Η δικαιοσύνη ανηλίκων και το ενδεχόμενο εισαγωγής ενός μοντέλου ενιαίας οικογενειακής δικαιοσύνης (UFC)

 

Εισαγωγή

Ο διάλογος για τη δικαιοσύνη ανηλίκων και για την ανάγκη δημιουργίας ενός αποτελεσματικού συστήματος αντιμετώπισης των περιπτώσεων νεανικής παραβατικότητας στην Κύπρο δεν είναι καθόλου εύκολος. Όπως εξάλλου οποιοσδήποτε διάλογος σε σχέση με την αναδιάρθρωση του συστήματος διαχείρισης και απονομής της δικαιοσύνης σε οποιονδήποτε τόπο και σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία. Ωστόσο ο συγκεκριμένος διάλογος είναι ένας διάλογος που θα πρέπει να γίνεται πλέον εντατικά, με δεδομένη και την υποχρέωση μεταφοράς στο εγχώριο δίκαιο της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/800 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, μέχρι την 11.06.2019.

Το τελευταίο νομοσχέδιο που προέκυψε (ένα αρκετά ογκώδες και ενδιαφέρον κείμενο) και έτυχε και παρουσίασης πριν από αρκετούς μήνες έχει μέχρι στιγμής και μάλλον θα έχει την ίδια τύχη με τα προηγούμενα νομοσχέδια: θα ξεχαστεί. Από πιο πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις φορέων με σχετικές αρμοδιότητες και σχετικά δημοσιεύματα στον εγχώριο Τύπο, ο προσανατολισμός φαίνεται να αλλάζει εντελώς· να υφίσταται το ενδεχόμενο θεώρησης του ζητήματος σε συνάρτηση με την παράλληλη ανάγκη αναδιάρθρωσης και του συστήματος της οικογενειακής δικαιοσύνης στην Κύπρο, ήτοι ένταξης των υποθέσεων νεανικής παραβατικότητας στη δικαιοδοσία αυτή, να εκδικάζονται από τα οικογενειακά δικαστήρια. Αυτό το ενδεχόμενο αναφέρεται στο ενιαίο σύστημα οικογενειακής δικαιοσύνης. Το ενιαίο σύστημα οικογενειακής δικαιοσύνης προέρχεται από την ενοποίηση ορισμένων δικαιοδοσιών, που είτε υπάγονται ήδη στο ειδικό οικογενειακό δικαστήριο, είτε ανήκουν στην ποινική δικαιοδοσία ή σε άλλη δικαιοδοσία. Βέβαια, ο λόγος που συζητείται στην Κύπρο μπορεί να μην έχει οποιαδήποτε σχέση με τη φιλοσοφία ενός ενιαίου συστήματος (unified court system), να εκφράζει άλλου είδους πεποιθήσεις, που δεν είναι γνωστές. Δίνει όμως αφορμή για μια αναφορά στο ενιαίο σύστημα οικογενειακής δικαιοσύνης.

Τα βασικά του UFC και η διεύρυνση της οικογενειακής δικαιοσύνης δια της ενοποίησης

Το ενιαίο σύστημα οικογενειακής δικαιοσύνης (Unified Family Court – UFC), που στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να θεωρηθεί υπό το φως της προαναφερόμενης Οδηγίας (όπου τουλάχιστον παρεμβαίνει στο πεδίο εφαρμογής της), εισήχθη κυρίως σε πολιτείες των Η.Π.Α. (New York, Florida, Canada, κ.λπ.) και βασίζεται κατά πολύ στις ιδέες της θεραπευτικής δικαιοσύνης (TJ). Θέλει μια συνολική προσέγγιση στα προβλήματα που ξεκινούν από ή σχετίζονται με την εστία «οικογένεια», από ένα Δικαστήριο μονομελούς σύνθεσης, που να χρεώνεται ουσιαστικά φάκελο που ανοίγεται για τη συγκεκριμένη οικογένεια. Δεν επιθυμεί δηλαδή τη διάσπαση του προβλήματος και τον διαμοιρασμό διαφόρων επιμέρους υποθέσεων (διαζύγιο, περιουσιακές διαφορές, γονική μέριμνα, νεανική παραβατικότητα, ενδοοικογενειακή βία κ.λπ.) σε διαφορετικά Δικαστήρια, διαφορετικών δικαιοδοσιών, διαφορετικούς δικαστές, χωρίς τη δυνατότητα (αναγκαστικής) επικοινωνίας όλων των δεδομένων και δημιουργίας συνολικής εικόνας από τον εκάστοτε Δικαστή που κληρονομεί το σύνολο, πέρα από τη μεμονωμένη υπόθεση που πρέπει να αποφασίσει. Οι επιμέρους ειδικότερες κατηγοριοποιήσεις κάτω από τη γενική δικαιοδοτική ομπρέλα του Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν αναιρούνται. Η ίδια ομπρέλα, όπως προαναφέρθηκε, καλύπτει, εκτός από την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων που αφορούν σε ανήλικους, και την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας και σε ορισμένες περιπτώσεις τις αδικηματικές συμπεριφορές που σχετίζονται με την εξάρτηση (π.χ. drug courts – πλέον «dependency courts») ή και άλλες περιπτώσεις. Περιλαμβάνει, βασικά, στην πιο διευρυμένη μορφή της, το είδος των διαφορών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την «οικογένεια» ή χρειάζονται την εμπλοκή της και που εμπλέκουν όμοια το ανθρώπινο στοιχείο ή, κατά τον Hobbs, κουβαλούν ένα προσωπικό δράμα μέσα στο Δικαστήριο και όπου το αντιπαραθετικό σύστημα δεν λειτουργεί (Hobbs, 1991; Babb, 1997).

Ουσιαστικά, το UFC, το οποίο απορρέει από την καθιέρωση ιδεολογίας ομοιόμορφης / ενιαίας δικαιοσύνης (Uniformed Justice – UJ) (Ashman & Parness, 1974), συνιστά είδος δομής του δικαστηριακού συστήματος σε τοπικό επίπεδο. Εν μέρει είναι κάπως οικείο στην Κυπριακή δικαιοσύνη γιατί τα οικογενειακά δικαστήρια είναι ούτως ή άλλως ειδικά δικαστήρια στην Κύπρο, αλλά και λόγω του μεγέθους τους. Το σημαντικό είναι ότι το διάβημα της ενοποίησης είναι και διάβημα περίπου αναγκαστικής ποινικοποίησης της οικογενειακής δικαιοσύνης· απόδοσης, σε αυτήν, δικαιοδοσίας ποινικού δικαστηρίου και αντίστοιχα αφαίρεσης συγκεκριμένων περιπτώσεων από το «ενιαίο ποινικό δικαστήριο» (UCC) και συρρίκνωση της δικαιοδοσίας του ποινικού δικαστηρίου και περιορισμό της στα «συνήθη» ποινικά αδικήματα. Με σκοπό τη λείανση του σκληρού ποινικού χαρακτήρα αντιμετώπισης των «ευαίσθητων» αυτών αδικημάτων που διαπράττονται από τον ανήλικο ή «ευάλωτο» παραβάτη ή εντός της οικογένειας κ.λπ. (που μπορεί να συνιστούν και μορφές διάσπασης της οικογένειας, όπως το διαζύγιο, με μεγαλύτερη ή μικρότερη εμβέλεια, ή και κάτι άλλο). Πέραν του ότι εξυπηρετεί, κατά μία άποψη, και την οικονομία της δίκης, αλλά και τον κοινωνικό της ρόλο και σκοπό.

H οικογενειακή δικαιοσύνη τείνει να διευρύνεται πλέον και με ζητήματα συναφή με άλλους κλάδους δικαίου, όπως, για παράδειγμα, τις διαδικασίες παρένθετης μητέρας (με αφορμή τη σκοπούμενη αναδιάρθρωση, θα πρέπει να τύχει υπόμνηση ότι υπάρχει από το 2015 ένας ημιτελής νόμος με διατάξεις σε αναστολή και καθόλου διαθέσιμη δικαστική διαδικασία, ως ο ίδιος προβλέπει), που όμως σχετίζονται με τον παράγοντα «οικογένεια». Στην ίδια δικαιοδοσία του UFC, εάν τελικά επιλεγεί για την Κύπρο, θα μπορούσε να ενταχθεί και η εκδίκαση υποθέσεων που σχετίζονται με την άμβλωση, η αμιγώς ποινική αντιμετώπιση της οποίας συχνά προκαλεί αρνητικές αντιδράσεις από μια μερίδα του κοινωνικού συνόλου. Θα μπορούσε στο μέλλον να περιληφθεί η εκδίκαση υποθέσεων που αγγίζουν βιοηθικά διλήμματα, που μπορεί να μην έχουν απασχολήσει ακόμα την Κυπριακή δικαιοσύνη, αλλά δεν αποκλείεται να την απασχολήσουν (π.χ. εκδίκαση υποθέσεων υποβοηθούμενης αυτοκτονίας ή ευθανασίας, κ.λπ.), ή και η εκδίκαση άλλου είδους υποθέσεων που αφορούν σε διαθέσεις περιουσίας εν ζωή και συναφείς ενδοοικογενειακές διαμάχες ή οι διαφορές κληρονομικού δικαίου ή η κήρυξη προσώπου ως νομικά ανίκανου κ.λπ., που συχνά απασχολούν τα αστικά δικαστήρια, αναγκάζοντάς τα να ασχοληθούν με «ευαίσθητα οικογενειακά θέματα». Ενώ η διεύρυνση της οικογενειακής δικαιοδοσίας με υποθέσεις αστικής φύσης μπορεί να μην προκαλεί τόση ανησυχία, η ποινικοποίησή της εξακολουθεί να προβληματίζει, να παραπέμπει, ενδεχομένως, σε κάποια αντιφατική σύλληψη και εικόνα. Έπειτα, είναι και το ερώτημα: Ποιο είναι το όριο μιας τέτοιας διεύρυνσης, εάν παντού μπορεί να υπάρξει συσχετισμός με το στοιχείο «οικογένεια»;

Από πότε;

Την UJ γενικά, ως ιδεολογία (πίσω από το δομικό σύστημα του UFC), ενέπνευσε την Αμερικανική νομική θεωρία και εν τέλει δικαιοσύνη από τα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα. Γίνονται παραπομπές σε μια ομιλία του νομομαθούς Roscoe Pound το 1906 (Pound, 1906) για την ανάγκη εντοπισμού των λόγων για τους οποίους το κοινό ήταν απογοητευμένο με την απονομή της δικαιοσύνης στην Αμερική και για τον εκσυγχρονισμό της, επικεντρώνοντας σε τότε φαινόμενα της Αμερικανικής δικαιοσύνης (πολλαπλότητα δικαστηρίων, παραλληλότητα δικαιοδοσιών, εγγενής σπατάλη δικαστικού χρόνου). Ωστόσο και το πρώτο Δικαστήριο Παίδων στο Chicago, το 1889, κατά το όραμα της Jane Addams, είχε συναφείς ιδεολογικές καταβολές, την ιδέα της δημιουργίας ασφαλούς οικογένειας γύρω από τον ανήλικο παραβάτη και τη «θεραπεία». Η «ενοποίηση» φαινόταν να είναι λύση και στον καιρό του Pound για την Αμερικανική δικαιοσύνη (Ashman & Parness, 1974).

Πιστεύεται ότι ο Pound βασίστηκε περισσότερο στην Αγγλική Judicare Act 1873, ο ίδιος, έχοντας εμπλοκή και εμπειρία από το Αγγλικό δικαστηριακό σύστημα, και επιθυμώντας, για το Αμερικανικό σύστημα, να συμμορφωθεί καλύτερα προς ιδέες τις οποίες τελικά προσπέρασε ή απέρριψε το Αγγλικό σύστημα. Εν πάση περιπτώσει και κατά τον καιρό της ομιλίας του Pound ήδη το Municipal Court of Chicago είχε εφαρμόσει πτυχές της ίδιας ιδέας της ενοποίησης, όπως ο ίδιος ο Pound είχε αναφέρει σε μεταγενέστερη αναφορά του (Pound, 1913; Ashman & Parness, 1974). Μετά την ομιλία του Pound πάντως γράφτηκαν σωρεία άρθρων σε σχέση με την UJ και έπειτα το UFC (συνηθέστερη μάλλον εκδήλωση της UJ), μέχρι που και ο American Bar Association, γύρω στο 1993, είχε προτείνει την εισαγωγή του UFC σε όλες τις δικαιοδοσίες. Μετά που είχε μεσολαβήσει μία φάση σθεναρής υποστήριξης του τιμωρητικού και αποτρεπτικού ρόλου των ποινών μέσα από κάποιες αποφάσεις του Supreme Court επί σοβαρών αδικημάτων από ανήλικους δράστες, που συνοψίζουν καλά οι Gilbert, Grimm και Parnham (2001).

Παρεμπιπτόντως, όσον αφορά την Αγγλία, να σημειωθεί ότι το 2014 εισήγαγε, με την Children and Families Act 2014, ένα μοντέλο UFC, περισσότερο υπό την έννοια της ενοποίησης των ήδη υφιστάμενων δικαιοδοσιών του High Court, του County Court και του Family Proceedings Court (γνωστού και ως Magistrates’ Court), ακολουθώντας τις εισηγήσεις του David Norgrove, στο Family Justice Review Report 2011, και προς επίλυση κάποιων πρακτικών προβλημάτων. Ήταν, ίσως, από τις μεγαλύτερες αλλαγές στην Αγγλική δικαιοσύνη τα τελευταία χρόνια. Φυσικά δεν φέρει τη φιλοσοφία του Αμερικανικού UFC και δεν περιλαμβάνει τη δικαιοσύνη ανηλίκων. Όπως και το Αυστραλιανό οικογενειακό δίκαιο, είναι κατά κάποιο τρόπο ενοποιημένο, αλλά όχι όπως το Αμερικανικό μοντέλο UFC.

Η ενοποίηση μπορεί να’ ναι UFC μπορεί όμως να’ να και UCC

Η UJ / το UFC στην Αμερικανική παράδοση σκοπεί στην ενοποίηση της βάσης άντλησης των πληροφοριών για τον δικαστή (που επικουρείται πλέον, σαφώς, από τη χρήση της τεχνολογίας), παράγοντας που πιστεύεται ότι συμβάλλει πρώτιστα στην καλύτερη οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης (θεωρούμενης υπό την έννοια της περισσότερης δυνατής δικαστικής κατανόησης και επίδειξης συμπόνιας), με την έννοια της καλύτερης αντιμετώπισης των συγκεκριμένων κοινωνικών αναγκών των διαδίκων και στην προκειμένη περίπτωση του ανήλικου ή «ευάλωτου» παραβάτη (η παραβατικότητα του οποίου δεν συνιστά ένα αποκλειστικά δικό του πρόβλημα). Ανάγκες που ορισμένα συστήματα θεώρησαν ότι δεν αντιμετωπίζονται καλά ούτε από τα ξεχωριστά δικαστήρια ανηλίκων, τα οποία τάχα απέτυχαν στο έργο τους, περιοριζόμενα συνήθως στην άσκηση «χαλαρής» ποινικής δικαιοδοσίας (χωρίς ικανοποιητικές διαδικαστικές εγγυήσεις), και γι’ αυτό υποστηρίζοντας την επάνοδο στο ενιαίο ποινικό σύστημα (UCC) (Ainsworth, 1995). Στον αντίποδα, η πλήρης αποδικαστικοποίηση της νεανικής παραβατικότητάς και η εξίσωσή της με διάφορα άλλα αρνητικά διαχρονικά κοινωνικά φαινόμενα (π.χ. ανεργία, φτώχεια, κ.λπ.) δεν εγγυάται την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας ως ενός κατά τα λοιπά έκτακτου και σοβαρού δικαιiκού (ποινικού) φαινομένου που χρήζει άμεσης επίλυσης στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση· δημιουργεί τάσεις κοινωνικής ανοχής και δεν επιτρέπει συγκέντρωση του ελέγχου του ποινικού φαινομένου και διασφάλιση της ορθότητας των όποιων κοινωνικών χειρισμών.

Το UFC στέκεται κάπου στη μέση, παρόλο που τείνει περισσότερο στη λειτουργία ενός «κοινωνικού δικαστηρίου» (ευρύτερη εφαρμογή UJ), για να δικαιολογεί το μεγάλο εύρος της οικογενειακής δικαιοσύνης / διεπιστημονικής / θεραπευτικής δικαιοσύνης (που κάπου μπορεί να ξεφεύγει και από το πλαίσιο «οικογένεια» ή να μην υπάρχει διαθέσιμη οικογένεια σε όλες τις περιπτώσεις). Η ύπαρξή του προστατεύει ίσως το ίδιο το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης από αναγκαστικές «εκπτώσεις» στις «ευαίσθητες» περιπτώσεις, οι οποίες μπορεί να μην γίνονται κατανοητές από τις λαϊκές μάζες, που πολλές φορές μπορεί να εκφράζουν δυσανάλογη διάθεση για τιμωρία και κατ’ επέκταση επικρίσεις ως προς την αποδοτικότητα της ποινικής δικαιοσύνης. Μήπως όμως και αυτές συνιστούν την έκφραση κάποιας ευρύτερης κοινωνικής ανάγκης;

Ένας αντίλογος θα μπορούσε να είναι ότι και η ίδια η ποινική διαδικασία δεν στερείται το ανθρώπινο στοιχείο, και ότι κάθε εγκληματική συμπεριφορά, ανεξαρτήτως του δράστη (των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του) και του είδους του εγκλήματος, αναπόφευκτα, προκαλεί και φέρνει μέσα στη δικαστική αίθουσα το δικό της ατομικό και κοινωνικό δράμα, χωρίς να σημαίνει ότι δημιουργείται, μόνο για τον λόγο αυτό, ανάγκη αποψίλωσης της ποινικής δικαιοσύνης και διασκορπισμού της σε επιμέρους δικαιοδοσίες, ή μη επίτρεψη της ενιαίας αντιμετώπισης του ποινικού φαινομένου, που αυτό θα έπρεπε να ήταν μια πιο μεγάλη και πιο δυνατή ομπρέλα. Είναι ενδεχομένως μια τέτοια σκέψη που ενθαρρύνει (όχι αδικαιολόγητα) και την υποστήριξη της επανόδου στο UCC όλων των παραβάσεων οποιωνδήποτε ποινικών νόμων (Ainsworth, 1994) ή αν μη τι άλλο τη δημιουργία υπο-δικαιοδοσιών ποινικής δικαιοδοσίας (μικροπαραβάσεων, ανηλίκων, εξαρτήσεων, ενδοοικογενειακής βίας, κ.λπ.) αντί τέτοιων «οικογενειακής δικαιοσύνης». Εξάλλου και η τελευταία προσέγγιση UCC εκφράζει ακριβώς την ίδια ιδέα της UJ και της TJ και διαφοροποιείται απλά ως προς το ποια θα είναι η «μητρική δικαιοδοσία». Η ίδια μπορεί να υποστηρίζεται περαιτέρω και από άλλα επιχειρήματα, ότι, λόγου χάριν, εκεί όπου υπάρχει παράβαση ποινικών νόμων, η μητρική δικαιοδοσία δεν μπορεί παρά να’ ναι η ποινική (σαφήνεια και σταθερότητα του προσδιοριστικού παράγοντα), γιατί αυτό επιβάλλει γενικότερα και ο ιδιαίτερος τρόπος ερμηνείας των ποινικών νόμων ή γιατί η συναισθηματική νοημοσύνη ενός ποινικού δικαστή, που σαφώς υπάρχει, είναι διαφορετική και πιο ικανή και εξασκημένη να εστιάσει παράλληλα σε κοινωνικές πτυχές του ποινικού φαινομένου, κ.λπ.

Αυτός ο διάλογος, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να’ ναι ατέλειωτος, μα με κοινή παράμετρο την ανάγκη ενεργοποίησης δομών UJ, για το κτίσιμο ιεραρχίας δικαιοδοσιών κάτω από τις παραδοσιακές δικαιοδοσίες  – ομπρέλες (ποινική, αστική, κ.λπ.) και περαιτέρω εξειδίκευσης στην ειδικότερη θεματολογία. Κατά τα λοιπά, η σκληρότερη πραγματικότητα είναι πως καμία τέτοια ιεράρχηση δεν μπορεί να είναι απόλυτη, γιατί το ίδιο το δίκαιο δεν στεγανοποιείται τόσο αυστηρά σε συγκεκριμένες θεματικές κατευθύνσεις· υπάρχει το ποινικό ενδιαφέρον και εφαρμογές του αστικού δικαίου και το αστικό ενδιαφέρον και εφαρμογές του ποινικού δικαίου και ούτω καθεξής, και τούτος ο ολοένα αυξανόμενος σύγχρονος «δικαιικός νοσφισμός» τείνει, πλέον, να είναι και απαραίτητο συστατικό του δικαίου, συναφές με την ίδια την απαίτηση το δίκαιο να έχει πολλαπλές ιδιότητες. Από εκεί και πέρα, η προτίμηση της μιας «μητρικής δικαιοδοσίας» (UFC) έναντι της άλλης (UCC) για τη δικαιοσύνη ανηλίκων ή «ευάλωτων» ατόμων, η απόδοση ταμπέλας (labelling), μπορεί και να σχετίζεται με άλλους παράγοντες ή να λαμβάνει περαιτέρω σημασία πολιτικοκοινωνικού τύπου, που κάπου να ξεφεύγει από το πεδίο της φιλοσοφίας του δικαίου και της νομικής.

Εάν ζητήσει, κανείς, από διαφορετικά άτομα να κατηγοριοποιήσουν τα ίδια ακριβώς δεδομένα, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το πράξουν με τον ίδιο τρόπο· τα συστήματα κατηγοριών, όμως, που θα δημιουργήσουν θα είναι λιγότερο ή περισσότερο λογικά, γιατί θα έχουν βασίσει τη διαδικασία της κατηγοριοποίησης σε κάποια κοινά χαρακτηριστικά των διαθέσιμων δεδομένων. Καθοριστική σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο εξηγείται η κατηγοριοποίηση, η δικαιολόγησή της, στη βάση του Χ ή του Ψ κοινού χαρακτηριστικού ως βάση κατηγοριοποίησης, αφού βεβαιωθεί, όντως, η ύπαρξή του παντού, σε ικανό βαθμό, ώστε να μπορέσει να αποτελέσει, όντως, μια τέτοια βάση. Από τη στιγμή φυσικά που ξεχωρίζουν και δημιουργούνται οι πιο ξεκάθαρες κατηγορίες (π.χ. ανήλικοι, εξαρτημένοι, ενδοοικογενειακή βία, κ.λπ.), η υπαγωγή τους περαιτέρω, μπορεί να είναι ζήτημα με αυξημένο «κοινωνικό υποκειμενισμό», μπορεί να χωρεί ή και – γιατί όχι – να επιβάλλεται μετακίνησή τους, αναλόγως των καιρών και των αναγκών, και χωρίς επηρεασμό των ειδικότερων κατηγοριών. Ειδικότερα, όσον αφορά τη δικαιοσύνη ανηλίκων, υπάρχουν ιδιαιτερότητες που, εάν εστιάσει, κανείς, σε αυτές, μπορεί να πει ότι τη διακρίνουν και από τη δικαιοσύνη των ουσιοεξαρτημένων ή άλλων «ευάλωτων» ατόμων. Ότι τείνει, στη σύγχρονη εποχή, να εμπλουτίζεται με γνώση από την αναπτυξιακή ψυχολογία και να κλαδοποιείται ως «αναπτυξιακή δικαιοσύνη» (developmental jurisprudence) (Buss, 2016). Και αυτή, όμως, δεν παύει να είναι μια ακόμα κατηγοριοποίηση (που είναι ενδιαφέρον ότι, και πάλι, ξεκινά από το Chicago, με αφορμή κάποιες νεότερες αποφάσεις του Supreme Court, που είχαν εστιάσει στις αναπτυξιακές διαφορές των ανηλίκων). Ως όρος, εν πάση περιπτώσει, «αναπτυξιακή δικαιοσύνη» και η θεώρηση του δικαίου ως «εργαλείου ανατροφής» μπορεί να μην δίνει ακόμα βάση σε κάποια τέλεια θεωρία, ικανή να σπάσει τα τείχη της TJ, από την οποία ερείδεται, για έναν σωρό άλλους λόγους, που δεν είναι επί του παρόντος. Η διαφορετική αυτή κατηγοριοποίηση δεν αίρει αναγκαστικά την ένταξη της δικαιοσύνης ανηλίκων κάτω από την ομπρέλα του UFC, δεν της δίνει βάσεις ανεξάρτητης δικαιοδοσίας, μα ούτε και πείθει ότι δεν είναι κατάλληλο και το UCC που επιλαμβάνεται ήδη εγκληματικών συμπεριφορών ατόμων με μειωμένη πνευματική ηλικία.

Η επικοινωνία μεταξύ των ειδικότερων δικαιοδοσιών είναι πρόσθετη αναγκαιότητα και δεν υπάρχει μόνον μεταξύ των ειδικότερων δικαιοδοσιών, αλλά και μεταξύ των κοινωνικών δομών, για παράδειγμα, η γραμμή «οικογένεια» «σχολείο» «δικαιοσύνη» (βλ. και «school-to-prison pipeline»). Μια τέτοια ανάγκη καλείται να καλύψει, σε μεγάλο βαθμό, η τεχνολογία και η εισαγωγή της στον χώρο της δικαιοσύνης, αλλά και η δημιουργία ενός συστήματος πληροφόρησης και αλληλοενημέρωσης σε σχέση με την παραβατική συμπεριφορά των κοινωνικών μονάδων. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί προτάσσει μαχαίρι μέσα στο σχολικό περιβάλλον, δεν συστήνεται η αποβολή του από το σχολείο, αλλά η διατήρησή του μέσα στο σχολικό περιβάλλον και η επικοινωνία του σχολείου, ως κοινωνικού φορέα στο πλαίσιο λειτουργίας του οποίου παρουσιάζεται το κρούσμα, με τους υπόλοιπους διαθέσιμους κοινωνικούς φορείς που συνδέονται με τη συγκεκριμένη κοινωνική μονάδα (π.χ. οικογένεια, δικαιοσύνη, εκκλησία, κ.λπ.), με τρόπο που να μην ανάγει το περιστατικό σε μείζον θέμα ή να επιφέρει στίγμα· η συνεργασία τους και η από κοινού διακριτική παρακολούθηση και αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς. Η ανάπτυξη αυτού του κοινωνικού πλέγματος (υπό έρευνα) δεν αλλοιώνει κανέναν από τους διαθέσιμους κοινωνικούς φορείς, ούτε τη δικαιοσύνη, ως προς το περιεχόμενο και τον σκοπό τους· τους δίνει όμως κάτι πρόσθετο, για να μπορούν να αναζητούν μια τέτοια κοινωνική ενδοεπικοινωνία. Κοινές πρακτικές αναζήτησης πληροφοριών, κοινό αρχείο καταχώρισης πληροφοριών, κ.λπ. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η ιδέα της «ενοποίησης» δεν αφορά αποκλειστικά στη δικαιοσύνη (UJ), αλλά ευρύτερα στην κοινωνική δομή (unified society – US), τη διοίκηση του Κράτους, σε σχέση με το οποίο η δικαιοσύνη, το σχολείο, η οικογένεια, οι λοιποί κοινωνικοί φορείς, μπορεί να λειτουργούν και ως υποκατηγορίες. Ότι η ιδέα της ενοποίησης, για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά, θα πρέπει να ξεκινά από την κορυφή, να ρέει και να διαχέεται οργανωμένα, καταλήγοντας μέχρι τη βάση.

Η πιο πάνω προσέγγιση μπορεί να σημαίνει παράλληλα ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα όλων των άλλων κοινωνικών φορέων, και η TJ δεν λέει ακριβώς αυτό, ότι η δικαιοσύνη θα πρέπει να υποκαθιστά τους πάντες γύρω από το άτομο. Η TJ λέει ότι η δικαιοσύνη μπορεί (και έχει τον κοινωνικό ρόλο) να ενεργοποιήσει μια διαδικασία «θεραπείας», βεβαιώνοντας την ορθή λειτουργία των υπόλοιπων διαθέσιμων κοινωνικών δομών που περιβάλλουν το άτομο. Την ίδια διαδικασία που θα πρέπει, υποτίθεται, να ενεργοποιούν, αντίστοιχα, οι υπόλοιπες κοινωνικές δομές, διατηρώντας η κάθε μία αναλλοίωτο τον δικό της κοινωνικό ρόλο. Η προσέγγιση του ατόμου ως «κοινωνική μονάδα» και η σημασία που δίδεται σε αυτή την προσέγγιση και έννοια, βασικά, αποκλείει σε οποιαδήποτε κοινωνική εστία να λειτουργεί «αυτιστικά». Στην οικογένεια ή στο σχολείο να αποσιωπούν το ποινικό φαινόμενο, προστατεύοντας την δική τους υπόληψη (αλλά ενδεχομένως αφήνοντάς το χωρίς δικαστική – που σημαίνει ευρύτερα κοινωνική – παρακολούθηση), στη δικαιοσύνη να περιορίζεται μόνο στο ποινικό ή άλλως πώς νομικό φαινόμενο, αδιαφορώντας για τον ρόλο και τη συνέχεια του ατόμου μέσα στην κοινωνία, κ.λπ.

Περαιτέρω προβληματισμοί

Η προσέγγιση της UJ / TJ μπορεί να προϋποθέτει την αυξημένη διαχειριστική ικανότητα των δικαστών, τη δυνατότητά τους να αναλαμβάνουν εκτεταμένη πρωτοβουλία (Younger, 1993). Αυτό, σε συνάρτηση με τη ευρύτητα των δεδομένων που καλούνται να ελέγξουν και να διαχειριστούν σε ένα ενιαίο σύστημα και τη χρήση της τεχνολογίας για να το επιτύχουν, δεν είναι χωρίς κινδύνους. Κυρίως, δεν σημαίνει ότι θα λειτουργεί, ένα τέτοιο σύστημα, προς ικανοποίηση όλων των ειδών διαδίκων (Babb, 1997), κάποιοι από τους οποίους μπορεί να μην θέλουν την παρέμβαση του δικαστηρίου σε όλο τον «κόσμο» και το «είναι» τους επειδή έχουν διαπράξει ένα (ενδεχομένως μη σοβαρό) αδίκημα. Κάποιοι μπορεί να ικανοποιούνται από τον «δικαστικό αυτισμό» και να τον αποζητούν (ακόμα και κινούμενοι μόνο μέσα στην οικογενειακή δικαιοσύνη, π.χ. μεταξύ διαζυγίου και γονικής μέριμνας), έχοντας την ανάγκη να τύχουν ξεχωριστού χειρισμού για το κάθε επιμέρους ζήτημα, που να τους αποσπά, αν μη τι άλλο, από την καταγεγραμμένη τους κοινωνική μοίρα ή να τους τρέφει άλλου είδους ελπίδες. Αυτό ερμηνεύοντάς το μάλιστα και ως δικαστική αμεροληψία (Shaman, 1996). Εν πάση περιπτώσει, κάποτε «θεραπευτικά» μπορεί να λειτουργεί ακριβώς αυτό, η δικαστική (άρα κοινωνική) διαφοροποίηση που οφείλεται σε δικαστική άγνοια για οτιδήποτε παρασκηνιακό ή σε «δικαστικό αυτισμό», ή που είναι συγκυριακή.

Ο διάλογος για τη UJ επεκτάθηκε τόσο, που δεν έλειψε και η σκέψη ότι η κίνηση θα πρέπει να είναι ακριβώς αντίθετη για να επιτύχει κάποια ενοποίηση: να αφαιρεθούν όλες οι σύγχρονες εκτεταμένες εξουσίες και «πατρικός / μητρικός ρόλος» από τους δικαστές και η υπεραπασχόλησή τους με το πριν και το μετά της δίκης και η ανάγκη να κατέχουν γνώσεις κοινωνιολογίας και ψυχολογίας ή να συνεργάζονται με τις άλλες επιστήμες με δική τους ευθύνη, και στους δικαστές να ορίζει κάποιος άλλος, δικαστικός (κοινωνικός) λειτουργός, βοηθός, συντονιστής της συγκοινωνιακής προσέγγισης μεταξύ των κοινωνικών δομών ή άλλος, ποιο νομικό θέμα χρήζει δικαστικής απόφασης (Resnik, 1982; Rendell, 1995; Babb, 1997). Ο αποστασιοποιημένος δικαστής (που εκλαμβάνεται αμερόληπτος λόγω τούτης της απόστασης) και δεινός εκτελεστής του έργου της λήψης απόφασης χωρίς οτιδήποτε άλλο ήταν ή και είναι ακόμα κάπου ένα παραδοσιακό μοντέλο, πιο κοντά στην Αγγλική παράδοση, από αυτήν ακριβώς που η Αμερικανική παράδοση έχει ξεφύγει· ο Reskin (1982), στις περιγραφές του, κάπου γίνεται σχεδόν καυστικός. Περισσότερο εύστοχη, σε σχέση με τη δικαστική αμεροληψία, φαίνεται, ίσως, η σημείωση του Peckham (1985) ότι:

«[a]lthough a judge must exhibit the qualities of dispassion and disengagement, he or she need not be ignorant in order to be impartial, nor remote in order to be dispassionate.»

Πιστεύοντας, ο ίδιος ο Peckham (1985), ότι η αμεροληψία είναι κυρίως μια πνευματική κατάσταση, στην οποία εξασκείται ο νους, ανεξαρτήτως των περιστάσεων.

Βέβαια και στη σύγχρονη Αγγλία υπάρχει, αναμενόμενα, μια καλύτερη επικοινωνία από τις προηγούμενες δεκαετίες. Η εντύπωση είναι ότι στην Κύπρο υπάρχει μία ποικιλία μοντέλων, δηλαδή και ο δικαστής ο οποίος θα επικοινωνήσει με τις ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες και θα μιλήσει στους διαδίκους σε άλλο ύφος και τόνο, αλλά και ο δικαστής που δεν θα μπορεί να προσεγγιστεί ή να ακούσει οτιδήποτε άλλο πέραν από τα ενώπιον του επίδικα ζητήματα (που δεν έχει πρόσωπο). Αυτό, από μια άποψη, μπορεί να είναι καλό, αυτή η ποικιλία, που μπορεί να προκύπτει και αναγκαστικά, λόγω της έλλειψης αιθουσών και της εκδίκασης “in chamber” σε ορισμένες περιπτώσεις· από την άλλη, δημιουργεί κάποιου είδους ασάφεια και αστάθεια στον συνολικό προσανατολισμό και χαρακτήρα, μπορεί κάποια φιλοσοφική σύγχυση στον τρίτο παρατηρητή. Οι δικαστές των οικογενειακών δικαστηρίων αναγκαστικά είναι πιο κοντά στο «Αμερικανικό μοντέλο», ίσως γι’ αυτό μάλλον η τάση επιφόρτισης τους και με συγκεκριμένες ποινικές δικαιοδοσίες, με αφορμή ότι αυτές σχετίζονται με την «οικογένεια», σε μια προσπάθεια να μην διαταραχθεί το έργο του ποινικού δικαστή, που είναι κάπως πιο κοντά στο «Αγγλικό μοντέλο». Φυσικά και το «Αμερικανικό μοντέλο» δικαστών οικογενειακού δικαστηρίου επηρεάζεται κάποιες φορές από τον φόρτο εργασίας: όταν ο όγκος των υποθέσεων είναι μεγάλος, εκ τω πραγμάτων, δεν είναι εφικτό για έναν δικαστή να εισέλθει σε άλλες περιοχές του προβλήματος, πέραν από αυτές που τίθενται ενώπιον του «δικαστικά».

Όσον αφορά την «εξειδίκευση», αυτή δεν αναφέρεται πρώτιστα στην απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων από τον δικαστή (γιατί κατά τα λοιπά δεν είναι υπεράνθρωπος και εκ των πραγμάτων είναι ανέφικτο να είναι παντογνώστης), αλλά στη συστημική εξειδίκευση, πέρα από τη βασική διεπιστημονική εκπαίδευση (μα όχι εξειδίκευση) των δικαστών, που έχει σημασία στην UJ / TJ. Ήδη, στην Κύπρο, υπάρχει ενός είδους εξειδίκευση όσον αφορά τα «ειδικά δικαστήρια» και την ενασχόληση των δικαστών αποκλειστικά με το συγκεκριμένο είδος υποθέσεων. Δεν υπάρχει όσον αφορά τα αστικά ή ποινικά δικαστήρια, όπου εκεί παρατηρείται το φαινόμενο της μετακίνησης δικαστών από τη μια δικαιοδοσία στην άλλη και η δυσκολία της πρώτης προσαρμογής στην αλλαγή της δικαιοδοσίας, συνθήκη που ενδεχομένως είναι και βλαπτική για τους ίδιους τους δικαστές· δηλαδή η αστάθεια στην υλική τους αρμοδιότητα και η έλλειψη δυνατότητας οργάνωσής της και ανάπτυξής της σε διάρκεια χρόνου. Όταν ο Dreyfuss (1989) εξέταζε την πατέντα της δικαιοδοσίας του Court of Appeals για το Federal Circuit, είχε συζητήσει τα διάφορα είδη εξειδίκευσης, μεταξύ των οποίων και τα «ειδικά δικαστήρια». Τα «ειδικά δικαστήρια», ενώ (μπορούν να) διαμορφώνουν σωρεία τάσεων, κατά βάση θετικών, για το δίκαιο και την κοινωνία (π.χ. επίδειξη ενθουσιασμού δικαστών με τη συγκεκριμένη ενασχόληση, ανάπτυξή της στο μέγιστο και δημιουργικότητα, δυνατότητα εστίασης στο πρόβλημα και στην επίλυσή του, ικανότητα επίλυσης εξαιρετικά πολύπλοκων προβλημάτων, κ.λπ.), αυτά τείνουν να αντιμετωπίζονται από την κοινωνία ως κατώτερα έναντι των γενικών δικαστηρίων (Dreyfuss, 1989; Weitzman, 1985; Stempel, 1992; King, 1993; Babb, 1997), παρόλο που φυσικά δεν είναι. Ουδέποτε απουσιάζουν και τα (υποκειμενικά) αρνητικά από κάθε επιλογή, όπως και στην επιλογή των ειδικών δικαστηρίων (π.χ. δημιουργία κόπωσης από την ενασχόληση με την ίδια θεματολογία, αίσθημα διαφοροποίησης ή απομόνωσης ή περιορισμένων δυνατοτήτων ανέλιξης, κ.λπ.). Ορισμένοι τείνουν να αποφεύγουν προτίμηση σε αυτή τη δικαιοδοσία, λόγω της αυξημένης προσωπικής φύσης των υποθέσεων (Rubin & Flango, 1992).

Ειδικότερα για τον εμποτισμό των ειδικών οικογενειακών δικαστηρίων με ποινική δικαιοδοσία ασχολήθηκαν και οι Katz και Kuhn (1991) συζητώντας τα θετικά και τα αρνητικά μιας τέτοιας επιλογής στο γνωστό “Redbook” τους, όπως και οι Szymanski, Homisak και Hurst (1993). Είχε προηγηθεί το 1990 σχετικό συμπόσιο, το πρώτο του είδους του, που ενεργοποίησε τον διάλογο (Kuhn, 1998). Βέβαια, τα «αρνητικά» δεν ήταν τόσο πειστικά, αφού περιορίζονταν λίγο-πολύ στις κοινωνικές συνέπειες της εσωτερίκευσης και ενδοοικογενειακής μεταχείρισης του ποινικού φαινομένου σε αυτές τις περιπτώσεις, κατ’ επέκταση στην αφαίρεση από την κοινωνική ανάγκη απόδοσης κοινωνικής τιμωρίας σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. ενδοοικογενειακής βίας ή πολύ σοβαρών αδικημάτων από ανήλικο). Έπειτα, δεν θα συμφωνούσα απόλυτα με ό,τι έθιξαν οι Szymanski, κ.α., ότι μεταξύ της δικαιοσύνης ανηλίκων και της ποινικής δικαιοσύνης υπάρχει μια φιλοσοφική απόκλιση, προκύπτουσα από την ανάγκη προστασίας του παιδιού στη δικαιοσύνη ανηλίκων και τιμωρίας του δράστη στην ποινική δικαιοδοσία χωρίς εστίαση στις οικογενειακές του ανάγκες. Στη σύγχρονη ποινική δικαιοδοσία ίσως να υπάρχει και μία δόση ανάγκης προστασίας και αναμόρφωσης και του δράστη, ο αποκλεισμός του οποίου από το κοινωνικό σύνολο (όπου κάποια στιγμή θα επιστρέψει) να μην είναι μόνον για την προστασία του τελευταίου.

Βέβαια, η επιχειρηματολογική σύγκριση γίνεται πάνω σε επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν τη δεκαετία του 90’ και σε ένα σύστημα ποινικής δικαιοσύνης όπου η σκληρότητα του ποινικού δικαίου μπορεί να κατευνάζεται ούτως ή άλλως με τη λαϊκή συμμετοχή (βλ. ένορκοι), κάτι που απουσιάζει από την Κυπριακή ποινική δικαιοσύνη. Η ταύτιση των εντυπώσεων λοιπόν δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Εξάλλου, δεν συζητήθηκε ως ανέφικτη η δυνατότητα ενός δικαστή οικογενειακού δικαστηρίου με τέτοια διευρυμένη δικαιοδοσία να παραπέμπει μια υπόθεση στην ποινική δικαιοδοσία, σταθερά σε ορισμένης φύσης αδικήματα, ή οποτεδήποτε ο ίδιος κρίνει ότι, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα, θα πρέπει να υπερτερήσει η κοινωνική απάντηση της ενδοοικογενειακής μεταχείρισης (δεδομένο που αποτρέπει, με τη σειρά του, τον ποινικό δικαστή, από το να υπερασχοληθεί με το οικογενειακό πρόβλημα). Η τελευταία δυνατότητα ανοίγει παράλληλα και ένα κεφάλαιο για τη συζήτηση της επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών, με διάφορους τρόπους (π.χ. μεταξύ ξεχωριστών δικαιοδοσιών με παραπομπή, με συμμετοχή στη σύνθεση ποινικού δικαστή όταν εκδικάζονται υποθέσεις ποινικής δικαιοδοσίας από το οικογενειακό δικαστήριο, κ.λπ.), που δεν είναι γνωστό εάν οδηγεί σε ένα εξιδανικευμένο και ουτοπικό σύστημα, αλλά δημιουργεί κάποιο ερευνητικό ενδιαφέρον.

Ο παράγοντας της καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων «οικογενειακής φύσης», που χρήζουν άμεσης παρέμβασης και επίλυσης, γιατί αφορούν στο καθημερινό περιβάλλον του ατόμου, δεν μπορεί να περνά απαρατήρητος από οποιαδήποτε προσπάθεια αναδιάρθρωσης με προσανατολισμό προς το UFC. Αυτός ο παράγοντας έχει καταλυτική επίδραση στα πάντα, ειδικά όπου εμπλέκονται παιδιά. Στο UFC μπορεί να έχει μια ιδιαίτερη θέση ο προδικαστικός σχεδιασμός, όχι κατ’ ανάγκη με τα υπο-στάδια που πρότεινε ο Peckham (1985), που ενδεχομένως να είχαν και άλλο σκοπό, μα με πρόνοια άμεσης (δικαστικά ελεγχόμενης) παρέμβασης με εργαλεία διαμεσολάβησης (ως απόρροια UJ, οι διαμεσολαβητές θα μπορούσαν ίσως να είναι, εάν όχι οι ίδιοι οι δικαστές, δικαστικοί λειτουργοί, θεσμικά δεσμευμένοι βοηθοί των δικαστών, να δίνουν πλήρη αναφορά στους δικαστές που να καταχωρίζεται στον φάκελο της οικογένειας, παρά να είναι ανεξάρτητοι ιδιώτες επαγγελματίες που μπορεί και να βιώνουν τον δικό τους «επαγγελματικό αυτισμό»).

Παράγοντες μπορούν να εκτεθούν πολλοί, τέτοιοι που να πρέπει να ληφθούν υπόψη. Όπως επισήμανε και πάλι ο Dreyfuss (1989) και ο τρόπος προσέγγισης της αποδοτικότητας ενός υπό αναμόρφωση συστήματος ποικίλει, αναλόγως με το πού θα εστιάσει, κανείς, την προσοχή του. Στους αντικειμενικούς παράγοντες (καθορισμός και συγύρισμα χαρτοφυλακίου για κάθε δικαστή, μείωση όγκου εργασίας, κ.λπ.) ή στους υποκειμενικούς (ικανοποίηση των διαδίκων, επαγγελματική και επιστημονική ικανοποίηση, κοινωνική εντύπωση, κ.λπ. – ενδεχομένως να πρέπει να αναζητείται ενός είδους «feedback» όπως σε όλες τις σύγχρονες επαγγελματικές ενασχολήσεις). Ίσως έχει σημασία να μην εστιάζει, κανείς, μόνο στους μεν ή στους δε, αλλά να επιχειρεί μια ισορροπία και να δουλεύει πάνω στη βελτίωση αυτής, με κάποιους βασικούς δείκτες στην κεφαλή (π.χ. ποιότητα, χρόνος, κ.λπ.) και σταδιακά προσθήκη περαιτέρω δεικτών υπό αυτούς ή στο πλευρό τους.

Αντί επιλόγου

Το ενδεχόμενο αναμόρφωσης των ειδικών οικογενειακών δικαστηρίων ως UFC, με προσθήκη σ’ αυτά ποινικής δικαιοδοσίας, έστω μερικά για την ώρα (μόνον δικαιοσύνη ανηλίκων), θα ήταν καλό να ξεκινούσε από μια ανοιχτή συζήτηση, όπου να συζητούνταν όλες οι παράμετροι και ανησυχίες από τους ενδιαφερόμενους. Όπου θα παρουσιάζονταν, ενδεχομένως, διάφορα άλλα μοντέλα και σχεδιαγράμματα και υπο-σχεδιαγράμματα (π.χ. ειδικά δικαστήρια υπό UCC και διάγραμμα πορείας μιας υπόθεσης από το πρώτο σημείο αναφοράς της στο Πρωτοκολλητείο, ειδικά δικαστήρια υπό UCF, σύστημα διακινητικότητας ή συνεργασίας μέσω της σύνθεσης, κ.λπ.), όπως επίσης και ηπειρωτικής προέλευσης. Κάπου μπορεί να υφίστανται «ενιαία δικαστήρια», τα οποία να περιλαμβάνουν «υποθέσεις ανηλίκων», αλλά όχι παραβατικότητας ανηλίκων. Αλλού μπορεί να υφίστανται «δικαστήρια εκτέλεσης ποινών». Να εξετάζονταν τα πλάνα, να συγκεντρώνονταν τα πορίσματα, να αξιολογούνταν. Να μην φαίνεται ως μια ξαφνική ιδέα που ανατρέπει, μέσα σε διάστημα μερικών μόνον μηνών, κατευθύνσεις, με βάρος φιλοσοφικό, ούτε μια έκτακτη λύση ανάγκης, από τις οποίες μπορεί και να έχει κουραστεί η Κυπριακή δικαιοσύνη. Να ακολουθηθεί από σφυγμομέτρηση ως προς το κατά πόσον η φιλοσοφία UJ / UFC / TJ τυγχάνει και της ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής (public consensus), και, αφού αποφασιστεί με επιστημονική σοβαρότητα και μελέτη κάτι τέτοιο, να ξεκινήσει η πολύπλοκη διαδικασία.

Πολύπλοκη, γιατί χρειάζεται προσεκτική αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης, διαπίστωση των πτυχών που λειτουργούν καλά, αλλά και των αναγκών, αξιολόγηση, καθορισμός των στόχων, ανάπτυξη σχεδίων δράσης, ανάπτυξη σχεδίων εφαρμογής, δοκιμαστική εφαρμογή, έρευνες, δοκιμές, και ξανά έρευνες σε κάθε στάδιο εφαρμογής, διορθωτικές κινήσεις, και ξανά δομικές, κ.λπ. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί πολύ χρόνο, πολύ καλή οργάνωση και κόπο, η οποία όμως πρέπει να γίνει και πρέπει να γίνεται και σε κάθε παρόμοια περίπτωση (δεν υπάρχει άλλη επιλογή). Θα πρέπει, ενδεχομένως, να αναπτυχθεί κάποια στιγμή ένας τέτοιος μηχανισμός, για την ανταπόκριση σε τέτοιες ανάγκες αναθεώρησης, για την αξιολόγηση συναφών αιτημάτων, τον καταρτισμό κατάλληλων ομάδων εργασίας, κ.λπ. Η πρωτοβουλία να μην αφήνεται σε υφιστάμενους φορείς, οι οποίοι ενδεχομένως να μην μπορούν να την λάβουν, γιατί δεν είναι το πρώτιστο μέλημά τους. Η διαδικασία θα πρέπει να ακολουθείται σε εγχώριο επίπεδο, με ευδιάκριτο τρόπο, να υπάρχει διαθέσιμη πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τα στάδια που ακολουθούνται, δημόσια αναφορά, για τον απαραίτητο κοινωνικό έλεγχο μα και επιστημονικό διάλογο.

———–

Ainsworth, J. E. (1994). Youth justice in a unified court: Response to critiques of juvenile court abolition. Boston College Law Review, 36, 927 – 951.

Ashman, A. & Parness, J. A. (1974). The concept of a unified court system. DePaul Law Review, 24, 1 – 41.

Babb, B. A. (1997). Fashioning an interdisciplinary framework for court reform: A blueprint to construct a unified family court. Southern California Law Review, 71, 469 – 547.

Buss, E. (2016). Developmental Jurisprudence. Temple Law Review, 88, 741 – 768.

Dreyfuss, R. C. (1989). The Federal Circuit: A case study in specialized courts. New York University Law Review, 64, 1 – 78.

Gilbert, J., Grimm, R., & Parnham, J. (2001). Applying therapeutic principles to family-focused juvenile justice model (delinquency). Alabama Law Review, 52, 1153 – 1212.

Hobbs, S. H. (1991). In search of family value: Constructing a framework for jurisprudential discourse. Marquette Law Review, 75, 529 – 568.

Katz, S. N. & Kuhn, J. A. (1991). Recommendations for a Model Family Court. USA: National Council of Juvenile and Family Court Judges.

King, D. B. (1993). Accentuate the positive – Eliminate the negative. Family and Conciliation Courts Review, 31, 9 – 28.

Kuhn, J. A. (1998). A seven-year lessons on Unified Family Courts: What we have learned since the 1990 National Family Court Symposium. Family Law Quarterly 32, 67 – 94. 

Peckham, R. F. (1985). A judicial response to the cost of litigation: Case management, two-stage discovery, planning and alternative dispute resolution. Rutgers Law Review, 37, 253 – 278.

Pound, R. (1906). The Causes of Popular Dissatisfaction with the Administration of Justice. American Bar Association, 29.08.1906.

Pound, R. (1913). The administration of justice in the modern city. Harvard Law Review, 26, 302 – 328.

Rendell, M. O. (1995). What is the role of the judges in our litigious society? Villanova Law Review, 40, 1115 – 1132.

Resnik, J. (1982). Managerial Judges. Harvard Law Review, 96, 374 – 448.

Rubin, T. H. & Flango, V. E. (1992). Court Coordination of Family Cases. USA: National Institute of Justice / NCJRS paper reproduction.

Shaman, J. M. (1996). The impartial judge: Detachment or passion? DePaul Law Review, 45, 605 – 632.

Stempel, J. W. (1992). Two cheers for specialization. Brook Law Review, 61, 67 – 128.

Szymanski, L., Homisak, T., & Hurst, H. E. (1993). Policy Alternatives and Current Court Practice in the Special Problem Areas of Jurisdiction over the Family. USA: National Center for Juvenile Justice.

Weitzman, L. J. (1985). The divorce revolution: The unexpected social and economic consequences for women and children in America. New York / London: Free Press.

Younger, J. T. (1993). Marriage, divorce, and the family: A Cautionary tale. Hofstra Law Review, 21, 1367 – 1383.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s