Η έννοια της «διαφοράς» σε αίτηση για αναστολή δικαστικής διαδικασίας προς όφελος διαιτησίας

Κατά τη σημερινή απόφαση της πλειοψηφίας στη N.A. Chance Ltd v. Electromontaj S.A., Πολιτική Έφεση 229/2012, 20.04.2018, αποφασίστηκε ότι, προσεγγίζοντας μια αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας με βάση το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, το πρώτο που πρέπει να διαπιστωθεί είναι κατά πόσον υπάρχει «διαφορά» κι η ακριβής φύση της.

Το Εφετείο, δεχόμενο την ύπαρξη ουσίας στην έννοια «διαφορά» (που τέτοια τη συνδέει και με την ανάγκη διαιτησίας), επαναδιατύπωσε ότι η ύπαρξη «διαφοράς» προϋποθέτει κάποιον βαθμό επικοινωνίας μεταξύ των μερών. Δεν τεκμαίρεται από μόνη την ύπαρξη έκθεσης απαίτησης του ενός μέρους, απλά επειδή υπάρχει έκθεση απαίτησης, παρόλο που η έκθεση απαίτησης αποτελεί, σαφώς, μέρος του υλικού που θα λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, για να προσδιορίσει το κατά πόσον υπάρχει διαφορά ή όχι.

Πρέπει, δηλαδή, να τεθεί το θέμα στο άλλο μέρος και να συναντήσει την ενεργή αντίρρηση του, έστω και εμμέσως. Η άρνηση από μόνη της, χωρίς να παρέχεται δικαιολογία, δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωτικά ότι ισοδυναμεί με την ύπαρξη διαφοράς γιατί μπορεί να οφείλεται σε κάποιον άλλο λόγο, ο οποίος δεν συνιστά διαφορά. Το Εφετείο παρέπεμψε σχετικά στις αρκετά παλαιότερες Skaliotou v Pelekanos (1976) 1 CLR 251  και Tradax Graanhandel B.V. v. Queensea Marine Company Limited (1986) 1 C.L.R. 559.

Στην προκειμένη περίπτωση, η Έκθεση Απαίτησης περιείχε διαζευκτικούς ισχυρισμούς και δεν γίνονταν αναφορά, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για αναστολή, για την ύπαρξη διαφοράς, δηλαδή σε κάτι που θα μπορούσε να συνιστά ενεργή αντίρρηση στις αξιώσεις της Ενάγουσας. Είχε δοθεί, όπως φαίνεται, περισσότερο η έμφαση στο γεγονός ότι υπάρχει ρήτρα διαιτησίας, που αυτή καταλαμβάνει κάθε διαφορά ή αξίωση και γενικά τα πάντα, θεωρώντας ότι δεν προκύπτει ανάγκη για περαιτέρω ανάλυση.

Όπως επισήμανε κατά πλειοψηφία το Εφετείο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, εναπόκειται στον αιτούντα την αναστολή να προσδιορίσει τη διαφορά με ακρίβεια (ενώ δεν συνιστά κάθε αξίωση διαφορά). Απλή αναφορά στη ρήτρα διαιτησίας δεν επαρκεί.  Εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη διαφοράς, τότε εγείρεται το ερώτημα κατά πόσον η διαφορά εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας.

Από την άλλη, κατά την άποψη της μειοψηφίας, ο προσδιορισμός της «διαφοράς» από την Ενάγουσα, στην έκθεση απαίτησης της (π.χ. το να καταλογίζει στο άλλο μέρος παράβαση της σύμβασης που περιέχει τη ρήτρα διαιτησίας, κ.λπ.), την οποία έχει πάντως επικοινωνήσει, επιδίδοντας, στην πλευρά της Εναγόμενης, επαρκεί, ασχέτως της ύπαρξης διαζευκτικών ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης και ασχέτως της όποιας απάντησης της Εναγόμενης. Με την έννοια του ότι, το να επαναλάβει, στην ένορκη δήλωση, το μέρος της Εναγόμενης που αιτείται την αναστολή, τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, και να τους απαντήσει εκεί, για περαιτέρω ουσιαστική θεμελίωση της έννοιας της «διαφοράς», δεν είναι ορθή εννοιολογική προσέγγιση της «διαφοράς» ή εκφεύγει από τον κοινό ορισμό της. Βέβαια, η άποψη της μειοψηφίας εκτέθηκε με τρόπο ως να προσπαθούσε να εξηγήσει κάτι που ίσως εκλάμβανε ως αυτονόητο, επομένως, μπορεί να μην πείθει την άλλη άποψη, που έχει μπει σε ένα διαφορετικό λογικό δρόμο. Ή που απλά μπορεί να μην αποδέχεται την ευλαβική προσέγγιση «διαιτησία ή τίποτε».

Το άρθρο 8 λέει τα εξής (η έμφαση δική μου):

«Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω τoυ ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας.»

Οι αναφορές είναι σε προβολή αξίωσης, σε έναρξη, σε στάδιο πριν οτιδήποτε άλλο και το δικαστικό κριτήριο λειτουργεί όχι με αναφορά στο εάν υπάρχει διαφορά που υπόκειται σε διαιτησία, αλλά εάν υπάρχει θέμα που έχει συμφωνηθεί να παραπεμφθεί σε διαιτησία και λόγος που να υπαγορεύει το αντίθετο (να μην παραπεμφθεί). Δηλαδή, λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα. Έχει, άραγε, στην προκειμένη περίπτωση, χαθεί το «δικαίωμα σε διαιτησία» εξαιτίας του περιεχομένου της αίτησης της Εναγόμενης;

(Ανεξαρτήτως προσωπικής άποψης ή θεωρητικών οδών που θα μπορούσαν να ανοιχθούν πάνω σε αυτό το θέμα, της έννοιας της διαφοράς), θα μπορούσε, ίσως, να λεχθεί ότι είναι νομολογιακή προϋπόθεση που τίθεται με την πλειοψηφική άποψη, πρόσθετα του άρθρου 8 και χωρίς επηρεασμό του γράμματός του, ο αιτών την αναστολή, σε αυτό το όντως πρώιμο στάδιο που ορίζει η συγκεκριμένη διάταξη του νόμου, για να ενεργοποιήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κι αυτό το αντιστρόφως ανάλογο κριτήριο, να πρέπει, στη μαρτυρία της αίτησής του, να εκθέσει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να κινηθεί σε τροχιά μη ανάληψης της δικαιοδοσίας του (π.χ. να μην εκδώσει δικαστική απόφαση βάσει των ισχυρισμών του Ενάγοντος που καταρχάς επικαλείται τη δικαιοδοσία του), που καταρχάς καλύπτεται από τη διαιτητική δικαιοδοσία, και να διερωτηθεί γιατί να μην παρεπεμφθεί το θέμα (που από «θέμα» γίνεται «επίδικο θέμα» ή «διαφορά») σε διαιτησία ως συμφωνήθηκε. Αυτή η νομολογιακή προϋπόθεση καθρεφτίζει, εξάλλου, και τη νομοθετικά τιθέμενη προϋπόθεση, ο αιτών να εξηγεί, επίσης, την ετοιμότητά του ή την προθυμία του να παραπέμψει το θέμα σε διαιτησία, προϋπόθεση, στην οποία εξυπακούεται η από μέρους του ύπαρξη ουσιαστικής ή «ενεργού» αντίρρησης. Ζητούμενο μπορεί να είναι, ναι, να μην υπάρχει και δυσανάλογος περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, με άρνηση ανάληψης δικαιοδοσίας βάσει συμβατικών προνοιών μόνον (ή διατάγματος διαιτησίας), χωρίς να υπάρχει και δυνατότητα ή πρόθεση ανάληψης δικαιοδοσίας από το διαιτητικό δικαστήριο. Η επικοινωνία δεν είναι μόνον των μερών, αλλά και των δικαιοδοσιών. Και στη βάση των νομοθετικά τιθέμενων περιορισμών, με την ίδια τη διάταξη του άρθρου 8, όντως, το δικαίωμα αίτησης για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας με βάση το άρθρο 8, φαίνεται να μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να καμφθεί. Χωρίς να σημαίνει πως εξουδετερώνεται και η γενικότερη δυνατότητα παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία σε μεταγενέστερο χρόνο, εάν πληρούνται τότε κάποιες άλλες προϋποθέσεις.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s