Ο νέος νομοθετικός ορισμός για τη θνησιγονία (stillbirth)

Με τον περί Αρχείου Πληθυσμού (Τροποποιητικό) Νόμο του 2017, Ν. 168(Ι)/2017, που δημοσιεύτηκε την 01.12.2017, τροποποιείται, μεταξύ άλλων, και η (νομική) έννοια της «θνησιγονίας» (stillbirth).

Η θνησιγονία, σύμφωνα με τον Κυπριακό νόμο (και γενικά στον νομικό κόσμο), δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του «αποβιώσαντος», δηλαδή του προσώπου που γεννήθηκε ζωντανό και μετά απεβίωσε. Περιλαμβάνεται, όμως, στην έννοια της «γέννησης», αλλά όχι στην έννοια της «γέννησης ζώντος». Η αρχική έννοια της «θνησιγονίας» αναφέρονταν στη «γέννηση παιδιού» μετά την 28η εβδομάδα της κύησης ή ελάχιστου βάρους 500 γραμμαρίων, το οποίο δεν ανέπνευσε μετά την πλήρη εκβολή ή απόσπασή του από τη μητέρα του. Βασικά ήταν ένα είδος «γέννησης παιδιού», αλλά όχι ζώντος που να θεμελιώνει την έννοια του προσώπου που γεννήθηκε ζωντανό και απεβίωσε.

Η νέα έννοια της «θνησιγονίας» αναφέρεται στον «θάνατο εμβρύου το οποίο γεννιέται με βάρος τουλάχιστον πεντακοσίων (500) γραμμαρίων ή με ηλικία κύησης τουλάχιστον είκοσι δύο (22) συμπληρωμένων εβδομάδων ή με μήκος σώματος από την κορυφή της κεφαλής έως την πτέρνα τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) εκατοστόμετρων». Ενώ η αρχική έννοια εννοιοδοτούσε ενός είδους γέννηση και μάλιστα «παιδιού», η νέα έννοια εννοιοδοτεί ένα είδος θανάτου και μάλιστα «εμβρύου». Βέβαια, δεν τροποποιήθηκε και η έννοια της «γέννησης», επομένως έχουμε το νομοθετικό φαινόμενο του ορισμού της «γέννησης» και ως «θάνατος» (εμβρύου). Δεν είναι ασυνήθιστο, κατά τα λοιπά, το φαινόμενο, η θνησιγονία να δίνεται είτε μέσα από ορισμό γέννησης είτε μέσα από ορισμό θανάτου και αντίστοιχα να χρησιμοποιούνται οι έννοιες «παιδί» ή «έμβρυο». Η εννοιολογική μετάβαση, στην προκειμένη περίπτωση, από τη μία βάση στην άλλη, είναι ενδιαφέρουσα.

Η νομοθετική χρήση της έννοιας του «εμβρύου» αντί αυτής του «παιδιού» μπορεί να εκληφθεί και ως προσπάθεια διασαφήνισης της διαφοράς μεταξύ «προσώπου» και «εμβρύου». Επί της ουσίας, η «θνησιγονία» αναφέρεται, όντως, σε εμβρυικό θάνατο, ήτοι σε θάνατο εντός της μήτρας ή και σε θάνατο κατά τη διάρκεια του τοκετού και πριν την ολοκλήρωσή του με την απόσπαση του εμβρύου από το μητρικό σώμα. Η εξαγωγή, από το μητρικό σώμα, εμβρύου χωρίς ζωτικά σημεία είναι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου θανάτου. Ο ορισμός που εστιάζει στον θάνατο, παρά στη γέννηση χωρίς ζωτικά σημεία, (νομίζει ότι) αποφεύγει την επιμέρους βάσανο του περαιτέρω προσδιορισμού του τι σημαίνει έλλειψη ζωτικών σημείων κατά τη γέννηση (είναι μόνον η απουσία αναπνοής; ).

Όπως δίνεται ο νέος νομοθετικός ορισμός: «θάνατος εμβρύου το οποίο γεννιέται με βάρος τουλάχιστον πεντακοσίων (500) γραμμαρίων ή με ηλικία κύησης τουλάχιστον είκοσι δύο (22) συμπληρωμένων εβδομάδων ή με μήκος σώματος από την κορυφή της κεφαλής έως την πτέρνα τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) εκατοστόμετρων», εξαντλεί τον προσδιορισμό του χρόνου επέλευσης του θανάτου (εντός της μήτρας ή πριν ή κατά την απόσπαση από το μητρικό σώμα), που αφήνεται παραπάνω να νοηθεί, στη χρήση της έννοιας του «εμβρύου». Ο θάνατος αναφέρεται σε «έμβρυο», όχι σε «παιδί» ή σε «πρόσωπο»· είναι «θάνατος εμβρύου». Θα πρέπει, ενδεχομένως, να προστεθεί στον εν λόγω νόμο και ο ορισμός της έννοιας του «εμβρύου», είτε αυτούσιος είτε παραπέμποντας στην έννοια που μπορεί να δίνει κάποιος άλλος νόμος. Η σύγχυση δεν αίρεται πλήρως, γιατί πέραν του ότι ο ίδιος ορισμός αναφέρεται περαιτέρω σε «έμβρυο που γεννιέται», διατηρείται ανέπαφο και το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 13, που ορίζει ότι: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση εμβρύου ηλικίας 22 εβδομάδων και άνω χορηγείται προσωπικός αριθμός έστω και αν το παιδί αποθάνει στη συνέχεια.». Δημιουργείται ο συνειρμός ότι η απουσία έμφασης στο ότι ο θάνατος του εμβρύου έχει επέλθει εντός της μήτρας ή κατά και πριν την πλήρη απόσπαση, εκβολή ή εξαγωγή του εμβρύου από το μητρικό σώμα (πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του τοκετού), αφήνει να νοηθεί ότι μπορεί να εννοείται και ο θάνατος που επήλθε μετά την ολοκλήρωση του τοκετού (ήτοι της διαδικασίας εξαγωγής του εμβρύου από το μητρικό σώμα), μετά την πλήρη απόσπαση του εμβρύου από το μητρικό σώμα. Ήτοι εάν «ένα έμβρυο γεννηθεί» σε ηλικία 22 εβδομάδων (+) και μετά αποβιώσει ή εάν «ένα έμβρυο γεννηθεί» με βάρος 500 γραμμαρίων (+) και μετά αποβιώσει ή εάν «ένα έμβρυο γεννηθεί» με μήκος 25 γραμμαρίων (+) και μετά αποβιώσει. Μια τέτοια ερμηνευτική επέκταση δεν συνάδει φυσικά με τον απανταχού εννοιολογικό ορισμό της «θνησιγονίας», στον οποίο η αναφορά σε εξαγωγή από το μητρικό σώμα του εμβρύου χωρίς ζωτικά σημεία, κι αυτή η αναφορά είναι πολύ βασική.

Η ηλικία ή το βάρος ή το μήκος, εξάλλου, δεν (πρέπει να) είναι ακριβώς προσδιοριστικά του εμβρύου που εξέρχεται από το μητρικό σώμα ή που γεννιέται χωρίς ζωτικά σημεία, αλλά του χρόνου επέλευσης του θανάτου, εάν είναι σε στάδιο κύησης όπου μπορεί να θεωρηθεί η ύπαρξη θνησιγονίας. Σημασία, για να καταφαθεί η έννοια της θνησιγονίας, έχει η επέλευση του θανάτου του κυοφορούμενου όταν και ενόσω υφίσταται κύηση τουλάχιστον 22 εβδομάδων (ή με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο βάρος ή στο μήκος του κυοφορούμενου και προσδιορίζουν την ηλικία της κύησης), ώστε, κατά τον (συχνότερα αναγκαστικό) τοκετό, να μην υφίσταται ζωντανό έμβρυο και να μην μπορεί να γεννηθεί ζωντανό ανθρώπινο όν. Διατηρείται, δηλαδή, το status του εμβρύου κατά τον τοκετό, λόγω της προηγούμενης επέλευσης του θανάτου του, που έχει σταματήσει την ανάπτυξή του (και στον σύγχρονο κόσμο διαπιστώνεται με συνήθεις ιατρικές εξετάσεις, π.χ. ultrasound), και τη δυνατότητα της κοινωνικονομικής μετάβασής του, με τον τοκετό ή δια του τοκετού, από την έννοια «έμβρυο» στην έννοια «νεογνό» και έπειτα «βρέφος» ή «παιδί». Έπειτα, η έννοια «παιδί» είναι δύσκολο να διαχωριστεί από την έννοια «πρόσωπο», όταν χρησιμοποιείται για την περιγραφή του φαινομένου της θνησιγονίας, αντί άλλων εννοιών. Η χρήση της, μάλλον, γίνεται από τον νομοθέτη γενικευμένα, προς αποφυγή της περαιτέρω κατηγοριοποίησης, και περιλαμβάνοντας σε αυτήν τόσο το κυοφορούμενο έμβρυο όσο και το 10χρονο παιδί, αναλόγως της περίπτωσης. Ή για λόγους αποφυγής άλλων «σκληρών» εννοιών, όπως, για παράδειγμα, «προϊόν σύλληψης», που χρησιμοποιείται σε κάτι φόρμες κάποιων αμερικανικών νοσοκομείων.

Ένας ορισμός, που θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για τη θνησιγονία, είναι «ο θάνατος εμβρύου στην ή οποτεδήποτε μετά από την 22η εβδομάδα κύησης, ή βάρους τουλάχιστον πεντακοσίων (500) γραμμαρίων ή μήκους σώματος από την κορυφή της κεφαλής έως την πτέρνα τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) εκατοστόμετρων, ώστε, πριν ή κατά την απόσπαση ή εκβολή του από το μητρικό σώμα, να μην έχει ζωτικά σημεία». Ή ακόμα καλύτερα ένας ορισμός που να περιλαμβάνει κάθε εμβρυϊκό θάνατο από ή μετά την 22η εβδομάδα κύησης, χωρίς κατ’ αρχήν περαιτέρω προσδιορισμούς ή αφήνοντας το επιστημονικό ελεύθερο των κατάλληλων προσδιορισμών (εάν θα χρειαστεί η μέτρηση με βάση βιομετρικά στοιχεία του εμβρύου ή όχι ή εάν άλλος αλγόριθμος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό της «ηλικίας κύησης») και των επιμέρους κατηγοριοποιήσεων. Σε κάθε περίπτωση, κάποιος παρεμφερής νομοθετικός ορισμός που να έδινε έμφαση στο ότι η θνησιγονία, όπως και η αποβολή, συνιστούν μορφές απώλειας της κύησης, που προϋποθέτουν την ύπαρξη κύησης, και που αποτρέπουν τη δυνατότητα «γέννησης παιδιού» (παρά την συνιστούν). Ότι ο θάνατος επήλθε εντός της μήτρας ή πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του τοκετού και όχι οποιοδήποτε κλάσμα του δευτερολέπτου μετά. Από την άλλη, ζωτικά σημεία, όντως, μπορεί να μην αναφέρονται και σαφώς δεν αναφέρονται μόνον η αναπνοή, όπως ήταν ο αρχικός ορισμός. Τι γίνεται όταν υπάρχει καρδιακός κτύπος μόλις κοπεί ο ομφάλιος λώρος, ο οποίος παύει τα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα; Υπάρχει πρόσωπο που απεβίωσε (και νομικό status που αποκτήθηκε εκείνο τον λίγο χρόνο, και για εκείνο τον λίγο χρόνο, που μπορεί να αρκεί σε ορισμένες περιπτώσεις) ή μπορεί ή πρέπει να καταχωριστεί και αυτή η περίπτωση ως θνησιγονία; Θα πρέπει ο νομοθετικός ορισμός να είναι τέτοιος, που να μην αφήνει περιθώριο ερμηνευτικών αποκλίσεων.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εισηγείται, μεταξύ άλλων, για σκοπούς διεθνούς εννοιολογικής συμβατότητας, τη χρήση της 28ης εβδομάδας κύησης για τον ορισμό της θνησιγονίας ή βάρος τουλάχιστον 1000 γραμμαρίων ή μήκος τουλάχιστον 35 εκατοστόμετρων. Υπάρχει, όμως, μεγάλη διάσταση, ανά το παγκόσμιο, ως προς τον τρόπο ορισμού της θνησιγονίας. Επιλέγονται διάφορες ηλικίες, από την 20η έως την 28η εβδομάδα κύησης, και κάπου χρησιμοποιείται, εναλλακτικά ή μόνον, το βάρος, ως εννοιολογικό προσδιοριστικό. Πέρα από τη διάσταση μεταξύ χωρών, λόγω των διαφορετικών προσδιοριστικών που επιλέγονται, υπάρχει διάσταση ακόμα και στον τρόπο ορισμού της θνησιγονίας εσωτερικά ή μεταξύ ιατρών και των νομικών ή και των άλλων. Στον νέο νομοθετικό ορισμό, στο Κυπριακό δίκαιο, βλέπουμε τη μείωση της απαιτούμενης ηλικίας από την 28η εβδομάδα στην 22η εβδομάδα. Η χρήση προχωρημένου σταδίου κύησης δεν αποκλείεται να παρατηρείται σε χώρες όπου η ποιότητα της ιατρικής περίθαλψης είναι κάπως πιο χαμηλή. Το μήκος, που εισήχθη με τον Κυπριακό τροποποιητικό νόμο, χρησιμοποιείται διαζευκτικά ως εννοιολογικό προσδιοριστικό κάπως πιο σπάνια, γιατί σπάνια φαίνεται να υπάρχει και συμμόρφωση με τον ορισμό του ΠΟΥ. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος και το μήκος χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της ηλικίας ή σταδίου της κύησης όπου συμβαίνει ο θάνατος, και όχι ως αυτόνομα προσδιοριστικά που έχουν κάποια άλλη σημασία για κάποιον άλλο (μη επικουρικό) λόγο.

Definition-of-stillbirth-The-definitions-of-stillbirth-used-by-WHO-and-ICD-in-the

Η έννοια της θνησιγονίας δημιουργεί συχνά διάσταση (εκτός από την έννοια της «γέννησης προσώπου») και από την έννοια της αποβολής, η οποία τείνει να χρησιμοποιείται για την ακούσια απώλεια της κύησης σε ένα προγενέστερο χρονικό στάδιό της. Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη ομοιόμορφου ή κοινού ορισμού της «θνησιγονίας» και των διαφοροποιήσεών της από άλλες έννοιες, σε συνδυασμό με την απουσία κοινού συστήματος αναφοράς των περιστατικών, επηρεάζει τα αντίστοιχα στατιστικά δεδομένα που τηρούνται (ενδεχομένως και με διαφορετικό σύστημα αναφοράς σε κάθε περιοχή), και τις επιδημιολογικές έρευνες προγεννητικής ή περιγεννητικής θνητότητας, που βασίζονται σε αυτά. Μιλώντας για συστήματα αναφοράς των περιπτώσεων θνησιγονίας, στην Κύπρο, ισχύει ο  περί Καταχωρήσεως Γεννήσεων και Θανάτων Νόμος του 1973, Ν. 85/1973, ο οποίος προνοεί και σχετικά με τη θνησιγονία. Σημειώνεται, παρεμπιπτόντως, ότι ο νόμος αυτός δεν τροποποιήθηκε παράλληλα και διατηρεί τον αρχικό ορισμό της θνησιγονίας. Στον νόμο αυτό (που νοείται ότι θα πρέπει να τροποποιηθεί, για να συνάδει) γίνεται και πάλι λόγος για πιστοποίηση «παιδιού» που «δεν γεννήθηκε ζωντανό».

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s