Περί πρόωρης αφυπηρέτησης λόγω εκλογής σε ασυμβίβαστο αξίωμα και περί πλασματικού χρόνου

Απασχόλησε το ερώτημα κατά πόσον ένας δημοτικός υπάλληλος που εκλέγεται σε αξίωμα δημοτικού συμβούλου δικαιούται, οδηγούμενος σε πρόωρη αφυπηρέτηση λόγω ασυμβιβάστου, σε ωφελήματα που αντιστοιχούν σε πρόσθετη (πλασματική) υπηρεσία. Το αίτημα ήταν, βασικά, όσον αφορά το εργοδότη, αίτημα για αναγνώριση πλασματικού χρόνου υπηρεσίας, με αναφορά σε χρόνο θητείας σε αξίωμα που δεν έχει ακόμα διανυθεί. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο αυτό τέθηκε, μεταξύ άλλων (καλώς ή κακώς), γενικευμένα, το ζήτημα κατά πόσον ο περί Συντάξεως Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμος του 2011, Ν.88(Ι)2011, ο οποίος είχε καταργήσει το ωφέλημα της πρόσθετης υπηρεσίας, εφαρμόζεται και όσον αφορά τους δημοτικούς υπαλλήλους που εκλέγονται στο αξίωμα του δημοτικού συμβούλου. Έπειτα, σε περίπτωση όπου δεν τους αφορά, κατά πόσον δικαιολογείται να υφίσταται το ωφέλημα μόνον για τους δημοτικούς υπαλλήλους (σύμφωνα με τους δημοτικούς κανονισμούς), ενώ δεν υφίσταται για οποιονδήποτε άλλον (δημόσιο ή ιδιωτικό υπάλληλο).

Ο Ν.88(Ι)/2011 εφαρμόζεται καταρχάς σε «κρατικούς αξιωματούχους» και θεσπίζει γενικές αρχές σε σχέση με τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα των «κρατικών αξιωματούχων». Στην ερμηνευτική διάταξη του Ν.88(Ι)/2011 ως «αξιωματούχος» ορίζεται το πρόσωπο που αναλαμβάνει ή ανέλαβε οποιοδήποτε λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση. «Λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση» ορίζεται (ευρέως) ως οποιοδήποτε λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση για τα οποία ο μισθός ή η αντιμισθία ή η αποζημίωση ή η χορηγία καταβάλλεται από τη Δημοκρατία ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό δημοσίου δικαίου, και περιλαμβάνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Γενικό Ελεγκτή, το Βοηθό Γενικό Ελεγκτή, το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το Γενικό Λογιστή, το Βοηθό Γενικό Λογιστή, το Βουλευτή, τον Υπουργό, τον Υφυπουργό παρά τω Προέδρω, τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, τη σύμβαση εργοδότησης για αγορά υπηρεσιών σε κυβερνητική υπηρεσία, τη θέση Επιτρόπου ή Εφόρου ή Προέδρου και Μελών Αρχής ή άλλου Σώματος ή άλλου Αξιωματούχου, του οποίου το λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση προβλέπεται ή καθιδρύεται δυνάμει του Συντάγματος ή οποιουδήποτε νόμου της Δημοκρατίας.

Στην ίδια ερμηνευτική διάταξη «συνταξιούχος» σημαίνει πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε σύνταξη λόγω υπηρεσίας του σε οποιοδήποτε «λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση» και «υπηρεσία» σημαίνει υπηρεσία σε οποιοδήποτε «λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση» και «πρόσθετη υπηρεσία» σημαίνει την πλασματική υπηρεσία που προστίθεται στη συντάξιμη υπηρεσία στις περιπτώσεις ανάληψης δημόσιου λειτουργήματος ή αξιώματος ή θέσης ή σε οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις. Προφανώς κομβικής σημασίας είναι ο νομοθετικός ορισμός του «λειτουργήματος ή αξιώματος ή θέσης», που συνιστά τον κορμό του Ν.88(Ι)/2011.

Προσεγγίζοντας τον Ν.88(Ι)/2011 γραμματικά μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται και στους δημοτικούς συμβούλους, εφόσον εμπίπτουν στην ερμηνευτική διάταξη, δηλαδή είναι μέλη Σώματος η αντιμισθία των οποίων καταβάλλεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου είναι οι Δήμοι που συστήνονται με βάση τον περί Δήμων Νόμο Ν.111/85) και εφόσον δεν εξαιρούνται από τη ρυθμιστική εμβέλεια του Ν.88(Ι)/2011 ρητά. Ο δημοτικός υπάλληλος, επίσης, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κατέχει θέση σε οργανισμό δημοσίου δικαίου και η θέση του προβλέπεται από νόμο, ήτοι τον περί Δήμων Νόμο Ν.111/85, εφόσον, επίσης, δεν εξαιρείται ρητά. Ωστόσο, με βάση τον τίτλο του Ν.88(Ι)/2011 σαφώς ο δημοτικός υπάλληλος δεν είναι «αξιωματούχος» αλλά «υπάλληλος». Όμως ο Ν.88(Ι)/2011, με τις περιεχόμενες ρυθμίσεις του, φαίνεται να μην εξαιρεί τον κατέχοντα θέση σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου από το πεδίο εφαρμογής του, ανεξαρτήτως της όποιας εσωτερικής διαρρύθμισης ή του τίτλου που του χορηγείται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου.

Το άρθρο 3 του Ν.88(Ι)/2011 θέτει ορισμένες αρχές, ανάμεσα στις οποίες είναι η αναστολή των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων κατά τη διάρκεια ανάληψης θητείας σε λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση (η οποία κρίθηκε πλειοψηφικά αντισυνταγματική το 2014[1]) και η εξαίρεση από τον υπολογισμό της σύνταξης ή του εφάπαξ ποσού ή του φιλοδωρήματος οποιασδήποτε «πρόσθετης υπηρεσίας». Οι αρχές του εν λόγω νόμου ισχύουν, όπως ο ίδιος προνοεί, ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού. Εάν θεωρούσε, κανείς, ότι ο Ν.88(Ι)/2011 εφαρμόζεται και όσον αφορά τον «δημοτικό σύμβουλο», θα έβρισκε μπροστά του την αρχή του νόμου αυτού που καταργεί το ωφέλημα της πρόσθετης (πλασματικής) υπηρεσίας στη θέση «δημοτικού συμβούλου».

Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση σε σχέση με την εφαρμοσιμότητα του νόμου στην περίπτωση θα μπορούσε να ερείδεται στον ίδιο το σκοπό του Ν.88(Ι)/2011 (τελολογική ερμηνεία). Ανατρέχοντας στα πρακτικά της Βουλής, όταν συζητούνταν η ψήφιση του εν λόγω νόμου, είναι σαφές ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν ο καθορισμός ενός δικαιότερου και ορθολογικότερου τρόπου υπολογισμού των συντάξεων που καταβάλλονται σε δικαιούχους οι οποίοι λόγω διορισμού τους ή ανάληψης περισσότερων της μίας θέσης ή του ενός αξιώματος βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση από άλλους μισθωτούς, λαμβάνοντας ταυτόχρονα δύο ή τρείς συντάξεις από τα κρατικά ταμεία. Δηλαδή, η προσπάθεια ήταν η αντιμετώπιση του φαινομένου των πολλαπλών συντάξεων, που αφορούσε κυρίως τους δημοσίους υπαλλήλους. Φαίνεται έγινε προσπάθεια διεύρυνσης του γράμματος, ηθελημένα, για να περιλαμβάνει και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τελικά η ευρύτητα ήταν τέτοια που, όντως, το γράμμα μπορεί να περιλαμβάνει και την τοπική αυτοδιοίκηση, ακόμα κι αν αυτή δεν ήταν άμεσα σκόπιμη. Ήταν σκόπιμος ο μη περιορισμός της εφαρμογής του νόμου στη στενή έννοια του δημοσίου. Ενώ η πολλαπλότητα, ως στοιχείο, φαίνεται ουσιώδες, για τους σκοπούς του νομοθέτη, ως έχει διατυπωθεί ο νόμος, με όλες τις αρχές του, καταλαμβάνει και περιπτώσεις όπου μπορεί να μην υφίσταται πολλαπλότητα.

Σύμφωνα με τον περί Πολιτικών Δικαιωμάτων Δημοσίων Υπαλλήλων, Εκπαιδευτικών Λειτουργών, Δημοτικών Υπαλλήλων, Κοινοτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου Νόμο του 2015, Ν.102(Ι)/2015, ο οποίος αναμφίβολα εφαρμόζεται και επί των δημοτικών υπαλλήλων, και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού, σε περίπτωση επιτυχίας του υπαλλήλου σε εκλογές, σε αξίωμα άλλο από του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του μέλους της Βουλής των Αντιπροσώπων, αφυπηρετεί αυτοδικαίως με το καθεστώς της εθελούσιας πρόωρης αφυπηρέτησης και η λήξη της απασχόλησής του δεν συνιστά τερματισμό προς το δημόσιο συμφέρον.  Ο εν λόγω νόμος παραπέμπει στον περί Συντάξεων Νόμο Ν.97(Ι)/97, ο οποίος, όμως, δεν εφαρμόζεται στους δημοτικούς υπαλλήλους και στον οποίο επιβίωσε η πρόνοια του άρθρου 24, η οποία προνοεί ακόμα για την «πρόσθετη υπηρεσία». Ο περί Δήμων Νόμος Ν.111/85 ρυθμίζει αμεσότερα το ζήτημα σε σχέση με τους δημοτικούς υπαλλήλους, προνοώντας την υποχρέωση «παραίτησης» σε περίπτωση εκλογής σε αξίωμα για το οποίο υπάρχει ασυμβίβαστό, όπως υπάρχει στην περίπτωση του δημοτικού συμβούλου. Όπου «παραίτηση» εννοείται η οικειοθελής πρόωρη αφυπηρέτηση, πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της συντάξιμης υπηρεσίας. Στους οικείους δημοτικούς κανονισμούς η ρύθμιση της πρόωρης αφυπηρέτησης τίθεται ξεχωριστά από τη ρύθμιση της αφυπηρέτησης λόγω ανάληψης αξιώματος, όπου η δεύτερη προνοεί τη δυνατότητα απόδοσης της πρόσθετης σύνταξης. Δεν παύει, όμως, να είναι γεγονός ότι νεότεροι νόμοι, υπέρτερης τυπικής ισχύος, αφενός κατήργησαν την πρόσθετη σύνταξη λόγω εκλογής σε αξίωμα για όλους τους υπόλοιπους, αφετέρου απόδωσαν στην περίπτωση τον χαρακτήρα της εθελούσιας πρόωρης αφυπηρέτησης που δεν συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον, αποχαρακτηρίζοντάς την (εμμέσως) από οτιδήποτε άλλο.

Αναζητώντας τη λογική κοινωνική πρόνοια πίσω από την παλαιά ρύθμιση να αποδίδεται σύνταξη που αφορά σε πρόσθετη (πλασματική) υπηρεσία για τον χρόνο που θητεύει ο ασφαλιζόμενος σε δημόσιο αξίωμα, και αντιπαραβάλλοντας αυτό το χρονικό πλάσμα (θητεία σε δημόσιο αξίωμα) με άλλους δυνητικούς πλασματικούς χρόνους (στράτευση, γονική άδεια, μακροχρόνια ασθένεια, κ.λπ.), εξυπακούεται η προσωρινότητα της μη παροχής της ασφαλιστέας εργασίας για λόγους κοινωνικής – εθνικής ανάγκης που διακόπτουν τον ασφαλιστικό βίο, που δεν οφείλονται στην υπαιτιότητα του ασφαλισμένου ή που προστατεύουν ή ενθαρρύνουν κάποια κοινωνική αξία. Το να υποβάλει κάποιος υποψηφιότητα για κάποιο (σύνηθες) αξίωμα, συνιστά σαφώς πολιτικό του δικαίωμα σεβαστό από τον εργοδότη του, που θα πρέπει να του παρέχει τον αναγκαίο χρόνο να διεκδικήσει το αξίωμα αυτό, υπό μορφή άδειας μετ’ απολαβών (εφόσον υπάρχει διαθέσιμη ετήσια άδεια) ή άνευ απολαβών, κατ’ επιλογή του ασφαλισμένου υπαλλήλου. Η εκλογή του, όμως, σε αυτό, εμπερικλείει το ρίσκο να πρέπει να επιλέξει τη θητεία στο αξίωμα έναντι στη θέση εργασίας του, ως προς την οποία υπάρχει ασυμβίβαστο. Το είδος του αξιώματος, αν και αιρετό, δεν εμπερικλείει την εθνική υποχρεωτικότητα ή το εθνικό καθήκον. Η αναγνώριση πλάσματος ασφάλισης και γι’ αυτό τον χρόνο θητείας στο όποιο ασυμβίβαστο αξίωμα, κατ’ επιλογή του απασχολούμενου, δεν δικαιολογεί εξαιρετικό δίκαιο και ειδική ασφαλιστική μεταχείριση και προστασία έναντι υπηρεσιών προς τη χώρα, με επιβάρυνση του εργοδότη. Θα ήταν λογική, σε αυτές τις περιπτώσεις, η δυνατότητα συνέχισης των ασφαλιστικών τους παροχών για τους κλάδους της κύριας και επικουρικής τους σύνταξης, στους οποίους ήταν ήδη ασφαλισμένοι πριν την εκλογή τους, και με τον ίδιο τρόπο, αναλαμβάνοντας όμως οι ίδιοι οι εκλελεγμένοι την καταβολή εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη.

Έπειτα, με δεδομένη τη βέβαιη νομοθετική συρρίκνωση των πλασματικών χρόνων με τον Ν.88(Ι)/2011 (ως προς την οποία δεν τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας, ούτε μπορεί να τεθεί, εφόσον αφορά σε κατάργηση διακριτικού ευεργετήματος και όχι βασικού δικαιώματος αναγκαστικού δικαίου) με αφαίρεση αυτού από μια μερίδα ασφαλισμένων στον δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, θα έθετε ζήτημα ανισότητας η εξακολούθηση αναγνώρισής του για τους δημοτικούς υπαλλήλους ή για άλλους, στη βάση μη ρητά καταργηθέντων διατάξεων. Στην υπό κρίση περίπτωση, φυσικά, το αίτημα ήταν ούτως ή άλλως μετέωρο, εφόσον δεν αφορούσε σε θητεία που δανύθηκε κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας. Μεταφράζονταν δε σε αίτημα προκαταβολής από τον προηγούμενο εργοδότη εισφορών για τα επόμενα έτη θητείας στο αξίωμα και έπειτα εξαγοράς, για την επαύξηση της σύνταξης του υπαλλήλου που συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα, και που ο εργοδότης δεν θα είχε οποιονδήποτε λόγο να πράξει.


[1] Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 740/11 κ.α. ημερομηνίας 07.10.2014: Παρά την κρίση περί αντισυνταγματικότητας, δεν υπήρξε τροποποίηση του νόμου στο σημείο.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s