Η πρόσφατη τροπολογία της Δικαστικής Πρακτικής (λόγοι εξαίρεσης)

Η πρόσφατη τροπολογία της «δικαστικής πρακτικής», ούτως ώστε να εισαχθεί ρητά ο λόγος εξαίρεσης που σχετίζεται με τη συγγένεια, και όχι μόνον, προβληματίζει με διάφορους τρόπους, και δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι αυτό αναζήτησε το ΕΔΔΑ (την πρόνοια συγκεκριμένων ειδών συγγένειας ή σχέσεων) κι όχι απλά την εισαγωγή ενός εκ των προτέρων γνωστού, σαφούς και διαφανούς μηχανισμού αναφοράς και ενδεχομένως εξαίρεσης, όταν υφίστανται σύνδεσμοι που μπορεί να δημιουργούν συσχέτιση και άνιση απόσταση μεταξύ του δικαστηρίου και των διαδίκων.

Λόγο υποχρεωτικής εξαίρεσης δημιουργεί, στην εν λόγω τροπολογία, η μη «τυπική» εμφάνιση δικηγόρου, ο οποίος είναι ο ίδιος «μέλος της οικογένειας» του δικαστή (το αρσενικό γένος χρησιμοποιείται απλά για σκοπούς εύκολης αναφοράς), ήτοι δικηγόρος που τελεί στην εξής σχέση με τον δικαστή:

  • Γονέα
  • Συζύγου (περιλαμβανομένης/ου συντρόφου και προσώπου σε τέτοιας φύσης στενή προσωπική σχέση)
  • Τέκνου
  • Συζύγου τέκνου
  • Αδελφού/ής
  • Τέκνου αδελφού/ής
  • Συζύγου αδελφού/ής
  • Πεθερού/άς
  • Γαμπρού / Νύφης
  • Συμπεθέρου/άς
  • Πνευματικής συγγένειας

Η εντύπωση είναι ότι ο όρος «μέλος της οικογένειας» δίνεται περισσότερο με ενδεικτικές αναφορές (βλ. «περιλαμβάνει») και δεν εξαντλεί όλες τις πιθανές συγγενικές σχέσεις. Αφήνεται να νοηθεί ότι οποιαδήποτε άλλη σχέση «μέλους της οικογένειας» που δεν περιλαμβάνεται ρητά στον ορισμό (π.χ. παππούς, γιαγιά, θείος/α, ξάδερφος/η) μπορεί να προκαλέσει, επίσης, εξαίρεση. Βέβαια, θα αναμένονταν ότι, αντί να αναφέρονται συγκεκριμένες συγγένειες, θα αναφέρονταν γενικά η σύνδεση με συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας (έως και τρίτου βαθμού) ή με υιοθεσία. Η «πνευματική συγγένεια», που προβλέπεται ως υποχρεωτικός λόγος εξαίρεσης, συνήθως είναι αυτή που προκύπτει από την ιεροτελεστία της βάπτισης, μεταξύ του ανάδοχου και του αναδεκτού, ωστόσο, πέρα από τη θρησκευτικά ή εκκλησιαστικά εμπνευσμένη έννοια, μπορεί να νοηθεί κι η υιοθεσία. Ερώτημα δημιουργείται κι όσον αφορά την εξίσου δημοφιλή Κυπριακή σχέση «κουμπάρου» ή «κουμέρας» (πρόσωπο που παντρεύει τον δικαστή) ή άλλες σχέσεις που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην ευρύτερη έννοια (ή κάπως πιο ρεαλιστική προσέγγιση) της πνευματικής (ή συναισθηματικής) συγγένειας ή της στενής φιλίας (π.χ. με κριτήρια διάρκειας και ποιότητας).  Έπειτα, πέρα από τις θετικές σχέσεις, υπάρχουν και οι αρνητικές (π.χ. φιλονικία ή έχθρα) ή οι σύνδεσμοι μπορεί να μην εστιάζουν στο πρόσωπο (π.χ. ύπαρξη υλικού ή ηθικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης ή έκφραση προηγούμενης αρνητικής γνώμης σε σχέση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης σε εκτός καθηκόντων στιγμή). Συνθήκες, δηλαδή, που μπορεί να αίρουν την ιδιότητα του δικαστή ως ουδέτερου τρίτου, βρισκόμενου σε (αρνητικά) ίση απόσταση από τους διαδίκους· ως προσώπου που μπορεί να εγγυηθεί τη δέουσα αμεροληψία, όχι ως λεκτική υπόσχεση εκ της υποκειμενικής αντίληψης, αλλά ως φυσικά απορρέουσα αντικειμενική κατάσταση· sine qua non προϋπόθεση για την κατάφαση του κύρους και την αποδοχής της δικαστικής κρίσης. Βασικά, για άλλων ειδών σχέσεις, που δεν συνιστούν συγγενικές σχέσεις μέχρι ενός βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, θα μπορούσε να υπάρχει διακριτός λόγος εξαίρεσης, δυνητικός, υποκείμενος στο σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς και στην πρωτοβουλία είτε του δικαστή είτε οποιουδήποτε εκ των διαδίκων.

Λόγο δυνητικής εξαίρεσης, που ενθάρρυνε η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ (κάπως προβληματικά ίσως), δημιουργεί η μη «τυπική» εμφάνιση δικηγόρου που δεν είναι ο ίδιος ή η ίδια «μέλος της οικογένειας», αλλά τελεί σε σχέση με δικηγόρο (ή ασκούμενο/η δικηγόρο) μέλος της οικογένειας του δικαστή (στο κείμενο χρησιμοποιείται πληθυντικός «με δικηγόρους – μέλη της οικογένειας», ωστόσο αφήνεται να νοηθεί ότι και η σχέση με μόνο έναν δικηγόρο – μέλος της οικογένειας δεν θα εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω πρακτικής):

  • Εργοδότη
  • Εργοδοτούμενου
  • Συνεταίρου
  • Επαγγελματική σχέση

Όταν συντρέχει λόγος δυνητικής εξαίρεσης, υπάρχει η υποχρεωτική πληροφόρηση από μέρους του δικαστή προς τους διαδίκους και έκθεση των γεγονότων, με σκοπό να τους δοθεί η δυνατότητα ένστασης. Υπάρχει η δυνατότητα υποβολής ένστασης από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων και τότε εκδίκασής της υπό το φως της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, το δικαστήριο μπορεί είτε να συνεχίσει τη διαδικασία είτε να εξαιρεθεί, εφόσον κρίνει ότι αυτό αρμόζει.

Τα πιθανά προβλήματα που προκύπτουν κυρίως με τη δυνητική εξαίρεση είναι (μεταξύ πιθανών άλλων) τα εξής:

(α) Ο δικαστής θα πρέπει να γνωρίζει τις εργοδοτικές ή επαγγελματικές σχέσεις των δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων «μελών της οικογένειάς του». Αυτό μπορεί να μην είναι πάντα εφικτό ή κατορθωτό, ειδικά όσο μένει ανοιχτή η κατηγορία προσώπων που εμπίπτουν στην κατηγορία «μέλη της οικογένειας», αλλά κι η εργοδοσία ή η επαγγελματική συνεργασία είναι δεδομένα που αλλάζουν ή μπορούν να αλλάξουν χωρίς να καθίσταται άμεσα ενήμερος ο δικαστής, για τις ζωές των συγγενών του.

(β) Η έννοια της «επαγγελματικής σχέσης» στη δικηγορία είναι ευρεία. Κάθε δικηγόρος τελεί με τους πελάτες του σε «επαγγελματική σχέση». Προφανώς, θα νοείται, στην προκειμένη περίπτωση, η συνυπαλληλική σχέση ή εργασία στην ίδια δικηγορική εταιρεία ή στο ίδιο δικηγορικό γραφείο ή με κοινό οικονομικό σκοπό. Με αυτή την ευρύτητα, η σκέψη είναι πως τα δικηγορικά γραφεία στα οποία εργάζονται δικηγόροι ή ασκούμενοι δικηγόροι που είναι μέλη της οικογένειας δικαστή (και με την επιπλέον ευρύτητα εκείνης της έννοιας), ουσιαστικά, θα πρέπει να μην εμφανίζονται ενώπιον αυτών των δικαστών, δια οποιουδήποτε δικηγόρου τους, γιατί συντρέχει δυνητικός λόγος εξαίρεσης, κι εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται για τον δυνητικό λόγο εξαίρεσης, θα προκύψουν επισφαλείς διαδικασίες και κρίσεις. Αυτό είναι, ίσως, πρόβλημα σε μεγάλες εταιρείες που δεν γνωρίζει καν ο ένας τον άλλον μέσα στο εσωτερικό της εταιρείας ούτε τις διάφορες μετακινήσεις τους. Έπειτα,  τι γίνεται εάν σε ένα δικηγορικό γραφείο εργοδοτούνται συγγενείς όλων των δικαστών μιας επαρχίας; Ή μήπως θα πρέπει να αποφεύγουν τα δικηγορικά γραφεία να εργοδοτούν δικηγόρους ή ασκούμενους δικηγόρους που είναι μέλη οικογένειας δικαστών, για να μην επηρεαστεί η εργασία τους;

(γ) Ο δικηγόρος που εμφανίζεται ενώπιον του μπορεί να είναι εργοδότης / εργοδοτούμενος προσώπου μέλους της οικογένειας του δικαστή, που δεν είναι δικηγόρος ή ασκούμενος δικηγόρος, αλλά να κατέχει οποιοδήποτε άλλο κρίσιμο πόστο μέσα στη δικηγορική εταιρεία (π.χ. δικηγορική υπάλληλος, λογιστής, κ.λπ.).

Σε κάθε περίπτωση, ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις «τυπικές εμφανίσεις». Δεν δίνεται, ωστόσο, ορισμός των «τυπικών εμφανίσεων», ώστε να διασφαλίζεται ότι όλοι έχουν υπόψη τους το ίδιο πράγμα. Μπορεί να είναι η εμφάνιση για κάποιον άλλο δικηγόρο, για σκοπούς λήψης ημερομηνίας ή για υπόθεση που χειρίζεται ο ίδιος, αλλά για σκοπούς λήψης ημερομηνίας. Η λήψη οδηγιών από το δικαστήριο θεωρείται «τυπική εμφάνιση»;

Το σημείο αναφοράς είναι πάντα ο δικηγόρος που εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου κι όχι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση που οδηγείται ενώπιον του δικαστηρίου, ενώ και η αναφορά σε εξαίρεση λόγω συγγένειας ή άλλης σχέσης θα πρέπει κανονικά να περιλαμβάνει οποιαδήποτε συγγενική ή άλλη συσχέτιση του δικαστή με την ενώπιον του υπόθεση και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτήν, είτε ως διάδικοι, είτε ως δικηγόροι, είτε ως εισαγγελείς, είτε άλλως πώς. Η εντύπωση είναι πως έτσι όπως καταρτίστηκε και δημοσιεύτηκε η τροπολογία στη δικαστική πρακτική περισσότερα προβλήματα θα δημιουργήσει παρά θα επιλύσει· γιατί φαίνεται να απουσιάζει ο αναγκαίος βαθμός γενικότητας και σαφήνειας, που να δημιουργούν ασφαλές καθεστώς.

Κατά τα λοιπά, μερικές φορές, η εντύπωση είναι πως και το ΕΔΔΑ (παρά το ότι προσπαθεί να δείχνει το αντίθετο) δεν ελίσσεται αρκετά στις ειδικότερες ανάγκες των κρατών – μελών, και το θέμα αυτό είναι ένα από αυτά τα περισσότερα. Μπορεί, βέβαια, καλά να κάνει· να επιβάλλει, εμμέσως πλην σαφώς, αλλαγή ορισμένων πραγμάτων που επιθυμεί, στη ρίζα τους. Στη μικρή Κύπρο, πάντως, τα νομικά επαγγέλματα δεν ήταν πάντα πολυπληθή κι ήταν (κοινωνιολογικά) φυσιολογικό το φαινόμενο της κληρονομικότητας σε αυτά και κατ’ επέκταση της οικογενειοκρατίας, ως απότοκο της εντοπιότητας· ένα φαινόμενο που δεν αναμένεται να εκλείψει σύντομα. Ο γενικότερος τρόπος λειτουργίας των νομικών επαγγελμάτων, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, δημιουργούν συνθήκες όπου εύκολα συσχετίζονται δικαστές και δικηγόροι και εισαγγελείς και αναπτύσσουν συγγένειες ή φιλίες. Η έννοια της αμεροληψίας δεν πρέπει να αλλάζει μεν, αλλά τι γίνεται όταν δεν μπορούν να αλλάξουν και τα υφιστάμενα δεδομένα; Θα πρέπει να αναζητηθούν ουδέτεροι τρίτοι ανάμεσα σε ένα διαφορετικό πληθυσμό ή να δοθούν κίνητρα για ενίσχυση των στοιχείων «diversity» στα νομικά επαγγέλματα ή (και) κάτι άλλο (π.χ. αλλαγή του τρόπου προσέγγισης της αμεροληψίας, ως έννοιας και συνθήκης); Έπειτα, μήπως χρειάζεται απλά λίγη περισσότερη δημιουργικότητα στο θέμα των μηχανισμών; Τέλος, η σκέψη είναι ότι το θέμα της εξαίρεσης του δικαστή δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, πλέον, μόνον ως θέμα «δικαστικής πρακτικής», στον βαθμό που αφορά τους συμμετέχοντες στη δίκη, το δίκαιο της δίκης, αλλά, ίσως, ως θέμα γενικότερης δικονομίας.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s