Το μέλλον της δικαστηριακής δικηγορίας, το επάγγελμα και το «ανθρώπινο στοιχείο» (human element)

Πρόσφατα, έπρεπε να εξηγηθεί, σ’ έναν διάλογο με νομικούς άλλων ειδικοτήτων και οικονομολόγους με θέμα (ένα εκ των θεμάτων) την καινοτόμο επιχειρηματικότητα και την κερδοφορία, ότι  η καινοτομία στη σύγχρονη εποχή της τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, της αυτοματοποίησης, των ασυνήθιστων αδικιών και της γενικότερης αποξένωσης, είναι η εστίαση κι η ανάπτυξη των σημείων επαφής με τον ανθρώπινο παράγοντα· το ανθρώπινο στοιχείο (human element) που κάποτε λέγεται και συναισθηματική νοημοσύνη (όρος που μπορεί να μην καλύπτει το όλο φάσμα του «ανθρώπινου στοιχείου»). Επανήλθε στη μνήμη εκείνη η συζήτηση με την ανάγνωση ενός σχετικού άρθρου.

Είναι συνηθισμένη η υποτίμηση της επιχειρηματικότητας και της κερδοφορίας των «Litigators», ειδικά στην Κύπρο, συγκριτικά με νομικούς που ασχολούνται με άλλους τομείς εκτός από τα δικαστήρια (εταιρείες, ακίνητα, κ.λπ.). Πολλοί δικηγόροι με το «μικρόβιο του Litigator» αναγκάζονται να παρέχουν άλλου είδους υπηρεσίες, από τις οποίες να μπορούν να καλύψουν με κάπως πιο άμεσο τρόπο τις «τρύπες» της δικαστηριακής πρακτικής. Είναι στο χέρι, όμως, όλων των Litigators να βελτιώσουν την εικόνα τους και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους. Έτσι, ενδεχομένως, να συμβάλλουν και στη βελτίωση της απονομής της δικαιοσύνης (η οποία είναι, κατά κάποιον τρόπο, συνεργοδότης τους).

Υπάρχει, ως γνωστόν, μια έντονη ανθρώπινη πλευρά στη δραστηριότητα ενός Litigator. Kάθε δικαστηριακή διαφορά, σε οποιονδήποτε κι αν αφορά, οποιαδήποτε κι αν είναι η φύση της (οικογενειακή, ποινική, αστική, εμπορική, διοικητική κ.λπ.) ξεκινά απ’ την κατάσταση (η οποία μπορεί να δημιουργηθεί με διάφορους τρόπους) ή το αίσθημα της αδικίας. Η αδικία είναι από τα πιο δυσάρεστα και δραστικά συναισθήματα, που δημιουργεί μεγάλη φθορά στον άνθρωπο, όταν, μέσα στο πλαίσιο της εξευγενισμένης πολιτείας και πολιτισμένης κοινωνίας, θα πρέπει να την υπομένει για πολύ καιρό (και να καρτερά «δικαιοσύνη» από αλλού, κ.λπ.)· να μην αντιδρά άμεσα σ’ αυτήν όπως ένα ζώο (που κι αυτά αντιδρούν στην αδικία), επιτόπου κι αυτοδικώντας. Η αδικία κι η αναζήτηση για το δίκαιο μπορούν να δημιουργούν συνθήκες όπου μπορεί να υπάρχει πρόσθετη δυσκολία στη δραματική φιγούρα του αδικημένου ανθρώπου (dramatis personae) ν’ αντιληφθεί ότι θα πρέπει να πληρώσει κι από πάνω, τον δικηγόρο του, να υποβληθεί σε έξοδα. Ερμηνεύει, ως πρώτη αντίδραση, τη συνθήκη αυτή (να πρέπει να πληρώσει για τις δικηγορικές υπηρεσίες που θα λάβει, κι αν επιτύχει στην υπόθεσή του, πιθανόν να αποζημιωθεί ως προς τα έξοδα) ως ενίσχυση της αδικίας που του συνέβη. Άλλοι, βέβαια, μπορεί να πληρώνουν πανάκριβα αυτούς που εκλαμβάνουν ότι είναι οι καλύτεροι δικηγόροι στη χώρα, στην ήπειρο ή στον κόσμο, ευελπιστώντας ότι έτσι θα έχουν επιτύχει ένα καλύτερο αποτέλεσμα άρσης της αδικίας (σαν να είναι προϊόν κι αυτή, η δικαιοσύνη, που αγοράζεται, κι επιλέγεται η ακριβή έκδοση, η κατά τεκμήριο καλύτερη, λόγω τιμής). Οι οικονομικοί χειρισμοί γενικά χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.

Οποιοσδήποτε κι αν είναι ο πελάτης του Litigator, ο πελάτης θέλει να βλέπει απέναντί του έναν ικανό και έμπιστο δικηγόρο – άνθρωπο, που να μπορεί πρώτα να ακούει καλά τι του λένε, να καταλαβαίνει καλά τι συμβαίνει, να έχει και να βρίσκει σημεία επαφής, να επικοινωνεί, κι έπειτα να υπερασπίζεται το δίκαιο «πολεμώντας» αυτό που ο πελάτης εκλαμβάνει ως αδικία, με κατανοητό το τι κάνει ακριβώς, αισίως επιλύνοντας και το πρόβλημα. Δεν θέλει, συνήθως, να βλέπει έναν άψυχο ψυχρό επαγγελματία – πάροχο νομικών υπηρεσιών – επιχειρηματία με κοστούμι, χρονόμετρο και υπολογιστική, που δείχνει να ενδιαφέρεται μόνο για το τι και πότε θα εισπράξει για το κάθε δευτερόλεπτο που περνά και για το κάθε ψίχουλο που δίνει. Ούτε βέβαια ένα ρομπότ. Ο Litigator δεν προσφέρει τυποποιημένες νομικές υπηρεσίες (να λάβει μια παραγγελία και να την εκτελέσει με συγκεκριμένο “know how”)· δέχεται όλες τις εκρήξεις, τα ψέματα, τις αλήθειες, τις ανησυχίες, τους φόβους, τις ιδιοτροπίες και τα λοιπά του πελάτη, και (οφείλει να) προσφέρει κατανόηση και στήριξη και σ’ ένα άλλο επίπεδο. Ο πελάτης του Litigator πληρώνει όχι όταν λάβει τις «υπηρεσίες» (νομικές υπηρεσίες), αλλά όταν ικανοποιηθεί από τη λήψη τους, κυρίως όταν λυθεί το πρόβλημά του, όταν πειστεί ότι πρέπει να πληρώσει.

Για να υπερασπιστεί το δίκαιο, ένας Litigator, δεν συμπληρώνει φόρμες ούτε γράφει ηλεκτρονικά μηνύματα αναπαράγοντας συνήθη και παγιωμένη γνώση, μα χρησιμοποιεί συνέχεια ψυχή και πνεύμα, φαντάζεται, δημιουργεί, εφευρίσκει, ελίσσεται, είναι συνέχεια σε εγρήγορση, είναι Litigator 30 ώρες το 24ωρο, φέρει ιδιότητα η οποία διαπερνά την ταυτότητά του, τον χαρακτήρα του, όπως είναι η ιδιότητα του μαχόμενου γιατρού. Πρέπει να είναι εξίσου έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αντιδράσει, να παρέμβει (π.χ. σύλληψη υπόπτου πελάτη), έχει ν’ αντιμετωπίσει απρόβλεπτα θέματα ή ανάγκες στις ανοιχτές υποθέσεις (π.χ. interim orders), πρέπει να συγκεντρώνει όλες του τις δυνάμεις για την ώρα της δίκης (μετά από την οποία είναι συνήθως όπως ένας πολεμιστής μετά από μια μάχη, εύκολη ή δύσκολη, αναλόγως), πρέπει να κάνει άριστη προετοιμασία για τη δίκη στην οποία μάχεται είτε για την προσωπική ελευθερία είτε για την περιουσία είτε για τη φήμη του πελάτη του είτε για άλλα θέματα που έχουν αντίκτυπο στη διαβίωση, τη ζωή, την υγεία του πελάτη του. Πρέπει να ελέγχει ταυτόχρονα όλα τα μέτωπα (πελάτης, αντίδικοι, συνάδελφοι, δικαστήριο) και να διαμορφώνει ανάλογη συμπεριφορά στην κάθε περίπτωση. Πρέπει πολλά άλλα. Ο επαγγελματισμός του Litigator πρέπει να συνάδει με αυτή την ιδιαίτερη φύση της ιδιότητάς του. Κι είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο πράγμα, να είναι, κανείς, «επαγγελματίας άνθρωπος», αλλά περισσότερο από αυτό να είναι ένας αυθεντικός (ταυτόχρονα) άνθρωπος και επαγγελματίας, προσβάσιμος, με διαθέσιμο χρόνο, με ελαστικούς διακόπτες, και το ανάλογο, στην κάθε περίπτωση, πάθος.

Εστιάζοντας τη συζήτηση στην οικονομική μεταχείριση του πελάτη ενός Litigator, επισημάνθηκε η ανάγκη να περιβληθεί, η διαδικασία, με συγκεκριμένες διαδικασίες διαπίστωσης και διασφάλισης του “Litigation Funding”.  Η παροχή υπηρεσιών δια του θεσμού της νομικής αρωγής είναι ένας διαθέσιμος, από μέρους του δικηγόρου, επιπλέον τρόπος εξυπηρέτησης. Υπάρχουν πελάτες (ιδίως μη Κύπριοι) που αναμένουν τη σχετική πληροφόρηση για να κρίνουν έναν επαγγελματία πόσο «επαγγελματίας» είναι· ενώ οι ίδιοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για «legal aid», να τους πει τυπικά ο δικηγόρος ότι υπάρχει η δυνατότητα, και να αποφασίσουν οι ίδιοι σχετικά (όχι εκ των προτέρων ή πατερναλιστικά ο δικηγόρος). Είναι πλέον θέμα πολιτικής και σεβασμού προς τον πελάτη, να ρωτά ο δικηγόρος την πηγή των χρημάτων για την κάλυψη του κόστους της δικαστικής διαδικασίας. Εξάλλου, ο θεσμός του «legal aid», όπως έχει ρυθμιστεί πλέον και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για τον ποινικό τομέα (Οδηγία 2016/1919), τροφοδοτεί την ανάγκη επαγγελματικής προσέγγισής του· ορθότερα, εξυγίανσης του. Ειδικότερα, θα μπορούσε να υποβάλλεται ερώτηση ή να δίνεται ερωτηματολόγιο να επιλέγει ο πελάτης με ποιο τρόπο θα ανταπεξέλθει στο κόστος της διαδικασίας (όχι με ποιον τρόπο θα πληρώσει τη δικηγορική αμοιβή, υπάρχει διαφορά), όπως επιλέγουν οι φοιτητές στα πανεπιστήμια τρόπο πληρωμής διδάκτρων. Από ιδία έσοδα (να ελέγχεται κάθε τόσο η εισοδηματική του ικανότητα ή τυχόν αλλαγές ταυτόχρονα με την ενημέρωσή του για το τρέχον ύψος των δικηγορικών εξόδων), από δάνειο τραπεζικού ή πιστωτικού ιδρύματος (να δώσει λεπτομέρειες), από χορηγία τρίτου προσώπου (να δώσει λεπτομέρειες ως προς τη σχέση), από το Κράτος με τον θεσμό της νομικής αρωγής (νοουμένου ότι πληροί τα κριτήρια), κ.λπ. Αυτή η διαδικασία είναι καλό να γίνεται από το προσωπικό λειτουργικής υποστήριξης (όπου υφίσταται), για να αποφεύγεται όσο το δυνατόν να μπαίνει συνέχεια ή αχρείαστα το οικονομικό στοιχείο μέσα στην ειδικότερη σχέση δικηγόρου – πελάτη και στο ανθρώπινο πρόβλημα. Εκεί όπου δεν υφίσταται λειτουργική υποστήριξη, ίσως να πρέπει να γίνεται διακριτά, ξεχωριστά, από τη συνεδρία για την ουσία της υπόθεσης.

Ο θεσμός του δικαστηριακού δανείου (Litigation Loans / Lawsuit Loans / Litigation Financing) (καλύτερα μορφή αγοράς άμεσων κεφαλαίων που δεν αναφέρεται ως «δάνειο» ως οι συνήθεις τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις, δηλαδή δεν ανοίγεται λογαριασμός δανείου όπου να τοκίζεται κάποιο χρέος, ενώ δεν αποπληρώνεται σε περίπτωση που χαθεί η δίκη, και συνιστά περισσότερο παροχή με αντάλλαγμα την απόδοση ή εκχώρηση στον πιστωτή του προσδοκώμενου οφέλους των εξόδων της επιτυχούς δικαστικής διαδικασίας) μπορεί, επίσης, να αναπτυχθεί, όπως είχε αναπτυχθεί και στην Αγγλία, την Αμερική, τη Νότιο Αφρική, την Αυστραλία, κ.λπ.. Να παύσουν να παρέχουν οι ίδιοι οι δικηγόροι έμμεσα πίστωση, δηλαδή να μην πληρώνονται άμεσα τις εργασίες τους ή να προπληρώνουν οι ίδιοι τα πραγματικά έξοδα, συνθήκη η οποία εγείρει και διάφορα ηθικά ζητήματα. Όταν κάποιος επιλέγει να προχωρήσει με Litigation, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του, ουσιαστικά, πέρα από το ανθρώπινο δράμα του, κάνει μια προσωπική επένδυση· αυτό θα πρέπει να γίνει κάπως πιο αισθητό στο τοπικό επίπεδο. Πρέπει να είναι σίγουρος ότι αξίζει να προχωρήσει, ότι έχει πιθανότητες επιτυχίας, και να επενδύσει στις συγκεκριμένες πιθανότητες. Είναι μια δύσκολη επένδυση, η οποία εξαρτάται από τη δική του υπόθεση, από τις ικανότητες των δικηγόρων του κι από το Δικαστήριο και την ικανότητά του να αποφασίζει με τρόπο που να απονέμει, όντως, δικαιοσύνη. Τελείωσε ή τελειώνει η εποχή όπου εγείρει κάποιος αγωγή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, πέραν αυτού για τον οποίο υφίσταται η δυνατότητα ή παρορμητικά και χωρίς περίσκεψη, γιατί είναι ωραίος και μπορεί. Η αύξηση των δικαστηριακών τελών και εξόδων (και όχι μόνον) ωθεί (καλώς ή κακώς) προς την άλλη κατεύθυνση, της θεώρησης της προσφυγής στο Δικαστήριο όχι ως ελεύθερου και ανέλεγκτου δικαιώματος, αλλά ως δικαιώματος με μια ακόμα σοβαρότερη οικονομική πλευρά, η οποία θα πρέπει να βασίζεται κάπου, υφιστάμενης πάντα της δυνατότητας για νομική αρωγή όπου, πράγματι, δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα (γιατί σε κάποιες περιπτώσεις υφίσταται, αλλά μπορεί να μην υπάρχει η πραγματική διάθεση να διατεθεί οποιοδήποτε ποσό από το «κομπόδεμα» για τα έξοδα της διαδικασίας, άρα η ειλικρινής ανάγκη να γίνει η επένδυση σε έναν δικαστικό αγώνα). Φυσικά, η θεσμοθέτηση του δικαστηριακού δανείου εξαρτάται από τις ίδιες τις Τράπεζες / πιστωτικά ιδρύματα / εταιρείες με αυτό το αντικείμενο, να παρέχουν το προϊόν, και τη δυνατότητα δημιουργίας συναφούς θεσμικού πλαισίου.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s