Το ψυχολογικό κόστος μιας αστικής δικαστικής διασικασίας για τον διάδικο

Η αύξηση του οικονομικού κόστους μια αστικής δικαστικής διαδικασίας κυριαρχεί στις διεθνείς ατζέντες συζητήσεων για το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη τα τελευταία χρόνια. Η απαρχή είχε γίνει, σε επίπεδο εμπειρικής έρευνας, στην Αμερική, κάπου τη δεκαετία του 80’ (Trubek, Sarat, Felstiner, Kritzer & Grossman, 1983). Αυτό που αισθητά απουσίαζε από τις αναφορές των προηγούμενων ετών και τείνει να κυριαρχεί στις ατζέντες συζητήσεων ίδιας θεματολογίας στη σημερινή εποχή είναι το ψυχολογικό κόστος μιας δικαστικής διαδικασίας.

Υπάρχει, λοιπόν, η θεώρηση ότι το κόστος μιας δικαστικής διαδικασίας, αυτό που μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς το να διεκδικήσει, κανείς, τα δικαιώματά του, δεν είναι μόνον οικονομικό, αλλά ευρύτερα κοινωνικό (και οικονομικό) και ψυχολογικό (McFarlane, 2013; Semple, 2016; Keet, Heavin & Sparrow, 2017). Είναι, επίσης, γνωστό ότι το δικαστηριακό περιβάλλον μπορεί να δημιουργήσει χρόνιο άγχος στους συμμετέχοντες στη δίκη (Portnoy, 2011; Norton, Johnson & Woods, 2015; Morgillo, 2015; Hagan & Kay, 2007). Ο λόγος, όμως, δεν είναι μόνον για τους δικηγόρους ή τους δικαστές, παρόλο που δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι καλά γνωστή η έκταση στην οποία η δικαστική διαδικασία επηρεάζει ψυχολογικά τους ίδιους τους διάδικους κι όλοι οι παράγοντες που συμβάλλουν αρνητικά ή θετικά σ’ αυτό (Diesen & Koch, 2016; Gramatikov, 2009; O’Connell, 2005; Daicof & Wexler, 2003).

Το ενδιαφέρον για το ζήτημα του ψυχολογικού επηρεασμού των διαδίκων από τη δικαστική διαδικασία κι η παραδοχή ότι αυτός γενικά υπάρχει, οδηγούν αναγκαστικά και στο πεδίο της επαγγελματικής ηθικής και δεοντολογίας. Οι δικηγόροι δεν δεσμεύονται μόνον από κάποιαν αρχή να μην επιφέρουν βλάβη («do not harm»), αλλά κι από κάποια πιο απαιτητική (ως θετικά διατυπωμένη) αρχή: την πρόκληση θετικής αλλαγής («to do better»), με την έννοια του να πράττουν ό,τι είναι δυνατόν για να βελτιώνουν την κατάσταση του πελάτη τους. Μέσα σε αυτό το ευρύτατο πλαίσιο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης, μεταξύ άλλων, για το ψυχολογικό κόστος μιας δικαστικής διαδικασίας και εισήγησης κάποιων μέτρων για τον περιορισμό του κινδύνου. Η προσέγγιση μιας τέτοιας συμπεριφοράς ως υποχρέωσης συστήνεται, πλέον, κι ως εργαλείο καινοτομίας στη δικαστηριακή πρακτική[1] (βλ. και Sorensen, 2017).

Κινούμενοι στις ράγες μιας τέτοιας πρακτικής, μια σημαντική αφετηρία είναι η κατανόηση του γεγονότος ότι η αντίδραση των διαδίκων στη δικαστική διαδικασία είναι ξεχωριστή από την αντίδρασή τους στο αποτέλεσμα της διαδικασίας. Δηλαδή, ακόμα κι αν μια διαδικασία έχει ή θα έχει θετικό, γι’ αυτούς, αποτέλεσμα, μπορεί να τη βιώσουν με τέτοιο αρνητικό τρόπο, ώστε να μην έχει κι οποιαδήποτε σημασία γι’ αυτούς το θετικό της αποτέλεσμα ή που θα εκλαμβάνουν και το αποτέλεσμα αρνητικά. Απεναντίας, μια καλή διαδικασία, μπορεί να παράγει από μόνη της δίκαιο, δηλαδή να έχει αυτοτελείς θεραπευτικές διαστάσεις, τέτοιες που μπορεί να καθίστανται σημαντικότερες από το αποτέλεσμα, να έχει επικρατήσει η θετικότητα της διαδικασίας ακόμα κι αν το αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι αρνητικό για τον διάδικο (ή και «νομικά» – με την τεχνική ή επιστημονική έννοια – λανθασμένο) ή ακόμα κι αν στο τέλος της διαδικασίας δεν λάβει αυτό το οποίο αρχικά επιδίωξε ή επιθυμούσε, που, στις αστικές δίκες, είναι, συνήθως, χρήματα ή, σε λιγότερη έκταση, εξαναγκαστικές συμπεριφορές (Lind, MacCoun, Ebener, Felstiner, 1990; Fulcher, 2004; Elston, Bracey & Koch, 2006; Binder, Trimble & McNiel, 1991; Hickling, Blanchard & Hickling, 2006; Zapzalka, 2007). Η αφετηρία αυτή δικαιολογεί και το αυξημένο ενδιαφέρον της θεραπευτικής δικαιοσύνης (TJ) για τη διαδικαστική δικαιοσύνη ή άλλως πώς το δίκαιο της δίκης ή την «καλή» δικονομία. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ίδιες πηγές, μπορούν να χρησιμοποιούνται για να προωθούνται οι εξωδικαστικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών έναντι της δικαστικής επίλυσης, και να τεκμηριώνονται τα ευεργετήματά τους έναντι στις εγγενείς διαδικαστικές δυσκολίες των δικαστικών διαδικασιών. Στη TJ, το ζητούμενο είναι να βελτιωθούν οι ίδιες οι δικαστικές διαδικασίες, ώστε να μπορούν να λειτουργούν θεραπευτικά (Seamone, 2009; Winick, 2000). Όχι τόσο γιατί δεν είναι αποδεκτή η ιδιωτικότητα ή εξωθεσμικότητα των διαδικασιών επίλυσης με τη σκέψη ότι μπορεί να έχει κι εκείνη τη δική της βαρύνουσα αρνητική σημασία στην εμπιστοσύνη των πολιτών έναντι στον θεσμό της δικαιοσύνης και ευρύτερα στο δίκαιο, αλλά με τη σκέψη ότι δεν πρέπει να υπάρχει επανάπαυση σε κάτι που λειτουργεί μόνο εναλλακτικά ή βοηθητικά.

Μιλάμε γενικότροπα για ψυχολογικό κόστος, μα είναι προφανής η ανάγκη για ακριβή ορολογία της ψυχολογικής βλάβης που είναι δυνατόν να υποστεί κάποιος από τη δικαστική διαδικασία και εξαιτίας της· βλάβης, που, ενώ είναι ευρέως γνωστή, είναι ένα κάπως αόρατο ή αδιάφορο ζήτημα για τους συμμετέχοντες στη δίκη, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ίσως λόγω της αντιπαράθεσης που υπάρχει ούτως ή άλλως σε μια δικαστική διαδικασία. Χρησιμοποιήθηκαν, κατά καιρούς, διάφοροι γενικοί ορισμοί για να περιγράψουν αυτή τη ψυχολογική βλάβη. «Κρυπτογενής» βλάβη (Gutheil, Bursztajn, Brodsky & Strasburger, 2000), η οποία ενυπάρχει εγγενώς στη δικαστική διαδικασία και συμβαίνει ύπουλα, ακόμα κι αν η δικαστική διαδικασία βαίνει (νομικά) καλώς, ή «Litigation-Response Syndrome» (σύνδρομο απάντησης στη δικαστική διαδικασία) (Less-Haley, 1989), που συντίθεται από παράπονα που προκύπτουν από αυτή καθ’ αυτή την ύπαρξη της διαδικασίας και την προσωπική εμπλοκή σε αυτήν, παρά από τα ίδια τα γεγονότα που οδήγησαν στη δικαστική διαφορά, ή απλά δικανικό άγχος (forensic stress) που θα μπορούσε να θεωρηθεί και διακριτή, διαγνωστικά, κατηγορία άγχους (Cohen & Vesper, 2001).

Ειδικότερα, οι ψυχολόγοι θεωρούν ότι στην κατάσταση δικανικού άγχους, γενικά, μπαίνει, κανείς, οικειοθελώς, ως ένα βαθμό, ενώ η επίδρασή του είναι προσωρινή, σε σχέση με άλλες αγχωτικές καταστάσεις. Μπορεί να αρχίσει από τη στιγμή λήψης ειδοποίησης ότι καταχωρίστηκε αγωγή και να διαρκέσει μέχρι τη λήξη της δικαστικής διαδικασίας. Ωστόσο, δεν αφορά μόνον τους εναγόμενους. Έπειτα, υπάρχουν ειδικές στιγμές στη δικαστική διαδικασία που εντείνουν το άγχος (“psychological soft spots”), ειδικότερα κατά την ίδια την ακροαματική διαδικασία και την αντιπαράθεση. Σε κάθε περίπτωση, στο δικανικό άγχος επιδρούν κι άλλοι παράγοντες, όπως, για παράδειγμα, η προσωπικότητα των διαδίκων ή οι προσωπικές περιστάσεις (Weissman, 1990; Feinstein, 2001), όπου υπάρχουν πιο ευάλωτες ομάδες (π.χ. άτομα με προϋφιστάμενες ψυχολογικές παθήσεις ή που έχουν υποστεί ήδη μετατραυματικό σοκ), όπως και το είδος της υπόθεσης που μπορεί να ενέχει περισσότερο σωματικό πόνο, οπότε, παρόλο που η σχέση της ψυχολογικής κατάστασης με τη σωματική είναι από μόνη της πολύπλοκη, οι έρευνες έδειξαν ότι η δικαστική διαδικασία μπορεί να επιδρά αρνητικά επί των ίδιων των σωματικών συμπτωμάτων και να τα δυσχεραίνει (π.χ. προβλήματα μέσης, σπονδυλικής στήλης, κ.λπ.) (Jacobs, 2003; Blake & Garrett, 1997; Pearce, 2000; Prasarn, Horodyski, Behrend, Wright & Rechtine, 2012).

Οι υποθέσεις διεκδίκησης αποζημιώσεων που σχετίζονται με τη σεξουαλική κακοποίηση, όπου επιλέγεται κι αυτή οδός, συνιστούν ιδιαίτερη κατηγορία, που έχει, επίσης, ερευνηθεί, με αναφορά, στα θύματα που μπορούν να επωφεληθούν από την αστική διαδικασία, αλλά και σε αυτά που αρχίζουν μια δικαστική διαδικασία με ήδη μειωμένη την αίσθηση της ασφάλειας, της αυτονομίας και της αυτοπεποίθηση (West, 1992; Feldthusen, Hankivsky & Greaves, 2000; Lawson, 2007; Fitzgerald, 2003), ενώ δεν έλειψαν κι οι περιγραφές συγκεκριμένων φυσικών συμπτωμάτων που βιώνουν τα θύματα – ενάγοντες, λόγω του δικανικού άγχους (π.χ. διατροφικές διαταραχές, προβλήματα ύπνου, κ.λπ.) (Wright & Fitzgerald, 2007). Πιο συχνές ή οικείες, όμως, μάλλον, είναι οι υποθέσεις επαγγελματικής αμέλειας, όπου υπάρχουν, επίσης, ευρήματα, σχετικά με την επίδραση της δικαστικής διαδικασίας (ή ακόμα και του κινδύνου έναρξης μιας δικαστικής διαδικασίας) και της διάρκειάς της στη ψυχολογία, τον αντίκτυπό της στον τρόπο εργασίας και την επαγγελματική φήμη, αλλά και στην αντίληψη του δικαίου (Carrier, Reschovski, Mello, Mayrell & Katz, 2010; Seabury, Chandra, Lakdawalla & Jena, 2013; Leblang, 2006; Mehlman, 2006).

Σε κάθε περίπτωση, το δικανικό άγχος περιγράφεται ως κατάσταση που μάλλον δεν γίνεται αντιληπτή κι από τους ίδιους τους διαδίκους που τη βιώνουν. Η δυσκολία που διακρίνεται στην εμπειρική έρευνα είναι στον διαχωρισμό της ψυχολογικής κατάστασης που οφείλεται στη διαδικασία από εκείνην που οφείλεται στην αιτία που συνυφαίνεται με τη δικαστική διαδικασία ή άλλη αιτία (Strasburger, 1999) και της αλληλεπίδρασής τους. Υπάρχει, όμως, περιορισμός από την ίδια την προσήλωση της έρευνας σε συγκεκριμένου είδους απαιτήσεις, όπως, για παράδειγμα, τις απαιτήσεις εναντίον εργοδότη και τις απαιτήσεις βάσει οδικής αμέλειας. Διαχρονικά, η διαπίστωση ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της έναρξης και συνέχισης μιας δικαστικής διαδικασίας και του άγχους, του τραύματος, και των συμπτωματικών παραπόνων, ανοίγει κι ένα παράλληλο κεφάλαιο, της δικανικής προσποίησης (malingering).

Το δικανικό άγχος και τα συναφή, με αυτό, αρνητικά συναισθήματα, επηρεάζουν και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, σχετικά με την έναρξη, τη συνέχιση και την περάτωση μιας δικαστικής διαδικασίας. Μπορούν να προκαλέσουν παρορμητικές αντιδράσεις, που να βλέπουν μόνο το άμεσο αποτέλεσμα, παρά μακροπρόθεσμα (Robbennolt & Sternlight, 2012). Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που ένας πελάτης μπορεί να επιλέγει να προωθήσει μια δικαστική διαδικασία παρά να διευθετήσει (π.χ. αισθήματα θυμού ή τιμής) ακόμα κι αν το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας δεν έχει κάποια σημαντική αξία (Huang & Wu, 1992; Guthrie, 1999). Παράλληλοι στόχοι ή τάσεις μπορούν να μπερδεύουν αρκετά τη διαδικασία λήψης απόφασης (π.χ. διασφάλιση του αποτελέσματος, αλλά, παράλληλα, και της αυτοεικόνας) (Larrick, 1993). Πολλές φορές υπάρχει αντίδραση λόγω πνευματικής εξάντλησης ή αντίδραση τύπου «fight-or-flight», πέρα από τους εξωτερικούς παράγοντες οι οποίοι μπορούν να θέτουν τα δικά τους περιγράμματα αντιδράσεων (Rock, 2017; Danziger & Avnaim-Pesso, 2011; Kahneman, 2011). Αναπόφευκτα, κάποια πράγματα, στη δικαστική διαδικασία, αφήνονται, από τους διάδικους, στον «αυτόματο πιλότο», ή δηλώνουν με έναν σωρό άλλους τρόπους την προφανή αδυναμία του διάδικου να αποφασίσει για την υπόθεσή του τη δεδομένη χρονική στιγμή. Κάπως έτσι, μπορεί να προκαλείται και μεγάλη χρονική διάρκεια στις δικαστικές διαδικασίες, με δεδομένο ότι κι ο δικηγόρος δεν μπορεί να βοηθήσει την κατάσταση ή να λειτουργήσει πατερναλιστικά ή να πιέσει περισσότερο από όσο πρέπει, κι επειδή ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης μπορεί (και καλά κάνει, ως ένα βαθμό) να ανέχεται την πάροδο του χρόνου (Wistrich & Rachlinski, 2013; Gilovich, Griffin & Kahneman, 2002; Kiser, Asher & McShane, 2008; Kiser, 2010; Murdock & Sullivan, 2013).

Οι παλιοί δικηγόροι, χωρίς να τεκμηριώνουν επιστημονικά, μα από μόνη την εμπειρία τους στο επάγγελμα, λένε «η υπόθεση δεν έχει ψηθεί ακόμα» για να δικαστεί, κι αυτή η φράση εμπερικλείει πολλά, που μπορούν πάντως να τεκμηριωθούν και επιστημονικά (βλ. και Miceli, 1999). Αυτό που «δεν έχε ψηθεί» στη διάρκεια τόσων ετών, δεν είναι η υπόθεση, αλλά μπορεί να είναι, σε κάποιες περιπτώσεις, η ψυχολογία των διαδίκων της υπόθεσης, για έναν σωρό λόγους, που, πολλές φορές, δεν έχουν να κάνουν με το σωστό και το λάθος. Κάποιες άλλες φορές βέβαια έχουν να κάνουν και με αυτό: η υπόθεση μπαίνει, από την αρχή, σε λάθος φωτιά. Η καθυστέρηση, όμως, μπορεί να μην έχει και πάντα θετικά αποτελέσματα, ειδικά εάν δημιουργείται οικονομικό κόστος και ευρύτερη κοινωνική επιβάρυνση με την απασχόληση των δικαστηρίων ή εάν δυσκολεύει ουσιαστικά έναν συμβιβασμό που θα ήταν πιο πιθανός σε αρχικά στάδια. Μπορεί να είναι η ίδια ένας στρεσογόνος παράγων, ειδικά όταν εισέρχεται, κανείς, στη δικαστική διαδικασία με την προσδοκία ότι θα επιλύσει άμεσα το πρόβλημά τους ή όταν η καθυστέρηση συνδέεται με την απώλεια ελέγχου ως προς τι συμβαίνει στη διαδικασία αυτή και πώς το ίδιο το άτομο μπορεί να το καθορίσει (Winick, 2000). Κάποιοι επηρεάζονται περισσότερο συναισθηματικά από αυτό τον κύκλο, να ανεβαίνει η ελπίδα σε κάθε δικάσιμο και να εξανεμίζεται σε κάθε αναβολή (Shuman, 2000). Στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας η καθυστέρηση επενεργεί σχεδόν πάντα αρνητικά, για όλα τα μέρη, ενώ σύμφωνα με ευρήματα, η έγκαιρη και ειλικρινής απολογία του ιατρού μπορεί να αποτρέψει τον ασθενή από το να προσφύγει στη δικαιοσύνη (Seabury, Chandra, Lakdawalla & Jena, 2013).

Πάντως, η τάση να διευθετούνται οι περισσότερες υποθέσεις, και δη κατά τη στιγμή της ακρόασης, αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα χρονικά περιθώρια που μπορεί να προκύψουν μέσα από τη διαδικασία, δεν είναι μόνον εγχώρια, κι η κοινοτυπία της σε διαφόρων ειδών συστήματα απονομής δικαιοσύνης είναι που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον (Shapiro, 1999; Ingram, 2000; Sander, 2004; Friedman, 1969; Schrag, 1999; Woolf, 1997). Που υποδηλώνει, ενδεχομένως, κάτι πολύ σημαντικό για τον τρόπο λειτουργίας της δικαιοσύνης στη σύγχρονη εποχή, που ενθαρρύνει, ίσως, τον διάλογο για κάποια εξέλιξη και καινοτομία· τουλάχιστον, ορισμένα απλά πράγματα (π.χ. ανάγκη για χρόνο ή για προγραμματισμό και συντονισμένες ενέργειες εύρεσης πόρων) να επιλύνονται με εξίσου απλούς τρόπους, με καθαρές επιλογές από την αρχή, που να ανταποκρίνονται ακριβώς στο πρόβλημα, παρά να πλάθουν άλλα προβλήματα, με τη χρήση του δικαστικού χρόνου. Αυτό το πολύ σημαντικό θέμα, όμως, ο συμβιβασμός μιας δικαστικής διαδικασίας (έννοια, διαδικασία, τρόποι, ψυχολογία, κ.λπ.), θα πρέπει να συζητηθεί μόνο του κάποια στιγμή, λόγω της πολύ μεγάλης έκτασής του, σε επιστημονικό αλλά και πρακτικό επίπεδο.

Μιλώντας, εν προκειμένω, για το  ψυχολογικό κόστος μιας δικαστικής διαδικασίας, αυτό που συζητείται, επίσης, είναι το γεγονός ότι αρκετοί διάδικοι βρίσκουν, μέσα από τη θέση και τον ρόλο του διαδίκου, την ικανοποίηση να εκφραστούν για την εμπειρία τους που συνιστά τα επίδικα γεγονότα, γιατί δεν έχουν την ίδια δυνατότητα ή ευκαιρία στο περιβάλλον τους. Η έλλειψη καλής επικοινωνίας στο περιβάλλον ενός ατόμου μπορεί να είναι και λόγος που το άτομο αυτό επηρεάζεται περισσότερο από τη δικαστική διαδικασία που βιώνει ουσιαστικά μόνο. Ο Strasburger (1999) κάνει λόγο για το ναυάγιο του κοινωνικού του κόσμου που μπορεί να υποστεί ένας διάδικος, ο οποίος εκλαμβάνει και αντιμετωπίζει τη δικαστική διαδικασία στην οποία υπόκειται ως ένα αντικοινωνικό, εξευτελιστικό συμβάν. Αλλού γίνεται λόγος για εκείνο το είδος διαδίκου για τον οποίο η εκκρεμοδικία έχει τέτοια επίδραση ώστε να την αισθάνεται τροχοπέδη στην εξέλιξη της ζωής του, κι εφόσον δεν ξέρει την έκβαση της δίκης, να μην μπορεί να προγραμματίσει τα επόμενα του βήματα, οι σχέσεις του είτε με τους αντίδικους είτε με άλλα άτομα να γίνονται πλέον τεταμένες και να δημιουργείται ψυχική κόπωση. Είναι γνωστό ότι μια δικαστική διαδικασία μπορεί να εξαναγκάζει την επανάληψη της ανάκλησης και αφήγησης ενός τραυματικού γεγονότος, πολλές φορές, αρκετές από τις οποίες με έκθεση σε ένα κακό δικαστηριακό στυλ, μα και με εγγενή, στη δικαστική διαδικασία, την αμφισβήτηση ή την πίεση, που, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι υπέρμετρες ή αχρείαστα εκτεταμένες. Η χρήση όρκου, σε ορισμένες περιπτώσεις, η οποία μπορεί να φαίνεται μια ξένη ή ακατανόητη διαδικασία, μπορεί να εντείνει το άγχος (Stolle & Stuaan, 2003), όπως και το γεγονός ότι το να μιλήσει ο ίδιος ο διάδικος, δεν είναι πάντοτε ή οποτεδήποτε εφικτό. Έπειτα, η ανάγκη της επανάληψης τραυματικών γεγονότων μέσα στο δικαστηριακό περιβάλλον, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το δικανικό άγχος επηρεάζει και τη μνήμη, δημιουργούν ανησυχία ότι και η ουσία της υπόθεσης δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί με το πέρασμα του χρόνου. Το αυξημένο δικανικό άγχος του διαδίκου, αναπόφευκτα, επιδρά στη σχέση εμπιστοσύνης δικηγόρου – πελάτη. Ο αγχωμένος πελάτης μπορεί να ακολουθήσει άλλη οδό σκέψης εάν δεν επιστραφεί ένα τηλεφώνημα ή να αντιμετωπίσει με υπερβολή ένα συνηθισμένο (π.χ. τυπογραφικό) λάθος (Cohen & Vesper, 2001). Το δικανικό άγχος επιδρά στη σχέση δικηγόρου – πελάτη και με διάφορους άλλους τρόπους. Σπανίως ένας πελάτης φεύγει από την αίθουσα του δικαστηρίου μετά από ακρόαση και αισθάνεται ικανοποιημένος με την απόδοση του δικηγόρου του. Η σύνθετη γλώσσα της διαδικασίας δεν είναι άσχετος παράγοντας και μπορεί να δημιουργεί την (αντιφατική) αίσθηση ότι η δικαιοσύνη είναι ένας κόσμος αποσυνδεδεμένος από τον πραγματικό κόσμο (Marshall, Picou & Schlichtmann, 2004). Ούτε το βάρος απόδειξης είναι άσχετος παράγων, ειδικά αυτό που φέρει ο ενάγων που πρέπει να αποδείξει βλάβη και δη ψυχολογική (Herman, 2003).

Στις υποθέσεις επαγγελματικής αμέλειας, η ένταση μπορεί να ξεφύγει από το ατομικό επίπεδο και να αφορά σε μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής κοινότητας, η οποία, εμμέσως, επηρεάζεται από κάποια δικαστική κρίση για το αποδεκτό επίπεδο επιμέλειας ή με άλλους τρόπους (π.χ. αμυντική πρακτική) (Furedi & Bristow, 2012; O’Dowd, 2015; Minkoff, 2012; Shwayder, 2007). Εκτός ατομικού επιπέδου επιδράσεις έχουν κι άλλες υποθέσεις, η έκβαση των οποίων έχει κοινωνικές συνέπειες. Συχνό παράδειγμα η 26ετής δικαστική διαδικασία για την πετρελαιοκηλίδα Exxon Valdez που είχε επηρεάζει τη ζωή των κατοίκων της περιοχής Prince William Sound και είχε χαρακτηριστεί ως μια δευτερογενής καταστροφή (συνεχιζόμενη οικολογική μόλυνση και απώλεια των αλιευτικών πόρων για τόσα χρόνια), με λειτουργία ανεξάρτητη από αυτήν του προβλήματος στο οποίο αρχικά αφορούσε (Picou, 2010). Ήταν, όντως, περίπτωση όπου η λύση ήταν η ίδια το πρόβλημα, όχι απλά πρόβλημα. Κι αυτή η ίδια λύση μπορεί να είναι, επίσης, πρόβλημα σε διαφορές τεχνολογικής φύσης. Ας πούμε, λοιπόν, να το μεγάλο πρόβλημα του μέλλοντος, μια παλαιομοδίτικη δικαστική διαδικασία, ικανή να επιφέρει αυτό που ο Picou (2010) χαρακτήρισε ως κοινωνική διάβρωση.

Ενώ το δικανικό άγχος μπορεί να εκτεθεί ακόμα πιο λεπτομερώς, με σωρεία παραδειγμάτων και ευρημάτων, ένα κάπως πιο σύνθετο ερώτημα είναι το τι μπορεί να κάνει ο δικηγόρος για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Το να διατηρεί ο πελάτης βαθμό ή αίσθηση ελέγχου της διαδικασίας, να καταλαβαίνει τι γίνεται και να αισθάνεται ότι έχει συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, μπορεί να είναι πολύ βοηθητικό (Diesen & Koch, 2016). Αποτρέπει τη δημιουργία μη ρεαλιστικών προσδοκιών. Η διαδικασία μεταφοράς γνώσεων στον πελάτη μπορεί να θεωρηθεί ως μια εκπαιδευτικού τύπου διαδικασία, από την οποία επωφελείται ο πελάτης, με αφορμή την εμπειρία του, με τον ίδιο τρόπο που επωφελείται ένας ασθενής και αποκομίζει ιατρική γνώση για το πρόβλημά του και εξαιτίας του προβλήματός του (Heavin & Keet, 2016, 2017, 2018). Ο σαφής, καθαρός, σταθερός και απλός τρόπος επεξήγησης, σε κεφάλαια, ή και με τη χρήση σχεδιαγραμμάτων ή άλλων οπτικών βοηθημάτων μπορεί να βοηθήσει στην επικοινωνία. Νοείται ότι, ιδιαίτερη προσπάθεια απαιτείται για πελάτες οι οποίοι μπορεί να έχουν κάποιες δυσκολίες. Η πελατοκεντρική προσέγγιση δεν είναι απλό ζήτημα, ούτε εύκολο είναι να καταφέρνει να είναι, ο δικηγόρος, ένας ενεργός ακροατής. Η συζήτηση των χαρακτηριστικών μιας δικαστικής διαδικασίας και των πιθανών εναλλακτικών λύσεων είναι κάτι που πρέπει να γίνεται πριν να εγερθεί η αγωγή και να δίνεται χρόνος για να σκεφτεί ο πελάτης, αργά και με το δικό του σύστημα.

Υπάρχει, βέβαια, και ένα στάδιο όπου μπορεί να προκύψει κόπωση από τη λήψη αποφάσεων (decision fatigue) (Rock, 2017) κι αυτό το στάδιο θα πρέπει να είναι σε θέση να το διακρίνει ο δικηγόρος. Όταν ο πελάτης υπεισέλθει σε ένα τέτοιο στάδιο, κατά πάσα πιθανότητα, θα προτιμήσει τη διατήρηση του status quo ή θα αισθανθεί την ανάγκη να παραιτηθεί. Σε εκείνο το στάδιο, ο δικηγόρος θα πρέπει να επιτρέψει στον πελάτη του να ηρεμήσει και να τον αποτρέψει από το να λάβει κάποια απόφαση εκείνη τη στιγμή. Οι τροφές που έχουν αυξημένες πρωτεΐνες και χαμηλή ζάχαρη βοηθούν στην αργή και συνεχή απελευθέρωση της ενέργειας και θα πρέπει να προτιμώνται πριν από κάποια διαδικασία δίκης ή εναλλακτικής επίλυσης. Υπάρχουν, βέβαια, κι άλλων ειδών συστάσεις. Για παράδειγμα, ο Fulcher (2004) προτείνει και τη διενέργεια της αρχικής συνέντευξης από ειδικό ή τη βιντεογράφησή της μία φορά (ως λήψη κατάθεσης), ώστε να αποτραπεί η ανάγκη επανάληψης της από τον πελάτη, κι αν ο δικηγόρος επιλέξει να διεξάγει ο ίδιος τη συνέντευξη να προτιμήσει, σε πρώτη φάση, δομημένο ερωτηματολόγιο και στη συνέχεια να φτιάξει ένα χρονολογικό πίνακα των γεγονότων. Ο Winick (2010) προτείνει τη χρησιμοποίηση ρόλων κατά τη διαδικασία προετοιμασίας της παρουσίασης της μαρτυρίας του πελάτη, παράλληλα με την επεξήγηση των σταδίων της διαδικασίας (περιλαμβανομένου του όρκου). Είναι συχνή η τάση των δικηγόρων, να λαμβάνουν την εκδοχή του πελάτη, αλλά να μην εμπλέκονται σε ανταλλαγή απόψεων (γιατί μπορεί να νιώθουν και οι ίδιοι ότι θα πρέπει να διαβάσουν πρώτα), με αποτέλεσμα ο πελάτης να φεύγει από μια συνάντηση με απορία ή σύγχυση ή αμηχανία. Οι Stolle και Stuaan (2003) προτείνουν έστω την ανταπόκριση του δικηγόρου (που ευλόγως πρέπει να μελετήσει πριν εκφέρει νομική άποψη) με επιβεβαιωτικές, των γεγονότων, ερωτήσεις, για να υπάρξει διάλογος, επικοινωνία, επαφή. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να διαφεύγει από το πλάνο η πολύ βασική προϋπόθεση της φροντίδας του ίδιου του δικηγόρου και της δικής του ψυχολογίας από το τραύμα ή την κατάσταση του πελάτη του και από την όποια ψυχική πίεση μπορεί να προκύπτει από την ανάγκη του να βοηθήσει ή να είναι αποδοτικός ή αποτελεσματικός με έναν «πιεστικό» πελάτη (Seto, 2012; Leering, 2014). Η εξάσκηση στην αντανακλαστική πρακτική και η ενημέρωση για τους τρόπους αυτοπροστασίας είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο, πλέον, της δικηγορικής κατάρτισης. Κι αυτό, όμως, χρήζει ξεχωριστής αναφοράς, σε κείμενο που υπάρχει λίγο περισσότερος χώρος για δικηγόρους.

———————

Blake, C. & Garrett, M. (1997). Impact of litigation on quality of life outcomes in patients with chronic low back pain. Irish Journal of Medical Science, 166, 124 – 126.

Binder, R. L., Trimble, M. R. & McNiel, D. E. (1991). Is money a cure? Follow-up litigants in England. Bulletin of the American Academy of Psychiatry and the Law, 19, 151 – 160.

Carrier, E. R., Reschovski, J. D., Mello, M. M., Mayrell, R. C. & Katz, D. (2010). Physicians’ fears of malpractice lawsuits are not assuaged by tort reforms. Health Affairs, 29, 1585 – 1592.

Cohen, L. J. & Vesper, J. H. (2001). Forensic stress disorder. Law & Psychology Review, 25, 1 – 27.

Daicof, S. & Wexler, D. (2003). Therapeutic Jurisprudence. Στο A. M Goldstein (Εκδ.), Handbook of Psychology, Forensic Psychology, Έκδοση 11 (Κεφάλαιο 28, σελ. 561 – 580). New Jersey: Wiley.

Danziger, S. & Avnaim-Pesso, L. (2011). Extraneous factors in judicial decisions. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 108, 6889 – 6892.

Diesen, C. & Koch, H. (2016). Contemporary 21st century therapeutic jurisprudence in civil cases: Building bridges between law and psychology. Ethics, Medicine and Public Health, 2(1), 13 – 19.

Elston, P., Bracey, R. & Koch, H. (2006). Litigation stress. The Solicitors Journal, 150(34), 1146.

Feldthusen, Β., Hankivsky, Ο. & Greaves, L. (2002). Therapeutic consequences of civil actions for damages and compensation claims by victims of sexual abuse. Canadian Journal of Women and the Law, 12, 65 – 116.

Feinstein, A. (2001). The effects of litigation on symptom expression: a prospective study following mild traumatic brain injury. Medicine, Science & the Law, 41, 116 – 121.

Furedi, F. & Bristow, J. (2012). The Social Cost of Litigation. Chichester: Centre for Policy Studies.

Fitzgerald, L. F. (2003). Sexual harassment and social justice: Reflections on the distance yet to go. American Psychologist, 48, 915 – 924.

Friedman, A. E. (1969). Note, an analysis of settlement. Stanford Law Review, 22, 67.

Fulcher, G. (2004). Litigation-induced trauma sensitisation (LITS) – A potential negative outcome of the process of litigation. Psychiatry, Psychology & Law, 11, 79 – 86.

Gilovich, T., Griffin, D. & Kahneman, D. (2002) (Εκδ.). Heuristics and Biases: The Psychology of Intuitive Judgment. Cambridge, UK: Cambridge University Press.

Gramatikov, M. (2009). A framework for measuring the costs of paths to justice. Journal Jurisprudence, 2, 111 – 147.

Gutheil,T. G., Bursztajn, H., Brodsky, A. & Strasburger, L. H. (2000). Preventing ‘criptogenic’ harms: minimizing emotional injury from civil litigation. The Journal of Psychiatry and Law, 28(1), 5 – 18.

Guthrie, C. (1999). Better settle than sorry: The regret aversion theory of litigation behaviour. University of Illinois Law Review, 1999(1), 43 – 90.

Hagan, J. & Kay, F. (2007). Even lawyers get the blues: Gender, depression, and job satisfaction in legal practice. Law & Society Review, 41, 51 – 78.

Heavin, H. & Keet, M. (2016). The Path of Lawyers: enhancing predictive ability through risk assessment methods. Paper delivered at the Annual Conference of the Canadian Institute for Administrative Justive, Ottawa, 5-7 October 2016.

Heavin, H. & Keet, M. (2017). Litigation risk analysis: using rigorous projections to encourage and inform settlement. Journal of Arbitration and Mediation.

Heavin, H. & Keet, M. (2018). Reforming fee regimes and the cost of civil justice. in T. Farrow & L. Jacobs (Εκδ.). The Cost and Value of Justice. Vancouver: University of British Columbia Press.

Herman, J. L. (2003). The mental health of crime victims: impact of legal intervention. Journal of Traumatic Stress, 16, 159 – 166.

Hickling, E. J., Blanchard, E. B. & Hickling, M. T. (2006). The psychological impact of litigation: Compensation neurosis, malingering, PTSD, secondary traumatization, and other lessons from MVAS. DePaul Law Review, 55, 617 – 634.

Huang, P. H. & Wu, HM. (1992). Emotional responses in litigation. International Review of Law and Economics, 12, 31 – 44.

Jacobs, M. S. (2003). Psychological factors influencing chronic pain and the impact of litigation. Current Physical Medicine and Rehabilitation Reports, 1, 135 – 141.

Ingram, J. D. (2000). Why aren’t more cases settled? South Dakota Law Review, 45, 94.

Kahneman, D. (2011). Thinking fast and slow. Canada: Doubleday Canada.

Keet, M., Heavin, H. D. & Sparrow, S. (2017), Anticipating and managing the psychological cost of civil litigation. Windsor Yearbook of Access to Justice, 34, 73 – 98.

Kiser, R. L., Asher, M. A. & McShane, B. B. (2008). Let’s not make a deal: An empirical study of decision making in unsuccessful settlement negotiations. Journal of Empirical Legal Studies, 5(3), 551 – 591.

Kiser, R. K. (2010). Beyond right and wrong: The power of effective decision making for attorneys and clients. Berlin: Springer.

Larrick, R. P. (1993). Motivational factors in decision theories: The role of self-protection. Psychological Bulletin, 113, 440 – 450.

Lawson, A. K. (2007). Having your day in court: The psychological impact of sexual harassment litigation (PhD Dissertation, University of Illinois at Urbana-Champaign).

Leblang, T. R. (2006). The medical malpractice crisis – is there a solution? The Journal of Legal Medicine, 27(1), 1 – 16.

Less-Haley, P. R. (1989). Litigation-response syndrome: How stress confuses the issues. Journal of Forensic Psychology, 6(1), 3 – 12.

Lind, A. E., MacCoun, R. J., Ebener, P. A. & Felstiner, W. L. (1990). In the eye of the beholder: Tort litigants’ evaluations of their experiences in the civil justice system. Law & Society Review, 24, 953 – 996.

Marshall, Β. Κ., Picou, S. J. & Schlichtmann, J. R. (2004). Technological disasters, litigation stress, and the use of alternative dispute resolution mechanisms. Law & Policy, 26, 289 – 307.

McFarlane, J. (2013). The national self-represented litigants project: Identifying and meeting the needs of self-represented litigants. Convocation – Treasurer’s Advisory Group on Access to Justice (TAG) Working Group Report.

Mehlman, M. J. (2006). The shame of medical malpractice. The Journal of Legal Medicine, 27(1), 17 – 32.

Miceli, T. J. (1999). Settlement delay as a sorting device. International Review of Law and Economics, 19, 265 – 274.

Minkoff, H. (2012). Fear of litigation and cesarean section rates. Seminars in Perinatology, 36, 390 –  394.

Morgillo, L. (2015). Do not make their trauma your trauma: Coping with burnout as a family law attorney. Family Court Review, 53, 456 –  473.

Murdock, C, W. & Sullivan, B. (2013). What Kahneman means for lawyers: Some reflections on thinking fast and slow. Loyola University Chicago Law Journal, 44, 1377 – 1399.

Norton, L., Johnson, J. & Woods, G. W. (2015). Burnout and compassion fatigue: What lawyers need to know. UMKC Law Review, 84, 987 – 1002.

O’Connell, J. (2005). Gambling with the psyche: Does prosecuting human rights violators console their victims? Harvard International Law Journal, 46, 295 – 345.

O’Dowd, A. (2015). Doctors increasingly practice ‘defensive medicine’ for fear of litigation. British Medical Journal, 350, 87.

Pearce, JMS. (2000). Aspects of the failed back syndrome: role of litigation. Spinal Cord, 38, 63 – 70.

Picou, S. J. (2010). When the solution becomes the problem: the impacts of adversarial litigation on survivors of the Exxon Valdez oil spill. University of Saint Thomas Law Journal, 7, 68 – 88.

Portnoy, D. (2011). Burnout and compassion fatigue: Watch for signs. Health Progress, 92, 47   – 50.

Prasarn, M. L., Horodyski, M. B., Behrend, C., Wright, J. & Rechtine, G. R. (2012). Negative effects of smoking, workers’ compensation, and litigation on pain/disability scores for spine patients. Surgical Neurology International, 3(Suppl. 5), 366 – 369.

Robbennolt, J. K. & Sternlight, J. R. (2012). Psychology for lawyers: Understanding the human factors in negotiation, litigation, and decision-making. Chicago: American Bar Association.

Rock, N. (2017). Putting your best brain forward: How neuroscience awareness and evolutionary psychology can help lawyers avoid claims and offer better client service. LawPRO Magazine, 16, 5.

Sanders, M. M. (2004). Settlement on the courthouse steps. Bench & Bar of Minnesota, 61, 16.

Schrag, J. L. (1999). Managerial judges: An economic analysis of the judicial management of legal discovery. The RAND Journal of Economics, 30, 305 –  323.

Seabury, S. A., Chandra, A., Lakdawalla, D. N. & Jena, A. B. (2013). On average, physicians spend nearly 11 percent of their 40-year careers with an open unresolved malpractice claim. Health Affairs, 32, 111 – 119.

Seamone, C. E. R. (2009). The Veterans’ lawyer as counselor: Using therapeutic jurisprudence to enhance client counseling for combat veterans with posttraumatic stress disorder. Military Law Review, 202, 185 – 257.

Semple, N. (2016). The Cost of Seeking Civil Justice in Canada. Canadian Bar Review, 93, 639 – 673.

Seto, M. (2012). Killing Ourselves: depression as an institutional, workplace and professionalism problem. University of Western Ontario Journal of Legal Studies, 2, 5.

Shapiro, E. D. (2009). Settlement counsel: Is it right for your business? Much Shelist Knowledge Centre.

Shuman, D. W. (2000). When time does not heal: understanding the importance of avoiding unnecessary delay in the resolution of tort cases. Psychology, Public Policy and Law, 6, 880 – 897.

Shwayder, J. M. (2007). Liability in high-risk obstetrics. Obstetrics & Gynecology Clinics of North America, 34, 617 – 623.

Sorensen, J. (2017). Civil resolution tribunal set to launch small claims dispute tool. Legal Feeds.

Stolle, D. P. & Stuaan, M. D. (2003). Defending depositions in high-stakes civil and quasi-criminal litigation: an application of therapeutic jurisprudence. West Criminology Review, 4, 134 – 142.

Strasburger, L. H. (1999). The litigant – patient: Mental health consequences of civil litigation. Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law, 27, 203 – 211.

Trubek, D. M., Sarat, A., Felstiner, W. L. F., Kritzer, H. M. & Grossman, J. B. (1983). The costs of ordinary litigation.  UCLA Law Review, 31, 72 – 127.

Weissman, H. N. (1990). Distortions and deceptions in self-presentation: Effects of protracted litigation in personal injury cases. Behavioural Sciences & the Law, 8, 67 – 74.

West, N. (1992). Rape in the criminal law and the victim’s tort alternative: A feminist analysis. University of Toronto Faculty of Law Review, 50, 96.

Winick, B. (2000). Therapeutic jurisprudence and the role of counsel in litigation. California Western Law Review, 37, 105 – 120.

Wistrich, A. J. & Rachlinski, J. J. (2013). How lawyers’ intuitions prolong litigation. Southern California Law Review, 86(3), 101 – 166.

Woolf, H. (1997). Civil Justice in the United Kingdom. The American Journal of Comparative Law, 45, 709.

Wright, C. V. & Fitzgerald, L. F. (2007). Angry and afraid: Women’s appraisals of sexual harassment during litigation. Psychology of Women Quarterly, 31, 73 – 84.

Zapzalka, N. M. (2007). The Psychological impact of civil litigation: A comparison of perceived anxiety levels in civil litigation as viewed by trial and alternative dispute resolution litigants (PhD dissertation, Capella University).

—————

[1] Στη στρογγυλή τράπεζα της καινοτομίας: «Tools of Innovation», Action Committee on Access to Justice in Civil and Family Matters and CIAJ (Vancouver, BC, 22 Μαρτίου 2017), βιωματικά εργαστήρια «Using Design Thinking in the Justice System» και «Using Lean and Continuous Improvement in the Justice System» όπου προτάθηκαν παραδείγματα για το πώς μπορούν, οι δικαστικές διαδικασίες, να αναπτυχθούν σε μια πιο ανθρωποκεντρική βάση και να προσανατολιστούν σε έναν πιο ανθρωποκεντρικό σκοπό.

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.