Το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων και η βιωσιμότητα

Τον τελευταίο καιρό συζητείται έντονα το θέμα της βιωσιμότητας του Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων («το Ταμείο»). Το Ταμείο, που ιδρύθηκε με βάση τους περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμούς του 1966 («οι Κανονισμοί»), συνιστά μορφή πρόσθετης ασφάλισης για τους δικηγόρους. Δηλαδή, ένα ακόμα αντισταθμιστικό μέτρο (επιπλέον αυτού που ήδη υφίσταται δια του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων), που λειτουργεί ως ένας περαιτέρω αντίποδας της μεγάλης αβεβαιότητας που αντιμετωπίζει ο ιδιώτης δικηγόρος, κυρίως μακροπρόθεσμα. Συνιστά ένα πρόσθετο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των δικηγόρων και του συγκεκριμένου Ταμείου, για την ενίσχυση της σύνταξης των δικηγόρων και την καλύτερη διασφάλιση του επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης του δικηγόρου ή και της οικογένειάς του μετά την παύση της εργασίας του, λόγω ηλικίας, θανάτου ή ανικανότητας. Ο κίνδυνος (ή μέρος του κινδύνου) μεταφέρεται από τον δικηγόρο στο Ταμείο (σύστημα αλληλεγγύης γενεών) με αντάλλαγμα μια λογική αμοιβή.

Τι προβλέπουν οι Κανονισμοί

Σύμφωνα με το άρθρο 3 των Κανονισμών, ο σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή σύνταξης στους δικηγόρους που ανήκουν στο Ταμείο και αποσύρονται από την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος ή, σε περίπτωση θανάτου τους, «στη χήρα τους» ή τα ορφανά τέκνα. Το Ταμείο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο («το Συμβούλιο»), που αποτελείται από τα μέλη που ορίζει ο Κανονισμός 4: από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως Πρόεδρο, τον Πρόεδρο, τον Γραμματέα και τον Ταμία του Συμβουλίου του Δικηγορικού Σώματος, από τους Προέδρους των Τοπικών Δικηγορικών Συλλόγων, κι από έναν δικηγόρο που αποσύρθηκε από την άσκηση του επαγγέλματος και που λαμβάνει σύνταξη.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 5, το Συμβούλιο ασκεί εξουσίες και εκτελεί καθήκοντα που απαιτούνται για την κατάλληλη και ικανή διαχείριση του Ταμείου, και, μεταξύ άλλων, μπορεί:

(α) Να διορίσει υπαλλήλους για τους σκοπούς του Ταμείου αντί  αμοιβής και υπό όρους καταλλήλους.

(β) Να προβαίνει σε συνετές δανειοληπτικές πράξεις, μόνον όταν αυτές γίνονται σε προσωρινή βάση για λόγους ρευστότητας, ειδάλλως δεν δικαιούται να δανείζεται ή να ενεργεί ως εγγυητής υπέρ τρίτων, ενώ, οι επενδύσεις του Ταμείου, τηρούνται από το Ταμείο ελεύθερες κάθε υποθήκης, επιβάρυνσης, δέσμευσης ή δικαιώματος επίσχεσης.

(γ) Να καθορίζει, ανάλογα με τις περιστάσεις, το ύψος του ποσοστού που καταβάλλεται εκάστοτε ως προμήθεια επί των πωλήσεων σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν την πώληση κινητών επισημάτων, που εκτυπώνονται για λογαριασμό του Ταμείου, με σκοπό τη χρησιμοποίησή τους, σύμφωνα με τους περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (Τέλη) Κανονισμούς του 1966 έως 1997: Νοείται ότι, πέρα από το ποσοστό προμήθειας που καταβάλλεται σε κάθε περίπτωση στους πωλητές των αναφερόμενων κινητών επισημάτων, το Συμβούλιο δύναται να καταβάλλει στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, ανάλογα με τις διαπιστούμενες συνολικές ετήσιες πωλήσεις, ποσοστό, που καθορίζεται από αυτό από καιρό σε καιρό.

Σύμφωνα με τον ίδιο Κανονισμό, το Συμβούλιο μεριμνά να τηρούνται κατάλληλα βιβλία αναφορικά προς τη διαχείριση του Ταμείου και λαμβάνει πάντα τα αναγκαία μέτρα τα οποία απαιτούνται δια την ασφαλή φύλαξη κάθε χρηματικού ποσού, κινητών επισημάτων για την πληρωμή τελών και άλλων αντικειμένων ανηκόντων εις το Ταμείο.

Επομένως, μια σύντομη παρένθεση, τα δικηγορόσημα ή άλλα ένσημα τι είναι; Είναι, στο σύνολό τους, κινητά επισήματα, κινητή περιουσία, που προμηθεύεται το Ταμείο έναντι κάποιου κόστους (π.χ. εκτυπωτικά, κ.λπ.), η οποία πωλείται σε συγκεκριμένη (υψηλότερη του κόστους) τιμή βάσει της ονομαστικής αξίας κάθε τέτοιου επισήματος, προκειμένου το Ταμείο να αποκτήσει πόρους, έσοδα, από την πώληση κινητής περιουσίας. Δεν είναι εισφορές μελών του Ταμείου προς το Ταμείο. Τέτοια επισήματα αγοράζονται, βέβαια, αναγκαστικά, από δικηγόρους που ασκούν τη μάχιμη δικηγορία. Επομένως, μια μερίδα δικηγόρων καθίστανται εμμέσως και χρηματοδότες ή πελάτες του Ταμείου, πέραν από την ιδιότητά τους ως μέλη και τακτικοί εισφορείς (εξ ου το αίσθημα ανισότητας). Εάν δημιουργείται περιστασιακή ανισότητα από αυτή τη λειτουργία ή κάποια σύγκρουση ιδιοτήτων των δικηγόρων στη σχέση τους με το Ταμείο είναι ένα θέμα που δεν σχετίζεται με το σύστημα λειτουργίας του Ταμείου σε σχέση με τις εισφορές / παροχές.

Ο Κανονισμός 6 προνοεί ότι το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στον καθορισμό και την καταβολή της σύνταξης στην οποία δικαιούται ένας δικηγόρος με βάση τους Κανονισμούς και, στην περίπτωση όπου ένας δικηγόρος ικανοποιήσει το Συμβούλιο ότι ενδείκνυται αυτό το μέτρο λόγω ειδικών περιστάσεων, όπως, για παράδειγμα, ζητήματα σχετικά με την υγεία και την «οικονομικήν ενδείαν», δηλαδή των φτώχεια. Είναι, βέβαια, άγνωστο το εάν και πόσες φορές χρησιμοποιήθηκε αυτός ο Κανονισμός. Όπως και ο Κανονισμός 7, ο οποίος προβλέπει ότι το Συμβούλιο μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου χρειάζεται, να προνοήσει για τη χορήγηση (α) επιπροσθέτου χορηγήματος σε συνταξιούχους, εάν η οικονομική κατάσταση του Ταμείου το επιτρέπει (μη υπερβαίνον το 60% της χορηγούμενης σύνταξης) για χρονική περίοδο που δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, και (β) μηνιαίο χορήγημα που κυμαίνεται μεταξύ του ποσού των €340,00 κατ’ ελάχιστον και, αναλόγως οιωνδήποτε ειδικών περιστάσεων, του ποσού των €510,00 κατ’ ανώτατο όριο, σε δικηγόρο που κατέχει ετήσια άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος, ο οποίος, λόγω απρόβλεπτων ή άλλων συμβάντων, βρίσκεται σε «οικονομική ένδεια», ή σε οικογένεια αποβιώσαντος τέτοιου δικηγόρου που βρίσκεται σε ένδεια. Ειδικές περιστάσεις σημαίνει, κατά τον εν λόγω Κανονισμό, την έκταση της ένδειας ή και τον αριθμό των εξαρτώμενων προσώπων του σε ένδεια ευρισκόμενου δικηγόρου ή της σε ένδεια ευρισκόμενης οικογένειας αποβιώσαντος τέτοιου δικηγόρου. Το μηνιαίο χορήγημα παρέχεται είτε εφάπαξ είτε για χρονική περίοδο όπως από καιρό σε καιρό κρίνεται αναγκαίο από το Συμβούλιο.

Ο Κανονισμός 8 προνοεί σχετικά με τις επενδύσεις των χρημάτων του Ταμείου. Τα χρήματα του Ταμείου κατατίθενται σε Τράπεζα που λειτουργεί στην Κύπρο ή αλλού, εκτός από αυτά που το Συμβούλιο θεωρεί σκόπιμο να κρατήσει και τα οποία επενδύονται για λογαριασμό του Ταμείου:

(α) Με την αγορά ή άλλη έναντι ανταλλάγματος απόκτηση οποιασδήποτε αστικής ή αναγνωρισμένης τουριστικής ή άλλης κατάλληλης για ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως θέλει εγκριθεί από το Συμβούλιο, μετά από συμβουλή κατάλληλου και ικανού εμπειρογνώμονα εκτιμητή αξίας ακινήτων·

(β) Με την αγορά ή άλλη απόκτηση αξιών εισηγμένων σε οποιοδήποτε Χρηματιστήριο Αξιών μετά από συμβουλή κατάλληλου και ικανού χρηματιστή·

(γ) Με την αγορά κρατικών χρεογράφων, αμοιβαίων κεφαλαίων και άλλων παρόμοιων αξιών, μετά από συμβουλή κατάλληλου και ικανού εμπειρογνώμονα· και

(δ) Με την αγορά μετοχών εταιρειών που πρόκειται να εισαχθούν σε οποιοδήποτε Χρηματιστήριο Αξιών ως θέλει εγκριθεί από το Συμβούλιο μετά από συμβουλή κατάλληλου και ικανού χρηματιστή ή άλλου εμπειρογνώμονα σχετικά με αξίες μετοχών.

Το εκάστοτε συνολικό κόστος απόκτησης των επενδύσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το, από το Νόμο και τον περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου του 2006, καθοριζόμενο ύψος ποσοστού επένδυσης του εκάστοτε συνολικού ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο σε τράπεζες. Έπειτα, οι προβλεπόμενες επενδύσεις επιχειρούνται από το Συμβούλιο στη βάση Στρατηγικού Σχεδίου Επενδύσεων, που καταρτίζεται από ειδικό Σύμβουλο Επενδύσεων, εγκρινόμενο από το Συμβούλιο και, μετά από συμβουλή, ανάλογα με την περίπτωση, ικανού εμπειρογνώμονα εκτιμητή αξίας ακινήτων ή κατάλληλου και ικανού χρηματιστή ή άλλου εμπειρογνώμονα σχετικά με αξίες μετοχών. Κάθε μορφής ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει στο Ταμείο, μπορεί να εκμισθωθεί, βελτιωθεί, πωληθεί, ανταλλαγεί και /ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιοποιηθεί κατά την κρίση του Συμβουλίου του Ταμείου και μετά από συμβουλή κατάλληλου και ικανού για την κάθε περίπτωση εμπειρογνώμονα. Κάθε μορφής περιουσία που ανήκει στο Ταμείο μπορεί να πωληθεί, ανταλλαγεί και /ή άλλως πως διατεθεί έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, που κατά την κρίση κατάλληλου και ικανού για την περίπτωση εμπειρογνώμονα κατά το μάλλον ή ήττον ισούται ή υπερβαίνει την αξία της εν λόγω περιουσίας.

Ετήσιοι λογαριασμοί των δοσοληψιών του Ταμείου κατά το έτος το οποίο έληξε κατά την προηγουμένη τελευταία ημέρα του Δεκεμβρίου και κατάσταση του ενεργητικού του Ταμείου κατά την εν λόγω ημερομηνία ετοιμάζονται υπό του Συμβουλίου και ελέγχονται και πιστοποιούνται καθ’ έκαστον έτος από τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, κατόπιν δε τούτου κατατίθενται ενώπιον γενικής συνέλευσης του Συνδέσμου του Δικηγορικού Σώματος μαζί με τον απολογισμό της λειτουργίας του Ταμείου υπό του Συμβουλίου, όχι αργότερα της επομένης τριακοστής ημέρας του Μαΐου. Ο ετήσιος ισολογισμός του Ταμείου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ευθύς μετά την πιστοποίησή του από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας.

Υπάρχουν πρόνοιες, στον Κανονισμό 9, σχετικά με τη δυνατότητα σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης των εισφορέων του Ταμείου από το Συμβούλιο, όταν το κρίνει αναγκαίο, με θέματα που καθορίζονται από τον ίδιο. Υποχρεούται, δε, σε τέτοια σύγκληση όταν το ζητήσουν ενυπόγραφα εξήντα τουλάχιστον εισφορείς του Ταμείου, για συγκεκριμένα θέματα που αναφέρονται στην αίτησή τους, σε ημερομηνία που καθορίζεται όχι αργότερα από τον 1 μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους. Για τους σκοπούς της πρόνοιας αυτής, «εισφορέας» θεωρείται ο κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής και υποβολής της σχετικής αίτησης στο Συμβούλιο κάτοχος ετήσιας άδειας άσκησης του επαγγέλματος. Ο ίδιος Κανονισμός προβλέπει τα σχετικά με τα τη απαρτία, στη μία και στην άλλη περίπτωση, και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Σημαντικός είναι, υπό τις περιστάσεις, ο Κανονισμός 10, ο οποίος προνοεί σχετικά με τον αναλογιστικό έλεγχο του Ταμείου. Το Ταμείο εκτιμάται κατά διαστήματα τουλάχιστον 3 ετών από αναλογιστή ή άλλο κατάλληλο πρόσωπο που εγκρίνεται από το Συμβούλιο, ο οποίος υποβάλλει έκθεση εν τη οποία εκτίθενται οι μέθοδοι δια των οποίων κάθε περίσσευμα του Ταμείου μπορεί, κατά τη γνώμη του, να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα ή οποιοδήποτε έλλειμμα να καλυφθεί κατάλληλα, είτε δι’ αναπροσαρμογής των εισφορών ή των παροχών είτε άλλως πως. Δηλαδή, να προβεί σε αναλογιστική μελέτη αναφορικά με τη βιωσιμότητα. Τέτοια μελέτη δύναται να επιδιωχθεί και πριν από την πάροδο 3 ετών, εάν το Συμβούλιο το κρίνει αναγκαίο υπό τις περιστάσεις.

Για τους εισφορείς και τις εισφορές προνοούν οι Κανονισμοί 11 έως και 13. Εισφορείς, λοιπόν, μπορούν οι δικηγόροι που ασκούν το επάγγελμα, ενώ υπάρχει μεταβατική πρόνοια για τους Νομικούς Λειτουργούς. Ο δικηγόρος που αναλαμβάνει δημόσιο λειτούργημα παύει να είναι εισφορεύς και θεωρείται ότι αποσύρθηκε από την άσκηση του επαγγέλματος, χωρίς επηρεασμό των κεκτημένων δικαιωμάτων του, κατά τη διάρκεια άσκησης του επαγγέλματος, που του καταβάλλονται όταν συμπληρώσει το όριο ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης. Ο ίδιος Κανονισμός προβλέπει ότι, δικηγόρος ο οποίος συνεχίζει να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα μετά το 70ον έτος ηλικίας, δύναται να μην καταβάλλει εισφορές, αλλά τα έτη για τα οποία δεν θα καταβάλλει εισφορές δεν θα συνυπολογίζονται για σκοπούς παροχής σύνταξης (επομένως η συζήτηση γι’ αυτή την κατηγορία δικηγόρων, που έχει διάφορες δεοντολογικές πτυχές, δεν έχει, πάντως, άμεση σχέση με το συνταξιοδοτικό ζήτημα, πέραν του ότι, εάν ένας τέτοιος δικηγόρος εκδώσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, που προϋποτίθεται, ανακαλείται αυτόματα κάθε συνταξιοδοτικό δικαίωμα). Προβλέπεται αυτό που έχουν εμπεδώσει καλά οι περισσότεροι δικηγόροι, μέσα από τις διαδικασίες ανανέωσης των ετήσιων αδειών (και η νομιμότητα της ρύθμισης δεν δοκιμάστηκε), ότι η αδικαιολόγητη (η δικαιολογημένη είναι ποια; ) παράλειψη καταβολής εισφορών προς το Ταμείο επιφέρει οφειλή για το διπλάσιο, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει σχετικά, ενώ κάθε οφειλή προς το Ταμείο μπορεί να ανακτηθεί με συνοπτικές διαδικασίες, όπως ανακτώνται οι οφειλόμενες εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων.

Προβλέπεται, επίσης (και είναι άγνωστο το πού σκοπεύει η ρύθμιση σε σχέση με τα συμφέροντα των μελών του Ταμείου, το πώς μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά στην πράξη, ή εάν, νομικά, επίσης, κρούει κάπου η ρύθμιση, όσον αφορά το σκέλος της απώλειας συντάξιμου χρόνου εξαιτίας πρόσκαιρου κωλύματος) ότι ο κάτοχος ετήσιας άδειας άσκησης του επαγγέλματος που βρίσκεται συνέχεια πάνω από 3 μήνες ή σχεδόν για όλη τη διάρκεια του έτους για το οποίο του εκδόθηκε η ετήσια άδεια στο εξωτερικό και ως δεδομένο της τέτοιας απουσίας του δεν προσφέρεται έτοιμος να ασκήσει το επάγγελμά του, και κάθε κάτοχος τέτοιας άδειας που άλλως πως στη διάρκεια ή μέρος του έτους για το οποίο του εκδόθηκε η τέτοια άδεια δεν προσφέρεται έτοιμος να ασκήσει το επάγγελμά του, χωρίς να απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του εισφορέα, χάνει το δικαίωμα να συνυπολογιστεί ως συντάξιμη γι’ αυτόν περίοδος η τέτοια περίοδος παραμονής του στο εξωτερικό ή ανάλογα η περίοδος εκείνη που, αν και βρισκόταν στην Κύπρο, δεν προσφερόταν έτοιμος να ασκήσει το επάγγελμα. Τέτοιος εισφορέας απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του εισφορέα, αν, χωρίς χρονοτριβή και οπωσδήποτε όχι αργότερα από 3 μήνες από τη συμπλήρωση του αντίστοιχου για την περίπτωσή του γεγονότος, πληροφορήσει σχετικά με έγγραφη ειδοποίηση το Συμβούλιο του Ταμείου για τον ακριβή χρόνο και λόγο της απουσίας του στο εξωτερικό ή ανάλογα για τη χρονική περίοδο στη διάρκεια της οποίας δεν προσφερόταν έτοιμος να ασκήσει το επάγγελμα. Νοείται ότι το Συμβούλιο δύναται να απαιτήσει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που δυνατόν να θεωρήσει σκόπιμο για την επιβεβαίωση των ισχυρισμών του εισφορέα εκείνου ο οποίος ζητά την απαλλαγή. Εισφορές δεν επιστρέφονται, ωστόσο ποσά που, χωρίς να οφείλονται, πληρώθηκαν στο Ταμείο επιστρέφονται από αυτό στο πρόσωπο για το υποτιθέμενο χρέος του οποίου πληρώθηκαν, με τόκο προς 6% ετήσια.

Οι Κανονισμοί 14 έως και 16 προνοούν σχετικά με τα Στοιχεία και το Μητρώο. Κάθε εισφορέας κοινοποιεί γραπτώς στο Συμβούλιο του Ταμείου, μέσα σε 3 μήνες από την ημέρα που για πρώτη φορά έγινε εισφορέας, τα στοιχεία που προβλέπονται. Κάθε εισφορεύς που «νυμφεύεται» (δεν ιδιαίτερου τυγχάνει σχολιασμού, εν προκειμένω, η χρήση της συγκεκριμένης λέξης, είναι σε διάφορα σημεία που οι Κανονισμοί διατυπώνονται ως να υπονοούν ότι ο δικηγόρος εισφορεύς είναι πάντα άνδρας ή που περιέχουν άλλους διαχωρισμούς βάσει φύλου), κοινοποιεί εγγράφως εις το Συμβούλιον, εντός 3 μηνών από του γάμου, το γεγονός και την ημερομηνίαν του γάμου του και τα στοιχεία συζύγου που προβλέπονται. Σχετική γνωστοποίηση και κοινοποίηση στοιχείων απαιτείται και στην περίπτωση απόκτησης τέκνου, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις, οι οποίες θα πρέπει, ενδεχομένως, να αναθεωρηθούν και να εκσυγχρονιστούν (π.χ.  ημερομηνία συμπλήρωσης της επί πλήρους απασχόλησης εκπαίδευσης του τέκνου, τον γάμο «θήλεος τέκνου κάτω της ηλικίας των 21 ετών», τον θάνατο συζύγου ή οιουδήποτε των τέκνων κατά τη διάρκεια της ιδιότητας του δικηγόρου ως εισφορέως, την ακύρωση ή διάλυση του γάμου και την ημερομηνία, το γεγονός και την ημερομηνία του διορισμού του σε δικαστικό λειτούργημα ή δημόσιο λειτούργημα, οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης ή μεταγραφή του σε άλλο τοπικό Δικηγορικό Σύλλογο, ημερομηνία που έπαυσε ή θα παύσει να ασκεί το επάγγελμά του και τη χρονική περίοδο που διέμενε ή θα διαμένει συνέχεια στο εξωτερικό). Κάθε εισφορεύς που αποσύρεται από το επάγγελμα παύει να είναι εισφορεύς και δικαιούται σε σύνταξη, αφού κοινοποιεί εγγράφως στο Συμβούλιον, εντός 1 μηνός από της συντυχίας της εν λόγω περίστασης, το γεγονός τούτο και την ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε.  Σε περίπτωση κατά την οποία συνταξιούχος του Ταμείου αναλαμβάνει εκ νέου την άσκηση του επαγγέλματος του, ή σε σχέση με αυτόν απόφαση του Συμβουλίου για συνταξιοδότησή του ανακαλείται, και η περαιτέρω καταβολή σ’ αυτόν μηνιαίας σύνταξης σταματά αυτόματα με την έκδοση ετήσιας άδειας άσκησης του επαγγέλματός του. Είναι ενδιαφέρουσα, νομικά, κι η πρόνοια ότι, πριν την έκδοση σ’ αυτόν της αναγκαίας ετήσιας άδειας ασκήσεως του επαγγέλματός του, πρέπει όπως επιστρέψει στο Ταμείο οποιοδήποτε εφάπαξ ποσό, με τόκο 8% από την ημερομηνία είσπραξής του, το 1/2, εάν επανήλθε εντός 2 ετών στο επάγγελμα, και όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτόν, σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Ανάλογες υποχρεώσεις κοινοποίησης υπάρχουν μετά τον θάνατον κάθε εγγάμου εισφορέως, όπου «η χήρα» ή ο προσωπικός αντιπρόσωπος του εισφορέως κοινοποιεί εγγράφως στο Συμβούλιο, εντός 1 μηνός από της ημερομηνίας του γεγονότος, τις προβλεπόμενες πληροφορίες. Ενδιαφέρον είναι, επίσης, ότι προβλέπονται και συγκεκριμένες κυρώσεις, οι οποίες προκαλούν, μάλλον, μειδίαμα.

Οι Κανονισμοί 17 έως και 22 προνοούν σχετικά με τον υπολογισμό και την καταβολή συντάξεων και χορηγημάτων και τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να χορηγηθούν. Η σύνταξη χορηγείται με τη συμπλήρωση 45ετούς άσκησης του επαγγέλματός του, ανεξαρτήτως της ηλικίας του, ή ανάλογα με τα χρόνια δικηγορίας και την ηλικία ή την ικανότητα άσκησης δικηγορίας, π.χ. 35 χρόνια δικηγορίας + 65 ηλικιακά έτη, 25 χρόνια δικηγορίας + 70 ηλικιακά έτη, 15 χρόνια δικηγορίας + ανίατη ασθενείας ή πνευματική ή σωματική αναπηρία που συνιστά ανικανότητα συνέχισης άσκησης του επαγγέλματος. Προβλέπονται μειώσεις και εξαιρέσεις σε αυτούς τους συνδυασμούς. Υπάρχουν οι αντίστοιχες πρόνοιες σε περίπτωση θανάτου του εισφορέως, αναλόγως των χρόνων δικηγορίας και των προσώπων που καταλείπει, ή σε περίπτωση ανικανότητας. Προβλέπεται, ακόμα, η πληρωμή και εφάπαξ ποσού με αφορμή τη συνταξιοδότηση ή τον θάνατο ή την ανικανότητα και οι εξαιρέσεις, κ.λπ. Η σύνταξη υπολογίζεται με τον τύπο που προβλέπεται και καταβάλλεται μηνιαίως. Γίνεται αναφορά στο τι λαμβάνεται υπόψη για τη συντάξιμη περίοδο και τι όχι. Αντίστοιχα, υπάρχουν πρόνοιες για το δικαίωμα συνταξιοδότησης οικείων λόγω θανάτου ή για το δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω ανικανότητας, στις οποίες μπορεί να ανατρέξει κανείς. Οι επόμενοι Κανονισμοί προβλέπουν για την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης και το ανεκχώρητό του.

Οι Κανονισμοί 25 έως και 27 προβλέπουν σε σχέση με τη διάλυση του Ταμείου. Ειδικότερα, όταν κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, θεωρείται, μετά την από αναλογιστική εκτίμηση του Ταμείου, ότι δεν είναι πρακτικό ή δεν ενδείκνυται να συνεχιστεί η λειτουργία του Ταμείου, το Συμβούλιο μπορεί να τερματίσει το Ταμείο, με τη διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός 26. Συγκαλεί, προς τον σκοπό αυτό, συνέλευση όλων των εισφορέων, συνταξιούχων και δικαιούχων και εκθέτει ενώπιον αυτών την κατάσταση του Ταμείου. Καμία απόφαση δεν λαμβάνεται σε τέτοια συνέλευση, έκτος εάν παρίσταται το ήμισυ του αριθμού των εισφορέων, συνταξιούχων και δικαιούχων. Εάν τα 3/4 των παρόντων εισφορέων, συνταξιούχων και δικαιούχων αποφασίσουν ότι το Ταμείο πρέπει να τερματιστεί, το Συμβούλιο τερματίζει το Ταμείο και προβαίνει στην εκκαθάρισή του, τηρουμένων οποιωνδήποτε εντολών που δίνονται κατά τη συνέλευση. Ελλείψει οιωνδήποτε εντολών, ακολουθείται, κατά το δυνατόν, η μέθοδος η οποία ακολουθείται στην εκκαθάριση εταιρείας. Κάθε υπόλοιπο που απομένει απομένον σε πίστη του Ταμείου, μετά την εκκαθάρισή του, διατίθεται όπως αποφασιστεί στη σχετική συνέλευση, ελλείψει δε τέτοιας σχετικής διαταγής  για τη διάθεση, ως το Συμβούλιο του Δικηγορικού Σώματος ήθελε διατάξει.

Τι συμβαίνει όταν υπάρχει πρόβλημα βιωσιμότητας και τι πρέπει να γίνει;

Η ιδέα που λειτουργεί ως βάση της ανάπτυξης ενός Ταμείου είναι ότι κανένας άνθρωπος, εν προκειμένω δικηγόρος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνος του να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που του παρουσιάζονται, επομένως θα πρέπει να τυγχάνει αλληλοβοήθειας. Η βασική δομή είναι όπως σε κάθε άλλο ασφαλιστικό ταμείο[1].

PENSIONS

Κάθε σύστημα ασφάλισης, όπως και το Ταμείο, πρέπει να διέπουν ορισμένες γενικές αρχές (π.χ. αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, αρχή της εύνοιας των ασφαλισμένων, αρχή της καλής πίστης, αρχή της χρηστής διοίκησης). Το Ταμείο πρέπει να είναι σωστά δομημένο και να πληροί κάποιες προϋποθέσεις ώστε να πετυχαίνει τον βασικό του στόχο, δηλαδή την κάλυψη της αβεβαιότητας του δικηγόρου και η αποτροπή της φτώχειας. Η αποδοτική διαχείριση του αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί η μεγιστοποίηση της οικονομικής του αξίας και η ελαχιστοποίηση του κόστους λειτουργίας του, αλλά κι η βελτιστοποίηση των υπηρεσιών που παρέχονται στους δικηγόρους.

Εκτός από την προσαρμοστικότητα, που είναι η γρήγορη κι οργανωμένη ανταπόκριση του απέναντι στις ανάγκες των ασφαλισμένων δικηγόρων αλλά και απέναντι στις μελλοντικές προκλήσεις, βασικότατη προϋπόθεση είναι η βιωσιμότητα. Δηλαδή, η διασφάλιση της ικανότητας του Ταμείου, μέσα από την ορθολογική αξιοποίηση των εισφορών, να ανταποκριθεί στις μελλοντικές του υποχρεώσεις. Οι εισφορές είναι τα έσοδα του Ταμείου και μπορούν να προκαλέσουν την κατάρρευσή του λόγω κάποιας μείωσής τους (π.χ. οικονομική κρίση, εισφοροδιαφυγή, λάθος διαχείριση των αποθεματικών). Όσον αφορά τη βιωσιμότητα του συγκεκριμένου Ταμείου, λόγω της επικουρικότητάς του ίσως, σημειώνεται ότι ο καθορισμός των παροχών (συντάξεων) δεν διαφυλάττει μια ικανοποιητική σχέση εισοδήματος εργασίας και ύψους σύνταξης. Το ποσοστό αναπλήρωσης, που απεικονίζει τη σχέση αυτή, μετρά τον βαθμό στον οποίο η σύνταξη επιτρέπει στον δικηγόρο να διατηρήσει το προηγούμενο βιοτικό του επίπεδο κατά τη μετάβασή του από την απασχόληση στη συνταξιοδότηση.

Η βιωσιμότητα του Ταμείου, πέρα από τα οικονομικά του, εξαρτάται κι από την εμπιστοσύνη που του δείχνουν οι δικηγόροι, καθώς η κοινωνική ασφάλιση είναι ένα σύστημα υποσχέσεων απέναντι στους δικαιούχους. Από αυτή την τελευταία άποψη, φοβάμαι πως το Ταμείο έχει ήδη καταρρεύσει, πλην όμως, είμαστε όλοι εμείς εγκλωβισμένοι σε αυτήν την υποχρεωτική δέσμευση και εισφορά, προκειμένου να μπορούμε να ασκούμε το επάγγελμά μας. Αυτό είναι, ίσως, το πιο βασικό πρόβλημα. Όσον αφορά την ανταποδοτικότητα των εισφορών, λόγω του προκαθορισμένου των εισφορών και της υποχρεωτικότητάς τους, δεν αφήνει περιθώριο εξέτασής της και μέτρησής της ως κινήτρου ασφάλισης. Το μήνυμα, όμως, σήμερα, είναι πως δεν θα υπάρξει ανταποδοτικότητα και οι σημερινοί εισφορείς, εμείς δηλαδή, δεν θα λάβουμε στο μέλλον την ανταπόδοση των εισφορών μας. Αντιμετωπιζόμαστε, δε, με τέτοια φυσική αβεβαιότητα, την ίδια ώρα που δεν έχουμε το δικαίωμα να σπάσουμε αυτό το επικουρικό κοινωνικό συμβόλαιο και να αναζητήσουμε ή να δημιουργήσουμε, ενδεχομένως, άλλα πρόσθετα καινοτόμα ιδιωτικά σχήματα κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία να μπορούν να είναι αρκετά πιο καλά, και να βασίζονται σε εκσυγχρονισμένα και δοκιμασμένα πρότυπα και συστάσεις.

Όσον αφορά το σύστημα του συγκεκριμένου Ταμείου, οι περισσότεροι δικηγόροι, που αναγκάζονται να εισφέρουν σε αυτό, δεν έχουν μελετήσει καν τους Κανονισμούς, αλλά, κυρίως, δεν έχουν δικαίωμα να επιλέξουν κάτι διαφορετικό, εάν τους έχουν μελετήσει και διαφωνούν με αυτό το μοναδικό σχήμα. Υπόκεινται αναγκαστικά στους συγκεκριμένους Κανονισμούς, πληρώνουν επειδή είναι υποχρεωμένοι να το πράξουν, για να μπορέσουν να ασκήσουν το επάγγελμά τους, χωρίς να γνωρίζουν καλά ή καθόλου τα δικαιώματά τους, μα και χωρίς να λαμβάνονται μέτρα, από μέρους του Ταμείου, για να διασφαλίζεται ότι κάθε μέλος του ενημερώνεται με σχετικές παρουσιάσεις, και, όντως, γνωρίζει τα σχετικά. Στην ύλη που διδάσκεται ένας υποψήφιος επαγγελματίας δικηγόρος δεν περιέχεται αυτό το βασικό κεφάλαιο.

Γίνεται, σήμερα, λοιπόν, αναφορά σε πρόβλημα βιωσιμότητας και σε κάποιες μελέτες. Τις μελέτες δεν τις είδαμε όλοι οι υπόλοιποι, δεν γνωρίζουμε το γιατί υπάρχει πρόβλημα βιωσιμότητας και κακώς δεν γνωρίζουμε γιατί εμείς πρώτοι θα έπρεπε να αποκτήσουμε κουλτούρα ελέγχου των εν οίκω μας. Γνωρίζουμε ότι το 2015, το Ταμείο ανέθεσε σε Επενδυτικό Σύμβουλο την κατάρτιση Δήλωσης Αρχών Επενδυτικής Πολιτικής (ΔΑΕΠ) με πρωταρχικό στόχο τον επίσημο καθορισμό και προσδιορισμό της μεθόδου και του μηχανισμού με τους οποίους οι επενδυτικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου συνδέονται με τον συγκεκριμένο στρατηγικό σκοπό του Ταμείου. Τι έγινε με αυτή την επενδυτική πολιτική; Έχει εφαρμοστεί; Έχει αποτύχει, κι αν ναι, γιατί;

Τη λύση δίνουν, ίσως, οι ίδιοι οι Κανονισμοί, μα κι η ίδια η κατάσταση, γιατί δεν είναι δυνατόν να γίνεται συζήτηση περί μη βιωσιμότητας του Ταμείου, ενώ τέλος του τρέχοντος μήνα να είμαστε υποχρεωμένοι να εισφέρουμε, διαφορετικά θα έχουμε υποστεί ποινές διπλασιασμού και να απειλούμαστε με απώλεια του (συνταγματικά κι όχι μόνον κατοχυρωμένου) δικαιώματος άσκησης επαγγέλματος (λόγω μη συμμόρφωσης σε κάτι που υποτίθεται υφίσταται για να λειτουργεί προς όφελός μας). Η λύση, λοιπόν, μπορεί να προϋποθέτει τα εξής στάδια:

1. Μελέτη και παρουσίαση των εκθέσεων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας των τελευταίων ετών, από το 2011 (σε κάθε περίπτωση πριν από το «κούρεμα») έως και σήμερα.

Ενδεικτικό και τυχαίο απόσπασμα από την Ετήσια Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή του 2015:

«Η τελευταία αναλογιστική μελέτη διενεργήθηκε, με ημερομηνία εκτίμησης την 31.12.2011, σύμφωνα με την οποία το Ταμείο παρουσιάζει έλλειμμα ύψους €89,8 εκ. (31.12.2011 : €86,2 εκ., 31.12.2007: €62,4 εκ. και 31.12.2004: €72,3 εκ. ή £42,3 εκ.). Στην αναλογιστική μελέτη αναφέρεται επίσης ότι οι σημερινές εισφορές και τα εισοδήματα από τα δικηγορόσημα, όπως αυξήθηκαν με την Κ.Δ.Π. 52/2007, μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες για πληρωμές ωφελημάτων του Ταμείου για τα επόμενα 40 χρόνια, δηλαδή μέχρι το 2052. Όπως προκύπτει, η βιωσιμότητα του Ταμείου δεν παρουσίασε βελτίωση, αλλά αντίθετα, επιδεινώθηκε, αφού σύμφωνα με την προηγούμενη αναλογιστική μελέτη και τα δεδομένα που ίσχυαν τότε, το Ταμείο θα μπορούσε να διενεργεί πληρωμές μέχρι το 2057. Ο Πρόεδρος του Ταμείου μάς πληροφόρησε ότι η αναλογιστική μελέτη με αναφορά το 2014 παραδόθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου στις 14.10.2015 και, σύμφωνά με τα αποτελέσματά της, το Ταμείο παρουσιάζει αναλογιστικό έλλειμμα ύψους €107.800.000. Ως εκ τούτου, ο αναλογιστής του Ταμείου εισηγείται την άμεση αύξηση του ποσοστού χρηματοδότησης του Ταμείου.»

2. Μελέτη και παρουσίαση όλων των οικονομικών καταστάσεων (εγκεκριμένων) και όλων των αναλογιστικών μελετών των τελευταίων ετών.

3. Σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, με έναν από τους προβλεπόμενους τρόπους, για την παρουσίαση των δεδομένων του ταμείου, και τη λήψη απόφασης σε σχέση με την εξακολούθηση του Ταμείου (εάν έγινε τέτοια, χωρίς να έχουν προηγηθεί τα υπόλοιπα, μάλλον κάτι δεν έγινε απολύτως ορθά ή έγινε πρόωρα).

4. Εάν αυτό δικαιολογούν οι αναλογιστικές μελέτες, διάλυση του Ταμείου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία.

5. Διερεύνηση τυχόν ευθυνών για την οδήγηση του Ταμείου σε μη βιώσιμη κατάσταση και γενικά σε σχέση με τη διαχείριση του Ταμείου.

6. Συζήτηση για τη δημιουργία / αναζήτηση καινοτόμων σχημάτων προνοίας για την πρόσθετη κάλυψη και καθιέρωση συστήματος εθελούσιας συμμετοχής (αποσυνδεδεμένης από το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος), καθότι υποχρεωτική είναι ήδη η συμμετοχή στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κι αυτό επαρκεί για σκοπούς περιορισμού συνδεόμενου με την κοινωνική πολιτική του είδους.

 

——

[1] Καραβίτης, 2011, σελ. 3.

Advertisements

One thought on “Το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων και η βιωσιμότητα

  1. Ανδρέας Ταμάσιος

    Το άρθρο ή κανονισμός που επιβάλλει υποχρεωτική συμμετοχή στο ταμείο μας είναι αντισυνταγματικό. Το ίδιο και ο κανονισμός ότι άνευ τακτοποιημένων εισφορών δεν μπορείς να αποκτήσεις την άδιεα για εξάσκηση του επαγγέλματος.

    Το κράτος μας είναι δεσμευμένο με διεθνείς συμβάσεις να παράσχει ικανοποιητική σύνταξη ώστε οι πολίτες της τρίτης ηλικίας να έχουν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτό οδήγησε και αποτελεί τη νομιμοποιητική αιτία του κρατικού ταμείου κοινωνικών ασφαλίσεων. Η δημιουργία συμπληρωματικών ταμείων δεν είναι παράνομη αυτομάτως βεβαίως.

    Το πρόβλημα είναι με την υποχρεωτική συμμετοχή. Στην Ολλανδία αν δεν κάνω λάθος στη χώρα, υποχρεωτικά δια νομοθεσίας υπάρχουν τέτοια ιδιωτικά συμπληρωματικά ταμεία. Εκεί όμως δικαιολογείται διότι η σχετική νομοθεσία της χώρας αναγνωρίζει ότι το κρατικό σύστημα δεν επαρκεί από μόνο του διότι όλοι βάζουν την ίδια εισφορά με βάση τον κατώτατο μισθό οπότε και όλοι λαμβάνουν το ίδιο ποσό από το κράτος. Έτσι το κράτος δια νομοθεσίας δημιούργησε υποχρεωτικά συμπληρωματικά ταμεία. Στην ουσία η Ολλανδία επέλεξε αυτό το μεικτό σύστημα για να συμμορφωθεί με τις διενθείς της υποχρεώσεις για ικανοποιητική σύνταξη γήρατος. Εμείς επιλέξαμε άλλο.

    Συνεπώς για να είναι νόμιμη η υποχρεωτική συμμετοχή στη Κύπρο, θα πρέπει να γίνει κάτι ανάλογο. Δηλαδή να δηλώσει το κράτος ότι το κρατικό ταμείο δεν επαρκεί, να μην είναι δυνατή η λύση μέσω αύξησης εισφορών και να δημιουργήσει για όλους συμπληρωματικά ταμεία ώστε να είναι δυνατόν να έχει ικανοποιητική σύνταξη κατά το γήρας ο πολίτης.

    Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει οπότε το να υποχρεούται κάποιος να συμμετέχει σε ιδιωτικό ταμείο είναι αντισυνταγματικό και παραβιάζει τα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος μας. Ακόμα δε χειρότερα για το ταμείο των δικηγόρων που στην ουσία πρέπει να πληρώσεις αλλιώς δεν μπορείς να ασκείς το επάγγελμα του δικηγόρου, οπότε παραβιάζεται και το δικαίωμα στη εργασία. Να σημειωθεί ότι η ύπαρξη του ταμείου συντάξεως ουδεμία σχέση έχει με την άσκηση της δικηγορίας, έτσι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε με αυτό τον τρόπο. Σε αντίθεση με το σύλλογο όπου δικαιολογείται η υποχρεωτική συμμετοχή μας αφού ορθά κρίνεται ότι η δικηγορία είναι επάγγελμα που πρέπει να εποπτεύεται, συνεπώς ορθά υπάρχει εποπτικό όργανο και ορθά είναι υποχρεωτική η συμμετοχή όλων των δικηγόρων και ορθά πληρώνουμε συνδρομή αφού το εποπτικό όργανο έχει έξοδα για να μας εποπτεύει οπότε ορθά αυτά καταβάλλονται από τους εποπτεύομενους.

    Συνεπώς για να υπάρξει νομιμότητα θα πρέπει η συμμετοχή μας να είναι ελεύθερη επιλογή και σαφώς να μην έχει οποιαδήποτε σχέση η εξόφληση της εισφοράς με την έκδοση της άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος.

    Ο άλλος τρόπος είναι να υιοθετηθεί το σύστημα συντάξεων της Ολλανδίας, όπου δηλαδή το κράτος για να συμμορφωθεί με τις διεθνείς του υποχρεώσεις για παροχή ικανοποιητικης σύνταξης κατά το γήρας δημιούργησε μεικτό σύστημα πρόνοιας και ο κάθε πολίτης του λαμβάνει κρατική σύνταξη η οποία συμπληρώνεται και από το ιδιωτικό ταμείο σύνταξης στα οποία συμμετέχουν όλοι οι εργαζόμενοι. Αυτό σημαίνει να αναγνωρίσει το κράτος μας ότι το κρατικό δεν επαρκεί και να αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το σύστημα των συμπληρωματικών ιδιωτικών ταμείων και τότε όλοι μα όλοι θα έχουν και θα συμμετέχουν σε κάποιο.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s