Διευθέτηση αγωγής και «Κανών Δικαστηρίου»

Συχνά, στο πλαίσιο διευθέτησης κάποιας δικαστηριακής υπόθεσης πολιτικής φύσης, το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων που δεν καλύπτεται από συγκεκριμένο αιτητικό απόφασης ή διατάγματος και δεν υπάρχει επιθυμία να καταστεί μέρος του διατακτικού, καθίσταται «Κανών Δικαστηρίου» (Rule of Court). Φαίνεται, όμως, ότι δεν είναι πάντα κατανοητό τι σημαίνει να δημιουργείται «Κανών Δικαστηρίου» και υπάρχει σύγχυση ως προς τις δυνατότητες που υπάρχουν σε περίπτωση παράβασης ενός «Κανόνος Δικαστηρίου».

Όπως αναφέρθηκε στη Georghiades v. Georghiades (1988) 1 CLR 428 και επαναλήφθηκε στην Απαισιώτη ν. Ραγιά (1993) 1 ΑΑΔ 882, η σύμβαση που δηλώνεται στο Δικαστήριο και καθίσταται «Κανών Δικαστηρίου» δεν παύει να είναι μια απλή σύμβαση· δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε δικαστική απόφαση. Στη Μήλου (2008) 1 Α.Α.Δ. 280, η συμφωνία που καθίσταται «Κανών Δικαστηρίου» σχεδόν ταυτίστηκε με τη «Συμφωνία επ’ Ακροατηρίω». Ως προς την υπόσταση της τελευταίας, η Μούχτου ν. Χείμαρου (2001) 1 ΑΑΔ 1794 παραπέμπει στην αγγλική Green v. Rozen [1955] 2 All E.R. 797. Εκεί απλά καθορίζονταν η διαφορά μεταξύ της συμφωνίας που μεταφέρεται σε διατακτική μορφή και της συμφωνίας που προκύπτει από τα πρακτικά ή τη διαδικασία, η παράβαση της οποίας συνιστά απλά νέα βάση αγωγής. Η τάση της ταύτισης του «Κανόνος Δικαστηρίου» με τη «Συμφωνία επ’ Ακροατηρίω» είναι εμφανής στην εγχώρια νομολογία.

Η Green v. Rozen (ανωτέρω) δεν ταυτίζει ακριβώς τη συμφωνία των διαδίκων που απλά δηλώνεται και περιέχεται στα πρακτικά μιας δικασίμου με τη συμφωνία των διαδίκων που καθίσταται «Κανών Δικαστηρίου». Στη Green v. Rozen (ανωτέρω), που ήταν αγωγή για χρέος, είχε δηλωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η αγωγή διευθετήθηκε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, οι όροι της οποίας είχαν αναφερθεί στο Δικαστήριο, χωρίς, όμως, να ζητηθεί από το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση διαταγμάτων ή και διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας ή να διατυπώσει γενικά οποιοδήποτε «Κανόνα Δικαστηρίου». Έχοντας υπογράψει μεταξύ τους σύμβαση, οι διάδικοι, την οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, δεν προώθησαν τη διαδικασία. Στη συνέχεια, επειδή υπήρξε παράβαση των όρων της νέας συμφωνίας, επιχειρήθηκε η έκδοση δικαστικής απόφασης στην ίδια αγωγή για το εναπομείναν χρεωστικό υπόλοιπο και τα έξοδα, δυνατότητα που το Δικαστήριο απέρριψε. Η Green v. Rozen μπαίνει στη διαδικασία ν’ αναλύσει ενδεικτικά τους μέχρι τότε γνωστούς τρόπους διευθέτησης μιας δικαστικής υπόθεσης και, προς διαφοροποίηση από τον προαναφερόμενο δικό της πιο «ανεπίσημο τρόπο», παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στη Re Hearn (1913) (108 LT 452). Εκεί είχε ζητηθεί η διαμόρφωση «Κανόνος Δικαστηρίου» σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας, αλλά δεν έχουμε εμβάθυνση στη διαφοροποίηση μεταξύ της «Συμφωνίας επ’ Ακροατηρίω» και του «Κανόνος Δικαστηρίου». «Κανών Δικαστηρίου» εντοπίζεται και στην παλαιότερη Lancaster v. Lancaster [1896] P 75, CA, οικογενειακού δικαίου. Στη Lancaster v. Lancaster (ανωτέρω) τέθηκε σαφώς η διαφοροποίηση του «Κανόνος Δικαστηρίου» από το «Διάταγμα», με ξεκάθαρο χαρακτηρισμό της συμφωνίας που περιέχει ο «Κανών Δικαστηρίου» ως μιας εκτελεστής συμφωνίας, αλλά όχι στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής που διατυπώνει τον «Κανόνα Δικαστηρίου», όπου κι εκεί, με τη διατύπωση του «Κανόνος Δικαστηρίου», το Δικαστήριο είχε εξαντλήσει τη δικαιοδοσία του. Ούτε στη Lancaster v. Lancaster (ανωτέρω) συζητείται ικανοποιητικά το θέμα της διαφοροποίησης του «Κανόνος Δικαστηρίου» από άλλες μορφές διευθέτησης με συμφωνία των διαδίκων.

Μένοντας στα εγχώρια προηγούμενα της Georghiades v. Georghiades (ανωτέρω) και Απαισιώτη ν. Ραγιά (ανωτέρω), είναι δεδομένο ότι η διευθέτηση με τη διαμόρφωση «Κανόνος Δικαστηρίου» δεν δημιουργεί δικαστική απόφαση, παρά αναφέρεται σε μια απλή σύμβαση μεταξύ των μερών, για την παράβαση της οποίας δεν έχει οποιαδήποτε δικαιοδοσία το ίδιο Δικαστήριο της αγωγής στο πλαίσιο της οποίας διατυπώθηκε ο «Κανών Δικαστηρίου». Τώρα, ως προς τη διαφοροποίηση που υπάρχει μεταξύ (α) της συμφωνίας των διαδίκων που περιέχεται σε πρακτικό και (β) της υπογεγραμμένης συμφωνίας που επισυνάπτεται σε δικαστική απόφαση και (γ) του «Κανόνος Δικαστηρίου» και (δ) άλλων ειδών συμφωνιών διαδίκων, μπορεί η εν λόγω διαφοροποίηση να μην αφορά ευθέως στον χαρακτηρισμό της πράξης ως «συμφωνία» ή στην αντιμετώπιση της παράβασης της σύμβασης με νέα αγωγή, αφορά, όμως, άμεσα, στη σχέση που δημιουργείται κάθε φορά με το εκδικάζον Δικαστήριο, το οποίο, υπό κάποιες περιστάσεις ή προϋποθέσεις, μπορεί να διατηρήσει δικαιοδοσία.

Εάν θα έπρεπε να φτιάξει, κανείς, μια πρόχειρη κλίμακα, όπου στην κορυφή να τοποθετήσει το πιο ασφαλές μέσο (προσωρινής ή οριστικής) διευθέτησης, θα έμοιαζε κάπως έτσι:

  • Εκ συμφώνου τελικό διάταγμα
  • Εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα
  • Εκ συμφώνου καταψηφιστική απόφαση
  • Tomlin order[1]
  • Κανών Δικαστηρίου με πρόσθετη ρήτρα σύνδεσης του με το διατακτικό μέρος
  • Ανάληψη υποχρέωσης (undertaking to the Court) βάσει της οποίας το Δικαστήριο προχώρησε σε κάποια ενέργεια
  • Εκ συμφώνου αναγνωριστική / δηλωτική απόφαση
  • Απλός κανών Δικαστηρίου
  • Συμφωνίας επ’ Ακροατηρίω
  • Μονομερής δήλωση / δέσμευση διαδίκου που καταγράφεται στα πρακτικά, στη βάση της οποίας ο άλλος διάδικος πράττει κάτι
  • Εξωδικαστική συμφωνία ή δήλωση που δεν τίθεται υπόψη του Δικαστηρίου προς διευθέτηση της εκκρεμοδικίας

Κι όμως, η λίστα αυτή είναι ακόμα αρκετά ελλιπής, γιατί κάθε υπόθεση μπορεί, θεωρητικά, να παράγει το δικό της εργαλείο διευθέτησης. Η χρήση συγκεκριμένων σταθερών και απαράλλακτων τύπων για τη διευθέτηση μιας υπόθεσης ενοχλεί κάπως τη δυνατότητα αποτελεσματικής διαχείρισης της εκάστοτε αντιδικίας. Έπειτα, υπάρχουν εμφανείς διαφορές ανάμεσα στις πρακτικές διευθέτησης στις διάφορες δικαιοδοσίες, καθώς και στη διαδικασία και τον τρόπο διατύπωσης των θεραπειών ή συμφωνιών. Ο «Κανών Δικαστηρίου», για κάποιους λόγους, επιμένει κάπως περισσότερο στην Κυπριακή πρακτική, ενώ δεν έχει χρησιμοποιηθεί εκτενώς αλλού. Αυτό είναι, ως ένα βαθμό, αξιοπερίεργο, γιατί ο σεβασμός που δείχνει να τρέφει ο Κυπριακός πληθυσμός προς το Δικαστήριο δεν υπερέχει έναντι αυτού που επιδεικνύεται σε άλλες δικαιοδοσίες.

Εν πάση περιπτώσει, η συμφωνία που καθίσταται «Κανών Δικαστηρίου», όπως κάθε συμφωνία, είναι δεσμευτική για τα μέρη που τη συνήψαν και ερμηνεύεται και γενικότερα προσεγγίζεται όπως οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Η περιβολή της με τον τύπο του «Κανόνος Δικαστηρίου» συστήνει έγγραφο τύπο, όπου η συμμετοχή των διαδίκων στη σύμβαση διασφαλίζεται όχι (πάντα) δια της υπογραφής τους επί του εγγράφου που διατυπώνει τη συμφωνία, αλλά (και / κυρίως) δια της βεβαιωμένης ιδιότητας των συμβαλλομένων ως διαδίκων και εκπροσώπησης ή παρουσίας τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο καθίσταται ουσιαστικά «μάρτυρας» στη σύναψη της συμφωνίας των διαδίκων και την καταγράφει, ανάγοντάς την, με κάποια πρόσθετη θετική του κίνηση, σε «Κανόνα Δικαστηρίου» (κίνηση που δεν συνιστά ουσιαστική έγκριση ή διάγνωση), της προσδίδει, ενδεχομένως, κάποιαν ασφάλεια όσον αφορά την υπόσταση και το κύρος της, που θα μπορούσε να λειτουργεί και ως τεκμήριο. Πέρα απ’ αυτή την πλεονεκτική, επαυξημένη τυπική αποδειξιμότητα της συμφωνίας που περιβάλλεται με τον πρόσθετο τύπο του «Κανόνος Δικαστηρίου», η παράβαση μιας τέτοιας σύμβασης, σαφώς, ούτε τη δικαιοδοσία του συγκεκριμένου Δικαστηρίου εγκλωβίζει για οτιδήποτε, ούτε μπορεί να προκαλέσει παρακοή. Η παρακοή αφορά σε διατάγματα του Δικαστηρίου που διατυπώνονται με συγκεκριμένο τρόπο και για τη διαπίστωση της οποίας πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.

Τίθεται ζήτημα, εάν υφίσταται επιπλέον πλεονέκτημα που παρέχει αυτός ο τρόπος διευθέτησης, δια διατύπωσης «Κανόνος Δικαστηρίου», σε σχέση με άλλους τρόπους διευθέτησης, με κάποια δυνατότητά του ν’ αποτελεί και βάση για καταφρόνηση ή περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Δεν αποκλείεται μέρος του «Κανόνος Δικαστηρίου» να συνιστά ανάληψη υποχρέωσης (undertaking to the Court) και να μπορεί να θεμελιώσει περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Όμως δεν μπορεί να τεθεί γενικευμένα ότι κάθε «Κανών Δικαστηρίου» μπορεί ν’ αποτελέσει βάση για καταφρόνηση ή περιφρόνηση Δικαστηρίου[2]. Βέβαια, επειδή η παράβαση μιας τέτοιας σύμβασης φέρεται ως παράβαση «Κανόνος Δικαστηρίου», μπορεί να δημιουργεί, εκτός από το συνηθισμένο δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης με νέα αγωγή για παράβαση σύμβασης, και κάποιου είδους ηθικονομική αναστάτωση. Ένεκα του ότι το Δικαστήριο, παρέχοντας τον τύπο αυτό του «Κανόνος Δικαστηρίου», δεν ασκεί δικαστική εξουσία, δύσκολα η παράβαση ενός «Κανόνος Δικαστηρίου» μπορεί να θεμελιώσει και καταφρόνηση ή περιφρόνηση του Δικαστηρίου, μα και, γενικότερα, δεν είναι τόσο ανεκτή η ποινικοποίηση της παράβασης μιας σύμβασης για τον λόγο αυτό, εκ του τύπου της. Έτσι η παράβαση του «Κανόνος Δικαστηρίου» δεν φαίνεται να διαφοροποιείται από την παράβαση οποιασδήποτε άλλης δεσμευτικής σύμβασης, μόνον εκ του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη συμφωνία συνάφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κι έπειτα κατέστη «Κανών Δικαστηρίου».

Η φράση «Κανών Δικαστηρίου» είναι από μόνη της βαρύγδουπη, γιατί «κανόνες» Δικαστηρίου υπάρχουν και δεσμευτικοί ή περιέχονται στα διάφορα Διατάγματα, όταν τίθενται κατόπιν άσκησης δικαστικής εξουσίας. Η λέξη «κανόνας» παραπέμπει σε κάτι επιβλητικό, ρυθμιστικό, υποχρεωτικό, πέραν του ότι και η έκφραση «rule of court» χρησιμοποιείται κυρίως με άλλο νόημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, όπως προαναφέρθηκε, η εμπλοκή του Δικαστηρίου ως αδιαμφισβήτητου «μάρτυρα» στη σύναψη κάποιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, δεν αποτελεί μορφή ή βάση άσκησης δικαστικής εξουσίας. Το Δικαστήριο, διατυπώνονται τέτοιο «Κανόνα Δικαστηρίου», δεν κάνει οτιδήποτε άλλο από το να μεταφέρει τη συμφωνία των μερών επί του πρακτικού, βεβαιώνοντας απλά το γεγονός της σύναψής της από τα συγκεκριμένα πρόσωπα, και τούτο συνήθως, στην εγχώρια πρακτική, το πράττει συμπληρωματικά με την έκδοση δικαστικής απόφασης ή δικαστικών διαταγμάτων ή απόδοσης άλλων δικαστικών θεραπειών, για παρεμφερή θέματα. Το Δικαστήριο δεν παρεμβαίνει είτε στο περιεχόμενο της συμφωνίας είτε στον τρόπο διατύπωσης (άλλο εάν άτυπα μπορεί να βοηθά στη διασφάλιση της σαφήνειας χωρίς να υποχρεούται να το πράξει), που σημαίνει ότι δεν αποκλείεται κι ο «Κανών Δικαστηρίου» να είναι μια σύμβαση με βαθμό γενικότητας και αοριστίας. Μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ότι το περιεχόμενο του «Κανόνος Δικαστηρίου» φέρει μόνον μερικούς εκ των όρων της συμφωνίας των μερών κι όχι όλους. Η δυνατότητα να επιστρατευτεί «Κανών Δικαστηρίου», ως διαπραγματευτικό εργαλείο, εκμεταλλεύεται, κατά κάποιον τρόπο, το γεγονός ότι υπάρχει ένα ανοιχτό και πολύτιμο πλαίσιο εκκρεμοδικίας, και χρησιμοποιεί την ιδιότητα των συμβαλλομένων μερών ως «διαδίκων», τον όποιο σεβασμό τρέφει ο διάδικος έναντι στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διευθετείται η δικαστική διαφορά και την παρουσία του Δικαστηρίου στη σχέση, θέτοντας μια διαφορετικής κλίμακας βεβαιότητα στη συμφωνία των μερών. Εντείνει την υποκειμενική δεσμευτικότητα των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, τη σοβαρότητα που προσδίδουν τα μέρη σ’ αυτές, σημαίνοντάς τες με τον διαθέσιμο επισημότερο τύπο του «Κανόνος Δικαστηρίου».

Νοείται ότι η σύμβαση που έχει καταστεί «Κανών Δικαστηρίου», όπως κάθε άλλη σύμβαση, μπορεί να τροποποιηθεί ή να τερματιστεί. Για να επιχειρηθεί μονομερώς και εξαναγκαστικά αυτό το αποτέλεσμα, θα πρέπει να εγερθεί αγωγή, με αντικείμενο τη σύμβαση που περιέχεται στον «Κανόνα Δικαστηρίου»[3] (όχι ευθέως τον «Κανόνα Δικαστηρίου»). Τούτο δεν έχει να κάνει με το ότι η σύμβαση έχει αναχθεί σε «Κανόνα Δικαστηρίου», αλλά θα συνέβαινε και για τη σύμβαση βάσει της οποίας εκδόθηκε δικαστική απόφαση (εκ συμφώνου)[4] ή και για τη σύμβαση που απλά καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου ή και για τη σύμβαση που είναι εντελώς άγνωστη στο Δικαστήριο και το να αποστείλει το ένας μέρος επιστολή τερματισμού μπορεί να μην αρκεί, εάν η πράξη τερματισμού δεν είναι αποδεκτή. Δεν εμποδίζονται, βέβαια, τα συμβαλλόμενα μέρη να προβούν σε κάθε άλλη οικειοθελή συμφωνία μακρυά από το Δικαστήριο, τροποποιητική ή καταργητική και του «Κανόνος Δικαστηρίου» (ασχέτως εάν η μεταγενέστερη συμφωνία ή πράξη μπορεί να αμφισβητηθεί ευχερέστερα απ’ ότι ο «Κανών Δικαστηρίου») ή ακόμα, με τον «Κανόνα Δικαστηρίου» να ρυθμίσουν τον τρόπο τροποποίησης ή κατάργησης. Διαφορετική προσέγγιση και αποδοχή κάποιας θέσης περί ύπαρξης υποχρεωτικότητας (όχι δυνητικότητας) ως προς την έγερση νέας αγωγής για τροποποίηση ή κατάργησης της συμφωνίας που περιβλήθηκε με τον τύπο του «Κανόνος Δικαστηρίου» (υποχρεωτική διατήρηση του ίδιου τύπου για σκοπούς τύπου), θεωρούμενη σήμερα ως περιορισμός στο δικαίωμα σύναψης ή τροποποίησης συμφωνιών, θα δημιουργούσε κάποιες ανησυχίες, ως προς το ότι μπορεί να ξεφεύγει κάπου από το μέτρο της λογικής αναγκαιότητας.

Στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης και του ευρύτερου διαθετικού συστήματος της, δεν θα ήταν κι ανεπιθύμητο η δυνατότητα διαμόρφωσης «Κανόνων Δικαστηρίων», όσο αναχρονιστική κι αν φαντάζει, να (εξακολουθεί να) θεωρείται ως ένα ακόμα χρήσιμο δικαστικό εργαλείο, σε μια μεγαλύτερη εργαλειοθήκη, που δεν περιέχει μόνον δικαστικές αποφάσεις και διατάγματα συγκεκριμένου περιεχομένου. Για την πληρέστερη αντιμετώπιση του προβλήματος των διαδίκων και (στο μέτρο του εφικτού) τη μεγέθυνση ή διασφάλιση της πιθανότητας οι διάδικοι να μην επανέλθουν στη δικαστική οδό για την επίλυση παρεμφερών ζητημάτων που μπορεί να προκύψουν στην τυχόν εξακολουθούμενη κοινωνική τους σχέση. Η εμπλοκή του Δικαστηρίου στην κατάρτιση της συμβατικής σχέσης των ενώπιον του διαδίκων, ακόμα κι ως παριστάμενου «μάρτυρα», μπορεί να θεωρηθεί, εκτός από γενεσιουργός αιτία μιας ιδιαίτερης σύμβασης αυξημένης πίστης, που δύναται να συναφθεί υπό την ιδιότητα του διαδίκου, κι ένα είδος διευρυμένης κοινωνικής συμμετοχής του Δικαστηρίου, χωρίς κατ’ ανάγκη αυτό να κατεβαίνει από την έδρα του ή να απεκδύεται τον εξουσιαστικό ρόλο του.

Ανεξαρτήτως της όποιας νομικής προσέγγισης τυχόν εξαλείφει την ουσιαστική διαφορά του «Κανόνος Δικαστηρίου» από την απλή σύμβαση, η εμπλοκή του Δικαστηρίου στην κατάρτιση μιας συμβατικής σχέσης δεν παύει να έχει και αξία και τιμή, που θα πρέπει να προσδιορίζονται και να χρησιμοποιούνται και να διαδίδονται με τη δέουσα έμφαση· πάντως όχι να χάνονται κάπου μέσα σ’ έναν γενικότερο αρνητισμό πως τίποτα δεν δουλεύει. Αυτή η ιδιαίτερη αξία ή τιμή μπορεί να μην είναι δικαστική (να μην οδηγεί άμεσα σε επιβολή και εξαναγκασμό και τιμωρία ή άλλη αρνητική συνέπεια για τον παραβάτη συμβαλλόμενο / διάδικο), αλλά, υπερβαίνοντας το κομμάτι των όποιων αποδεικτικών ευεργετημάτων, να είναι και κοινωνική. Και ως τέτοια, γιατί όχι, τελικά, κάπου, ηθικοκοινωνική.


[1] Dashwood v Dashwood (1927) 71 Sol Jo 911, [1927] WN 276: Εκ συμφώνου διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας στη βάση συγκεκριμένης συμφωνίας, με άδεια αίτησης προς το Δικαστήριο για εκτέλεση της συμφωνίας, σε περίπτωση μη τήρησής της, με σκοπό την έκδοση δικαστικής απόφασης ή διατάγματος. Διατυπώνεται ως εξής:

«ΚΑΙ οι διάδικοι, έχοντας συμφωνήσει τους όρους που αναγράφονται στο συνημμένο Παράρτημα, συμφωνούν και εκδίδεται ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑ όπως η διαδικασία στην αγωγή ανασταλεί, εκτός για τους σκοπούς εκπλήρωσης των όρων που συμφωνήθηκαν ΚΑΙ για τον σκοπό αυτό οι διάδικοι έχουν την άδεια να υποβάλουν αίτηση».

Οι συνημμένοι όροι  συνιστούν τη συμφωνία των μερών, όμως δεν εγκρίνονται από το Δικαστήριο με κάποιο τρόπο. Εάν περιλαμβάνουν την πληρωμή χρηματικού ποσού, δεν συνιστούν απόφαση για χρηματικό ποσό, και σε περίπτωση μη πληρωμής του, ο διάδικος μπορεί να αιτηθεί για έκδοση διατάγματος πληρωμής, όπου τότε εκδίδεται απόφαση / διάταγμα για την πληρωμή στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής, η οποία αναστέλλεται μεν, αλλά δεν θεωρείται περατωθείσα, εκτός εάν συντρέξουν άλλες προϋποθέσεις.

[2] Καλησπέρα ν. Ηλιάδη, Αρ. Αγωγής 3449/08 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 29.12.2011

[3] D & H Executive Homes Ltd v. Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής 3781/2014 Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 23.04.2015.

[4] Βλ. και Siebe Gorman & Co Ltd vPneupac Ltd (1982) 1 All E.R. 377 (CA)

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s