Η Τροποποίηση του Συστήματος Συναίνεσης στη Δωρεά Οργάνων και η Ενίσχυση της Αυτονομίας του Ατόμου

Η τροποποίηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου που διέπει το ζήτημα συναίνεσης στη δωρεά οργάνων θεωρείται σημαντική διότι ενισχύει και διατηρεί την αυτονομία του ατόμου. Πληθώρα βιβλιογραφίας αντικατοπτρίζει την παροχή συναίνεσης- συγκατάθεσης, όχι μόνο ως μέσο εξάσκησης της αυτονομίας και της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά και ως τη διασφάλιση του ανθρώπινου δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Γενικότερα, είναι αρκετό να ειπωθεί ότι το 2010, ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, με το ψήφισμα WHA63.22, αναφορικά με τις μεταμοσχεύσεις, θεωρεί το ζήτημα της συγκατάθεσης ως την «ηθική ακρογωνιαίο λίθο όλων των ιατρικών επεμβάσεων».

Στις 15 Νοεμβρίου 2017 δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα του Κράτους ο τροποποιητικός Περί Αφαιρέσεων και Μεταμοσχεύσεων των Οργάνων Ανθρώπινης Προελεύσεως Νόμος 160 (Ι) του 2017, ο οποίος τροποποιεί τους περί Αφαιρέσεων και Μεταμοσχεύσεων των Οργάνων Ανθρώπινης Προελεύσεως Νόμους του 2012 και 2014, και ειδικότερα το άρθρο 20 που αναφέρεται στις αρχές που διέπουν την αφαίρεση οργάνων μετά θάνατον.

Η παρατηρούμενη αλλαγή βασίζεται στη σημασία που αποκτά η συναίνεση του Δυνητικού Πτωματικού Δότη και αναλόγως του πλησιέστερου συγγενή. Σκοπός του δημοσιεύματος είναι η επεξήγηση της αλλαγής αυτής αλλά και η προσφορά μιας αναλυτικότερης πληροφόρησης στο τι σημαίνει ‘συναίνεση’ στη μεταθανάτια δωρεά οργάνων. Επιπρόσθετα, αναφέρεται μια εκκρεμότητα του Υπουργείου Υγείας, ως προς την ολοκλήρωση της πρακτικής υλοποίησης της τροποποιημένης νομοθεσίας. Παρά τη θετική νομοθετική εξέλιξη, υποστηρίζεται ότι η εκκρεμότητα αυτή συγκρούεται με την αρχή της αυτονομίας του ατόμου.

Τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίηση, κατά απαγορευτικό τρόπο δεν επιτρέπεται η δωρεά των οργάνων του αποβιώσαντα στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η δηλωμένη αντίρρηση του στην αφαίρεση αυτών. Ούτε οι συγγενείς ως νόμιμοι αντιπρόσωποι μπορούσαν να αναιρέσουν την εν λόγω αντίρρηση. Η ίδια ρύθμιση συνεχίζει να υφίσταται και με την τροποποίηση του νόμου με το λεκτικό, «η αφαίρεση οργάνων από πτωματικό δότη απαγορεύεται αν υπάρχει δεδηλωμένη εν ζωή αντίθετη θέληση του αποβιώσαντος».

ΤΙ ΙΣΧΥΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ

Πριν την τροποποίηση του Νόμου, η πρώτη προϋπόθεση για να πραγματοποιηθεί η δωρεά οργάνων σε αποβιώσαντα, ήταν ότι ο ίδιος έπρεπε να είχε γραφτεί πρώτα στο Εθνικό μητρώο Δυνητικών Δοτών που καθιερώνει το Άρθρο 19 του Νόμου, έτσι ώστε να θεωρείται ‘δυνητικός δότης’). Στη συνέχεια, η αφαίρεση των οργάνων του γινόταν ως καθιέρωνε το εδάφιο 2 του άρθρου 20 του Νόμου με τη συγκατάθεση του νενομισμένου αντιπροσώπου του. Δηλαδή, παρά το ότι γίνεται εγγραφή σε σχετικό μητρώο για την αφαίρεση οργάνων, χρειαζόταν επιπρόσθετα η συγκατάθεση αντιπροσώπου του αποβιώσαντα, πρακτικά περιγραφόμενη ως η ‘συγκατάθεση του πλησιέστερου συγγενή’. Η δύναμη της συγκατάθεσης του συγγενή μπορεί να επιτρέψει αφαίρεση οργάνων ακόμα και εάν ο δυνητικός δότης δεν εξέφρασε τη συναίνεση του ή αντίρρηση του για αφαίρεση των οργάνων του. Αλλά με την εγγραφή και μόνο του αποβιώσαντα στο σχετικό μητρώο δοτών δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί η δωρεάν των οργάνων του, διότι χρειαζόταν και η συγκατάθεση του πλησιέστερου συγγενή.

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΤΩΡΑ

Με την αλλαγή που επήλθε με την τροποποίηση του Νόμου, καταρχάς, αφαιρείται η προϋπόθεση του εδάφιου 2 του άρθρου 20 του Νόμου με την οποία για να επιτραπεί η αφαίρεση οργάνων από δυνητικό πτωματικό δότη πρέπει να δίνεται η συγκατάθεση του πλησιέστερου συγγενή. Η συγκατάθεση του συγγενή χρειάζεται μόνο σε περίπτωση που δεν είχε εκφραστεί η συναίνεση ή άρνηση του δυνητικού πτωματικού δότη στη δωρεά των οργάνων του. Η πιο σημαντική όμως αλλαγή εντοπίζεται στο εδάφιο 5 του άρθρου 20, το οποίο πλέον προνοεί ρητώς τα εξής:

«Αν υπάρχει δεδηλωμένη εν ζωή θέληση από δυνητικό πτωματικό δότη για αφαίρεση των οργάνων του με σκοπό τη μεταμόσχευση, όπως τεκμηριώνεται στο Εθνικό Μητρώο Δυνητικών Δοτών, αυτή δεν δύναται να αναιρεθεί από οποιοδήποτε εκ των νενομισμένων αντιπροσώπων του.»

Με άλλα λόγια, δήλωσε ο αποβιώσαντας κατά τη διάρκεια της ζωής του τη θέληση του για δωρεά των οργάνων του μέσω τεκμηρίωσης του στο σχετικό μητρώο; Εάν η απάντηση είναι θετική, τότε ο πλησιέστερος συγγενής του δεν μπορεί να παρέμβει στη θέληση του αποβιώσαντα ανακόπτοντας τη δωρεά των οργάνων του.

Η αλλαγή αυτή τείνει ουσιωδώς στην ανάπτυξη της αυτονομίας του ατόμου και στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, διότι δίνει περισσότερη ευθύνη στον ίδιο το δωρητή για τις συνέπειες που θα επέλθουν μεταθανάτια στο σώμα του. Οι επιθυμίες του δωρητή, όταν αυτές δηλώνονται και τεκμηριώνονται, εισακούγονται και επικυρώνονται πλήρως με ουσιαστική νομική ισχύ, χωρίς να χρειάζεται πλέον η οποιαδήποτε περαιτέρω επιβεβαίωση από τους συγγενείς. Οι δωρητές οργάνων λαμβάνουν πλέον καθοριστικές αποφάσεις για τη μεταθανάτια πορεία του σώματος τους, χωρίς να μπορούν οι συγγενείς τους να τις ανακόψουν σε περίπτωση που εκφέρουν αντίθετη γνώμη. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται η αυτονομία του ατόμου, διότι ο δωρητής θεωρείται ικανός και κύριος υπεύθυνος του ίδιου του σώματος του, παρουσιάζοντας πλέον μια εικόνα κοινωνικής ωριμότητας στο πεδίο της δωρεάς οργάνων.

ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ OPT-IN  ΚΑΙ OPT-OUT ΣΤΗ ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ

Γενικότερα αναφέρεται ότι η Πολιτεία οριοθετούσε πάντοτε ως ισχύον σύστημα στις πτωματικές μεταμοσχεύσεις το σύστημα ρητής συναίνεσης (optin)’, όπου για την αφαίρεση οργάνων χρειαζόταν πρώτα να εντοπιστεί η συναίνεση του αποβιώσαντα για σκοπό αφαίρεσης των οργάνων του. Με άλλα λόγια, η Κυπριακή πολιτεία ουδέποτε υιοθέτησε σύστημα ‘αυτόματης’ συναίνεσης’. Ουδέποτε θεωρείτο ότι ο αποβιώσαντας συναινεί αυτόματα στη μεταθανάτια δωρεά των οργάνων του. Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί η δωρεά των οργάνων του ήταν ο τελευταίος με θετικές του πράξεις να δηλώνει τη ρητή του άρνηση στη δωρεά των οργάνων του. Το τελευταίο αυτό σύστημα είναι γνωστό στη βιβλιογραφία ως σύστημα ‘εικαζόμενης συναίνεσης (optout)’ και παρά τις προσπάθειες υιοθέτησης του από τις προτάσεις του ΑΚΕΛ, εν τούτοις, αυτό δεν εφαρμόστηκε με την τροποποίηση του Νόμου. Ακόμη και με την τροποποίηση της Νομοθεσίας, το σύστημα της μεταθανάτιας δωρεάς οργάνων στη Κύπρο συνεχίζει να παραμένει το σύστημα ‘ρητής συναίνεσης (optin)’, απαιτώντας τη συγκατάθεση του αποβιώσαντα με θετικές πράξεις, και στην απουσία αυτής, ζητώντας τη συγκατάθεση του πλησιέστερου συγγενή.

Είναι κατανοητό ότι με την υιοθέτηση συστήματος ‘εικαζόμενης συναίνεσης (optout)’ λόγω του ότι εξυπακούεται η συναίνεση των πολιτών στη δωρεά των οργάνων τους, τότε αναμφίβολα θα αυξανόταν η διάθεση οργάνων στις μεταθανάτιες δωρεές. Με αυτό τον τρόπο θα εξυπηρετείτο ποσοτικά το δημόσιο συμφέρον μεγιστοποιώντας μια από τις πιο μεγάλες αλτρουιστικές πράξεις στην κοινωνία. Όμως έναντι ποιου κόστους μπορεί να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον; Ακόμη και σε ενδεχόμενη περιθωριοποίηση της αυτονομίας του ατόμου; Αυτό διότι με το σύστημα ‘εξυπακουόμενης συναίνεσης (optout)’ μπορεί να εκτιμηθεί ότι κάποια τουλάχιστον μερίδα πληθυσμού θα αγνοήσει ή δεν θα γνωρίζει επαρκώς τις διαδικασίες, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ‘αυτόματα θεωρείται δότης οργάνων’. Συνεπώς, μερίδα πολιτών που είναι αντίθετη στη δωρεά οργάνων, ενδεχομένως και για διάφορους λόγους να μην έχει το περιθώριο να προβεί εγκαίρως σε ενέργειες δήλωσης αντίρρησης στη δωρεά των οργάνων τους.

Στο σημείο αυτό η κοινωνία οφείλει να περιορίζει τις κριτικές για τις προσωπικές επιλογές του ατόμου στο αν κάποιος επιθυμεί να γίνει δωρητής οργάνων ή όχι. Οι επιθυμίες και προσωπικές επιλογές που αφορούν το ίδιο το άτομο πρέπει να γίνονται σεβαστές, προπάντων, για τη διατήρηση της αυτονομίας του ατόμου, πράξη που στην τελική μπορεί να ειπωθεί ότι αντιπροσωπεύει επίσης στην ‘ποιοτική’ παρά ‘ποσοτική’ εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Με αυτό το σκεπτικό θα μπορούσε να ειπωθεί ότι είναι ορθότερο να αναμένεται από τον ίδιο τον πολίτη να προβαίνει σε δικές του ενέργειες, για να εξουσιοδοτήσει την Πολιτεία να παρέμβει στο σώμα του, παρά να νοείται ότι ο πολίτης αυτόματα συναινεί σε μεταθανάτιες επεμβάσεις εκτός αν προλάβει να κατανοήσει και δηλώσει το αντίθετο. Αυτό ακριβώς φαίνεται να επιτυγχάνει το υφιστάμενο σύστημα συναίνεσης στη Κυπριακή Δημοκρατία.

Εξ’ αντιθέτου, το σύστημα ‘εικαζόμενης συναίνεσης (optout)’ επενδύει περισσότερο στη αύξηση της ποσότητας των δωρεών οργάνων παρά στην ενίσχυση της αυτονομίας του ατόμου. Όμως η τελευταία βούληση του Κύπριου Νομοθέτη διατηρώντας το σύστημα ‘ρητής συναίνεσης (optin)’ δείχνει την πρόθεση για συνέχιση στην επένδυση της αυτονομίας του ατόμου, παρά στην αποκλειστική ποσοτική αύξηση των δωρεών οργάνων.

Η ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Πέραν της θετικής αλλαγής της νομοθεσίας, η πρακτική υλοποίηση της αλλαγής αυτής, έχει τη δική της σημασία για τη διασφάλιση της αυτονομίας του ατόμου. Ήδη, θετικώς παρατηρούνται σχετικές και άμεσες αλλαγές όπως η διόρθωση του σχετικού εντύπου «εγγραφή στο μητρώο δυνητικών δοτών οργάνων». Στο έντυπο αυτό ο πολίτης δηλώνει την επιθυμία του να καταστεί δυνητικός δότης οργάνων και μπορεί να το προμηθευτεί τόσο διαδικτυακά στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Υγείας, όσο και σε φυσική μορφή σε διάφορα αρμόδια κέντρα.

Πριν από την τροποποίηση, το εν λόγω έντυπο ανέφερε την εξής υποσημείωση:

«Επίσης είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι σε κάθε διαδικασία δωρεάς οργάνων μετά θάνατο, με βάση τη νομοθεσία, απαιτείται η συγκατάθεση του πλησιέστερου συγγενή

Με την αλλαγή της μορφής του εντύπου, το πιο πάνω λεκτικό έχει διαγραφεί. Με τη νέα νομοθεσία, είναι ξεκάθαρο ότι η συγκατάθεση του συγγενή δεν απαιτείται σε κάθε διαδικασία μεταθανάτιας δωρεάς οργάνων, ως χρειαζόταν πριν την τροποποίηση. Επιπλέον με την τροποποίηση, ως αναφέρθηκε, σε περίπτωση τεκμηρίωσης συναίνεσης του δωρητή οργάνων στο Εθνικό Μητρώο Δυνητικών Δοτών, η γνώμη του πλησιέστερου συγγενή του δεν μπορεί πλέον να ακυρώσει τη θέληση του για δωρεά των οργάνων του, ως συνέβαινε προηγουμένως.

Πέραν όμως της υλοποίησης αυτής, παραμένουν σημαντικά ερωτηματικά ως προς την ορθή διαφύλαξη της αυτονομίας των ατόμων που ήδη γραφτήκαν στο Εθνικό Μητρώο Δυνητικών Δοτών πριν την τροποποίηση του Νόμου. Υποστηρίζεται ότι οι αρμόδιοι φορείς του Υπουργείου Υγείας οφείλουν να λάβουν άμεσα μέτρα για την ενημέρωση και πληροφόρηση της αλλαγής της νομοθεσίας προς τους ήδη εγγραφόμενους δωρητές οργάνων που εισήχθησαν, προ της τροποποιήσεως, στο σχετικό μητρώο. Η ενημέρωση αυτή πρέπει να είναι ‘προσωπική’ και ‘διευκρινιστική’. Η ενέργεια αυτή στοχεύει στην ικανοποίηση ότι οι ήδη εγγραφόμενοι δωρητές οργάνων συνεχίζουν να συναινούν στη δωρεά των οργάνων τους, παρά την αλλαγή της νομοθεσίας.

Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν χρειάζεται προσωπική ενημέρωση αφού οι πολίτες θα ενημερωθούν από τις σχετικές ανακοινώσεις του Υπουργείου Υγείας, όταν και εφόσον σε μεταγενέστερο στάδιο αυτές δημοσιευθούν. Όμως σε περαιτέρω ανάλυση κρίνεται πως η γενική και ‘απρόσωπη’ πληροφόρηση είναι ανεπαρκής, και εξ αντιθέτου, μόνο η προσωπική ενημέρωση μπορεί να διασφαλίσει την αυτονομία του ατόμου.

Αξίζει να υπενθυμιστεί όμως ότι το Υπουργείο Υγείας ήταν αυτό που ξεκίνησε την ειδική πληροφόρηση εντός του εντύπου για εγγραφή στο Εθνικό Μητρώο Δυνητικών Δοτών. Το Υπουργείο Υγείας κατά πρώτο λόγο προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες πληροφόρησης που στοχεύουν σε εξακριβωμένη και όχι απρόσωπη μερίδα πληθυσμού. Αυτό διότι με την προσθήκη πληροφόρησης σε έντυπο το οποίο κατατάσσει πολίτες σε συγκεκριμένο μητρώο, υπάρχει αφενός συγκεκριμενοποίηση, και αφετέρου ταυτοποίηση πολιτών εντός μιας ειδικής κατηγορίας – αυτής των μεταθανάτιων δωρητών οργάνων. Με αυτό το σκεπτικό, το Υπουργείο Υγείας ήταν αυτό που έλαβε την πρωτοβουλία να φιλτράρει το σύνολο των πληροφοριών που αντικατόπτριζαν το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν την τροποποίηση του Νόμου. Το ίδιο το Υπουργείο ήταν αυτό που κατά τη δική του κρίση προώθησε εντός του εντύπου αυτού τις φιλτραρισμένες πληροφορίες που θεωρούσε χρήσιμες για τη ορθή ενημέρωση των κύριων χαρακτηριστικών της νομοθεσίας– ότι τότε απαιτείτο η συγκατάθεση του πλησιέστερου συγγενή σε κάθε διαδικασία μεταθανάτιας δωρεάς οργάνων.

Αναλόγως, για να έχει ορθή βάση το επιχείρημα ότι η γενική και απρόσωπη ενημέρωση είναι επαρκής, το Υπουργείο Υγείας εναλλακτικά εκ δικής του πλευράς, δεν θα έπρεπε ποτέ να τοποθετούσε το ως άνω λεκτικό εντός του ειδικού εντύπου. Θα έπρεπε, αντιθέτως, να περιόριζε την πληροφόρηση αυτή εντός της μορφής ανακοινώσεων. Εφόσον το Υπουργείο προέβηκε σε διαδικασίες ειδικής μορφής πληροφόρησης (μέσω εντύπου) σε ειδική κατηγορία πολιτών (δωρητών οργάνων), συνεπώς κρίνεται ορθό όπως το Υπουργείο προβεί ξανά σε περαιτέρω διορθωτική, και προπάντων προσωπική πληροφόρηση των πολιτών αυτών, για τη νομοθετική αλλαγή που επήλθε.

Η σημασία της πληροφόρησης εντός σχετικού εντύπου έχει τη δική της ιδιάζουσα σημασία. Αυτό διότι το άτομο το οποίο υπογράφει τα σχετικά έντυπα, βασίζεται στις πληροφορίες που του δίνουν οι αρμόδιοι στα ζητήματα για τα οποία υποβάλλει μια αίτηση. Οι πληροφορίες στο σχετικό έντυπο της αίτησης είναι από τις πληροφορίες οι οποίες, πολλές φορές, καθορίζουν ουσιαστικό ρόλο στην κρίση και λήψη απόφασης του ατόμου, ειδικότερα όσον αφορά ζητήματα ιδιάζουσας σημασίας για την προσωπικότητα του, όπως η δωρεά των οργάνων. Το ζήτημα δεν αφορά μια απλή αίτηση για παροχή επιδόματος, ή οποιανδήποτε άλλη καθημερινή συναλλαγή του πολίτη με το Κράτος. Το ζήτημα εδράζεται στην αρχή της αυτονομίας του ατόμου για ύψιστα ζητήματα της σωματικής του ακεραιότητας – ζητήματα, που ως επεξηγούνται στο τέλος της δημοσίευσης, εμπλέκονται με το ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, ως αναγνωρίζεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και αντιστοίχως από το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθερίων (ΕΣΔΑ).

Μπορεί να ειπωθεί ότι μια μερίδα των εγγραφόμενων δωρητών οργάνων απαιτεί για καθαρά προσωπικούς λόγους την ανάγκη να συμπεριλαμβάνεται η γνώμη του πλησιέστερου συγγενή τους στη δωρεά των οργάνων τους. Ενδεχομένως, μέρος αυτής της μερίδας να πληροφορήθηκε για την προϋπόθεση αυτή – της συγκατάθεσης του συγγενή – αποκλειστικά από το σχετικό έντυπο που υπέγραψε τότε, πριν την τροποποίηση, για εγγραφή στο σχετικό μητρώο δωρητών οργάνων. Η μερίδα αυτή μπορεί να μην αναγνώσει ποτέ τις οποιεσδήποτε μελλοντικές ανακοινώσεις του Υπουργείου Υγείας. Ακόμα, ίσως να μην ανάγνωσε καν προηγούμενες ανακοινώσεις. Η μερίδα αυτή ενδεχομένως να βασίστηκε ολοκληρωτικά στην πληροφόρηση που της δόθηκε εντός του ειδικού εντύπου που υπέγραψε για την εγγραφή της στο μητρώο μεταθανάτιων δωρητών οργάνων.

Ο αντίκτυπος της όλης αυτής ανησυχίας είναι οι αρνητικές συνέπειες ασφαλώς ως προς την εγκυρότητα της συναίνεσης των ήδη εγγραφόμενων δοτών. Με άλλα λόγια, η παράλειψη προσωπικής ενημέρωσης για το καθεστώς που επικρατεί μετά την τροποποίηση της νομοθεσίας είναι ικανή να οδηγήσει σε «πεπλανημένη συναίνεση» ορισμένων περιπτώσεων δωρητών οργάνων. Περιπτώσεις, οι οποίες με τα κατάλληλα γεγονότα μπορούν ακόμη και να εξομοιωθούν και ως νομικά «άκυρη συναίνεση» με επακόλουθο την απουσία συναίνεσης. Στην απουσία έγκυρης συναίνεσης το μόνο που μπορεί να παρατηρηθεί σε περίπτωση δωρεάς οργάνων είναι η παραβίαση της αυτονομίας του ατόμου και κατ΄ επέκταση του ανθρωπίνου δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.

Ζητήματα σαν αυτά πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη αλλά και άμεσα για τάχιστη διόρθωση και πρόληψη των νομικών προβλημάτων και επιπλοκών που ενδεχομένως να προκύψουν από την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διόρθωση αυτή και η περαιτέρω ολοκλήρωση της πρακτικής υλοποίησης της τροποποιημένης νομοθεσίας μπορεί να γίνει, ως ειπώθηκε, μέσω της προσωπικής πληροφόρησης προς τους ήδη εγγραφόμενους δωρητές οργάνων. Η πληροφόρηση αυτή μπορεί κατ’ εισήγηση να λάβει περίπου την ακόλουθη μορφή:

«Επίσης είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση της Νομοθεσίας, η γνώμη του πλησιέστερου συγγενή δεν μπορεί πλέον να αναιρέσει την επιθυμία σας για δωρεά οργάνων, όπως τεκμηριώνεται στο Εθνικό Μητρώο Δυνητικών Δοτών.»

ΟΙ ΕΠΙΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΔΑΔ ΣΤΗ ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ

Ενόψει της ως άνω ανησυχίας κρίνεται σημαντικό να υπενθυμιστούν οι αρχές που επιβάλει η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επί του ζητήματος. Στις πρόσφατες αποφάσεις PETROVA v. LATVIA[1], και ELBERTE v. LATVIA[2] των ετών 2014 και 2015 εναντίον της Λετονίας, το Δικαστήριο τόνισε κατ’ επανάληψη ότι ζητήματα δωρεάς οργάνων από μεταθανάτιους δότες εμπλέκουν και συνιστούν παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Επομένως, αφού αποδεικνύεται ότι υφίσταται παρέμβαση στο Άρθρο 8, το επόμενο βήμα για το Δικαστήριο του Στρασβούργου είναι να εξετάσει εάν η εν λόγω παρέμβαση γίνεται επιτρεπόμενα, σύμφωνα με το Νόμο, ειδάλλως διαπιστώνεται παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Και στις δύο αποφάσεις κατά της Λετονίας, κατ΄ εφαρμογή των ειδικών γεγονότων τους διαπιστώθηκε παραβίαση της ιδιωτικής ζωής. Το σημείο των ως άνω υποθέσεων, που μπορεί να σχετιστεί με την παράλειψη προσωπικής ενημέρωσης του Κυπριακού Υπουργείου Υγείας, είναι ότι το ΕΔΑΔ επανέλαβε την πάγια νομολογιακή του αρχή για ανάγκη για σεβασμό στην αρχή της «ασφάλειας δικαίου» (principle of legal certainty). Η αρχή αυτή απαιτεί από τα Κράτη Μέλη όχι μόνο να σέβονται και να εφαρμόζουν με προβλεπτό και σταθερό τρόπο τους νόμους τους οποίους έχουν θεσπίσει, αλλά επιπρόσθετα ως αναγκαίο στοιχείο, τα Κράτη Μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν τις νομικές και «πρακτικές» προϋποθέσεις για την υλοποίηση αυτών των Νόμων. Συγκεκριμένα και στις 2 υποθέσεις δηλώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα:

«The Court reiterates that the principle of legality requires States not only to respect and apply, in a foreseeable and consistent manner, the laws they have enacted, but also, as a necessary part, to ensure the legal and practical conditions for their implementation (see mutatis mutandis Broniowski v. Poland [GC], no. 31443/96, §§ 147 and 184, ECHR 2004 V)»[3]

Οι πιο πάνω αποφάσεις, κρίνονται σχετικές για τις επίκαιρες εξελίξεις στο τομέα της Δωρεάς Οργάνων στη Κύπρο. Μπορεί μεν το νομοθετικό πλαίσιο με την τροποποίηση του Ν. 160(Ι)/2017 να θεωρείται ξεκάθαρο και ευκρινές σε επαρκή βαθμό, αλλά το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί ακόμη στον ίδιο βαθμό για την πρακτική εφαρμογή της τροποποίησης. Ήδη η πρακτική υλοποίηση ξεκίνησε με τα ορθά βήματα όπως την άμεση διόρθωση του σχετικού εντύπου, αλλά ως αναφέρθηκε η προσωπική ενημέρωση τον εγγραφόμενων δοτών χρειάζεται να γίνει άμεσα για την ορθή διατήρηση της αυτονομίας του ατόμου. Δίχως αυτή, το ενδεχόμενο παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι υπαρκτό, διότι προς το παρόν φαίνεται ότι απουσιάζουν τα απαραίτητα πρακτικά εχέγγυα για την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας. Η εξέλιξη της νομοθεσίας είναι θετική, καθώς η υλοποίηση αυτής ξεκίνησε επίσης προς την ορθή κατεύθυνση. Εν τούτοις, η άμεση πραγμάτωση της προσωπικής ενημέρωσης των εγγραφόμενων δοτών θεωρείται επιτακτική ανάγκη για την αποφυγή ενδεχόμενης παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά προπάντων, για τη διασφάλιση και ενίσχυση του αποτελέσματος της τροποποίησης του Νόμου – τη διατήρηση και ενίσχυση της αυτονομίας του ατόμου.

 


[1] Application no. 4605/05, 24 Ιουνίου 2014.

[2] Application no. 61243/08, 13 Ιανουαρίου 2015.

[3] PETROVA v. LATVIA παρ. 95, ELBERTE v. LATVIA παρ 114.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s