Οι Aπαιτήσεις του ΕΔΑΔ σε θανάτους εντός των Νοσοκομειακών Οργανισμών

H έκταση του σεβασμού του δικαιώματος στη ζωή δεν κατοχυρώνεται μόνο από το λεκτικό του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και αντιστοίχως του Άρθρου 7 του Κυπριακού Συντάγματος. Το δικαίωμα αυτό τυγχάνει περαιτέρω νομολογιακής επέκτασης από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), με αποτέλεσμα να εξάγονται περαιτέρω κρατικές υποχρεώσεις από τις αρχικά υποτιθέμενες όταν πρωτογράφτηκε το κείμενο της ΕΣΔΑ.

Σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ, το άρθρο 2 δεν εξυπακούει μόνο την έκδηλη αρνητική υποχρέωση με την οποία το Κράτος οφείλει να απέχει από πράξεις που αποσκοπούν στην απώλεια ζωής. Αντιθέτως, καθορίζονται περαιτέρω δύο θετικές υποχρεώσεις, ως ακολούθως:

  1. Αφενός, την κρατική υποχρέωση για λήψη μέτρων προστασίας της ζωής (ουσιαστική υποχρέωση – operational duty) και αφετέρου:
  2. την κρατική υποχρέωση για αποτελεσματική διερεύνηση θανάτου εντός της επικράτειας του κράτους (η διαδικαστική υποχρέωση – procedural duty).

Οι ως άνω θετικές υποχρεώσεις προήλθαν αρχικά από νομολογία του Στρασβούργου σε υποθέσεις που αφορούσαν χρήση βίας από Αρχές του Κράτους όπως Δυνάμεις Ασφαλείας έναντι πολιτών. Με την απόφαση της Erikson v. Italy App no 37900/97 (ECtHR, 26 Οκτωβρίου 1999) καθιερώθηκε για πρώτη φορά ότι οι ως άνω δύο θετικές υποχρεώσεις δεν περιορίζονται στο πεδίο χρήσης βίας από κρατικές Αρχές, αλλά και όπου οι Αρχές του κράτους ενδεχομένως να φέρουν ευθύνη για την απώλεια ζωής. Στην εν λόγω απόφαση ειπώθηκε ότι:

“The Court points out that the first sentence of Article 2 obliges the States not only to refrain from «intentionally» causing death, but also to take adequate measures to protect life[i]. The Court considers that Article 2 of the Convention imposes that, even in cases like the present one, in which the deprivation of life was not the result of the use of lethal force by agents of the State but where agents of the State potentially bear responsibility for loss of life, the events in question should be subject to an effective investigation or scrutiny[ii] which enables the facts to become known to the public and in particular to the relatives of any victims”

Τα γεγονότα της Erikson ανωτέρω αφορούσαν το ξαφνικό θάνατο της μητέρας του αιτητή μετά τη διεκπεραίωση ορισμένων ιατρικών εξετάσεων. Με την εν λόγω απόφαση δίνεται πλέον το πράσινο φως για την εφαρμογή των ως θετικών υποχρεώσεων σε περιπτώσεις θανάτου εντός των Νοσοκομειακών Οργανισμών. Περαιτέρω επιβεβαίωση της εφαρμογής αυτής έγινε στην υπόθεση της Calvelli and Ciglio v. Italy [2002] (Appl no. 32967/96). Στις παραγράφους 48 και 49 της απόφασης ειπώθηκε ρητώς ότι οι νομολογιακές αρχές για τις θετικές υποχρεώσεις του Κράτους εφαρμόζονται και στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης: Οι παραγράφοι 48 και 49 της απόφασης προνοούν ότι:

  1. The Court reiterates that the first sentence of Article 2, which ranks as one of the most fundamental provisions in the Convention and also enshrines one of the basic values of the democratic societies making up the Council of Europe (see, among other authorities, McCann and Others v. the United Kingdom, judgment of 27 September 1995, Series A no. 324, pp. 45-46, § 147), enjoins the State not only to refrain from the “intentional” taking of life, but also to take appropriate steps to safeguard the lives of those within its jurisdiction (see L.C.B. v. the United Kingdom, judgment of 9 June 1998, Reports of Judgments and Decisions 1998-III, p. 1403, § 36).
  2. Those principles apply in the public-health sphere too. The aforementioned positive obligations therefore require States to make regulations compelling hospitals, whether public or private, to adopt appropriate measures for the protection of their patients’ lives. They also require an effective independent judicial system to be set up so that the cause of death of patients in the care of the medical profession, whether in the public or the private sector, can be determined and those responsible made accountable.

Γίνεται αντιληπτό ότι η εφαρμογή των ως άνω νομολογιακών υποχρεώσεων ενδεχομένως να καταστεί δυσχερής εντός του πεδίου της υγειονομικής περίθαλψης. Υπάρχει, εξάλλου, ουσιαστική διαφορά περιστάσεων αλλά και γεγονότων, αφενός σε υποθέσεις χρήσης βίας που προκαλείται από Δυνάμεις Ασφαλείας, και αφετέρου, σε υποθέσεις ευθύνης εντός των Νοσοκομειακών Οργανισμών. Εν τούτοις, η δυσχέρεια αυτή φαίνεται να επιλύεται από την ασφαλιστική δικλείδα που θέτει η ίδια η απόφαση της Powell v UK App no 45305/99 (ECtHR, 4 May 2000).

Η ως άνω υπόθεση αφορούσε θάνατο από μη επαρκώς διαγνωσμένη θανατηφόρα ασθένεια. Η ασφαλιστική δικλείδα που τέθηκε ήταν ότι εφόσον το Κράτος προέβηκε σε διαβήματα για εξασφάλιση ψηλών επαγγελματικών επιπέδων στους επαγγελματίες υγείας, αλλά και στην προστασία της ζωής των ασθενών, τότε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ζητήματα όπως λανθασμένη κρίση του επαγγελματία υγείας ή η αμελής οργάνωση μεταξύ των επαγγελματιών υγείας για την περίθαλψη του συγκεκριμένου ασθενούς μπορούν να θεμελιώσουν παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων του Κράτους αναφορικά με το δικαίωμα στη ζωή. Συγκεκριμένα στην απόφαση ειπώθηκαν τα εξής:

«Where a Contracting State has made adequate provision for securing high professional standards among health professionals and the protection of the lives of patients, it cannot accept that matters such as error of judgment on the part of a health professional or negligent co-ordination among health professionals in the treatment of a particular patient are sufficient of themselves to call a Contracting State to account from the standpoint of its positive obligations under Article 2 of the Convention to protect life.»

Τοιουτοτρόπως, είναι πιθανότερο το Κράτος να παραβιάσει τις υποχρεώσεις του όταν οι παρατυπίες συνδέονται με συλλογικά ζητήματα περίθαλψης, όπως την οργανωτική δομή των νοσοκομείων. Δεν φαίνεται όμως να προκύπτει ευθύνη για γεγονότα που γενικότερα εξυπακούουν ότι εμπίπτουν κατά πιθανότητα σε ζητήματα εξατομικευμένης ιατρικής αμέλειας που αφορούν συγκεκριμένο ασθενή. Αυτό φαίνεται να ισχύει εφόσον προγενέστερα το Κράτος καταφέρει να αποδείξει ότι έχει θεμελιώσει κατάλληλα ψηλά ιατρικά επίπεδα, τόσο στους επαγγελματίες υγείας, όσο και γενικότερα στην προστασία των ασθενών. Η νομολογία, είναι ξεκάθαρη – «where a Contracting State has made adequate provision for securing high professional standards». Το εν λόγο βάρος απόδειξης φαίνεται ότι είναι ισχυρό, ειδάλλως η Πολιτεία χάνει την ευκαιρία για ‘εξαίρεση κρατικής ευθύνης’ για θανάτους εντός των Νοσοκομειακών του Οργανισμών. Δηλαδή, στην απουσία απόδειξης των ψηλών ιατρικών επιπέδων, μπορεί εξ’ αντιθέτου να ερμηνευτεί ότι ακόμη και ζητήματα συνήθους και εξατομικευμένης ιατρικής αμέλειας σε συγκεκριμένο ασθενή, είναι ικανά να προκαλέσουν παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων του Κράτους υπό το Δικαίωμα στη Ζωή.

Νομολογιακή επέκταση της διαδικαστικής υποχρέωσης του Άρθρου 2 (αποτελεσματική διερεύνηση θανάτων).

Ως αναφέρθηκε στην Calvelli and Ciglio ανωτέρω, η γενική επίκληση της νομολογίας του ΕΔΑΔ για την αποτελεσματική διερεύνηση θανάτου, ορίζει την υποχρέωση του Κράτους, για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού δικαστικού συστήματος που αποσκοπεί στην εξακρίβωση της αιτίας θανάτου του προσώπου υπό τη φροντίδα και ευθύνη των νοσοκομειακών οργανισμών, αλλά επιπρόσθετα, και την εξακρίβωση κάθε ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στους συγκεκριμένους επαγγελματίες υγείας.

Από μεταγενέστερη νομολογία του ΕΔΑΔ μπορεί να διαφανεί ότι το Δικαστήριο του Στρασβούργου επεκτείνει την υποχρέωση διερεύνησης σε περαιτέρω βαθμό και λεπτομέρεια. Παράδειγμα αποτελεί η απόφαση της Mehmet Şenturk and Bekir Şenturk v. Turkey [2013] (appl. no 13423/09) στην οποία ιδιωτικό νοσοκομείο αρνήθηκε να διεκπεραιώσει επείγουσα επέμβαση σε κυοφορούσα, λόγω της ανικανότητας της να καλύψει τα σχετικά ιατρικά έξοδα. Συγκεκριμένα, στην απόφαση ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη διερεύνηση θανάτου:

‘82. …A requirement of promptness and reasonable expedition is implicit within this context. Rapid examination of such cases is important for the safety of users of all health services (see Byrzykowski v. Poland, no. 11562/05, § 117, 27 June 2006).

 The State’s obligation under Article 2 of the Convention will not be satisfied if the protection afforded by domestic law exists only in theory: above all, it must also operate effectively in practice, and that requires a prompt examination of the case without unnecessary delays (see Šilih v. Slovenia [GC], no. 71463/01, § 195, 9 April 2009)’       

Εν προκειμένω, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου φαίνεται να συγκροτεί μια αυστηρή προσέγγιση στη διερεύνηση θανάτων εντός των νοσοκομείων. Το ΕΔΑΔ επισήμανε το κρίσιμο της ανάγκης άμεσης ανταπόκρισης και της αποφυγής των οποιονδήποτε αχρείαστων καθυστερήσεων εκ μέρους των κρατικών αρχών στη διαδικασία διερεύνησης. Η νομολογία του Στρασβούργου τονίζει επίσης πως εκτός από την ανάγκη ύπαρξης εθνικού νομοθετικού πλαισίου για τη διαδικασία διερεύνησης, η συγκεκριμένη διαδικασία οφείλει να παρίσταται και πρακτικά υλοποιήσιμη.

Στην απόφαση της Z v Poland [2013] (Appl. no. 46132/08) υποστηρίχτηκε περαιτέρω ότι παρά την ύπαρξη των οποιονδήποτε εμποδίων ή δυσκολιών, τα οποία ενδεχομένως να παρεμποδίσουν τη διαδικασία διερεύνησης, η αποτελεσματική διερεύνηση οφείλει να πραγματοποιηθεί για την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού. Το συγκεκριμένο απόσπασμα της υπόθεσης αναφέρει ότι:

«‘A requirement of promptness and reasonable expedition is implicit in this context. Even where there may be obstacles or difficulties which prevent progress in an investigation in a particular situation, a prompt response by the authorities is vital to the maintenance of public confidence in their adherence to the rule of law and to the prevention of any appearance of collusion in or tolerance of unlawful acts (see Paul and Audrey Edwards, cited above, § 72). The same applies to Article 2 cases concerning medical negligence.

Knowledge of the facts and of possible errors committed in the course of medical care are essential to enable the institutions concerned and medical staff to remedy potential deficiencies and prevent similar errors. The prompt examination of such cases is therefore important for the safety of users of all health services (see Šilih v. Slovenia [GC], no. 71463/01, § 192-96, 9 April 2009).’»

Τα μηνύματα του ΕΔΑΔ υποστηρίζουν πως εκτός της γενικότερης ωφελιμότητας που παρέχει η διαδικασία της διερεύνησης, επιπλέον με τη διαδικασία αυτή παρέχεται η ευκαιρία στους οργανισμούς υγείας, αλλά και στο ιατρικό προσωπικό, να διορθώσουν τις προϋπάρχουσες ανωμαλίες ή αδυναμίες, καθώς και να αποτρέψουν την επανάληψη παρομοίων σφαλμάτων.

Η εφαρμογή της Νομολογίας του Στρασβούργου στην Κύπρο

Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων το επόμενο βήμα είναι ο τρόπος όπου αυτή η νομολογία μπορεί να εφαρμοστεί σε αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ήδη η ενδελεχής μελέτη και δραστική εφαρμογή της σχετικής Νομολογίας του Στρασβούργου έχει γίνει στις υποθέσεις της απώλειας ζωής του Μιλτιάδη και Χρίστου Χριστοφόρου – των διδύμων αναφορικά με την πολύκροτη υπόθεση του Μαρί κατά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αγωγές υπ. αρ. 596/2014, 597/2014).

Στις ως άνω αγωγές αναφέρθηκε σωρεία αποφάσεων του ΕΔΑΔ που αφορούσαν παραβιάσεις των νομολογιακά καθιερωμένων ουσιαστικών και διαδικαστικών υποχρεώσεων της Πολιτείας υπό το Άρθρο 2 της ΕΣΔΑ. Μπορεί μεν η επικαλούμενη νομολογία να μην αφορούσε υποθέσεις θανάτων εντός νοσοκομειακών οργανισμών, αλλά εν τούτοις οι αποφάσεις αυτές επαναλαμβάνουν τα συμπεράσματα και τις επικλήσεις του ΕΔΑΔ, ότι οι ως άνω αρχές δικαίου πρέπει να γίνονται σεβαστές από τα Κράτη Μέλη της ΕΣΔΑ.

Στις εν λόγω αγωγές επιδικάστηκε το ψηλό ποσό των 240.000 Ευρώ για την απώλεια ζωής εκάστου δίδυμου. Το μεγαλύτερο ποσοστό των αποζημιώσεων αποτελούσαν οι «μη χρηματικές αποζημιώσεις» για παραβίαση των ως άνω νομολογιακών υποχρεώσεων επί του δικαιώματος στη ζωή, ως αναγνωρίζονται από το Δικαστήριο του Στρασβούργου. Το ποσό αυτό είναι σημαντικό διότι παρόλο που κανένα ποσό δεν μπορεί να επαναφέρει την ανθρώπινη ζωή, εν τούτοις μπορεί να εμπεδώσει καλύτερα τη δικαστική προσέγγιση ότι η ανθρώπινη ζωή πρέπει να προστατεύεται και ακόμη σε περίπτωση απώλειας αυτής, πρέπει να γίνεται η δέουσα διερεύνηση για την παρεμπόδιση επανάληψης παρόμοιων περιστατικών.

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι σε περιπτώσεις θανάτου όπου δεν υπάρχουν εξαρτώμενοι, εάν δεν υπάρχουν άλλοι παράγοντες, η επιδίκαση αποζημίωσης υπό την Κυπριακή Νομοθεσία και μόνο υπό τα εδαφια 7 και 9 του Άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος (ΚΕΦ.148), μπορεί να φτάσει τις 10.000 Λ.Κ. – €17.000 για αποζημιώσεις λόγω απώλειας ή πένθους (bereavement). Στην περίπτωση των διδύμων δεν υπήρχαν εξαρτώμενοι τους και το ποσό που τους επιδικάστηκε υπό την κυπριακή νομοθεσία και μόνο ήταν της τάξης των €17.085,90. Το ποσό αυτό αυξήθηκε, με την περαιτέρω επιδίκαση των μη χρηματικών αποζημιώσεων. Η αποζημίωση αυτή δόθηκε ώστε να αντικατοπτρίζει την ορθότερη προστασία της ζωής μέσω της επιπρόσθετης επιδίκασης των μη χρηματικών αποζημιώσεων για παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων της Πολιτείας, ως αναγνωρίζονται από τη νομολογία του ΕΔΑΔ επί του δικαιώματος στη ζωή.

Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να ειπωθεί ότι ο θάνατος πολλών ασθενών είτε ανήλικων, είτε τρίτης ηλικίας τυχόν να μην εμπλέκει καθόλου εξαρτώμενους. Με αυτά τα γεγονότα υπόψη, πολλές φορές η μόνη αποζημίωση υπό την κυπριακή νομοθεσία για απώλεια ζωής ασθενούς μπορεί να είναι η ως άνω αναφερόμενη της απώλειας ή πένθους (bereavement) που φτάνει τις 10.000 Λ.Κ. – €17.000. Μόνο με την επέμβαση της νομολογίας και προσέγγισης του ΕΔΑΔ μπορεί να αποκατασταθεί ορθότερα η ζημιά που υφίσταται στους συγγενείς από την απώλεια της ζωής ασθενών και συγγενικών τους προσώπων. Τοιουτοτρόπως, με την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού, μπορούν να ληφθούν καλύτερα τα μηνύματα αλλά και η φιλοσοφική προσέγγιση που ταυτίζεται με το δίκαιο των αστικών αδικημάτων – την αποτρεπτική λειτουργία (deterrence) για αποφυγή επανάληψης ανεπιθύμητων συμπεριφορών.[1] Ειδάλλως, στην απλή επιδίκαση των Ευρώ 17.000 μπορεί με ευκολία να ειπωθεί ότι η «δαμόκλειος σπάθη» για τους νοσοκομειακούς οργανισμούς αλλά και κάθε άλλη κρατική Αρχή, παραμένει άστοχη, άτοπη και προπάντων ανίσχυρη να επιτελέσει τον σκοπό αποτροπής που μεταξύ άλλων εξυπηρετεί το δίκαιο των αστικών αδικημάτων.

Πέραν όμως των κρατικών υποχρεώσεων και των διαφόρων ευθυνών, η αποτελεσματική προστασία της ζωής αλλά και στην περίπτωση όπου δεν αποτράπηκε ο θάνατος, η αποτελεσματική διερεύνηση αυτού για την αποφυγή επανάληψης παρόμοιων περιστατικών, οφείλουν ουσιαστικά να σταθμιστούν ως οι πυλώνες στη συνέχιση της λειτουργίας, ειδικότερα, των νοσοκομειακών οργανισμών.

_______________________________________________________________

[1] Ως αναφέρει ο Βρετανός ακαδημαϊκός Glanville Williams, στο σύγγραμμα του The Aims of the Law of Tort, CLP, Vol 4, Issue 1, 1 January 1951, Pages 137–176, ένας από τους τέσσερις σκοπούς του δικαίου των αστικών αδικημάτων, (tort law) είναι η αποτροπή (deterrence) επανάληψης των συμπεριφορών που επιφέρουν αστική ευθύνη.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s