Η πρόσφατη αυθεντία της Dryden σε σχέση με την έννοια και το εύρος της σωματικής βλάβης

Προσφάτως, στη Dryden and Others v Johnson Matthey [2018] UKSC 18 (21.03.2018), το Supreme Court (ΗΒ) φαίνεται να δημιούργησε ή μάλλον να διασφάλισε κάποια ευρύτητα στην έννοια της σωματικής βλάβης (personal injury ή physical injury) στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων. Περιέλαβε σε αυτήν την ευαισθησία ή ευαισθητοποίηση (sensitisation) που δημιουργείται σε σχέση κάποια αλλεργιογόνο ουσία, η οποία οδηγεί σε εξαναγκαστική παύση της έκθεσης στην ουσία αυτή προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω βλάβη (αλλεργία). Αυτό ανεξαρτήτως εάν η ίδια η ευαισθησία είναι μια στατική ή παθητική ή ασυμπτωματική κατάσταση, με πιθανότητες ή ρίσκο να καταστεί (εάν και σε περίπτωση που υπάρξει ξανά έκθεση στην αλλεργιογόνο ουσία) ή και να μην καταστεί ποτέ (εάν δεν υπάρξει τέτοια έκθεση) συμπτωματική στο μέλλον. Αυτό το ρίσκο μπορεί να έχει μια αυθύπαρκτη πραγματική βλαπτική επίδραση, που δεν μπορεί να μην αποζημιώνεται με κάποια στενή ερμηνεία της προσωπικής ή σωματικής βλάβης. Επειδή η Dryden κινήθηκε στο πεδίο της ευθύνης εργοδότη, φαίνεται να στέλνει περισσότερο τα μηνύματα προς εκείνη την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Supreme Court, δεχόμενο τις κάπως αυτοτελείς διαστάσεις της πρόκλησης φυσικής ευαλωτότητας στο άτομο, ως φυσικής ζημιάς (δια της σχετικά ανατρεπτικής θεώρησής του), δημιούργησε, αναπόφευκτα, κι ένα νέο θέμα συζήτησης στο δίκαιο σε σχέση με την έννοια και το εύρος της σωματικής βλάβης. Αυτή, φαίνεται, δεν είναι ανάγκη να ταυτίζεται πάντοτε με τον σωματικό πόνο ή άλλες αρνητικές σωματικές εκδηλώσεις, που να υποδηλώνουν σωματική ταλαιπωρία.

Οι εφεσείοντες εργάζονταν σε εργοστάσιο που έφτιαχνε καταλυτικούς μετατροπείς (ή διαφορετικά καταλυτές οχημάτων). Πρόκειται για συσκευές ελέγχου εκπομπών, που μετατρέπουν τοξικά αέρια και ρύπους στα καυσαέρια σε λιγότερο τοξικούς ρύπους, καταλύοντας μια οξειδοαναγωγική χημική αντίδραση. Σε αυτή τη διαδικασία παραγωγής, οι εφεσείοντες εκτίθονταν σε άλατα πλατίνης. Ως συνέπεια της διαπιστωμένης παράβασης του καθήκοντος της εφεσίβλητης εταιρείας να βεβαιώνει ότι τα εργοστάσιά της καθαρίζονταν καλά ή λαμβάνονταν τέλος πάντων όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα υγείας και ασφάλειας, κι ως αποτέλεσμα της έκθεσης και του τρόπου έκθεσης των εφεσειόντων στα άλατα πλατίνης, οι εφεσείοντες είχαν αναπτύξει ευαισθησία στα άλατα πλατίνης ή άλλως πώς περιήλθαν σε κατάσταση ευαισθησίας στη συγκεκριμένη ουσία. Η κατάσταση αυτή, από μόνη της, είναι ασυμπτωματική, ωστόσο περαιτέρω έκθεση των ατόμων αυτών σε χλωριωμένα άλατα πλατίνης, είναι πιθανόν να οδηγήσει σε αλλεργική αντίδραση και σωματικά συμπτώματα, όπως καταρροή, ερεθισμό στο δέρμα, βρογχικά προβλήματα κ.λπ. Όταν η ευαισθησία των εφεσειόντων διαγνώστηκε, κατά τη διάρκεια εξετάσεων ρουτίνας, δεν υπήρχε περίπτωση να εργαστούν σε χώρους της εφεσίβλητης εταιρείας όπου θα μπορούσαν να υποστούν περαιτέρω έκθεση και να παρουσιάσουν τέτοια αλλεργική αντίδραση. Με απόφαση της εταιρείας, ο ένας είχε αναλάβει ένα διαφορετικό ρόλο στην ίδια εταιρεία, με μειωμένες απολαβές, ενώ η εργασία των άλλων είχε τερματιστεί. Οι εφεσείοντες ισχυρίζονταν, έτσι, ότι οι ίδιοι υπέστησαν οικονομική ζημιά, συνεπεία της ευαισθησίας τους στα άλατα πλατίνης που οδήγησε στη διαφοροποίηση του εργασιακού τους καθεστώτος, αλλά και της ευρύτερης αδυναμίας τους να εργαστούν σε οποιοδήποτε άλλο εργασιακό περιβάλλον θα μπορούσαν να εκτεθούν σε χλωριωμένα άλατα πλατίνης. Τα ερωτήματα που απασχόλησαν τα Αγγλικά δικαστήρια ήταν κατά πόσον η ανάπτυξη ευαισθησίας στην ουσία αυτή είναι μια κατάσταση που, από μόνη της, μπορεί να θεμελιώσει αγώγιμη αξίωση εναντίον της εταιρείας για ζημιά που υπέστησαν οι εφεσείοντες συνεπεία αμέλειας ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων από μέρους της εταιρείας, κι αν η ίδια κατάσταση δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως σωματική βλάβη, αγώγιμη, κατά πόσον θα μπορούσαν οι εφεσείοντες να ανακτήσουν την οικονομική απώλεια στη βάση παράβασης εξυπακουόμενου συμβατικού όρου ή συμβατικής αμέλειας. Το δεύτερο σκέλος δεν χρειάστηκε να απασχολήσει το Supreme Court.

Σε πρώτη φάση (αρχικά στην [2014] EWHC 3957 (QB) του High Court και έπειτα στην [2016] EWCA Civ 408 του Court of Appeal), οι εφεσείοντες είχαν αποτύχει. Είχε αποφασιστεί ότι η δημιουργία ευαισθησίας σε μια ουσία (ως στατική ή παθητική κατάσταση) δεν μπορεί να θεωρηθεί η ίδια σωματική βλάβη, από μόνη της. Όσον αφορά την οικονομική ζημιά, που αυτή θεωρήθηκε ότι είχαν υποστεί οι εφεσείοντες, δεν θα μπορούσε να ανακτηθεί με βάση το δίκαιο των αστικών αδικημάτων (με την έννοια του ότι δεν υπάρχει γενικό καθήκον επιμέλειας που να αφορά στην προστασία προσώπων από το να μην υποστούν οικονομική ζημιά). Έπειτα, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη εξυπακουόμενου συμβατικού όρου με αυτό το περιεχόμενο (καθήκον της εταιρείας να προστατεύει τους αντισυμβαλλόμενούς της από το να μην υποστούν οικονομική ζημιά – υπήρχε μόνον καθήκον προστασίας τους από το να μην υποστούν σωματική βλάβη, που, όμως, η ευαισθησία που προκλήθηκε, δεν θεωρούνταν σωματική βλάβη), ώστε να επιτύχει η εναλλακτική βάση, του δικαίου των συμβάσεων.

Σημειωτέον ότι, στο μεταξύ, η συνδικαλιστική οργάνωση των εφεσειόντων είχε διαπραγματευθεί συλλογική σύμβαση με την εταιρεία για να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ευαισθησίας σε άλατα πλατίνης και της αλλεργίας. Η συμφωνία προέβλεπε τη διεξαγωγή τακτικών δοκιμών για τον εντοπισμό των εργαζόμενων που ανέπτυξαν τέτοια ευαισθησία και την τοποθέτησή τους μακριά από περιοχές με άλατα πλατίνης, στο μέτρο του εφικτού. Εάν ένας εργαζόμενος δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει να εργάζεται σε εργοστάσιο λόγω «αλλεργίας πλατίνης», η συμφωνία προέβλεπε ότι η εταιρεία θα μπορεί να τον απολύσει υπό ειδικές συνθήκες τερματισμού. Η συλλογική σύμβαση αναγνώρισε ρητώς ότι ένας υπάλληλος που απολύθηκε με «αλλεργία πλατίνης» θα μπορούσε να υποβάλει κανονικά αξίωση αποζημίωσης έναντι στην εταιρεία, όμως αναφέρονταν σε «αλλεργία» και τούτο φαίνεται να δημιουργούσε ερμηνευτική περιπλοκή για τα κατώτερα δικαστήρια. Γιατί ήταν κοινό έδαφος πως ένα άτομο που αναπτύσσει την αλλεργία, με την έννοια του ότι την εκδηλώνει, υφίσταται σωματική βλάβη, αλλά η διαφωνία ήταν ως προς το άτομο που δεν αναπτύσσει την αλλεργία και που μπορεί να μην την αναπτύξει ποτέ, βρισκόμενο απλά σε κατάσταση ευαισθησίας στην αλλεργιογόνο ουσία.

Υπήρχε ιατρική μαρτυρία ενώπιον των δικαστηρίων η οποία εξηγούσε πολύ απλά, για τους σκοπούς της διαδικασίας, την κατάσταση της ευαισθησίας. Είναι μία πολύπλοκη διαδικασία, η οποία εμπλέκει το ανοσοποιητικό σύστημα. Το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά σε μόρια που κανονικά δεν εντοπίζονται στον οργανισμό (αντιγόνα ή τοξίνες εισβολέων), παράγοντας αντισώματα, με τη μορφή μεγάλων μορίων που ονομάζονται ανοσοσφαιρίνες. Σε πολλές περιπτώσεις, το αντίσωμα εκτελεί έναν χρήσιμο σκοπό, ερχόμενο σε συνδυασμό με το αντιγόνο και καθιστώντας το ακίνδυνο. Ωστόσο, σε μερικές περιπτώσεις, ο συνδυασμός του αντιγόνου και του αντισώματος έχει αρνητικές συνέπειες, προκαλώντας συγκεκριμένα κύτταρα στο σώμα (μαστοκύτταρα), για απελευθέρωση ισταμίνης. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να προκύψει άσθμα, ρινίτιδα, οφθαλμικά συμπτώματα ή δερματικά εξανθήματα. Ένα άτομο με ευαισθησία σε άλατα πλατίνης θα έχει έναν συγκεκριμένο τύπο αντισώματος στο ανοσοποιητικό του σύστημα (αντισώματα IgE). Παρόλο που ενδέχεται να μην έχει ακόμα αναπτύξει κάποια φυσικά συμπτώματα, μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη της ευαισθησίας με μια δοκιμασία εισαγωγής στο σώμα μιας μικρής ποσότητα ενός διαλύματος που περιέχει τα άλατα. Εάν η έκθεση σε άλατα πλατίνης συνεχίζεται μετά την εμφάνιση της ευαισθησίας, οι περισσότεροι (αλλά όχι όλοι) οι άνθρωποι μπορεί να αναπτύξουν σωματικά συμπτώματα αλλεργίας, που σχετίζονται με τα μάτια, τη μύτη, το στήθος και το δέρμα. Από την άλλη πλευρά, τα σωματικά συμπτώματα δεν θα αναπτυχθούν αν δεν υπάρχει περαιτέρω έκθεση. Ένα άτομο που έχει ευαισθητοποιηθεί αλλά δεν έχει αναπτύξει ακόμη συμπτώματα δεν περιορίζεται με κανέναν τρόπο στη ζωή του, εκτός από το γεγονός ότι πρέπει να αποφεύγει περιστάσεις υπό τις οποίες θα εκτεθεί σε άλατα πλατίνης. Τα άλατα πλατίνης δεν απαντώνται στην καθημερινή ζωή, παρά μόνον σε ορισμένους εξειδικευμένους χώρους εργασίας. Τα άτομα με τη σχετική ευαισθησία δεν μπορούν να εργαστούν σε θέσεις εργασίας που συνεπάγονται τη δυνατότητα περαιτέρω έκθεσης.

Σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία, συγκριτικά με την Rothwell v Chemical & Insulating Co Ltd [2008] AC 281, η οποία αφορούσε σε ανάπτυξη υπεζωκοτικών πλακών ως αποτέλεσμα της έκθεσης σε ίνες αμιάντου, κι όπου εκεί δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σωματικής βλάβης (συνεπώς συνιστούσε την αυθεντία που επικαλούνταν η εφεσίβλητη εταιρεία), υπάρχουν κάποιες διαφορές. Η ελαφρά περαιτέρω έκθεση στον αμίαντο δεν θα επιδεινώσει σημαντικά τις υπεζωκοτικές πλάκες, αλλά η ελαφρά περαιτέρω έκθεση σε άλατα πλατίνης είναι πιθανό να αυξήσει τον βαθμό ευαισθησίας και μπορεί να μετατρέψει την ασυμπτωματική ευαισθησία σε συμπτωματική. Οι υπεζωκοτικές πλάκες δεν μετατρέπονται οι ίδιες σε οποιαδήποτε άλλη βλάβη που οφείλεται στον αμίαντο, ενώ η ασυμπτωματική ευαισθησία μπορεί να μετατραπεί σε συμπτωματική ευαισθησία (αλλεργία). Η παρουσία υπεζωκοτικών πλακών δεν εμποδίζει ένα άτομο να εμπλακεί σε συγκεκριμένους τύπους εργασίας που διαφορετικά θα ήταν ανοιχτοί σε αυτόν (η έκθεση σε αμίαντο περιορίζεται από τον νόμο σε κάθε περίπτωση). Αντίθετα, ένα άτομο που έχει ασυμπτωματική ευαισθησία στα άλατα πλατίνης περιορίζεται στο έργο που μπορεί να κάνει.

Στην Cartledge v E Jopling & Sons Ltd [1963] AC 758, η οποία συνιστούσε την αυθεντία που επικαλούνταν οι εφεσείοντες, οι ισχυρισμοί ασκήθηκαν από εργαζόμενους σε χαλυβουργεία που είχαν υποστεί πνευμονοκονίαση ενώ εργαζόταν στο εργοστάσιο της εναγόμενης εταιρείας. Το ζήτημα ήταν αν οι αξιώσεις τους είχαν παραγραφεί και η Βουλή των Λόρδων έπρεπε να εξετάσει πότε δημιουργήθηκαν οι αιτίες αγωγής. Αυτό απαιτούσε να καθορίσουν πότε οι εργαζόμενοι είχαν υποστεί σωματική βλάβη. Το πρόβλημα ήταν ότι, στην πνευμονοκονίαση, θα μπορούσε να συμβεί ουσιαστική βλάβη στους πνεύμονες, χωρίς ο πάσχων να έχει επίγνωση της νόσου, όπως συνέβη με τους εκεί ενάγοντες. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προωθήθηκαν ανεπιτυχώς ήταν το επιχείρημα ότι η βλάβη δεν εμφανίστηκε παρά μόνον όταν ελήφθη γνώση της ασθένειας, αφού ένας άνθρωπος που δεν αισθάνεται κανένα σύμπτωμα ή δεν έχει γνώση της νόσου του, δεν υπόκειται ζημία. Αντιμετωπίζοντας αυτό το επιχείρημα, ο Λόρδος Pearce, με τον οποίο υπήρξε ομόφωνη συμφωνία, εξέτασε τα χαρακτηριστικά των σωματικών βλαβών, και, παρόλο που δεν είχε δώσει ορισμό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βλάβη μπορεί να υφίσταται, παρά το γεγονός ότι ο παθών «δεν έχει γνώση της μυστικής εκδήλωσης της πνευμονοκονίασης και δεν πάσχει από ενόχληση» (σελ. 778). Σύμφωνα με την άποψη του Λόρδου Pearce, το ερώτημα διατυπώνεται με τρόπο ώστε να είναι «εάν ένας άνθρωπος υπέστη ουσιαστική ζημιά από οποιεσδήποτε φυσικές αλλαγές στο σώμα του» κι αυτό ήταν ένα πραγματικό ζήτημα σε κάθε περίπτωση. Η απόδειξη ότι αυτές οι αλλαγές δεν γίνονται αντιληπτές από τον παθόντα και δεν μπορούν ποτέ να γίνουν αισθητές οδηγεί τη ζημία στην αρχή του de minimis non curat lex (ο νόμος δεν ασχολείται με τα επουσιώδη). Από την άλλη πλευρά, η απόδειξη ότι σε ασυνήθιστη άσκηση ή σε μια επίθεση της ασθένειας, ο παθών μπορεί να υποφέρει από την κρυμμένη βλάβη του, θεμελιώνει ουσιαστική ζημία. Δεν υπάρχει, όμως, νομική αρχή ότι η έλλειψη γνώσης από μέρους του παθόντος πρέπει να μειώσει τη ζημία στο τίποτα ή να την καταστήσει ελάχιστη. Στην υπόθεση εκείνη, παρόλο που έγινε δεκτό ότι υπήρχε σωματική βλάβη, το αγώγιμο της αξίωσης είχε παραγραφεί (κι αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Είναι γνωστό στο δίκαιο ότι η αμέλεια και η παράβαση νόμιμου καθήκοντος δεν είναι αγώγιμα per se. Για να υποβληθεί αξίωση για αστικό αδίκημα αμέλειας και παράβασης νόμιμου καθήκοντος θα πρέπει να υπάρχει ζημιά, και τούτη (στα αστικά αδικήματα εναντίον του ατόμου) έχει την ουσιαστική έννοια της προσωπικής βλάβης (σωματικής βλάβης ή ψυχολογικής βλάβης, που η τελευταία δεν απασχολούσε στην προκειμένη περίπτωση), παρά αναφέρεται σε αμιγώς οικονομική ζημιά. Το πεδίο της «σωματικής βλάβης» ή «φυσικής βλάβης» ή «τραυματισμού» είναι θεμελιώδους σημασίας και εξαρτάται από το νομολογιακό δίκαιο, ειδικότερα, μέχρι πρότινος, τις Cartledge (ανωτέρω) και Rothwell (ανωτέρω), που κι οι δύο συνέβαλαν στη διαμόρφωση του πεδίου και στην καθιέρωση σχετικών αρχών (π.χ. στο ότι στην έννοια περιλαμβάνεται κι η ασθένεια ή και η ασυμπτωματική ή κρυμμένη βλάβη, ή ότι για να είναι αγώγιμη η ζημιά θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από αμελητέα, ή ότι το γεγονός πως μια κατάσταση έχει χαρακτηριστεί ως ζημιά δεν σημαίνει ότι συνιστά τέτοια κ.λπ.), όπου, όμως, σε καμία από αυτές δεν είχε οριστεί η σωματική βλάβη. Ομοίως, στους νόμους, υπάρχουν συχνότατα αναφορές σε σωματική βλάβη χωρίς να υπάρχει ένας ορισμός.

Συνδυάζοντας τα διάφορα χωρία από τις πιο πάνω αποφάσεις Cartledge και Rothwell, το Supreme Court, στη Dryden, με τη συνδυαστική του ερμηνεία, βασικά, παρήγαγε τύπου ορισμό της προσωπικής φυσικής ή σωματικής βλάβης, προσδίδοντας, μάλιστα, σε αυτόν, κάποια ευρύτητα. Κι εκεί ήταν η υπέρβαση της Cartledge, που δεν επιβεβαίωσε απλά. Σωματική βλάβη, λοιπόν, συνιστά τη (1) φυσική αλλαγή που υπόκειται ένα άτομο και (2) το φέρει σε αισθητά χειρότερη θέση από αυτήν στην οποία ήταν προηγουμένως όσον αφορά την υγεία ή την ικανότητά του, και περιλαμβάνει (μη εξαντλητικά) τη βλάβη που σχετίζεται με τη φυσική του ικανότητα να απολαμβάνει τη ζωή, την απώλεια ή ανωμαλία φυσιολογικής ή ανατομικής δομής ή λειτουργίας (impairment), καθώς και τη βλάβη που είναι κρυμμένη κι ασυμπτωματική.

Εφαρμόζοντας, στη συνέχεια, έναν τέτοιο ορισμό, το Supreme Court, και στη βάση της διαθέσιμης ιατρικής μαρτυρίας που εξηγούσε τη διαφοροποίηση της της Dryden από το «τίποτα» της Rothwell, δέχθηκε ότι, στη Dryden υπήρξε σωματική βλάβη. Ακόμα κι αν η ευαισθησία που είχαν αναπτύξει οι εφεσείοντες δεν ήταν σε κάτι τόσο κοινό, όσο, για παράδειγμα, ο ήλιος, αλλά σε κάτι που συνιστά μια επικίνδυνη ουσία, που δεν εντοπίζεται στην καθημερινότητα του ανθρώπου και στην οποία ο άνθρωπος δεν πρέπει, γενικά, να εκτίθεται, με βάση τους κανονισμούς. Είπε, μεταξύ άλλων, το εξής, απαντώντας στο συναφές επιχείρημα της εταιρείας:

«Ordinary everyday life is infinitely variable. For these claimants, their ordinary everyday life involved doing jobs of a type which, by virtue of their sensitisation, they can no longer do. In those circumstance, I do not see how their situation can be validly distinguished from the person who has developed a sensitivity to the sun.»

Φέρνοντας περαιτέρω παραδείγματα, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα του δοκιμαστή καφέ, ο οποίος εργοδοτείται σε αυτή την εργασία γιατί έχει την ικανότητα να διακρίνει διαφορετικές γεύσεις και ποιότητες καφέ, με την όσφρηση και τη γεύση, ο οποίος, από αμέλεια της εταιρείας, υπόκειται βλάβη που σχετίζεται με την αίσθηση της όσφρησης ή της γεύσης, η οποία δεν θα είχε οποιαδήποτε σημασία σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, αλλά που για τον ίδιο σημαίνει αδυναμία να συνεχίσει αυτή την εργασία που κάνει. Σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν δύσκολο να δεχθεί, κανείς, ότι η φυσική αλλαγή που επήλθε στο σώμα του δεν μπορεί να συνιστά αγώγιμη προσωπική βλάβη. Το Supreme Court δεν είδε κάποια διαφοροποίηση ενός τέτοιου παραδείγματος με τη Dryden, όπου και οι εφεσείοντες εργάζονταν εξειδικευμένα γύρω από μια ουσία, και δεν μπορούν πλέον να ασκούν την εξειδικευμένη εργασία, που θα τους φέρει σε έκθεση ξανά με την ίδια ουσία, εφόσον τότε μπορεί να αναπτύξουν (ενεργό) αλλεργία. Κι η θεώρηση του Supreme Court παρέσυρε και τα λοιπά ερωτήματα της εφεσίβλητης εταιρείας, σε έναν ωραίο νομικό διάλογο. Για παράδειγμα, στον ισχυρισμό της εταιρείας ότι επρόκειτο για μια αξίωση απώλειας απολαβών καμουφλαρισμένη με ένα άλλο δίκαιο, η απάντηση του Supreme Court ήταν ότι, ακόμα κι αν οι εφεσείοντες συνταξιοδοτούνταν λόγω ηλικίας και δεν θα γίνονταν λόγος για απώλεια εργασίας κ.λπ., γιατί δεν θα υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητά τους να εργαστούν οπουδήποτε και να εκτεθούν στην ουσία, αυτό θα απασχολούσε όσον αφορά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων κι όχι τη διαπίστωση ως προς το κατά πόσον έχουν, όντως, υποστεί τη ζημιά.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι, παρά το γεγονός πως το Supreme Court είχε απαντήσει σε όλα τα εύστοχα ερωτήματα της εφεσίβλητης εταιρείας, καταλήγοντας ότι η ευαισθητοποίηση στη συγκεκριμένη ουσία συνιστά σωματική βλάβη από μόνη της (αδιάφορα από το ότι δεν έχε εκδηλωθεί αλλεργία και οι πιθανότητες εκδήλωσής της είναι μειωμένες), στον βαθμό που επηρεάζει αισθητά τη ζωή των εφεσειόντων προς το χειρότερο, τα ερωτήματα που μπορούν να συνεχίσουν να τίθενται είναι περισσότερα. Αναμφίβολα, η υπόθεση είναι μια νέα αυθεντία, μαζί με τις Cartledge και Rothwell, κινούμενη κάπου ανάμεσα, με περισσότερη εγγύτητα στην Cartledge. Ανοίγει, ταυτόχρονα, ένα μεγάλο πεδίο για θεωρητικό διάλογο, σε σχέση με τα όρια της έννοιας της φυσικής ή σωματικής βλάβης. Βέβαια, εάν επιχειρήσει, κανείς, να αναλύσει τον ορισμό του Supreme Court με τρόπους θεωρίας, θα καταλήξει, ενδεχομένως, σε ένα αδιέξοδο, γιατί το Supreme Court έδωσε μεν «ορισμό», αλλά όχι με πρόθεση να τον στερεώσει στη νομική επιστήμη ως τέτοιο (νομικό ορισμό)· ενίσχυσε τον λόγο της Cartledge, σε σχέση με την in concreto θεώρηση του ζητήματος την ίδια στιγμή που παρατήρησε και την έλλειψη ορισμού στις προηγούμενες αποφάσεις και στον νόμο. Εννόησε, μάλλον, την ανάγκη θέσης της απαρχής του ερμηνευτικού συλλογισμού στο διαπιστωμένο γεγονός ότι υφίστανται κάποιες αισθητές φυσικές αλλαγές στο σώμα του ενάγοντος, εξαιτίας της αμέλειας ή της παράβασης του νόμιμου καθήκοντος του εναγόμενου (προγενέστερες διαπιστώσεις), οι οποίες τον φέρνουν σε χειρότερη θέση από αυτήν που ήταν προηγουμένως· οι άλλες παράμετροι να έπονται, χωρίς πραγματική δυνατότητα να προκαθοριστούν (περιπτωσιολογικές)· εκεί τα νομολογιακά προηγούμενα, ασφαλώς, χρησιμεύουν (όπως αυτό της Cartledge για την κρυφή ή ασυμπτωματική αλλοίωση). Έδωσε, τουλάχιστον, μια αναμφίβολα χρήσιμη ερμηνευτική βάση και κατεύθυνση.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s