Παραβατικότητα / εγκληματικότητα ανηλίκων: Τα τελευταία στατιστικά της Αστυνομίας

Προσφάτως δημοσιεύτηκαν από την Αστυνομία Κύπρου (Γραφείο Στατιστικής και Χαρτογράφησης) τα τελευταία διαθέσιμα (περιγραφικά) στατιστικά δεδομένα τα οποία φέρονται να αφορούν τη νεανική παραβατικότητα / εγκληματικότητα μέχρι και το 2017.

Στα εν λόγω στατιστικά δεδομένα «ανήλικοι» θεωρούνται τα άτομα που δεν έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας (άρα δεν έχουμε ηλικίες 16, 17, 18, 18+ ετών) κι αυτά αφορούν στο έγκλημα που έχει καταγγελθεί και απασχολήσει τις αστυνομικές αρχές. Υπάρχει ο συνήθης διαχωρισμός της στατιστικής προσέγγισης της Αστυνομίας, σε «σοβαρό έγκλημα» και «μικροπαραβάσεις». Αυτά τα στατιστικά δεν είναι άχρηστα, αλλά δεν είναι και απόλυτα χρήσιμα, για να βασιστεί, κανείς, πάνω σε αυτά και να λάβει συγκεκριμένες αποφάσεις. Παρόλο που από τη συγκεκριμένη πηγή, θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ καλύτερα στατιστικά δεδομένα για ένα φαινόμενο, η αντιμετώπιση του οποίου προβληματίζει προς διάφορες κατευθύνσεις.

Οι τάσεις που διαφαίνονται μέσα αυτά τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα είναι λίγο-πολύ αναμενόμενες. Περιορίζοντας την αναφορά στην τελευταία τριετία (2015, 2016, 2017) (σημ. το 2014 φαίνεται ότι ήταν «κακή» χρονιά, με υψηλά νούμερα γενικά), το 2017 φαίνεται να βεβαιώνει την ελαφρώς αυξητική τάση που είχε ήδη σημειωθεί το 2016 σε σχέση με το 2015, όσον αφορά το σοβαρό έγκλημα αλλά και τις μικροπαραβάσεις. Οι υποθέσεις «σοβαρού εγκλήματος», από τις 40 που είχαν απασχολήσει το 2015, είχαν αυξηθεί στις 71 το 2016 και το 2017 στις 69, με την πλειοψηφία των ενεχόμενων να είναι αγόρια (βεβαιώνοντας τις αντίστοιχες διεθνείς τάσεις με βάση το φύλο, που εξηγούνται εγκληματολογικά, βιολογικά και ψυχολογικά). Ομοίως και στις μικροπαραβάσεις, όπου από τις 55 υποθέσεις που είχαν απασχολήσει το 2015, αυτές είχαν αυξηθεί στις 79 το 2016 και το 2017 στις 75. Παρατηρούμε, από τον σχετικό πίνακα, ότι ο αριθμός των ενεχόμενων ατόμων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των υποθέσεων, που σημαίνει, προφανώς, τη συμμετοχή περισσότερων ανηλίκων σε κοινές εγκληματικές ή παραβατικές πράξεις.  Οι ίδιες αναλογίες προκύπτουν φυσικά και από τους συνολικούς αριθμούς. Το 2017 υπήρξαν 144 υποθέσεις (έναντι στις 150 του 2016), στις οποίες απασχόλησαν 190 ανήλικοι, εκ των οποίων οι 180 αγόρια και τα 10 κορίτσια. Σημαντικό, όμως, είναι ότι, όσον αφορά τις ηλικίες των ανηλίκων, το 2017 υπήρξε ελαφρά αύξηση της εγκληματικότητας / παραβατικότητας σε ηλικίες κάτω του ηλιακού ορίου ποινικής ευθύνης, ειδικότερα στις ηλικίες 7-13 (34 υποθέσεις από το σύνολο των 144, έναντι των 31 υποθέσεων από το σύνολο των 150 του έτους 2016). Η εγκληματικότητα σε αυτό το ηλικιακό πλαίσιο είναι ένα επιμέρους πρόβλημα, που θα πρέπει να ενεργοποιεί κατάλληλα τις διαθέσιμες κοινωνικές δομές και υποδομές.

Πίνακας 1

TABLE-1

Ως «σοβαρό έγκλημα» αναφέρονται οι συμπεριφορές που καταγράφονται στον πιο κάτω πίνακα, με την προσοχή να κεντρίζει το αποτέλεσμα που αφορά σε αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά και με την παιδική πορνογραφία ή τα συναφή αδικήματα. Οι ταξινομήσεις δημιουργούν, βέβαια, κάποιες αμφιβολίες, γιατί η παράβαση των δικαιωμάτων του παιδιού στην ίδια κατηγορία με την παιδική πορνογραφία, αναπόφευκτα, δημιουργεί και κάποια σύγχυση, με δεδομένη και τη μη αναφορά των κριτηρίων των αρχικών κατηγοριοποιήσεων. Στις δύο αυτές κατηγορίες φαίνεται να υπήρξε αύξηση, σε σχέση με το 2015, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεγάλη, από τη στιγμή που μιλάμε για πολλαπλασιασμό των υποθέσεων που είχαν καταγγελθεί. Αύξηση (η οποία, όμως, λόγω των αριθμών των υποθέσεων μπορεί να είναι και τυχαία π.χ. δεν είναι 1 υπόθεση αλλά 2, που συνιστά μεν διπλασιασμό, αλλά δεν εκφεύγει και από τη σφαίρα του τυχαίου) παρουσιάζεται και σε κάποια άλλα αδικήματα, όπως πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, ληστεία και εκβίαση, διαρρήξεις και συναφή αδικήματα (κατ΄ άτομο αύξηση), ενώ ορισμένες συμπεριφορές που απασχόλησαν το 2017 δεν είχαν απασχολήσει την προηγούμενη διετία, όπως η οχλαγωγία και παράνομη συνάθροιση και η πλαστογραφία. Αντίστοιχα, κάποιες συμπεριφορές που είχαν παρουσιαστεί στο παρελθόν, δεν έτυχε να παρουσιαστούν το 2017. Και πάλι, γίνεται αναφορά στα προβλήματα ερμηνείας των δεδομένων, που μπορεί να προκύπτουν από την αρχική κατηγοριοποίηση των συμπεριφορών, όπου παρουσιάζεται μαζικότητα ή γενικότητα στην κατηγοριοποίηση (π.χ. αδικήματα συναφή με τη διάρρηξη, άλλα σοβαρά εγκλήματα, κ.λπ.). Έπειτα, η μηδενική ένδειξη απόπειρας διάρρηξης μπορεί να σημαίνει τετελεσμένη διάρρηξη, που προσμετράται σε άλλη κατηγορία, επομένως δεν προσφέρει θετική εικόνα.

Πίνακας 2

TABLE-2

Όσον αφορά τις «μικροπαραβάσεις», την προσοχή κεντρίζει η αύξηση των παραβατικών συμπεριφορών εναντίον άλλων προσώπων, όπου έχουμε σχεδόν διπλάσιο αριθμό ατόμων να απασχολούν για τέτοια αδικήματα το 2017, έναντι σε αυτά που απασχόλησαν το 2016, περισσότερες υποθέσεις και βέβαια ακόμα πιο αισθητή τη διαφορά σε σχέση με το 2015. Ωστόσο, και πάλι, η γενικότητα της αναφοράς σε αδικήματα εναντίον άλλων προσώπων δημιουργεί κάποια επιφύλαξη ως προς το κατά πόσον ο λόγος είναι για ανθρώπινη βία (λεκτική ή φυσική), που απλά δεν συνιστά κάτι που έχει ήδη κατηγοριοποιηθεί ως σοβαρό έγκλημα. Η αναφορά σε παραβάσεις άλλων νόμων (υποθέτω ειδικών ποινικών νόμων) είναι, επίσης, εξίσου γενική, για να δώσει πλήρη εικόνα, θέτοντας και σε αμφιβολία γενικότερα το κριτήριο θεώρησης μιας συμπεριφοράς ως «μικροπαράβαση» ή «σοβαρό έγκλημα».

Πίνακας 3

TABLE-3

Οι αναφορές ανά επαρχία φαίνονται να ακολουθούν αυξητικά τις πληθυσμιακές αναλογίες, με την Πάφο να ρίχνει κάπως τα νούμερα του 2016, επιστρέφοντας πιο κοντά σε αυτά του 2015, όσον αφορά το σοβαρό έγκλημα και τις μικροπαραβάσεις. Η Αμμόχωστος φαίνεται να ξεχωρίζει, το 2017, στις μικροπαραβάσεις. Υπάρχει ανασφάλεια στην κατάληξη σε συγκεκριμένα συμπεράσματα, εφόσον μπορεί, απλά, στην Πάφο, να μην καταγγέλθηκαν σχετικά περιστατικά ή να μην επενέβη η αστυνομία και να μην έχουν καταχωριστεί, χωρίς να σημαίνει ότι πατάχθηκε το φαινόμενο στην επαρχία της Πάφου.

Πίνακας 4

TABLE-4

Πίνακας 5

TABLE-5

Τα ατομικά νούμερα που δείχνουν τον αριθμό των ενεχόμενων ατόμων βλέπουμε να είναι πάντα μεγαλύτερα από τα νούμερα που δείχνουν τον αριθμό των υποθέσεων, παρόλο που είναι επιθυμητό η νεανική εγκληματικότητα / παραβατικότητα να αντιμετωπίζεται πάντα κατ’ άτομο, δηλαδή να ανοίγεται φάκελος ατόμου, όχι φάκελος υπόθεσης, όπως στο κοινό ποινικό δίκαιο (ανοίγεται πρόσθετο κεφάλαιο κάπου εδώ). Εάν κάθε έτος έχουμε περίπου μέσο όρο 150 ανήλικους μέχρι την ηλικία και των 15 ετών (περιλαμβανομένου και του πλαισίου ηλικίας 7 -13 όπου δεν προβλέπεται ποινική ευθύνη), που απασχολούν την αστυνομία, θα πρέπει να σημαίνει αντίστοιχο αριθμό υποθέσεων. Εάν, με βάση τα νούμερα του 2017, έχουμε 190 ανήλικους παραβάτες μέχρι την ηλικία και των 15 ετών (71 στη Λευκωσία, 60 στη Λεμεσό, 29 στη Λάρνακα, 12 στην Πάφο, 18 στην Αμμόχωστο), λαμβανομένου υπόψη και του Χ αριθμού υποθέσεων που αφορούν σε ανήλικους μέχρι και την ηλικία των 18 ετών (όπου η διαφορά προβλέπεται σημαντικότατη στις ηλικίες των 16, 17 και 18 ετών, την οποία δεν μπορεί να υπερκεράσει η αντίστοιχη προσθήκη του ηλικιακού πλαισίου 7 -13) ή και μέχρι την ηλικία των 23 ετών (νεαροί παραβάτες), όπου η προσθήκη είναι ακόμα μεγαλύτερη, δημιουργείται και τίθεται ξανά το ερωτηματικό (που κάπου γίνεται και ανησυχία), σε σχέση με την επιχειρούμενη ένταξη της νεανικής παραβατικότητας στη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων (και όχι τη δημιουργία ειδικών δικαστηρίων ανηλίκων, που να ασχολούμαι με το παιδί ως κοινωνικό άτομο – όχι ως πρόβλημα της οικογένειας – και με το σύνολο του κοινωνικού του περιβάλλοντος).

Ερωτηματικό δημιουργείται, αναπόφευκτα, ακόμα μια φορά, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης, από στις αστυνομικές αρχές, των ανηλίκων μέσα στο ηλικιακό πλαίσιο 7 – 13, που αναφέρονται στα υπό αναφορά στατιστικά. Τι χειρισμό είχαν από την αστυνομία (π.χ. σε τι ανακριτικές πράξεις υποβλήθηκαν), που κατέγραψε τη συγκεκριμένη εγκληματικότητα / παραβατικότητά τους, και γιατί τον είχαν, εφόσον δεν μπορεί να υπάρξει ποινική τους ευθύνη. Έπειτα, με βάση τούτο το δεδομένο (το διφορούμενο, κατά μία έννοια), ότι δεν μπορεί να υπάρξει ποινική τους ευθύνη (και καλώς δεν μπορεί να υπάρξει), ποιος ήταν ο περαιτέρω κοινωνικός χειρισμός;

Όπως προαναφέρθηκε, τα στατιστικά αυτά δεδομένα, δεν μπορούν, εκ των πραγμάτων, να δώσουν πλήρη εικόνα του φαινομένου της νεανικής εγκληματικότητας / παραβατικότητας, λόγω των ηλικιακών ορίων που περιλαμβάνουν, μα κυρίως λόγω αυτών που δεν περιλαμβάνουν (ηλικίες 16, 17 και 18 και 18+ ετών). Στα τελευταία είναι που παρουσιάζεται, συνήθως, και η κορύφωση του φαινομένου. Έπειτα, γιατί οι κατηγοριοποιήσεις των διαφόρων παραβατικών συμπεριφορών δεν είναι τόσο ξεκάθαρες και δεν έχουμε την αιτιολογία τους, που είναι σημαντική, αλλά και τα κριτήρια με βάση τα οποία μια συμπεριφορά διαχωρίζεται σε «σοβαρό έγκλημα» και σε «μικροπαράβαση». Εάν κρίνουμε, για παράδειγμα, με βάση το κριτήριο διαχωρισμού σε αυτές τις κατηγορίες της κλοπής (με βάση το ποσό), τότε μάλλον η εικόνα θολώνει ακόμα περισσότερο.

Οι τρόποι μέτρησης του φαινομένου της νεανικής εγκληματικότητας / παραβατικότητας δεν είναι μόνο Κυπριακό πρόβλημα, κυρίως λόγω του τρόπου εκδήλωσής του, της διάσπασης των κοινωνικών εστιών όπου αυτό εκδηλώνεται και δέχεται απάντηση, της έλλειψης συντονισμού και επικοινωνίας μεταξύ τους. Κάπου, όμως, υπάρχουν λίγο πιο αξιόπιστα αστυνομικά δεδομένα ή τέτοια που δομούνται με βάση υφιστάμενους και καλύτερους νόμους για τη δικαιοσύνη των ανηλίκων (γιατί θα ήταν μια δικαιολογία για την Αστυνομία το ότι βασίζεται, ενδεχομένως, σε κάποια σημεία, στον περί Αδικοπραγούντων Ανηλίκων Νόμο, Κεφ. 157).

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.