φαίνεται ότι εισήχθη ή εξελίχθηκε ενδεχομένως με διαφορετικό τρόπο (π.χ. κάπου περισσότερο ως ειδικό είδος έφεσης, αλλού όχι, κάπου αφορά μόνον σε ορισμένο είδος δικαστικών αποφάσεων, διαχειριστικής φύσης, αλλού όχι, κ.λπ.), και με έμφαση σε διαφορετικές λειτουργίες του, που ανάλογα ενθαρρύνουν ή αποτρέπουν τη χρήση του[15]. Στην Αγγλία, καταργήθηκε μεν η σχετική ορολογία των προνομιακών ενταλμάτων, που παραπέμπει σε άλλη εποχή, χωρίς να σημαίνει ότι η δικαστική αναθεώρηση (review), ως διαδικασία, δεν έχει θέση στη σύγχρονη απονομή της δικαιοσύνης. Τουλάχιστον μια τέτοια προσέγγιση θα ενστερνίζεται η σχολή που υποστηρίζει και ότι το δίκαιο γενικά δεν αλλάζει όσον αφορά τις βασικές δομές και τον πυρήνα της φιλοσοφίας του, ασχέτως εάν αλλάζουν οι τύποι και το εξωτερικό περιεχόμενό του[16].

Όπως προαναφέρθηκε, και στην Κύπρο, η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει αυτού του είδους τα προνομιακά εντάλματα βασίζεται στο Σύνταγμα, ενώ η διαδικασία είχε εφαρμοστεί και πριν από αυτό[17]. Σταδιακά, η νομολογία διαμόρφωσε κάποιες αρχές, ίσως προσαρμόζοντας τη χρήση του στις ανάγκες της Κυπριακής δικαιοσύνης[18]. Η διαδικασία που ακολουθείται δεν έχει καθοριστεί με εγχώριους διαδικαστικούς κανονισμούς (και ίσως το να καταρτιστούν σήμερα τέτοιοι, για αυτή τη συγκεκριμένη διαδικασία, θα είναι ένα διάβημα που θα ξενίζει), επομένως αναζητείται βάση στους παλαιούς Αγγλικούς διαδικαστικούς κανονισμούς[19], ήτοι στους Rules of the Supreme Court 1959, η οποία, και πάλι, δεν είναι (ούτε θα μπορούσε να είναι) πλήρως καθοδηγητική.

Η διαδικασία μπορεί να αγγίξει τρία στάδια: (α) τη μονομερή αίτηση για λήψη άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση εντάλματος Certiorari (όπου η άδεια που δίδεται δεν θεωρείται ακριβώς προκαταρκτικό ένταλμα, αλλά περισσότερο εκ πρώτης όψεως θεώρηση της δυνατότητας επιδίωξης της θεραπείας[20] και των εξαιρετικών περιστάσεων, με χειρισμό που πολλές φορές παραπέμπει σε φίλτρο κατά προπετών αιτήσεων, αν και μπορεί να παράγει έννομη συνέπεια, όπως δυνητικό ανασταλτικό αποτέλεσμα κάποιας δικαστικής ενέργειας, και γι’ αυτό αλλού προτιμάται η προσέγγιση ότι συνιστά προκαταρκτικό ένταλμα – preliminary writ), (β) τη δια κλήσεως αίτηση ή ειδοποίηση για έκδοση εντάλματος Certiorari που καταχωρίζεται μόνον εφόσον δοθεί η άδεια και όπου δίνεται δικαίωμα ακρόασης στην άλλη πλευρά, (γ) ενώ οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία μονομελούς σύνθεσης) υπόκεινται και σε έφεση ενώπιον πολυμελούς σύνθεσης εφετείου, που ασκεί δευτεροβάθμια δικαιοδοσία. Εξυπακούεται ότι το διάβημα που γίνεται μονομερώς, είτε σκοπεί σε προκαταρκτικό έλεγχο ή σε προκαταρκτικό ένταλμα, διέπει υψηλή καλή πίστη, που περιλαμβάνει το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των διαθέσιμων στοιχείων που μπορούν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου να χορηγήσει ή να μην χορηγήσει την άδεια. Στην Κύπρο δεν εφαρμόζεται κάποια προθεσμία κατά το στάδιο της καταχώρησης της μονομερούς αίτησης για λήψη άδειας, ωστόσο συνήθως το Δικαστήριο θέτει όρο την καταχώριση της δια κλήσεως αίτησης ή και την επίδοσή της εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

Από την περιπτωσιολογία που μπορεί να εντοπίσει, κανείς (νοουμένου ότι υπάρχει πλήρης αναφορά της), δεν μπορεί να εξαχθεί ολοκληρωμένη θεωρία, για το πότε εκδίδεται ή δεν εκδίδεται ένα ένταλμα Certiorari (και το να μην εξάγεται είναι ίσως και εγγενές ή αναγκαστικό χαρακτηριστικό του, εάν ληφθεί υπόψη ακριβώς αυτή η ιστορική του προέλευση)[21], αλλά ο κοινός κορμός είναι οι γενικευμένες βασικές αρχές, ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό μέτρο (extraordinary), που δεν μπορεί να ενεργοποιείται όταν υπάρχει διαθέσιμο άλλο ένδικο μέσο ή χωρίς καθίσταται προφανής κάποια ασυνήθης ανάγκη να ενεργοποιηθεί. Η περιπτωσιολογία, βέβαια, βοηθά όταν το νέο διάβημα βρίσκει ακριβές προηγούμενο, αλλά, και πάλι, το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του «επιβλέποντος» δικαστηρίου είναι τέτοιο, που δεν δημιουργεί ασφάλεια ότι δεν θα υπάρξει διαφοροποίηση.

Θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις (ποιες είναι, είναι το ζήτημα), η παράλειψη τήρησης των οποίων, επιδρά στη δικαιοδοσία[22], παρόλο που ιστορικά το Certiorari, όπως προαναφέρθηκε, στην παλαιά Αγγλική μορφή του, σκοπούσε να διορθώσει, μεταξύ άλλων, και την αυξημένη τυπικότητα των κατώτατων δικαστηρίων, που θα εμπόδιζε την απονομή της ουσιαστικής δικαιοσύνης, παρά το ίδιο ήταν προσηλωμένο σε αυστηρούς τύπους (που οι αυστηροί τύποι δεν πρέπει να ταυτίζονται με το καθήκον αποκάλυψης). Μάλιστα, σε άλλες δικαιοδοσίες όπου διατηρήθηκε η διαδικασία σε πιο φιλελευθεροποιημένη εποχή, όπως σε κρατίδια των ΗΠΑ, επιτρέπεται η παράταση χρόνου για την προσκόμιση στοιχείου (π.χ. transcript), κάτι που σύμφωνα με την Κυπριακή προσέγγιση, δεν μπορεί να συμβεί, και όπως καταχωρίζεται η αίτηση, έτσι την λαμβάνει υπόψη του το Κυπριακό Δικαστήριο, ήδη από το «εκ πρώτης όψεως» στάδιο, απαιτώντας οπωσδήποτε το πρακτικό της διαδικασίας που προσβάλλεται, που μπορεί να μην είναι έτοιμο άμεσα, για λόγους που αφορούν το Δικαστήριο. Είναι φυσικά απαραίτητη η θεώρηση του πρακτικού πριν από την έκδοση εντάλματος Certiorari, για να γίνει κάποια παρέμβαση στο έργο του κατώτερου δικαστηρίου και αυτή η αναγκαιότητα είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του διαβήματος και τον λόγο άσκησης (όχι απλά ανάληψης) της δικαιοδοσίας.

Δια του εντάλματος Certiorari, το Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να παρέμβει στην πρωτόδικη διαδικασία πριν το κατώτερο δικαστήριο ολοκληρώσει το δικό του έργο, για έλεγχο της νομιμότητας μιας δικαστικής ενέργειας (όχι της ορθότητας ή τρόπου ερμηνείας νομικών σημείων)[23]. Ο σκοπός της παρέμβασης είναι κύρια ακυρωτικός (παρόλο που ο όρος «αναθεωρητικός» είναι λιγότερο επιθετικός), ήτοι η ακύρωση δικαστικής ενέργειας που έγινε είτε καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας ή στην οποία ενυπάρχει συμφέρον, προκατάληψη ή παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή όταν προκύπτει από το πρακτικό προφανές νομικό λάθος. Η βάση της διαχρονικής λειτουργίας «remove and quash» υπάρχει, με τάσεις περιοριστικές, που (πρέπει να) λαμβάνουν υπόψη τον σεβασμό προς το έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου, αλλά και τη συνδρομή, πλέον, τεκμηρίων, που μπορεί να μην αποδέχονται εύκολα την ανάγκη ενδιάμεσης επιβεβαίωσης απονομής της δικαιοσύνης ή ενδιάμεσου ελέγχου (ως στην παλαιά Αγγλική εποχή). Γι’ αυτή την αναγκαιότητα παρέμβασης (παρέμβαση στο έργο της πρωτόδικης δικαιοσύνης), θα πρέπει να παρέχεται ένας πολύ καλός και σοβαρός λόγος, έστω το μέγεθος της εκτροπής να είναι τέτοιο ώστε να καθίσταται βέβαιο ότι, εάν δεν συμβεί η παρέμβαση αυτή, δεν θα μπορέσει να διεξαχθεί κανονικά ή «δίκαια» η δικαστική διαδικασία, προδιαγράφοντας, έτσι, σαφώς, και το αποτέλεσμα της εκδίκασης, και φέρνοντας τον διάδικο που αδικείται σε θέση αδυναμίας ανατροπής του αποτελέσματος μέσα από την ίδια την πρωτόδικη διαδικασία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, ασκώντας την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του σε αίτηση για έκδοση Certiorari, είτε απορρίπτει την αίτηση είτε εκδίδει το ένταλμα Certiorari, ακυρώνοντας τη δικαστική ενέργεια του κατώτερου δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, κανονικά, δεν εξετάζει οτιδήποτε άλλο, ούτε καθοδηγεί το πρωτόδικο δικαστήριο (τουλάχιστον άμεσα) για το πώς θα ενεργήσει, γι’ αυτό θεωρείται ότι το ένταλμα  Certiorari διαφέρει από την έφεση. Ωστόσο, μερικές φορές, οι διαφορές, επί τούτου, είναι κάπως πιο ισχνές. Εάν απορριφθεί η αίτηση, δεν συνιστά res judicata, σε σχέση με τα ζητήματα που είχαν τεθεί στην αίτηση για την έκδοση του Certiorari (θα μπορούσαν, οι θέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, να είναι απλά dicta), και τα ίδια ζητήματα θα μπορούσαν να προβληθούν δια έφεσης στο τέλος της διαδικασίας. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το διάβημα της προσβολής ακυρωτικού Certiorari, όπου έχει γίνει ήδη η παρέμβαση και έχει διορθωθεί το διαδικαστικό πρόβλημα στην πρωτόδικη διαδικασία του κατώτερου δικαστηρίου, με αίτημα, ουσιαστικά, την επαναφορά του προβλήματος, δια της ακύρωσης του ακυρωτικού εντάλματος. Προβληματισμός ή πρόβλημα που σχετίζεται με τον χειρισμό του εντάλματος Certiorari μέσα στην υφιστάμενη ιεραρχία, ως συνηθισμένη δικαστική απόφαση ή διάταγμα από Δικαστήριο που ασκεί πρωτοβάθμια δικαιοδοσία και μάλιστα κανονική ακροαματική διαδικασία, για το εάν θα εκδοθεί ή όχι το ένταλμα Certiorari (δεν είναι εσωτερική διαδικασία in chambers, με απλές τοποθετήσεις των ενδιαφερόμενων μερών).

Όσο κι αν έχει περιοριστεί ο ρόλος του εντάλματος Certiorari και παλιώσει η ορολογία του (στη βάση του «προνομίου»), δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν είναι απαραίτητη στην Κυπριακή έννομη τάξη μια διαδικασία επείγουσας νομικής αναθεώρησης ζητημάτων από ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια εκδίκασης μιας υπόθεσης, για τη διασφάλιση του δικαίου μιας δίκης, όταν το τεκμήριο της, για κάποιους λόγους, κλονίζεται σοβαρά. Όχι τόσο γιατί η έφεση είναι μια χρονοβόρα διαδικασία, αλλά και γιατί κι εκείνη δεν χωρεί παντού, ειδικότερα εναντίον των διαδικαστικών αποφάσεων που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια εκδίκασης μιας υπόθεσης. Σήμερα, τα δικονομικά δικαιώματα έχουν ιδιαίτερη θέση στον χάρτη δικαιωμάτων και ο παράγοντας «διαδικασία» λαμβάνει περισσότερη έμφαση, αλλά και οι διαδικασίες έχουν καταστεί αρκετά πολυπλοκότερες σε σχέση με την παλαιά Αγγλική εποχή. Η ορθή διαδικασία διασφαλίζει το ορθό αποτέλεσμα, αν και η λανθασμένη διαδικασία δεν το εκτρέπει πάντα. Δηλαδή, κάποια διαδικαστικά λάθη μπορούν να περνούν και απαρατήρητα, εάν δεν επηρεάζουν ουσιωδώς δικαιώματα των διαδίκων, εάν δεν είναι ανέφικτο να συνεχίσει η διαδικασία χωρίς αναθεώρηση του σημείου και διαβεβαίωση ή επιβεβαίωση (certification) της νομιμότητάς του. Φυσικά, υπάρχουν πλέον διάφοροι τύποι δικαστικής αναθεώρησης όσον αφορά πράξεις της διοίκησης (π.χ. δια προσφυγής, δια αίτησης – έφεσης, κ.λπ.), και ο διαχωρισμός των εξουσιών ήταν εξ αρχής σαφής στην Κύπρο, με δική του ιεραρχική και αυτοελεγχόμενη δομή και σήμερα ένα σωρό άλλους ελεγκτικούς θεσμούς, ώστε να μην χρειάζεται να εκδίδεται ένταλμα Certiorari και εκεί, αλλά η ανάγκη προκύπτει όσον αφορά τις διαδικαστικές διαδικασίες των πρωτόδικων δικαστηρίων. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου αυτό το διάβημα είναι, όντως, η μοναδική επιλογή. Τώρα εάν αυτή η αναθεώρηση πρέπει να ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πρωτοβάθμια δικαιοδοσία και δια δίκης και να υπόκειται και σε έφεση ή απλά η διασφάλιση της διαδικασίας με κάποια διαθέσιμη αναθεώρηση μπορεί να παρέχεται από ανώτερο ιεραρχικά δικαστή, εσωτερικά, στον βαθμό που η αναθεώρηση σκοπεί περισσότερο σήμερα στην περαιτέρω διασφάλιση της δίκαιης διαδικασίας παρά στον λειτουργικό έλεγχο με σκοπό την παρέμβαση στο δικαστικό έργο ή μορφή υποταγής, είναι ένα ξεχωριστό μα εξίσου σημαντικό θέμα, που δεν περνά απαρατήρητο, αλλά και που δεν μπορεί να τύχει και περαιτέρω σχολιασμού.

Ο κοινός προβληματισμός που προκύπτει, σε συνάρτηση και με την πιο πάνω αναγκαία ή εκ των πραγμάτων διαφοροποίηση του τρόπου θεώρησης του εντάλματος Certiorari στη σημερινή εποχή, ως διαδικασίας αναθεώρησης του δίκαιου της δίκης αλλά λαμβανομένων υπόψη και των σημερινών εχεγγύων ανεξαρτησίας και αυξημένης κατάρτισης και ικανότητας των σημερινών πρωτόδικων δικαστών, είναι από τη συχνότητα της ενεργοποίησης του εντάλματος αυτού (και όχι μόνον) τον τελευταίο καιρό. Μια απλή έρευνα σε ηλεκτρονική πύλη αναφοράς των δικαστικών αποφάσεων (όπου ενδεχομένως να μην έχουν καταχωριστεί και όλες οι υποθέσεις), χωρίς ιδιαίτερη μεθοδολογία, βγάζει για το έτος 2017 (από τον Ιανουάριο 2017 μέχρι σήμερα) και μόνον για το ένταλμα Certiorari, πέραν των 70 αποφάσεων. Ομοίως το έτος 2016, και η αναφορά μόνο για το ένταλμα Certiorari. Ενδεχομένως με τη χρήση φίλτρων να είναι κάπως λιγότερες ή η απόκλιση να καλύπτεται από αριθμό μη καταχωρισμένων αποφάσεων ή αιτήσεων που δεν έχουν προωθηθεί μέχρι το σημείο της απόφασης. Αλλά δεν διαφοροποιούν την εικόνα, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο απασχολείται τακτικά με τα προνομιακά εντάλματα Certiorari και ότι αυτό μπορεί να μην συνάδει με τη φύση τους και όσα έχουν ειπωθεί σε σχέση με αυτά. Η ενεργοποίηση του διαβήματος βέβαια επαφίεται στους διαδίκους, δια των δικηγόρων τους, και όχι στο ίδιο το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αναγκαστικά των αιτήσεων, όπου φαίνεται να απορρίπτει πολλές τέτοιες αιτήσεις, αλλά και κάποιες, αρκετά λιγότερες, να αποδέχεται. Η συνακόλουθη σκέψη είναι ότι ίσως να χρήζει κι εδώ κάποιος εκσυγχρονισμός. Και για βελτίωση της ίδιας της (απαραίτητης) διαδικασίας (γιατί δεν είναι και εύκολα αποδεκτό και συναφές με την αρχή της νομιμότητας και την ασφάλεια δικαίου να χρησιμοποιείται σήμερα μια οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία χωρίς διαδικαστικούς κανονισμούς ειδικά διαμορφωμένους γι’ αυτήν), αλλά και για την αποφόρτιση του ανώτατου βαθμού δικαιοδοσίας (πόσο μάλλον εφετειακής σύνθεσης), που θα πρέπει να ασχολείται με τις κάπως πιο σοβαρές υποθέσεις που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο και για τις οποίες το τελευταίο αναζητά τον γενικότερο λόγο και τη γραμμή της δικαστικής εξουσίας, πέρα από την επίλυση κάποιας διαφοράς.

Έπειτα, και από τους δικηγόρους, μπορεί να χρειάζεται καλύτερη συνειδητοποίηση της σημασίας του διαβήματος και να αποφεύγεται η χρήση του μέτρου για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πέραν από αυτόν τον σπάνιο λόγο, τον οποίο εξυπηρετεί. Το ένταλμα Certiorari δεν είναι το καλό και ιδιαίτερο «όπλο» στη φαρέτρα, που το χρησιμοποιεί ο καλός πολεμιστής, για να δείξει ότι, επειδή το γνωρίζει, είναι καλός. Είναι μια μικρή βόμβα στην πρωτόδικη διαδικασία, την οποία, όταν θα πρέπει να ρίξει κάποιος, αμφισβητώντας το δίκαιο μιας εν εξελίξει διαδικασίας ή καταλογίζοντας στο δικαστήριο της νομικό λάθος ή προκατάληψη, κ.λπ., δεν θα ήταν ανεπιθύμητο, εκεί, μέσα στην ιεραρχική σχέση όπου μπαίνει και στέκεται, να τρέμουν και τα πόδια του και η φωνή του, θα ήταν επιθυμητό να συναισθάνεται και να αναλαμβάνει την ευθύνη μιας τόσο σοβαρής απόφασης (να προκαλέσει παρέμβαση ενός ιεραρχικά ανώτερου δικαστηρίου στο ανολοκλήρωτο έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου), ενώ δεν θα τον κάκιζε κανένας εάν «υποφέρει», παραπαίοντας ανάμεσα στην ανάγκη απόλυτου σεβασμού της πρωτόδικης διαδικασίας, αλλά και άρσης του πραγματικού αδιεξόδου που προκλήθηκε από την διαδικαστική – δικαστική ενέργεια που προσβάλλει, γιατί χωρίς αυτή την άρση, επιτρέπεται κάποια αρκετά μεγαλύτερη βλάβη.


[1] Βλ. και de Smith, S. A. (1951). The prerogative writs. The Cambridge Law Journal, 11(1), 40 – 56.

[2] Hanus, J. J. (1968). Certiorari and Policy-Making in English History. The American Journal of Legal History, 12(2), 63 – 94.

[3] Gneist, R. (1886). The History of English Constitution. New York: G.P. Putnam’s Sons.

[4] Stubbs, W. (1891). The Constitutional History of England. In Its Origins And Development. Oxford:  Clarendon Press.

[5] 22 Henry II, Statute of Northampton.

[6] Gneist, R. (1886). The History of English Constitution. New York: G.P. Putnam’s Sons. Και Stubbs, W. (1891). The Constitutional History of England. In Its Origins And Development. Oxford:  Clarendon Press.

[7] Statute of Westminster 2 (13 Edw. I, c. 30).

[8] Βλ. και Palgrave, F. (1822). Essay on the Authority of the King’s Council.

[9] Gneist, R. (1886). The History of English Constitution. New York: G.P. Putnam’s Sons.

[10] Smith, F. J. (1882). Quarter sessions practice. A vade mecum of general practice in appellate and civil cases at quarter sessions. London: Stevens and Haynes. Βλ. και Gneist, R. (1884). Das englische Verwaltungsrecht der Gegenwart in Vergleichung mit den deutschen Verwaltungssystemen. Berlin: J. Springer.

[11] Gneist, R. (1867). Das Englische Verwaltungsrecht mit Einschluß des Heeres, der Gerichte und der Kirche geschichtsich und systematisch. Berlin: J. Springer.

[12] Fitzherbert, A. (1718). The New Natura Brevium of the Most Reverend Judge, Mr. Anthony Fitz-Herbert: Whereunto are Added, the Authorities in Law. Savoy: Eliz. Nutt, and R. Gosling. Βλ. Και Bacon, Μ. (1832). A New Abridgement of the Law. London: A. Strahan.

[13] Hawkins, W. (1795). A Treatise of the Pleas of the Crown: Or, A System of the Principal Matters Relating to that Subject, Digested Under Their Proper Heads. London: G. G. and J. Robinson.

[14] Tidd, W. (1833). The Practice of the Superior Courts of Law, in Personal Actions, and Ejectment, Etc. London: Sunders & Benning.

[15] Βλ. και Goodnow, F. T. (1891). The writ of Certiorari. Political Science Quarterly, 6(3), 493 – 536. Και Weintraub, H. (1963). English Origins of Judicial Review by Prerogative Writ: Certiorari and Mandamus. New York Law Forum, 9(4), 478 – 516. Και Jenks, E. (1923). The prerogative writs in English law. Yale Law Journal, 32(6), 523 – 534.

[16] Maitland, F. W. (1911). Outlines of English Legal History. The Collected Papers of Frederic William Maitland: Downing Professor of the Laws of England. Cambridge: Cambridge University Press.

[17]  π.χ. Vassos Papadopoullos and others (V21) 1 C.L.R. 193.

[18] π.χ. The Attorney-General v. Panayiotis Christou (1962) C.L.R. 129 και μετέπειτα.

[19] Aeroporos and Οthers (1988) 1 C.L.R. 302 και Ellinas v Republic (1989) 1 C.L.R. 17.

[20] Ex parte Papadopoullos (1968) 1 C.L.R. 496 και Ex parte Maroulleti (1970) 1 C.L.R. 75, κ.λπ. και σταδιακή θεμελίωση και συνόψιση ως Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Στ. Μεστάνας (2000) 1 Α.Α.Δ. 1469 και  Χρ. Μιχαήλ και Στ. Μιχαηλιδη (2001) 1 Α.Α.Δ. 247), Hellenger Trading Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 1965,  Σ. Μαρκίδης κ.α. (2004) 1 Α.Α.Δ. 552, Base Metal Trading Ltd. v. Fastact Developments Ltd. κ.α. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Παντελίδου, (2012) 1 Α.Α.Δ. 878, κ.λπ.

[21] Αρκετά βοηθητικό το σύγγραφα Αρτέμης, Π. (2004). Προνομιακά Εντάλματα. Λάρνακα. Και Αρτέμης, Π. (2015). Περί Δικαίου Προνομιακών Ενταλμάτων. Κύπρος.

[22]Angeo & Co. Ltd (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 374 και Ιωάννας Γερολέμου κ.ά. (2002) 1. Α.Α.Δ. 491, κ.α.

[23] Marewave Shipping & Trading Company Ltd. (1992) 1 Α.Α.Δ. 116  και Μάριος Χρίστου (1996) 1 Α.Α.Δ. 398).

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.