Πληρωμή επί Δικαστηρίω: ένα διαχρονικά χρήσιμο δικονομικό εργαλείο

Στην πρόσφατη Κυριάκου ν. Πιλόττου, Πολ. Εφ. 98/2012, ημερομηνίας 14.03.2018, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ανασκοπήσει το εργαλείο της πληρωμής επί δικαστηρίω (payment into court), που προβλέπει η Δ. 22 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), παρέχοντας, ταυτόχρονα, και μια βάση για μια κάπως πιο εκσυγχρονιστική ματιά και περαιτέρω ανάδειξη της χρησιμότητάς του και στη σημερινή δικονομική εποχή. Η σημερινή εποχή χρειάζεται, όσο ποτέ άλλοτε, καλά διαπραγματευτικά εργαλεία, δικονομικά κίνητρα, που να μπορούν να οδηγήσουν στην επίλυση των διαφορών πιο γρήγορα, αποτελεσματικά, και δίκαια. Η εν λόγω υπόθεση υπενθυμίζει ότι, εκεί όπου υπάρχει έλλειψη έμπνευσης για νεωτερισμούς ή αντικειμενική αδυναμία εύρεσης τέτοιων, και τα κλασικά δικονομικά εργαλεία μπορούν να τα καταφέρουν μια χαρά, εάν τύχουν της ανάλογης νομικής φροντίδας και χρήσης στην κάθε εποχή.

Σε γενικές γραμμές, η Δ. 22 προνοεί ότι τη δυνατότητα του εναγόμενου σε κάθε αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις (ή όταν υπάρχουν περισσότεροι εναγόμενοι που ενάγονται από κοινού και αλληλέγγυα οποιοσδήποτε εξ αυτών με ειδοποίηση προς τους συνεναγόμενούς του ή και ο ενάγων που καθίσταται εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος), οποτεδήποτε, με σχετική ειδοποίηση προς τον ενάγοντα, να πληρώσει στο δικαστήριο ένα χρηματικό ποσό προς ικανοποίηση της απαίτησης, κι όπου υπάρχουν περισσότερες από μία αιτίες αγωγής, προς ικανοποίηση μιας ή περισσότερων αιτιών αγωγής (αναφέροντας σε ποια αιτία αγωγής αφορά). Αυτό θα πρέπει να συμβαίνει και όταν, με την υπεράσπισή του, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι είχε προσφέρει στον ενάγοντα ένα ποσό πριν από την αγωγή, το οποίο ο ενάγων δεν είχε αποδεχτεί (υπεράσπιση προσφοράς πριν την αγωγή – defence of tender before action). Η ειδοποίηση γίνεται στη βάση του Τύπου 14 και θα πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν ως προς το κατά πόσον είναι παραδεκτή ή όχι η ευθύνη. Ο πρωτοκολλητής εκδίδει πιστοποιητικό σύμφωνα με τον Τύπο 15, που ενσωματώνεται ή προστίθεται στον Τύπο 14. Ο ενάγων, όπου δεν καταχωρεί ειδοποίηση αποδοχής σύμφωνα με τον Τύπο 16, θα πρέπει να πρέπει να αναγνωρίσει τη λήψη της ειδοποίησης γραπτώς εντός 4 ημερών.

Ειδικότερα, όταν δίδεται τέτοια ειδοποίηση πληρωμής επί δικαστηρίω, ο ενάγων μπορεί (χωρίς να υποχρεούται), μέσα σε 4 ημέρες από την παραλαβή της, ή, σε περίπτωση περισσότερων πληρωμών στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής, εντός 10 ημερών από την παραλαβή της τελευταίας ειδοποίησης, να αποδεχθεί το ποσό που πληρώθηκε προς ικανοποίηση της απαίτησής του (περιλαμβανομένων των εξόδων που φέρει) ή προς ικανοποίηση της αιτίας ή των αιτιών αγωγής όπου αφορά το ποσό, εκδίδοντας ειδοποίηση με βάση τον Τύπο 16. Εν συνεχεία, θα δικαιούται να εισπράξει (ο ίδιος ή με γραπτή εξουσιοδότηση ο δικηγόρος του) το ποσό, προς τέτοια ικανοποίηση, περίπτωση στην οποία η απαίτησή του ή η σχετική αιτία ή αιτίες αγωγής αναστέλλονται (shall be stayed). Σε περίπτωση όπου ο ενάγων προβεί σε τέτοια αποδοχή και ειδοποιήσει ότι εγκαταλείπει οποιεσδήποτε άλλες αιτίες αγωγής του, μπορεί, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της πληρωμής, και εκτός εάν το Δικαστήριο ήθελε διατάξει διαφορετικά, να ψηφίσει τα έξοδά του, τα οποία προέκυψαν μέχρι την πληρωμή. Σε αγωγές λιβέλου ή δυσφήμισης,  ο ενάγων που λαμβάνει το χρηματικό ποσό που πληρώθηκε επί δικαστηρίω, μπορεί να αιτηθεί δια κλήσεως άδειας για να γίνει, σε ανοιχτή ακρόαση, δήλωση, με όρους που ήθελε εγκρίνει το Δικαστήριο. Σε περίπτωση που ο ενάγων δεν κάνει χρήση της δυνατότητάς του αυτής, να αποδεχθεί το ποσό που πληρώθηκε επί δικαστηρίω προς πλήρη ικανοποίηση, τα χρήματα παραμένουν στη φύλαξη του Δικαστηρίου και δεν πληρώνονται, εκτός για σκοπούς τέτοιας ικανοποίησης και κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου, που μπορεί να εκδοθεί οποτεδήποτε.

Η πληρωμή επί δικαστηρίω δεν συνιστά υπεράσπιση ή μορφή υπεράσπισης για τον εναγόμενο, αλλά εργαλείο συμβιβασμού, που, κατά τα λοιπά, δεν επηρεάζει την απαίτηση του ενάγοντος και το δικαίωμα του ενάγοντος να προωθεί τις αξιώσεις του. Δηλαδή, εκτός όπου υπάρχει η συγκεκριμένη δικογραφημένη υπεράσπιση προσφοράς πριν την αγωγή ή όπου δικογραφείται ισχυρισμός βάσει του άρθρου 23 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 (μείωση αποζημίωσης για δυσφήμιση), δεν μπορεί να δικογραφηθεί από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι έγινε πληρωμή επί δικαστηρίω, ως αυτοτελές γεγονός υπεράσπισης, ούτε να γίνει επίκληση του γεγονότος αυτού για να λειτουργήσει σε κάποιο άλλο επίπεδο, μέχρι να αποφασίσει το Δικαστήριο την ευθύνη και το ύψος των καταβλητέων ποσών. Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι έγινε τέτοια πληρωμή επί δικαστηρίω καθώς και το ύψος του ποσού, για να ασκήσει ανάλογη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τα έξοδα. Επομένως, η συνέπεια που μπορεί να έχει ο ενάγων που αδικαιολόγητα δεν αποδέχεται στην πληρωμή που έγινε επί δικαστηρίω, όπου τελικά το Δικαστήριο αποφασίζει την πληρωμή ποσού στον ενάγοντα που όμως καλύπτεται από την πληρωμή που ήδη έγινε επί δικαστηρίω, μπορεί να αφορά μόνον στα έξοδα της αγωγής. Το Δικαστήριο επιφυλάσσει ορισμένες εξουσίες σε σχέση με συμβιβασμό που διενεργείται με τη χρήση του εργαλείου αυτού, σε περιπτώσεις ανηλίκων ή πνευματικά ανίκανων εναγόντων (μέρος του κανονισμού που ίσως χρειάζεται κάποιες βελτιώσεις).

Στην Κυριάκου ν. Πιλόττου το θέμα που απασχόλησε ήταν θέμα εξόδων. Παρόλο που ο εναγόμενος είχε προβεί σε πληρωμή επί δικαστηρίω, το οποίο ο ενάγων δεν αποδέχθηκε, και παρόλο που το Δικαστήριο είχε αποφασίσει τελικά πληρωμή ποσού προς τον ενάγοντα που καλύπτονταν από την πληρωμή που είχε γίνει επί δικαστηρίω, είχαν επιδικαστεί έξοδα προς όφελος του ενάγοντος. Στην πρωτόδικη κρίση είχε ερμηνευτεί η απαίτηση του ενάγοντος για δικηγορικά έξοδα ως διαφορετική αιτία αγωγής που θα έπρεπε να τύχει διάκρισης και διευκρίνισης στον Τύπο 14 ότι η πληρωμή που έγινε αφορά και στα έξοδα, εκτός από την απαίτηση, παρόλο που η έννοια της ικανοποίησης στην όλη ρύθμιση αναφέρεται και στην απαίτηση και στα έξοδα που αυτή φέρει.

Το Ανώτατο Δικαστήριο προσέγγισε και το ίδιο το εργαλείο αυτό (κι αυτό είναι σημαντικό) ως μια προσπάθεια αναχαίτισης της περαιτέρω πορείας της δίκης, ή συντόμευσης της, θέτοντας τον ενάγοντα προ των ευθυνών του σε περίπτωση που εγείρει αγωγή με το να τεθεί  προ του διλήμματος κατά πόσο να δεχθεί ή όχι την πληρωμή την οποία προσφέρει ο εναγόμενος.  Παρέπεμψε, μάλιστα, στο Odgers‘ Principles of Pleading and Practice ,21η έκδοση, σελ. 233, όπου εκεί λέχθηκε πως, ένας εναγόμενος ο οποίος δεν έχει στην ουσία υπεράσπιση, ορθά πράττει εάν πληρώσει χρήματα στο δικαστήριο το συντομότερο δυνατό σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και πριν την έκδοση απόφασης.

Αναφέροντας, σχετικά, ότι (η έμφαση δική μου και για άλλους λόγους):

«Το δικαίωμα αυτό θεωρείται πολύτιμο για την προστασία των εναγομένων γενικώς εφόσον στοχεύει στην πράξη να διασφαλίσει ότι ο ενάγων δεν θα συνεχίζει καταπιεστικά μια αγωγή εναντίον ενός εναγομένου, ο οποίος αποδέχεται την αξίωση και την απαίτηση του.  Αυτό, διότι ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια επί των εξόδων, θα διατάξει τον ενάγοντα που επιμένει να συνεχίσει την αγωγή, αλλά στο τέλος δεν καταφέρνει να λάβει περισσότερα από το ποσό που έχει καταθέσει ο εναγόμενος, να καταβάλει όλα τα έξοδα και των δύο πλευρών που δημιουργούνται μετά την πληρωμή επί Δικαστηρίω. Ιδιαίτερα χρήσιμη αποδεικνύεται η καταβολή ενός ποσού στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο σε  υποθέσεις δυστυχημάτων, όπου η αξίωση μεταφέρει απαίτηση για ειδικές ζημιές, αλλά και γενικές αποζημιώσεις, ούτως ώστε ο ζήλος ενός ενάγοντα να ανακτήσει ενδεχομένως μεγάλα ποσά αποζημιώσεων περιορίζεται από την κίνηση του εναγομένου να προσφέρει ένα ουσιαστικό ποσό στον ενάγοντα, ο οποίος ενδεχομένως δεν θα επιθυμεί να λάβει τον κίνδυνο να προχωρεί με την αγωγή και να εκτεθεί στην πληρωμή όλων των εξόδων μετά την προσφορά. 

Η πληρωμή επί Δικαστηρίω είναι μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμβιβασμός και, αυστηρώς ομιλούντες, δεν αποτελεί  υπεράσπιση.  Η πληρωμή αυτή ήταν άγνωστη στο κοινοδίκαιο και είναι εξ ολοκλήρου νομοθετικό δημιούργημα.  Αρχίζοντας από το 1834, η πληρωμή επί Δικαστηρίω έγινε δεκτή σε αγωγές επί συμβάσεων, μετά, το 1843, επεκτάθηκε σε αγωγές δυσφήμισης από εφημερίδα και το 1852 επετράπη και σε ορισμένες αγωγές αστικών δικαιωμάτων.  Το 1875 επετράπη  η πληρωμή να κατατίθεται σε όλες τις αγωγές αναφορικά με χρέη ή αποζημιώσεις και είναι επιτρεπτή είτε ο εναγόμενος αποδέχεται, είτε αρνείται ευθύνη.  Η πληρωμή επί Δικαστηρίω έχει χαρακτηριστεί από τον Devlin L.J. στην A. Martin French v. Kingswood Hill Ltd (1961) Q.B. 96 ως «simply an offer to dispose of the claim on terms».  Με την αποδοχή του προσφερθέντος ποσού, η διαφορά επιλύεται ως να λύετο με συμβιβασμό, πλην όμως δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε και υποδεικνύει αποδοχή ευθύνης.  Η προσφορά μεταφέρεται στους τίτλω διαδόχους ή εκχωρητές του εναγομένου (Toprak Emerji Sanayi AS vSale Tilney Technology Plc (1994) 1 W.L.R. 840), ενώ θεωρείται όχι ως συμβατική διευθέτηση, αλλά ως ένα εντελώς διαδικαστικό θέμα, (Cumper vPothecary (1994) 2 K.B. 58).

Λόγω της διαχρονικής αξίας της χρήσης της δυνατότητας προσφοράς πληρωμής στο Δικαστήριο, η όλη φιλοσοφία διατηρήθηκε στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς με το Part36 Offers to Settle and Payments into Court, όπου η διαδικασία επεκτάθηκε και επεξηγήθηκε περαιτέρω, ενώ ρητώς θεσμοθετήθηκε και το ζήτημα των εξόδων, (δέστε Civil ProcedureVolume 1, The White Book Service  2006  Part 36.20 και 36.21, σελ. 995-998).  Ο βασικός τρόπος αντιμετώπισης του θέματος παραμένει ο ίδιος, (Factortame vSecretary of State (2002) EWCA Civ 22).»

Αναφορικά με τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα έξοδα, έγινε παραπομπή, μεταξύ άλλων, στις αυθεντίες που θέλουν τον εναγόμενο ο οποίος ευλόγως και ορθά υπολογίζει και καταβάλλει το ποσό (απαίτηση και έξοδα) που θα μπορούσε να ικανοποιήσει τον ενάγοντα, με πληρωμή επί δικαστηρίω, που τελικά καλύπτει το ποσό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο ως καταβλητέο, ως τον επιτυχόντα διάδικο. Προσέγγιση που δικαιολογεί δυνητική εξαίρεση στον κανόνα ότι ο ενάγων προς όφελος του οποίου εκδίδεται απόφαση είναι πάντα και ο επιτυχών διάδικος, που δικαιούται στα έξοδά του:

«Όπως δε επεξηγείται στο The Supreme Court Practice 1970, Τόμος Ι, σελ. 349-350, κάτω από τον  υπότιτλο «Discretion as to costs», το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει δικαστικά ασκώντας την ευχέρεια του ως προς το θέμα των εξόδων έτσι ώστε ένας εναγόμενος που έχει καταβάλει ποσό στο Δικαστήριο που υπερβαίνει το ποσό που έχει επιδικαστεί στον ενάγοντα, να θεωρείται ως επιτυχών διάδικος και ως τέτοιος να δικαιούται στην πληρωμή των δικών του εξόδων από την ημερομηνία της κατάθεσης των χρημάτων στο Δικαστήριο, (Findlay vRailway Executive (1950) 2 All E.R. 969). 

Ο εναγόμενος δεν θα πρέπει να αποστερηθεί των εξόδων του, εκτός επί ορθής αποτίμησης του όλου υλικού κατά τη δίκη ή τη διεξαγωγή αυτής και τη συμπεριφορά των διαδίκων.  Προστίθεται στο σχετικό απόσπασμα ότι η σύγχρονη πρακτική δεν επιβάλλει στο Δικαστήριο να διαχωρίσει μεταξύ των επιδίκων θεμάτων της ευθύνης και των αποζημιώσεων ή να εκδώσει οποιοδήποτε ειδικό  ή συγκεκριμένο διάταγμα αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης επί του οποίου επιτυγχάνει ο ενάγοντας.  Η σύγχρονη λοιπόν πρακτική είναι να εξετάζεται η θέση των διαδίκων στο τέλος της ημέρας  ως προς το κατά πόσο το καταβληθέν χρηματικό ποσό είναι περισσότερο ή λιγότερο από το σύνολο των αξιώσεων του ενάγοντα.  Εάν έχει επιδικαστεί στον ενάγοντα χαμηλότερο ποσό από το πληρωθέν από τον εναγόμενο ποσό, τότε ο ενάγων δικαιούται στα έξοδα του μέχρι την ημερομηνία της πληρωμής και μετά ταύτα ο εναγόμενος δικαιούται στα δικά του έξοδα χωρίς να παρίσταται ανάγκη να γίνει αναφορά επί του θέματος της ευθύνης μετά την ημερομηνία πληρωμής.

Όπως πρόσθετα επεξηγείται, οι προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν πλέον αυθεντία δεδομένου ότι το όλο θέμα των εξόδων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.  Στη σελ. 350 του Annual Practice  του 1970, γίνεται αναφορά στις προηγούμενες αυτές αποφάσεις που διαχωρίζουν μεταξύ των επιδίκων θεμάτων της ευθύνης και των αποζημιώσεων με παραπομπή στο Annual Practice 1962 σελ. 536, υπό τον τίτλο «General Rules as to Costs», που είναι στην ουσία το ίδιο απόσπασμα  στο οποίο αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο από το Annual Practice 1958.  Το θέμα τίθεται και από τον Odgers, πιο πάνω, στις σελ. 372-373, ότι ενώ κατά κανόνα ο ενάγων δικαιούται σε όλα τα έξοδα της αγωγής εάν ανακτήσει ποσό μεγαλύτερο από αυτό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, θα του αποστερηθούν τα έξοδα μετά την πληρωμή όταν ανακτά χαμηλότερο ποσό από το καταβληθέν στο Δικαστήριο. Το όλο ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να συνυπολογίσει όλη την ενώπιον του διαφορά και να συνεκτιμήσει κατά πόσο  η αξίωση περιέχει πέραν του ενός επιδίκων θεμάτων επί των οποίων υπάρχουν διακριτά έξοδα τα οποία μπορούν να επιδικαστούν.» 

Η υπενθύμιση και ανάδειξη της χρησιμότητας του κλασικού εργαλείου της πληρωμής επί δικαστηρίω ως διαχρονικά χρήσιμου (άρα σύγχρονου) μηχανισμού αποτροπής καταχρηστικής προώθησης αγωγών από ενάγοντες είναι σημαντική. Τέτοια καταχρηστική προώθηση μπορεί να αφορά σε υπερβάλλουσες οικονομικές προσδοκίες, δικονομική βουλιμία, ή λανθασμένη αντίληψη της δυνατότητας διεκδίκησης χρημάτων από το δικαστήριο, επιτηδείως, ως τρόπο επιδίωξης πλουτισμού (παρά ως τρόπο θεραπείας και αποκατάστασης), ειδικότερα όταν εμπλέκονται ασφαλιστικές εταιρείες. Μπορεί να αφορά, επίσης, σε περιπτώσεις εναγόντων που, ενώ τυπικά έχουν χρηματικές απαιτήσεις, χρησιμοποιούν για άλλους λόγους τη δικαστική διαδικασία· για παράδειγμα, έχουν ανάγκη, για κάποιους λόγους, να αισθάνονται ενάγοντες σε αγωγή, ότι καταδιώκουν και σπεύδουν να τιμωρήσουν τον αντισυμβαλλόμενό τους ή τον φερόμενο ως αδικοπραγήσαντα, να τον ταλαιπωρήσουν ή να τον αναγκάσουν να υπόκειται δίκη και να αντλούν ικανοποίηση από αυτό μόνο το γεγονός, της δικονομικής θυματοποίησης.  Σε αυτές τις περιπτώσεις, το να ενεργεί ο εναγόμενος με πληρωμή επί δικαστηρίω, θα μπορούσε να είναι ένα διαδικαστικό βήμα ικανό να συμβάλει στην «θεραπεία» του προβλήματος του ενάγοντος, που λαμβάνει διαστάσεις εξαιτίας του ίδιου του ενάγοντος. Θέτει έναν καθρέφτη και παράλληλα ένα φίλτρο έναντι στην αρχική απόφαση του ενάγοντος να μπει στη διαδικασία να ενάγει, να δικονομήσει (Stanley & Coursey, 1990; Woolf, T. R. H. Lord, 1996). Με την ανάλογη, ίσως, νουθεσία κι από πλευράς δικηγόρων, που οφείλουν να θέτουν υπόψη των πελατών τους, με τη δέουσα ακρίβεια, τους κινδύνους μιας δικαστικής διαδικασίας έναντι στο δικονομικό κίνητρο του άμεσα διαθέσιμου χρήματος, να μην επενδύουν οι ίδιοι πάνω στη μακρά δικονομία και στην παρελκυστική τακτική, δρώντας «παρασιτικά» (Mackay, J. Lord of Clashfern, 2001). Το εργαλείο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από εναγόμενους που το μόνο πρόβλημά τους είναι ότι δεν έχουν χρήματα· αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να τύχει άλλου χειρισμού, για να αποφευχθεί η επιδείνωση του χρέους. Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, επίσης, από τους εναγόμενους που θεωρούν, και έχουν ως υπεράσπισή τους, ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, για ουσιαστικούς λόγους.

Το ενδιαφέρον επί του κλασικού δικονομικού εργαλείου της πληρωμής επί δικαστηρίω συνίσταται στο ότι συνιστά μια παρέμβαση με αρκετά στοιχεία (δικο)νομικής ψυχολογίας. Τρέφει τη δικονομία ως ένα ζωντανό οργανισμό, που τη μια στιγμή αναπνέει για τον ενάγοντα, την επόμενη (σε μονόδρομο) για τον εντιμότερο εναγόμενο. Αντανακλώντας, ακριβώς, τη συσχέτιση της δικονομίας και του δικονομικού δικαίου με το δικονομικό ήθος. Χρησιμοποιεί, προς αυτό, τη «δικονομική επιτυχία», όπως εκφράζεται και στον βαθμό που αυτή εκφράζεται δια της επιδίκασης δικηγορικών εξόδων, ως μορφή μεταφοράς του οικονομικού κινδύνου (Reinganum & Wilde, 1986; Spier, 1992, 1994; Rowe & Anderson, 1996; Farmer & Pecorino, 2000; Main & Park, 2000a). Εστιάζει στο αποτέλεσμα της «ικανοποίησης» (in satisfaction) του ενάγοντος ως ουσιαστικό σκοπό δικαίου, που μπορεί να επιτευχθεί με την πρωτοβουλία του εναγόμενου μεν, αλλά με «μάρτυρα» ή «φύλακα» το Δικαστήριο και υπό τη σκιά του νόμου (πιθανών δικονομικών / οικονομικών συνεπειών) (Mnookin & Kornhauser, 1979), ρόλος και κατάσταση που θα μπορούσαν να αλλάζουν τις δυναμικές της διαπραγμάτευσης (ως και η αξία της αναγωγής της προηγούμενης προσφοράς σε υπεράσπιση με ειδικό χειρισμό) ή διαπραγμάτευσης υπό το δικαστήριο, σε ορισμένες περιπτώσεις, καλύπτοντας ένα (εξωδικαστηριακά υφιστάμενο) διαπραγματευτικό κενό.

Η προσοχή που χρειάζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι να μην λειτουργήσει, ακριβώς, αντίθετα, ως ενίσχυση της επιθυμίας του ενάγοντος να προχωρήσει με δίκη, κάτι που θα μπορούσε, επίσης, να συμβεί, αναλόγως των δικηγορικών χειρισμών αλλά και της ικανότητας του προσφερόμενου ποσού να μην προκαλέσει υποτίμηση στο πρόβλημα και τις ανάγκες του ενάγοντος, και προσβολή του. Εξάλλου, δεν θα ήταν κακό να συνοδεύεται, η χρήση του εργαλείου αυτού, κάποιες φορές, και με τη χρήση άλλων εργαλείων (π.χ. απολογία). Παρόλο που τα παλαιότερα εμπειρικά ευρήματα σε σχέση με τη δυνατότητα της μεταφοράς του οικονομικού βάρους κατά τη διάρκεια της δίκης στην επίτευξη συμβιβασμού (fee-shifting), που τούτο συμβαίνει βασικά με το εργαλείο αυτό, δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά (κάποια μπορεί να αφορούσαν σε πληθυσμιακές ομάδες άλλων εποχών και κοινωνιών, με διαφορετικές, ίσως, νοοτροπίες ή και τον κάπως διαφοροποιημένο Αμερικανικό κανονισμό) (Bebchuk, 1984; Miller, 1986; Rowe & Vidmar, 1988; Anderson, 1995; Anderson, 1996; Chung, 1996; Main & Park, 2000b, 2002), το σύγχρονο πρόβλημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης σε συνάρτηση με την οικονομική κρίση και την παράλληλη αύξηση των δικηγορικών εξόδων, δεν αποκλείεται να δημιουργούν βασιμότερες υποθέσεις, προς διερεύνηση. Ήταν, μάλλον, ο Lord Woolf, που είχε διερωτηθεί γιατί να μην υφίσταται παρόμοιο εργαλείο διαθέσιμο και για τις δύο πλευρές, με αντίστοιχο δικονομικό κίνητρο και αντικίνητρο, επίσης οικονομικής φύσης (τύπου “cost-shifting offers”). Με λίγο κυνισμό, ίσως είχε πει ότι, εάν τα έξοδα που προκύπτουν από τη συνέχιση της δίκης λόγω τέτοιας απόρριψης καλής και ουσιαστικής προσφοράς θα ήταν να πληρώνονταν σε ένα τρίτο πρόσωπο αντί στον διάδικο, θα διευθετούνταν, μάλλον, περισσότερες υποθέσεις. Εν τέλει, στο αγγλικό δίκαιο, βελτιώθηκε το εν λόγω εργαλείο, αρκετά και σημαντικά.

Ασφαλώς, θα ήταν χρήσιμος ο εμπλουτισμός της δικονομικής φαρέτρας με περισσότερα δικονομικά εργαλεία, που να ενθαρρύνουν σε συνεχή βάση τη διαπραγμάτευση και τον συμβιβασμό (Schwarzer, 1992), τηρουμένου του σεβασμού των δικαιωμάτων των διαδίκων, σε κάθε περίπτωση και άνευ επηρεασμού του δίκαιου της δίκης τους. Αυτή η επιθυμία, όμως, δεν καθιστά το συγκεκριμένο εργαλείο, της πληρωμής επί δικαστηρίω, λιγότερο χρήσιμο, επειδή υπάρχει ή χρησιμοποιείται μόνο του. Ανεξαρτήτως της δυνατότητας χρήσης του και των επιθυμητών βελτιώσεων (όπως αντίστοιχες διευρυντικές βελτιώσεις χρήζουν όσον αφορά το εργαλείο της ασφάλειας εξόδων του ενάγοντος), κάθε διάδικος μπορεί, εκτιμώντας τους διάφορους κινδύνους μιας δικαστικής διαδικασίας, να προβεί σε πρόταση συμβιβασμού, χωρίς κατ’ ανάγκη να χρησιμοποιεί τύπους ή να ερμηνεύει τον συμβιβασμό ως ήττα.

———————

Anderson, D. A., & Rowe, T. D. (1995). Empirical evidence on settlement devices: Does Rule 68 encourage settlement. Chicago-Kent Law Review, 71, 519–545.

Anderson, D. A. (1996). Dispute resolution: Bridging the settlement gap. Greenwich, CT: JAI Press.

Bebchuk, L. A. (1984). Litigation and settlement under imperfect information. Rand Journal of Economics, 15, 404–415.

Chung, T. Y. (1996). Settlement of litigation under Rule 68: An economic analysis. Journal of Legal Studies, XXV, 261–286.

Farmer, A., & Pecorino, P. (2000). Conditional cost-shifting and the incidence of trial: Pre-trial bargaining in the face of a Rule 68 offer. American Law and Economics Review, 2, 318–341.

Mackay, J. Lord of Clashfern. (2001). Are lawyers parasites? Hume Occasional Paper No. 59. Edinburgh: The David Hume Institute.

Main, B. G. M. & Park, A. (2000b). The British and American rules: An experimental examination of pre-trial bargaining within the shadow of the law, University of Edinburgh. Scottish Journal of Political Economy, 47, 37–60.

Main, B. G. M., & Park, A. (2000a). Screening versus signalling: An experimental comparison of the British and American rules for the allocation of legal costs. University of Edinburg Management School, Working Paper (February).

Main, B. G. M., & Park, A. (2002). The impact of defendant offers into court on negotiation in the shadow of the law: experimental evidence. International Review of Law and Economics, 22, 177-192.

Miller, G. P. (1986, January). An economic analysis of Rule 68. Journal of Legal Studies, XV, 93–125.

Mnookin, R. H., & Kornhauser, L. (1979). Bargaining in the shadow of the law: The case if divorce. The Yale Law Journal, 88, 950–997.

Reinganum, J. F., & Wilde, L. L. (1986). Settlement, litigation, and the allocation of litigation costs. Rand Journal of Economics, 17, 557–566.

Rowe, T. D., Jr., & Anderson, D. A. (1996). One-way fee shifting statutes and offer of judgement rules: An experiment. Jurimetrics Journal, 36, 255–273.

Rowe, T. D., Jr., & Vidmar, N. (1988). Empirical research on offers of settlement: A preliminary report. Law and Contemporary Problems, 51, 13–39.

Schwarzer, W. W. (1992). Fee-Shifting Offers of Judgment – An Approach to Reducing the Cost of Litigation.  Judicature, 76, 147-153.

Spier, K. E. (1992). The dynamics of pre-trial negotiation. Review of Economic Studies, 59, 93–108.

Spier, K. E. (1994, Summer). Pre-trial bargaining and the design of fee shifting rules. Rand Journal of Economics, 25, 197–214.

Stanley, L. R., & Coursey, D. L. (1990). Empirical evidence on the selection hypothesis and the decision to litigate. Journal of Legal Studies, 19, 145–172.

Woolf, T. R. H. Lord. (1996). Access to justice. Final Report. London, HMSO.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s