Θέματα επίδοσης στις «ιδιωτικές εκποιήσεις», η γενικότερη νομική εκτροπή και διεπιστημονικοί τρόποι επίλυσης βασισμένοι στην επικοινωνία


.

Εισαγωγή

Τον τελευταίο καιρό, τα Δικαστήρια έχουν «κατακλυστεί» με υποθέσεις εκποιήσεων, ειδικότερα με αιτήσεις – εφέσεις που συνιστούν τις αντιδράσεις των ενυπόθηκων οφειλετών ή και άλλων ενδιαφερόμενων σε ειδοποιήσεις των ενυπόθηκων πιστωτών για εκποίηση, με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν. 9/65, ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 142(Ι)/2014. Η τελευταία τροπολογία ήταν εκείνη που εισήγαγε το μέρος VIA, κοινώς το κεφάλαιο των ιδιωτικών εκποιήσεων, δίνοντας παράλληλα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 44ΙΓ) το ένδικο μέσο της αίτησης – έφεσης, που προβλέπει ο περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος. Σε αυτές τις αιτήσεις – εφέσεις εγείρονται διάφορα ζητήματα συνταγματικότητας του νόμου και ήδη υπάρχουν διάφορες πρωτόδικες απόψεις, επαναλαμβανόμενα.

Οι «ιδιωτικές εκποιήσεις», δηλαδή οι εκποιήσεις που διεξάγονται χωρίς την επίβλεψη του Κράτους ή του Δικαστηρίου (υποκείμενη, ωστόσο, σε δικαστική αναθεώρηση), παρουσιάστηκαν ως Κυπριακή νομοθετική «καινοτομία», παρόλο που, ασφαλώς, αυτές δεν συνιστούν προϊόν έμπνευσης του Κύπριου νομοθέτη∙ προβλέπονται κι εφαρμόζονται σε αρκετές δικαιοδοσίες, ειδικά πολιτειών των ΗΠΑ, σε κάθε μία με ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις, ενώ, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, δεν είναι χωρίς μειονεκτήματα ή νομικούς προβληματισμούς, ειδικότερα όσον αφορά το διαδικαστικό της σκέλος, ειδικότερα όταν θεωρείται συνδυαστικά με το θέμα των εξώσεων. Σε εκείνες τις δικαιοδοσίες, τις τελευταίες δεκαετίες, δαπανείται ένα μεγάλο πνευματικό κεφάλαιο ειδικής νομικής γνώσης, για την εύρεση της καλύτερης δυνατής διαδικαστικής ρύθμισης. Από την άλλη, η δυνατότητα ιδιωτικών εκποιήσεων, πλέον, χρησιμοποιείται καλά και ως ένα δεδομένα χρήσιμο εργαλείο όσον αφορά τη χορήγηση νέων διευκολύνσεων και πιστώσεων, δημιουργώντας άλλες τάσεις ή άλλα βελτιωμένα προϊόντα (π.χ. δάνειο με δυνατότητα ιδιωτικής εκποίησης και δάνειο χωρίς δυνατότητα ιδιωτικής εκποίησης), άλλες κατηγοριοποιήσεις.

Σε γενικές γραμμές, το σχετικό νομοθετικό έρεισμα είναι για διενέργεια πλειστηριασμών απευθείας με βάση το δικαίωμα πώλησης (foreclosure by power of sale) που περιέχεται στον ενυπόθηκο τίτλο (νοουμένου ότι εκεί περιέχεται και ο οποίος πρέπει, επίσης, να είναι απόλυτος), κι όχι με βάση δικαστικό διάταγμα ή αίτηση στο Κτηματολόγιο. Η νομοθετική τάση εξίσωσης των ιδιωτικών πλειστηριασμών ή πωλήσεων με τους δημόσιους πλειστηριασμούς φαίνεται, επίσης, να υπάρχει ευρύτερα. Αλλού η διαδικασία των ιδιωτικών εκποιήσεων έχει εξελιχθεί σε ένα μεγάλο επιχειρηματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν περαιτέρω υπηρεσίες κι ιδιότητες, εφόσον εμφανίστηκαν, μεταξύ άλλων, περισσότεροι εκτιμητές, σύμβουλοι αποτροπής ή αντιμετώπισης ιδιωτικών εκποιήσεων ή ιδιωτικές εταιρείες ιδιωτικών εκποιήσεων, κ.λπ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, στην Κύπρο, οι περισσότεροι ενυπόθηκοι τίτλοι, ειδικά Τραπεζών, περιείχαν ρήτρες ιδιωτικής εκποίησης ακόμα πριν από την ύπαρξη σχετικού νομοθετικού πλαισίου και χορηγούνταν ενυπόθηκα δάνεια στη βάση της αποδοχής τέτοιων όρων. Ζητούσαμε, κάποτε, αναγνωριστικές δικαστικές αποφάσεις της ύπαρξης του συμβατικού αυτού δικαιώματος του πιστωτή και βρίσκαμε έναν τοίχο (γιατί ερμηνεύονταν ότι αυτή η αξίωση της αναγνώρισης, επειδή δεν προβλέπονταν τότε στον νόμο ως είχε, ήταν πιθανόν αντίθετη με την τότε υφιστάμενη δυνατότητα δημόσιας εκποίησης, ανεξαρτήτως εάν προβλέπονταν συμβατικά, και, ελλείψει τέτοιου νομοθετικού πλαισίου που δεν μπορούσε να υποκαταστήσει το Δικαστήριο με χρήση των δικών του εξουσιών, και), γιατί, όπως ξαναλέχθηκε, η τραπεζική πρακτική κι οι ανάγκες της στην Κύπρο είναι χρόνια ολόκληρα μπροστά από το δίκαιο. Για να υπερβεί, κανείς, αυτό το διαχρονικό χάσμα και τη συνακόλουθη δυσκαμψία (που δεν θα έπρεπε να υπάρχει, και δεν θα υπήρχε, μάλλον, εάν το δίκαιο απαντούσε πιο άμεσα στις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές τάσεις), θα πρέπει να κάνει αγώνα. Με μια περίεργη σειρά, πρώτα ενώπιον των δικαστηρίων και μετά μέσω του νομοθετικού σώματος, ό,τι κι αν λέει αυτό από μόνο του.

Τα θέματα της επίδοσης στο εγχώριο δίκαιο και οι νέες δυνατότητες

Λόγοι έφεσης και η μη δέουσα επίδοση ως λόγος έφεσης

Στη διαδικασία των «ιδιωτικών εκποιήσεων», η επίδοση των προβλεπόμενων ειδοποιήσεων είναι η σημαντική εκείνη πράξη που, στα διάφορα στάδια, ενεργοποιεί τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες, ενώ, στο εγχώριο δίκαιο, η «μη δέουσα επίδοση» προβλέπεται από το άρθρο 44Γ(3) ως ένας εκ των συγκεκριμένων λόγων έφεσης που μπορεί να προβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, δια της αίτησης – έφεσης που πρέπει να καταχωρήσει εντός ορισμένης προθεσμίας από την παραλαβή των ειδοποιήσεων. Κάπως αντιφατικά, βέβαια, όσον αφορά τις επιδόσεις εντός δικαιοδοσίας, καθώς, από τη στιγμή που παραλήφθηκαν οι (αλλεπάλληλες) ειδοποιήσεις ή και ασκήθηκε εμπρόθεσμα, τέλος πάντων, το ένδικο μέσο, το θέμα της επίδοσης και το «δέον» του χάνει κάπως την ουσιαστική σημασία του.

Μιλώντας για λόγους έφεσης, ένας άλλος λόγος έφεσης είναι η ύπαρξη αγωγής από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά του ενυπόθηκου πιστωτή για την ειδοποίηση «Τύπου Ι»∙ επομένως βλέπουμε αντίστοιχα σωρεία, ενδεχομένως ουσιαστικά και νομικά αβάσιμων αγωγών, που καταχωρούνται (με δαπάνη και νέα εστία εξόδων, που πάντως θα μπορούσαν να πληρώνονται στον πιστωτή έναντι του χρέους) για να δημιουργήσουν, τεχνηέντως, κι αυτό τον λόγο έφεσης για τον εφεσείοντα που θέλει να ανακόψει οπωσδήποτε τη διαδικασία με οποιονδήποτε τρόπο εκτός με αυτόν που θα μπορούσε να είναι ο πιο απλός: να εξοφλήσει τον συγκεκριμένο πιστωτή ή να συμφωνήσει μαζί του το οφειλόμενο ποσό, τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα εξόφλησης, χωρίς υπεκφυγές ή παρατραβηγμένα (ζημιογόνα) σενάρια εξέχουσας νομικής φαντασίας, κι άνευ βλάβης τυχόν υφιστάμενων δικαιωμάτων του έναντι του ιδίου ή τρίτων. Την τάση αυτή, τέτοιων αγωγών, ενθαρρύνει ο ίδιος ο νόμος, σε μια προσπάθειά του, μάλλον, να φαίνεται ότι εξισορροπεί την κατάσταση για τον ενυπόθηκο οφειλέτη και για να αντιμετωπίσει την (αναμενόμενη) κοινωνική αντίδραση.

Η έμμεση δικαστικοποίηση της δυνατότητας ιδιωτικής εκποίησης με διαβήματα από πλευράς του ενυπόθηκου οφειλέτη, που συνήθως είναι κι ο οικονομικά ασθενέστερος, με δύο δικαστικές διαδικασίες, μία για να εφεύρει λόγο έφεσης κι άλλη για να ανακόψει τη διαδικασία στέλνοντας την για δικαστική αναθεώρηση, εν τέλει, μπορούν να δημιουργούν και πάλι καθυστέρηση και κόστος, που να συνηγορούν ως προς το ότι, είτε η ρύθμιση δεν είναι καλή ως έχει, είτε δεν υπάρχει πιο αποδοτική λύση από την επικοινωνία και τη συμφωνία του τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος της υπερημερίας και της ανοδικής πορείας του χρέους, με εκατέρωθεν υποχωρήσεις και σεβασμό στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων, είτε και τα δύο μαζί (και πιθανόν το τελευταίο).

Τα διάφορα ζητήματα και η νομοθετική πρόνοια

Εν πάση περιπτώσει, στο θέμα της επίδοσης, άρχισαν να τίθενται διάφορα ζητήματα, για το ποια είναι η «δέουσα» και ποια η «μη δέουσα» επίδοση, με βάση τον συγκεκριμένο νόμο, κι ένα από τα σχετικά πρόσφατα ερωτήματα ήταν εάν θα μπορούσε να γίνει λόγος για «υποκατάστατη επίδοση», και «τι γίνεται όταν ο ενυπόθηκος οφειλέτης διαμένει στο εξωτερικό», κ.λπ. Εκεί έγινε πιο αισθητή κι η δυσκολία που έχει δημιουργηθεί, για όλους, αχρείαστα, στην προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος, γεννώντας συνέχεια σκόρπια νομικά ερωτήματα και πιθανές δικαστικές προσπάθειες προς κατευθύνσεις άλλες από αυτήν που θα έπρεπε, για να επιλυθεί το πρόβλημα.

Ως προς τα σκόρπια αυτά ερωτήματα και τη ξέφρενη τάση σκέψης και δράσης με δικαστηριακή ή επιθετική νοοτροπία (με την πεποίθηση ότι είναι πιο άμεση ή απλή), παρόλο που η επίδοση είναι, όπως προαναφέρθηκε, το σημαντικό εκείνο διάβημα που ενεργοποιεί έννομες συνέπειες, προθεσμίες, δικαιώματα κι υποχρεώσεις, άρθρο 44ΙΕ, σε σχέση με την επίδοση (στον ενυπόθηκο οφειλέτη), ορίζει ότι:

«’επίδοση’ σημαίνει την παράδοση οποιασδήποτε ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται ή με ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο».

Η φράση «ιδιωτική επίδοση» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη «ιδιωτική δικαστική επίδοση» που διενεργείται από ιδιώτη δικαστικό επιδότη, ή τουλάχιστον δεν συνδέεται, η πρόνοια, με τις διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ). Αφ’ ης στιγμής ο ένας τρόπος είναι αυτή να γίνει ταχυδρομικώς, συστημένη, με το δημόσιο ταχυδρομείο, ο όρος «ιδιωτική επίδοση» εκλαμβάνεται ότι σημαίνει το ιδιωτικό ταχυδρομείο ή άλλο ιδιωτικό μέσο. Και μέσα σε τούτη τη γενικότητα το ιδιωτικό μέσο θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε οδηγεί στην παράδοση στον ενυπόθηκο οφειλέτη και στην από μέρους του παραλαβή (υπάρχει, βέβαια, κι ένας άλλος προβληματισμός, στον οποίο θα επανέλθω). Η «υποκατάστατη επίδοση» είναι άλλη επίδοση από την κανονική επίδοση που προβλέπεται στους ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται σε δικαστικές διαδικασίες. Η ιδιωτική εκποίηση του μέρους VIA είναι εξωδικαστική διαδικασία, ιδιωτική, δηλαδή δεν προωθείται μέσω του Δικαστηρίου∙ συνεπώς η έννοια «υποκατάστατη επίδοση» δεν είναι απόλυτα συναφής με τη διαδικασία των εκποιήσεων αυτών. Εξάλλου, ο ίδιος ο νόμος, στην προκειμένη περίπτωση, προβλέπει τρόπους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τρόποι «υποκατάστατης επίδοσης», σε κάποια δικαστική διαδικσία, εάν εφαρμόζονταν οι ΚΠολΔ, και τούτο σημαίνει, καταρχάς, ότι ο νομοθέτης φαίνεται να βοήθησε επαρκώς τον ενυπόθηκο πιστωτή να ασκήσει το δικαίωμά του, χωρίς να του παρεμβάλει περιττά διαδικαστικά εμπόδια.

Η ιδιωτική εκποίηση είναι μεν ιδιωτική, αλλά συνιστά διαδικασία που επιφέρει έννομες συνέπειες και δη δραστικότατες και στη βάση της οποίας μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα δικαστικής αναθεώρησης. Άρα δεν εξομοιώνεται με κάποια ιδιωτική επιστολή. Το άρθρο 44ΙΕ αφορά καταρχάς στις «επιδόσεις» των εξωδικαστικών αυτών πράξεων εντός δικαιοδοσίας, δηλαδή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, γιατί, όσον αφορά τις επιδόσεις σε οφειλέτες που βρίσκονται εκτός Κύπρου, θα πρέπει να αποκλειστεί πρώτα η εφαρμογή υπέρτερου δικαίου (διεθνείς συμβάσεις / ευρωπαϊκοί κανονισμοί), που πιθανότατα διαλαμβάνει και τις εξωδικαστικές πράξεις, όπως πιθανόν αυτήν. Και τις διαλαμβάνει γιατί είναι πράξεις που απευθύνονται σε άτομα που βρίσκονται στο έδαφος άλλων κρατών, όπου εισέρχονται με νομική επίδραση μέσα στο ξένο έδαφος.

Οι τρόποι επίδοσης που προβλέπει το άρθρο 44ΙΕ, εκεί όπου εφαρμόζεται (όπου δεν ισχύει υπέρτερο δίκαιο και δεν ισχύει υπέρτερο δίκαιο όταν δεν είναι γνωστή η διεύθυνση στο εξωτερικό), είναι δύο:

(α) Συστημένη επιστολή με δημόσιο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση, με αναγραφόμενο ως παραλήπτη της τον ενυπόθηκο οφειλέτη

(β) Ιδιωτική επίδοση στο πρόσωπο του ενυπόθηκου οφειλέτη

Η νομοθετική ατέλεια και η χαμένη ευκαιρία της επικοινωνίας στη διαδικασία επίδοσης

Η σκέψη θα μπορούσε να είναι ότι είναι πολύ απλό να προχωρήσει, ο ενυπόθηκος πιστωτής, με αποστολή συστημένης επιστολής στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του καθ’ ου η εκποίηση (στην Κύπρο), έχοντας, έτσι, ικανοποιήσει τη νομοθετική πρόνοια περί «επίδοσης». Δεν πρέπει να διαφεύγει, όμως, της προσοχής ότι το δικαίωμα άμυνας του ενυπόθηκου οφειλέτη προϋποθέτει τη λήψη γνώσης, από μέρους του, κι οι πρόνοιες για παράδοση με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση ή με ιδιωτικό μέσο στο πρόσωπο προσβλέπουν σε αυτό· βασίζονται, ενδεχομένως στο τεκμήριο ότι, εάν σταλεί συστημένη επιστολή στη διεύθυνση που είναι γνωστό ότι διαμένει ο ενυπόθηκος οφειλέτης (που η γνώση έχει περισσότερο την έννοια της βέβαιης πεποίθησης) ή εάν παραδοθεί σε αυτόν, αυτός θα λάβει γνώση. Με τη σκέψη ενός τέτοιου τεκμηρίου πραγματικής γνώσης, το να μην γνωρίζει ο ενυπόθηκος πιστωτής πού βρίσκεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι ίσως πρόβλημα, ενώ η «τελευταία γνωστή διεύθυνση» του παρέχει ενός είδους εκ πρώτης όψεως νομοθετική κάλυψη ότι μπορεί να στείλει συστημένη επιστολή σε οποιαδήποτε διεύθυνση γνωρίζει ο ίδιος ως διεύθυνση του ενυπόθηκου οφειλέτη (γιατί ο ίδιος ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν του γνωστοποίησε άλλη), γνωρίζοντας, όμως, ότι, εάν πράξει έτσι, είναι πιθανόν ο ενυπόθηκος οφειλέτης να μην λάβει πραγματική γνώση, γιατί δεν διαμένει εκεί.

Δεν είναι δυνατόν φυσικά η εξαφάνιση του ενυπόθηκου οφειλέτη ή η αδυναμία του πιστωτή να τον εντοπίσει να συνιστά εμπόδιο αξιοποίησης της εμπράγματης εξασφάλισης και λόγο διαιώνισης και διόγκωσης του εξασφαλισμένου χρέους. Πέρα από αυτό, όμως, το δικαίωμα του πιστωτή να εκποιήσει άμεσα, με την όποια απόλυτη προσέγγισή του, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα πραγματικής γνώσης δεν είναι μόνον για να παρέχει στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα άμυνας και ακρόασης (που ο πιστωτής, για τους δικούς του λόγους, εκλαμβάνει ότι δεν έχει επί της ουσίας, αλλά θα καταχραστεί τη δυνατότητα), αλλά για να του δώσει και το βασικότατο δικαίωμα επιλογής (που είναι σύμφορο και για τον πιστωτή), εάν θέλει να διασώσει την περιουσία, να εξοφλήσει. Αυτό το δικαίωμα επιλογής είναι βασικός σταθμός, που θα πρέπει να τυγχάνει της κατάλληλης μεταχείρισης. Είναι καλό, επομένως, να διασφαλίζεται, σε κάθε περίπτωση, αυτή η προσωπική γνώση με παράλληλους τρόπους (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τηλέφωνο, κ.λπ.)· δεν απαγορεύονται αυτοί, κι οι ίδιοι ενθαρρύνουν την επικοινωνία για οτιδήποτε μεταγενέστερα μπορεί να ακολουθήσει ή να οδηγεί και προς την επίλυση. Παράλληλοι τρόποι, που θα πρέπει, νοείται, να λαμβάνουν υπόψη και την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων, σε σχέση με την οποία να διατηρείται το μέτρο, στη βάση της αρχής της αναλογικότητας (αυτή η σημείωση είναι για να θέσει κάποιες δεύτερες σκέψεις σε τυχόν προσπάθειες θυροκόλλησης ή δημοσίευσης ειδοποιήσεων ιδιωτικής εκποίησης, προς ικανοποίηση της προϋπόθεσης της «ιδιωτικής επίδοσης»).

Η συνέπεια της μη «καλής επίδοσης» (δανεικός ο όρος) είναι να μην ασκήσει, ο ενυπόθηκος οφειλέτης, το δικαίωμά του να αμυνθεί ή το δικαίωμα επιλογής του, άρα να προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού εν αγνοία του, κατά πάσα πιθανότητα προκαλώντας απώλεια, για τον ενυπόθηκο οφειλέτη, της ενυπόθηκης περιουσίας (συνέπεια που για τον πιστωτή μπορεί να θεωρείται εξ αρχής δεδομένη). Εάν αποδειχθεί εκ των υστέρων η «παρανομία» κι η αιτιώδης συνάφεια με κάποια ζημιά του ενυπόθηκου οφειλέτη (ή του όποιου ενδιαφερόμενου), ενδεχομένως να δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμά του.

Όμως, πέρα από τη νομική διάσταση (πώς διαμορφώνονται τα εκατέρωθεν δικαιώματα ή η νομική κατάσταση με ή χωρίς «καλή επίδοση»), υπάρχει η πραγματική – ανθρώπινη – κοινωνική διάσταση, η οποία τείνει να κεντρίζει την προσοχή κάθε ατόμου που ασχολείται με το δίκαιο, με μικρή ή μακρά οπτική. Αυτή η αναγκαστικά παρεμβαίνουσα διάσταση οδηγεί, αναπόφευκτα, στον μετριασμό της επίδειξης ίδιας ευκολίας στις εξώσεις από τον ενυπόθηκο πιστωτή προκειμένου να εκποιήσει σε καλύτερη τιμή με κενή την κατοχή· στο θέμα των εξώσεων, που αναγκαστικά θεωρείται συνδυαστικά, να αφήνεται το βάρος αυτό στον νέο αγοραστή, εάν τελικά επιλέξει να αγοράσει ένα ακίνητο μέσα από διαδικασία πλειστηριασμού, με κατειλημμένη κατοχή, χωρίς δυνατότητα άμεσης χρήσης (ενδεχομένως για σκοπούς επένδυσης), με πιθανές δυσκολίες ανεύρεσης του κατόχου της, και χωρίς κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο που να καθιστά τον εν λόγω κάτοχο ενοικιαστή έναντι του νέου ιδιοκτήτη που αποκτά με διαδικασία ιδιωτικού (ή δημόσιου) πλειστηριασμού.

Η τελευταία παρατήρηση εκφράζει τη θέση ότι η νομοθετική αντιμετώπιση της δυνατότητας των εκποιήσεων (ιδιωτικών και δημόσιων) δεν είναι ακόμα τόσο καλή και πλήρης (πόσω μάλλον «καινοτόμος»). Κι αυτή η δυσάρεστη νομοθετική ατέλεια μπορεί να ενθαρρύνει, με τη σειρά της, τις διάφορες αντιδράσεις, εάν η απώλεια της περιουσίας λόγω εκποίησής της από τον πιστωτή, που ασκεί, κατά τα λοιπά, βέβαιο δικαίωμα, μεταφράζεται αναγκαστικά ως δεδομένη και άμεση (χωρίς άλλο) απώλεια της δυνατότητας της χρήσης της ή συνοδεύεται από ακραία σενάρια βίαιης εκδίωξης οικογενειών από τις οικίες όπου διαμένουν, και συνδέεται με ακατάσχετα κοινωνικά δράματα (σε μια κοινωνία με διαρκείς εμπειρίες προσφυγιάς), που τείνουν να καταλήγουν σε ισχυρισμούς παράβασης συνταγματικών δικαιωμάτων. Η νομοθετική ατέλεια στον θεσμό, δηλαδή η έλλειψη επαρκών διασφαλίσεων και εγγυήσεων, από την αρχή μέχρι το τέλος του, ειδικότερα όσον αφορά τη μετάβαση του ενυπόθηκου οφειλέτη από το ένα καθεστώς σε ένα άλλο, δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε αρνητικές συνταγματικές διαπιστώσεις· όχι η ίδια η ύπαρξη της δυνατότητας ιδιωτικής εκποίησης ή το δικαίωμα εκποίησης, μα η ανεπάρκεια της νομικής της περιφρούρησης, η κακή διαδικασία.

Σε κάθε νομοθετική προσέγγιση, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται η υφιστάμενη κοινωνική νοοτροπία, γιατί αυτή η παραγνώριση δεν μπορεί παρά να αντανακλά στις διάφορες δικαστικές αντιδράσεις, καλώντας τη δικαστική εξουσία να εξισορροπήσει τα πράγματα, βλάπτοντας, στο τέλος της ημέρας, τόσο τον πιστωτή (που αναμφίβολα δικαιούται να εξοφληθεί και γι’ αυτό να ικανοποιηθεί άμεσα κα απευθείας από το πράγμα που εξασφαλίζει το χρέος) και τον οφειλέτη (που θέλει να εξοφλήσει χωρίς κατ’ ανάγκη να πρέπει να διασυρθεί, να εξοριστεί, να εξοντωθεί ή να πεθάνει). Υπάρχει, φυσικά, και δυνατότητα και τρόπος για την αξιοπρεπή και δίκαιη εξισορρόπηση, χωρίς να αναμένεται ένα έτοιμο νομοθετικό πλαίσιο από τον αργοκίνητο νομοθέτη ή μια δικαστική απάντηση από τον βαρυφορτωμένο δικαστή που απλά εφαρμόζει το (κακό) δίκαιο. Προς διασφάλιση και ενίσχυση αυτής της δυνατότητας είναι που, στο θέμα της επίδοσης, δίνεται, ευκαιριακά, η έμφαση στη διαπροσωπική επικοινωνία (δια της διαδικασίας της επίδοσης, με χρήση όλων των διαθέσιμων τρόπων προσωπικής ενημέρωσης, παράλληλα, με σεβασμό στην ιδιωτικότητα και το πρόσωπο του οφειλέτη), στην ενδεχόμενη ανάγκη αναζήτησης επαγγελματικής βοήθειας, από τον πιστωτή και τον οφειλέτη, για την διαμόρφωση των διαφόρων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και έπειτα την παρακολούθηση της εκτέλεσής τους μέσα στον χρόνο. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να καταστεί γνωστό ότι υπάρχουν (και θα μπορούσαν να υπάρξουν περισσότερα) νέα και σύγχρονα διεπιστημονικά προϊόντα και υπηρεσίες που παρέχονται από ομάδες προσώπων, τα οποία μπορούν να ζητούνται από τους πιστωτές ή τους οφειλέτες αντίστοιχα, εκτός ή πέρα από την παροχή απλών δικαστηριακών υπηρεσιών. Ενδεχομένως να έχουν χαμηλότερο κόστος και πιο άμεσο αποτέλεσμα.

Έλλειψη δυνατότητας πλήρους αναλογίας με τους ΚΠολΔ

Επιστρέφοντας στο κομμάτι των απαντήσεων στα σκόρπια νομικά ερωτήματα, προς ολοκλήρωση, όσον αφορά την επιχειρούμενη αναλογία με την κανονική επίδοση των ΚΠολΔ, εκεί η κανονική επίδοση δεν είναι κατ’ ανάγκη προσωπική, αλλά επίδοση με τρόπο που, πάλι, τεκμαίρει τη δυνατότητα άντλησης προσωπικής γνώσης (π.χ. σε μέλη της οικογένειας που διαμένουν στην ίδια περιοχή, κ.λπ.). Όμως το άρθρο 44ΙΕ αναφέρεται σε ιδιωτική επίδοση σε τέτοιο πρόσωπο κι από το όλο κείμενο προκύπτει ότι αναφέρεται στο πρόσωπο στο οποίο αφορά η ειδοποίηση (που μπορεί να είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και ο ενοικιαστής ή οι κληρονόμοι τους[1]) κι όχι σε οποιονδήποτε άλλο δια του οποίου ο προβλεπόμενος παραλήπτης να μπορεί να λάβει γνώση∙ επομένως, δεν είναι απόλυτα ασφαλής η αναλογία με τους ΚΠολΔ ως προς την υποκειμενική διεύρυνση. Αν η ειδοποίηση επιδοθεί μόνον σε μέλος της οικογένειας του ενυπόθηκου οφειλέτη, που τέτοια επίδοση θα ήταν κανονική επίδοση με βάση τους ΚΠολΔ, δεν εξυπακούεται ότι είναι επίδοση σύμφωνη με τον συγκεκριμένο νόμο για τη συγκεκριμένη διαδικασία, εκτός εάν ερμηνευτικά γίνει αποδεκτή η υποκειμενική διεύρυνση της έννοιας του προσώπου, με τέτοια αναλογία, στη βάση του ιδίου τεκμηρίου λήψης πραγματικής γνώσης.

Η ευρύτητα της νομοθετικής πρόνοιας, σε αντίθεση με την επίδοση που προβλέπεται στους ΚΠολΔ που γίνεται δια ιδιώτη δικαστικού επιδότη, είναι ότι η «ιδιωτική επίδοση» του νόμου δεν ορίζεται ως ιδιωτική δικαστική επίδοση, αφήνοντας να νοηθεί, έτσι, ότι χωρά, μέσα στην έννοια, οποιοδήποτε ιδιωτικό μέσο, είναι, δηλαδή αντικειμενική ή ως προς το χρησιμοποιούμενο μέσο. Με δεδομένη εκείνη την αντικειμενική ευρύτητα και τη δραστικότητα των συνεπειών της ειδοποίησης, θα μπορούσε να σταθεί ως άποψη ότι δεν είναι εφικτή και η πρόσθετη αναλογική υποκειμενική διεύρυνση με περαιτέρω ερμηνευτική διάπλαση, αφού η τελευταία θα δημιουργούσε τέτοιο άνοιγμα στη διαδικασία της ιδιωτικής επίδοσης, όπου θα μεγεθύνονταν ο κίνδυνος για τον ενυπόθηκο οφειλέτη, πέραν του ότι το ίδιο άνοιγμα, εάν ήθελε ο νομοθέτης, θα το προέβλεπε ρητά. Από την άλλη, τέτοιο άνοιγμα μπορεί να εκληφθεί ότι υπάρχει και στην αντίστοιχη διαδικασία της αποστολής συστημένης επιστολής στην τελευταία γνωστή διεύθυνση, η μόνη διασφάλιση λήψης προσωπικής γνώσης στην οποία είναι ότι ο/η λειτουργός του δημόσιου ταχυδρομείου, κατά την παραλαβή, θα αναζητήσει την ταυτότητα του παραλήπτη ή ότι ουδείς θα μπει στον κόπο πάει στο ταχυδρομείο να παραλάβει έναν συστημένο φάκελο που δεν τον αφορά ή για την παραλαβή του οποίου δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον πραγματικό παραλήπτη. Εξάλλου, κι οι νομοθετικοί τρόποι διασφάλισης της προσωπικής γνώσης δεν μπορούν να είναι απόλυτοι∙ αν ο νομοθέτης ήθελε τέτοια απόλυτη προσέγγιση, θα προέβλεπε την ενυπόγραφη απόδειξη παραλαβής από μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη ή ειδικότερες πρόνοιες σε σχέση με τους ιδιώτες επιδότες ειδοποιήσεων πλειστηριασμού.

Εννοείται ότι δεν μπορεί (σε περίπτωση όπου εκκρεμεί συναφής δικαστική διαδικασία) να ζητηθεί από Δικαστήριο διάταγμα για «υποκατάστατη επίδοση» της ιδιωτικής ειδοποίησης, γιατί, ακόμα κι αυτή συνιστά έγγραφο που παράγει έννομες συνέπειες και μπορεί να οδηγήσει σε διαδικασία δικαστικής αναθεώρησης, η ίδια, δεν συνιστά δικαστικό έγγραφο ή άλλως πώς έγγραφο που θεωρείται ότι εκδίδεται από το δικαστήριο για να χρήζει κανονικής δικαστικής επίδοσης (μέσω ιδιώτη δικαστικού επιδότη, αδιάφορα εάν ο ίδιος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιείται συχνά για την επίδοση και εξώδικων ιδιωτικών εγγράφων) και ελλείψει της δυνατότητας εκείνης να επιτρέπεται από το Δικαστήριο άλλος τρόπος επίδοσης, προς υποκατάσταση αυτού. Το Δικαστήριο καμία εμπλοκή έχει στην ιδιωτική διαδικασία, εκτός από αυτήν που ενεργοποιείται με το προβλεπόμενο ένδικο μέσο, και δεν μπορεί να λαμβάνει δικαιοδοσία από το πουθενά να διατάζει επιδόσεις τέτοιων ιδιωτικών ειδοποιήσεων ή άλλων ιδιωτικών εγγράφων (π.χ. επιστολών τερματισμού συμφωνιών), βασιζόμενο στο ότι τα ιδιωτικά αυτά έγγραφα μπορούν να δημιουργήσουν ή δημιουργούν νομικές συνέπειες.

Επιλογική σύσταση όσον αφορά τις επιδόσεις εκτός δικαιοδοσίας

Επισημαίνεται προς έμφαση και επιλογικά ότι εάν, με βάση τον εγχώριο αυτό νόμο, σταλούν ειδοποιήσεις για ιδιωτική εκποίηση στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του ενυπόθηκου οφειλέτη εκτός Κύπρου, ενδεχομένως να υπάρξει πρόβλημα ως προς την εγκυρότητα των εννόμων συνεπειών των επιδόσεων αυτών, ακόμα κι αν ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι Κύπριος και ακόμα κι αν λάβει γνώση και ασκήσει τα δικαιώματά του, γιατί μπορεί να τίθεται θέμα παράβασης υπέρτερης ισχύος δικαίου, που μπορεί να μην είναι κατορθωτό ή να είναι κάπως δύσκολο να «θεραπευτεί». Συστήνεται να ακολουθούνται τυχόν ισχύουσες διακρατικές συμβάσεις ή κανονισμοί για τις εξώδικες αυτές ειδοποιήσεις ιδιωτικής εκποίησης (που όμως πρέπει να επιδίδονται με βάση τον νόμο και παράγουν έννομες συνέπειες, άρα πληρούν κατά πάσα πιθανότητα τον όρο “extrajudicial documents” που περιλαμβάνουν οι συναφείς ρυθμίσεις).


[1] Williams v. Kimes, 1997 WL 340741 (Mo. 1997)

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.