Η φύση των πράξεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και το καθεστώς των δικαστών στην Κύπρο

Η απόφαση στη Στυλιανίδης ν. 1) Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, κ.α. Υπόθεση αρ. 83/2016, ημερομηνίας 05.02.2018, συγκεντρώνει αρκετές ενδιαφέρουσες απαντήσεις ως προς τον χαρακτήρα των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ), τη φύση του, ως σώμα, αλλά και ως προς το καθεστώς των δικαστών στην Κύπρο.

Σύμφωνα με την προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου κατέληξε έφεση επί ανεπιτυχούς προσβολής πράξεων προαγωγής άλλων δικαστών και μη προαγωγής του προσφεύγοντος με βάση του άρθρο 146 του Συντάγματος (όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε την ευκαιρία να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, αδιάφορα από την ταύτιση των μελών του με τα μέλη του ΑΔΣ, που δεν είχε και σημασία υπό τις περιστάσεις), όλες οι ενέργειες και οι αποφάσεις του ΑΔΣ, που αφορούν σε διορισμό, προαγωγή κ.λπ. των δικαστικών λειτουργών, είναι και παραμένουν εκ της φύσεως τους εγγενείς και σύμφυτες με την αυτοτέλεια της δικαστικής λειτουργίας. Δεν συνιστούν διοικητικές πράξεις που εκδίδονται από διοικητικό όργανο. Το ΑΔΣ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λειτουργεί, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, ως διοικητικό όργανο, ούτε είναι εφικτό ορισμένες πράξεις του να θεωρούνται δικαστικές (π.χ. διορισμοί) κι άλλες διοικητικές (π.χ. προαγωγές). Είναι ένα αμιγώς δικαστικό όργανο.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση:

«Στην Κύπρο οι Δικαστές (περιλαμβανομένων των Δικαστικών Λειτουργών) ασκούν, πρωτογενώς, Δικαστική Εξουσία.  Η θέση και το καθεστώς τους είναι αυτά των ανεξάρτητων κρατικών αξιωματούχων.  Η νομολογία μας, στο νομικό σύστημα του Κοινού Δικαίου που ισχύει στην Κύπρο,  είναι δεσμευτική, πάγια και σαφής ότι δεν παρέχεται δικαίωμα πρόσβασης σε διοικητικό δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, για μη διορισμό-προαγωγή δικαστή.  Όπως είναι θεμελιωμένο, ο διορισμός και η προαγωγή δικαστή δεν είναι δικαίωμά του προστατευόμενο από το Ημεδαπό Δίκαιο, αλλά απλή προσδοκία. Η θέση αυτή αιτιολογείται, με αντικειμενικά κριτήρια, στη βάση του εθνικού συμφέροντος, καθότι η διαδικασία διορισμού-προαγωγής δικαστών είναι οιονεί δικαστική λειτουργία άρρηκτα συνυφασμένη με την ανεξάρτητη και εξωγενώς ανέλεγκτη λειτουργία απονομής της δικαιοσύνης, η οποία θα πρέπει να παραμείνει έτσι, για λόγους ύψιστου εθνικού συμφέροντος διατήρησης του Κράτους Δικαίου.»

Κατά την προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον δεν υφίσταται «δικαίωμα» στο δίκαιο, προστατευόμενο, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβασή του, συνακόλουθα για παράβαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη για την προστασία τέτοιου δικαιώματος. Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αυτοτελώς, ως τέτοιο, δεν προσβλήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Του δικαιώματος αυτού έπεται, όμως, η προϋπόθεση της ύπαρξης σχετικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου σε σχέση με το ενώπιον του ζήτημα, που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν την είχε το διοικητικό δικαστήριο όπου προσέφυγε ο προσφεύγων. Η μη ύπαρξη (θεσμικά) τρόπου (ανεξάρτητου) ελέγχου των αποφάσεων του ΑΔΣ (του αμιγώς δικαστικού σώματος), δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη (για δικαίωμα που δεν υπάρχει), και αναφέρεται, ενδεχομένως, σε ένα διαφορετικό ζήτημα (διασφάλισης του εθνικού συμφέροντος) που, κατά την προσέγγιση του Δικαστηρίου, δείχνει να μην απασχολεί το δίκαιο και τις αρχές δικαίου ή να μην μπορεί να τις απασχολήσει ή να συνιστά θεμιτό περιορισμό.

Εξάλλου (όπως ήταν η τεκμηρίωση, ως προς τον τρόπο λειτουργίας ή αυτοελέγχου του ΑΔΣ) στην υπόθεση Kourris v The Supreme Council of Judicature (1972) 3 CLR 390, στην απόφαση της πλειοψηφίας, λέχθηκε ότι, παρόλο που ένας Δικαστικός Λειτουργός δεν είχε δικαίωμα προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146:

…«there exists, in a proper case, the possibility of having his complaint examined by the Supreme Council of Judicature, because the Council, like any other collective organ, has the right to review, if necessary, its own decisions».

Η προαναφερόμενη ερμηνεία στην υπόθεση Kourris (ανωτέρω) στην οποία κρίθηκε ότι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου αναφορικά με διορισμούς, μεταθέσεις και προαγωγές Δικαστών δεν υπόκεινται σε αναθεωρητικό δικαστικό έλεγχο, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, δόθηκε το 1972 και επιβεβαιώθηκε ομόφωνα με την απόφαση Καρατσής v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (2001) 3 Α.Α.Δ. 220, το 2001. Είναι, δηλαδή, κατά το Ανώτατο Δικαστήριο, «πάγια και θεμελιωμένη νομική αρχή η οποία ισχύει για 45 χρόνια και είναι δεσμευτική, σύμφωνα με τον κανόνα του δεσμευτικού προηγουμένου, που ισχύει στην Κύπρο».

Υπάρχει, λοιπόν, μια δεσμευτική νομολογία 45 ετών, που λέει ότι το ΑΔΣ δεν ελέγχεται δικαστικά από άλλο δικαστήριο ή ανεξάρτητο δευτεροβάθμιο δικαστικό όργανο, με δεδομένη τη δυνατότητα αυτοελέγχου κι αναθεώρησης των δικών του αποφάσεων σε ορισμένες κατάλληλες περιπτώσεις, αλλά και τον θεσμοθετημένο ρόλο και τη φύση του έργου του. Η παράμετρος που εμπλέκεται, όμως, είναι διπλή, καθότι δεν υφίσταται και σχετικό δικαίωμα διεκδίκησης αξιωμάτων δικαστών ή ανώτερων δικαστών ή προέδρων δικαστών ή άλλων συναφών αξιωμάτων που σχετίζονται με την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας.

Από αυτή τη γραμμή, φαίνεται ότι, δεν ήταν εφικτό να αποκλίνει το Ανώτατο Δικαστήριο σήμερα (με δικαστικά μέσα). Κατά το Ανώτατο Δικαστήριο, έκαστος δικαστής έχει ένα καθεστώς παρόμοιο ή όμοιο με αυτό του αξιωματούχου του Κράτους σε θητεία με συγκεκριμένο περιεχόμενο και σκοπό (να εφαρμόζει το δίκαιο, δια των θεσμοθετημένων πηγών του), κι αυτό, βασικά, είναι που του αποκλείει το δικαίωμα να διεκδικεί, απαιτώντας δικαιωματικά, είτε διορισμό είτε προαγωγή σε κάποια ανώτερη βαθμίδα έναντι άλλων είτε μη μετάθεση· υπηρετεί τη θητεία του και δι’ αυτής το δίκαιο και το εθνικό συμφέρον, εφόσον αποδέχεται το αξίωμα που του δίνεται, ως έχει, με τα ανάλογα σεβασμό και αφοσίωση, χωρίς, φυσικά, να του απαγορεύει οποιοσδήποτε να τρέφει εσωτερικές προσδοκίες για ένα ανώτερης βαθμίδας αξίωμα (ή και να πράττει βάσει αυτών, αποτεινόμενος σε υφιστάμενα διαθέσιμα δικαστήρια ή άλλως πώς).

Η προσδοκία, όσο ισχυρή κι αν είναι με βάση το προσωπικό κριτήριο ή άλλα κριτήρια ή συνθήκες, κι οποιαδήποτε χρήση ή χειρισμός της γίνεται, δεν θα πρέπει να συγχαίεται με το εκ προοιμίου υφιστάμενο ή αναγνωρισμένο δικαίωμα που μπορεί να τύχει διεκδίκησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος, μάλλον, δεν γίνεται για την απασχόληση στη δικαστική υπηρεσία ως εργασιακό δικαίωμα που δημιουργεί επιμέρους δικαιώματα (ανέλιξη και προαγωγή με βάση την αρχαιότητα, κ.λπ.). Η αρχαιότητα ή η εμπειρία σε υφιστάμενο δικαστικό αξίωμα μπορεί να τιμά τον φορά του δικαστικού αξιώματος ή να συνιστά κριτήριο βάσει του οποίου το ΑΔΣ να μπορεί να λειτουργήσει, αποφασίζοντας να απονέμει κάπου ανώτερο ή άλλο αξίωμα (χωρίς να δεσμεύεται ότι έτσι θα πράξει, καθώς μπορεί να επιλέξει και με βάση άλλα κριτήρια), αλλά δεν πιστώνει τον φορέα του δικαστικού αξιώματος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, δεσμευτικό για το ΑΔΣ. Ο φορέας του δικαστικού αξιώματος μπορεί και να κατέχει το ίδιο ακριβώς αξίωμα για όλη του τη θητεία, κινούμενος έστω μέσα στη μισθολογική κλίμακα του συγκεκριμένου αξιώματος, χωρίς οποιαδήποτε δεδομένη δυνατότητα «προαγωγής» σε άλλο αξίωμα. Κάθε ένας δικαστής διορίζεται σε θέση δικαστή, ανώτερου δικαστή ή προέδρου κάθε φορά με μη προσβλητή «δικαστική απόφαση του ΑΔΣ», που λαμβάνεται με γνώμονα το εθνικό συμφέρον (και άλλα επιμέρους κριτήρια), και δεν «προάγεται» από το ένα αξίωμα στο άλλο.

Δεν αποκλείεται να είναι από τις υποθέσεις που θα κτυπήσουν τις πόρτες του ΕΔΔΑ, όπου υπάρχει πιθανότητα ανταπόκρισης λόγω και της εκλαμβανόμενης διαχρονικής αδυναμίας του ΕΔΔΑ, που αποτελείται κυρίως από εκπροσώπους Ηπειρωτικών συστημάτων, να αντιληφθούν πλήρως τη δεσμευτική νομολογία ως πηγή δικαίου, χωρίς αυτή να βεβαιώνεται από μετέπειτα νομοθετημένο δίκαιο, και συνακόλουθα την αποδοχή της ύπαρξης και της πληρότητας δικαιολόγησης του περιορισμού πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Η σύγχρονη ευρωπαϊκή αντίληψη δίνει περισσότερη σημασία στην ασφάλεια του δικαίου που ισχύει για τους πολίτες, και θα αναζητούσε κάπου ρητή πρόνοια για το κάθε τι από αυτά που διαλαμβάνει η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αυτή ή οι προηγούμενες: 1) ότι το ΑΔΣ είναι δικαστκό όργανο και 2) οι αποφάσεις του είναι δικαστικές, και 3) ότι δεν χωρεί έφεση επί αποφάσεών του για συγκεκριμένους λόγους, και ότι  4) υπάρχει η δυνατότητα αναθεώρησης των αποφάσεών του από τον ίδιο το σώμα που τις εξέδωσε υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένους λόγους, κ.λπ.. Ίσως γι’ αυτό να χρειάστηκε και η έμφαση, μέσα στη απόφαση, στο γεγονός ότι στο Κυπριακό νομικό σύστημα υφίσταται νομολογιακή βάση για τον περιορισμό που συνιστά δίκαιο, και η επίκληση της διαφοράς μεταξύ των συστημάτων. Αυτή, όμως, και πάλι, μπορεί να μην αρκεί στον Ευρωπαίο δικαστή, όχι γιατι δεν σέβεται τη διαφορετικότητα του συστήματος ή τη σημασία του νομολογιακού προηγούμενου, αλλά γιατί προάγοντας ως σύγχρονη αρχή δικαίου την ασφάλεια δικαίου, βλέπει το δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο (με απόλυτο σεβασμό) να συνιστά πηγή δικαίου περισσότερο ή ευχερέστερα για τον δικαστή  ή βάση δικαστικής τεκμηρίωσης και όχι καλή ή προσιτή ή προσβάσιμη βάση δικαίου για τον κάθε πολίτη.

Ο κάθε πολίτης, κατά την ευρωπαϊκή αντίληψη, δεν έχει τη δυνατότητα να εντοπίζει χαμένα νομολογιακά προηγούμενα μέσα σε αταξινόμητη αχανή νομολογία δεκάδων ετών, να τα συγκρίνει, να παρακολουθεί τις μετατοπίσεις και μεταβολές της νομολογιακής γραμμής, να γνωρίζει εκ των προτέρων το αμετάβλητό της μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κοσμο ή και να αποδεχθεί, αν μη τι άλλο, να δώσει περισσότερη σημασία σε δίκαιο που δεν βεβαιώνετα και δεν νομοθετείται από τους εκάστοτε εκλελεγμένους αντιπροσώπους του. Θα πρέπει να είναι με ασφάλεια και σαφήνεια γνωστό το τι ισχύει στο δίκαιο, τα δικαιώματά του και τους περιορισμούς τους, χωρίς να πρέπει να αποτείνεται για τον σκοπό αυτό σε δικηγόρο που θα πρέπει να ερευνήσει και να συγκεντρώσει και να ερμηνεύσει την (κάποτε αντιφατική) νομολογία. Είναι κι αυτή πτυχή του δικαιώματός του να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη (η αρχή της νομιμότητας ως προϋπόθεση άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη), ένα δικαίωμα το οποίο δεν έχει μόνο τεχνική πτυχή (δεν αρκείται στο να υπάρχουν δικαστήρια και διαθέσιμα ένδικα μέσα, έστω χωρίς δικαιοδοσία). Αυτή η ευρωπαϊκή αντίληψη δεν είναι εύκολο και ίσως και δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να αλλάξει. Εξάλλου, κάποτε, δεν είναι και κακό να δεχόμαστε ορισμένες σύγχρονες επιδράσεις και να εξελισσόμαστε, αναλόγως των εποχών (αυτής, των δικαιωμάτων), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ποσβάλλεται η ταυτότητα ή η ιστορία μας, που εμείς μπορούμε να την αναδείξουμε και να την περιφρουρήσουμε μέσα στις ίδιες τις εξελίξεις, παράγοντας, έτσι, και (της μόδας) «καινοτομία».

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s