Η πρώτη συζήτηση της πρότασης ψηφίσματος του Κοινοβουλίου σχετικά με την πολυφωνία και την ελευθερία των ΜΜΕ στην ΕΕ

Στη σημερινή ατζέντα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τίθεται για συζήτηση (single reading) η έκθεση (πρόταση ψηφίσματος) του Κοινοβουλίου σχετικά με την πολυφωνία και την ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για ένα ζήτημα, δηλαδή, που, χρήσιμα, ακολουθεί τη νομοθετική οδό στα Ευρωπαϊκά δρώμενα.

Η  Έκθεση της  Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (“έκθεση Spinelli”), η οποία ορίστηκε από τον περασμένο Οκτώβριο, περατώθηκε τη 12.04.2018, μετά από γνώμες συνδεδεμένων επιτροπών. Η Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας γνωμοδότησε θετικά την 05.03.2018 και η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων γνωμοδότησε θετικά την 01.03.2018. Η προώθηση του ζητήματος, βέβαια, άρχισε ήδη από παλαιότερα, ώστε το 2014 να έχουν υποβληθεί σχετικές ερωτήσεις στα κράτη – μέλη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα τέλη του 2016 είχαμε δει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διοργανώνει συμπόσια και να αναλαμβάνει, γενικά, τη σχετική πρωτοβουλία προώθησης, εφόσον το φαινόμενο είχε ήδη παρατηρηθεί και ερευνηθεί και μέσω του Παρατηρητή Πολυφωνίας στα ΜΜΕ (όπου και για την Κύπρο είχε παραχθεί μια πολύ καλή αφηγηματική έκθεση από την ομάδα που είχε αναλάβει την έρευνα).

Το να φτάνει, λοιπόν, σε συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η Έκθεση είναι ένα βήμα σημαντικό. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι η όλη προσπάθεια περιλαμβάνει και την αντιμετώπιση του φαινομένου των ψευδών ειδήσεων (fake news) και του κυβερνοεκφοβισμού, αλλά και τον στόχο της αναβάθμισης του επιπέδου ποιότητας του έργου των ΜΜΕ, που είναι πολύ σημαντικό στη σύγχρονη δημοκρατία. Παράλληλα δεν λείπουν οι μηχανισμοί αντιμετώπισης της ασυδοσίας στα ΜΜΕ ή της καθοδήγησής τους από συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα (χρηματοδότες).

Το περιεχόμενο της έκθεσης Spinelli έχει ως εξής (και η παράθεσή του αυτούσιου χρειάζεται):

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3, 6, 7, 9, 10, 11 και 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τα άρθρα 9, 10 και 16 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR/ΕΣΑΔ), τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECtHR/ΕΔΑΔ) και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη,

–  έχοντας υπόψη τη Διεθνή Σύμβαση για την εξάλειψη πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων (ICERD), που ψηφίστηκε και τέθηκε προς υπογραφή και κύρωση με την απόφαση 2106 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στις 21 Δεκεμβρίου 1965,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής(1),

–  έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο αριθ. 29 της ΣΕΕ για το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη,

–  έχοντας υπόψη τον Ευρωπαϊκό Χάρτη για την Ελευθερία του Τύπου,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας,

–  έχοντας υπόψη τις δηλώσεις, τις συστάσεις και τα ψηφίσματα της Επιτροπής Υπουργών και της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης καθώς και τις γνωμοδοτήσεις και τον «κατάλογο ελέγχου για το κράτος δικαίου» της Επιτροπής της Βενετίας,

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο «Journalists under pressure – Unwarranted interference, fear and self-censorship in Europe» (Δημοσιογράφοι υπό πίεση: αδικαιολόγητες παρεμβολές, φόβος και αυτολογοκρισία στην Ευρώπη),

–  έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς και τη Σύμβαση της UNESCO για την προστασία και την προώθηση της πολυμορφίας της πολιτιστικής έκφρασης,

–  έχοντας υπόψη τη Γενική Παρατήρηση αριθ. 34 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών,

–  έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη τα σχετικά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ και τις εκθέσεις του ειδικού εισηγητή του ΟΗΕ για την προαγωγή και την προάσπιση της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης του ΟΗΕ για την προστασία των δημοσιογράφων και το ζήτημα της ατιμωρησίας,

–  έχοντας υπόψη τις εργασίες του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) σχετικά με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, και ιδίως τις εργασίες του εκπροσώπου του ΟΑΣΕ για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης,

–  έχοντας υπόψη τις εργασίες της Πλατφόρμας του Συμβουλίου της Ευρώπης δια της οποίας προάγονται η προστασία της δημοσιογραφίας και η ασφάλεια των δημοσιογράφων,

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση για την ελευθερία έκφρασης, τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, την παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα, που εκδόθηκε στις 3 Μαρτίου 2017 από τον ειδικό εισηγητή του ΟΗΕ για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος στην ελευθερία γνώμης και έκφρασης, τον εκπρόσωπο του ΟΑΣΕ για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, τον ειδικό εισηγητή του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ) για την ελευθερία έκφρασης και τον ειδικό εισηγητή της Αφρικανικής Επιτροπής για τα δικαιώματα του ανθρώπου και των λαών σχετικά με την ελευθερία έκφρασης και την πρόσβαση σε πληροφορίες,

–  έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα του Παγκόσμιου Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου, που δημοσιεύθηκαν από τους Δημοσιογράφους χωρίς Σύνορα, και τα αποτελέσματα του Παρατηρητηρίου για την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης που λειτουργεί στο πλαίσιο του Κέντρου για την πολυφωνία και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου,

–  έχοντας υπόψη τη σύνοψη πολιτικής με τίτλο «Defining Defamation: Principles on Freedom of Expression and Protection of Reputation» (Ορισμός της δυσφήμισης: οι αρχές που διέπουν την ελευθερία της έκφρασης και την προστασία της φήμης) που δημοσιεύθηκε από την οργάνωση ARTICLE 19,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 21ης Μαΐου 2013 σχετικά με τον Χάρτη της ΕΕ: πρότυπες ρυθμίσεις για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης σε ολόκληρη την ΕΕ(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Μαρτίου 2014, σχετικά με το πρόγραμμα παρακολούθησης της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας (NSA) των ΗΠΑ, τα όργανα παρακολούθησης σε διάφορα κράτη μέλη και τον αντίκτυπό τους στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ, και σχετικά με τη διατλαντική συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων(3) καθώς και το ψήφισμά του, της 29ης Οκτωβρίου 2015, σε συνέχεια του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 2014 σχετικά με τη μαζική ηλεκτρονική παρακολούθηση πολιτών της ΕΕ(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Μαρτίου 2017 σχετικά με την ηλεκτρονική δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση: δυνατότητες και προκλήσεις(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 25ης Οκτωβρίου 2016, με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την καθιέρωση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα(6),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών (whistle-blowers) στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ(7) και της 24ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς(8),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου, σχετικά με την ελευθερία και την πολυφωνία στα μέσα επικοινωνίας στο ψηφιακό περιβάλλον(9),

–  έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την ελευθερία της έκφρασης εντός και εκτός διαδικτύου (επιγραμμικά και απογραμμικά) και τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τη στήριξη εκ μέρους της ΕΕ της ελευθερίας και της ακεραιότητας των μέσων μαζικής ενημέρωσης στις χώρες της διεύρυνσης, 2014-2020,

–  έχοντας υπόψη το Ετήσιο Συμπόσιο της Επιτροπής για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα το 2016, με θέμα «Πολυφωνία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δημοκρατία», και τα σχετικά πονήματα που δημοσιεύθηκαν από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη την ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για τις ψευδείς ειδήσεις και την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο που διορίστηκε από την Επιτροπή για να παράσχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με την έκταση του φαινομένου των ψευδών ειδήσεων καθώς και τον καθορισμό των ρόλων και των ευθυνών των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 5/2016 του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ/EDPS) σχετικά με την επανεξέταση της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (2002/58/ΕΚ),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου και για την τροποποίηση της απόφασης 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου(10),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την ασφάλεια και την άμυνα της 22ας Ιουνίου 2017,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων καθώς και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων (Α8-0144/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία της γνώμης είναι θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και απαραίτητες προϋποθέσεις για την πλήρη ανάπτυξη των ατόμων και την ενεργό συμμετοχή τους σε μια δημοκρατική κοινωνία, την τήρηση των αρχών της διαφάνειας και της λογοδοσίας και την άσκηση άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολυφωνία είναι αδιαχώριστη από την ελευθερία, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα του ατόμου να ενημερώνεται και να ενημερώνει αποτελεί μέρος των βασικών δημοκρατικών αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία των πολυφωνικών, ανεξάρτητων και αξιόπιστων μέσων ενημέρωσης ως θεματοφυλάκων και φορέων εποπτείας της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελευθερία, η πολυφωνία και η ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης αποτελούν κρίσιμες συνιστώσες του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέσα ενημέρωσης διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη δημοκρατική κοινωνία, καθώς ενεργούν ως δημόσιοι ελεγκτές, ενώ παράλληλα βοηθούν στην ενημέρωση και ενδυνάμωση των πολιτών, διευρύνοντας την εκ μέρους τους κατανόηση του τρέχοντος πολιτικού και κοινωνικού τοπίου, και προάγοντας τη συνειδητή συμμετοχή τους στον δημοκρατικό βίο· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πεδίο αυτού του ρόλου θα πρέπει να διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει τη διαδικτυακή δημοσιογραφία και τους δημοσιογραφούντες πολίτες καθώς και το έργο των συντακτών ιστολογίων (bloggers), των χρηστών του διαδικτύου, των ακτιβιστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκειμένου να αντικατοπτρίζει τη σημερινή ριζικά διαφορετική πραγματικότητα στα μέσα ενημέρωσης και παράλληλα να σέβεται το δικαίωμα στο ιδιωτικό απόρρητο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η δικτυακή ουδετερότητα αποτελεί ουσιώδη αρχή για ένα ανοιχτό διαδίκτυο·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ψευδείς ειδήσεις, ο κυβερνοεκφοβισμός ή το λεγόμενο «πορνό της εκδίκησης» αποτελούν ολοένα μεγαλύτερες πηγές ανησυχίες για τις κοινωνίες μας, ιδίως μεταξύ των νέων·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάδοση ψευδών ειδήσεων και η παραπληροφόρηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους δικτυακούς τόπους αναζήτησης έχει περιορίσει σημαντικά την αξιοπιστία των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, κάτι που με τη σειρά του αναστέλλει την ικανότητά τους να λειτουργούν ως ελεγκτές·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημόσιες αρχές έχουν όχι μόνο την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, αλλά και την υποχρέωση να θεσπίζουν νομικά και κανονιστικά πλαίσια που ενθαρρύνουν την ανάπτυξη ελεύθερων, ανεξάρτητων και πολυφωνικών μέσων ενημέρωσης·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελευθερία έκφρασης, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 της Διεθνούς Σύμβασης για την εξάλειψη πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων (ICERD) και το άρθρο 30 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, απαγορεύεται να χρησιμοποιείται για την υπεράσπιση εκφράσεων που παραβιάζουν τη Σύμβαση και τη Διακήρυξη, όπως η ρητορική μίσους ή η προπαγάνδα που βασίζονται σε ιδέες ή θεωρίες ανωτερότητας μιας φυλής ή μιας ομάδας προσώπων συγκεκριμένου χρώματος ή εθνοτικής ομάδας ή που επιχειρούν να δικαιολογήσουν ή να προωθήσουν το φυλετικό μίσος και τις διακρίσεις σε οποιανδήποτε μορφή·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημόσιες αρχές έχουν καθήκον να προστατεύουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης ως φορείς που υπηρετούν δημοκρατικές κοινωνίες και δεν ικανοποιούν τα συμφέροντα των κυβερνήσεων που βρίσκονται στην εξουσία·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημόσιες αρχές πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι τα μέσα ενημέρωσης τηρούν τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις σε διάφορα κράτη μέλη, όπου ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός παρουσιάζουν άνοδο, έχουν οδηγήσει σε αυξημένες πιέσεις και απειλές σε βάρος δημοσιογράφων, πράγμα που δείχνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διασφαλίσει, να προαγάγει και να προασπιστεί την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, οι κακοποιήσεις και τα εγκλήματα σε βάρος δημοσιογράφων τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς παράγοντες, έχουν σοβαρές επιπτώσεις και επιδρούν ανασταλτικά στην ελευθερία της έκφρασης· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κίνδυνος και η συχνότητα των αδικαιολόγητων παρεμβάσεων αυξάνουν το αίσθημα του φόβου μεταξύ δημοσιογράφων, δημοσιογραφούντων πολιτών, συντακτών ιστολογίου και άλλων παραγόντων της ενημέρωσης, οδηγώντας ενδεχομένως σε υψηλό βαθμό αυτολογοκρισίας, και υπονομεύοντας παράλληλα το δικαίωμα των πολιτών στην ενημέρωση και τη συμμετοχή·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος στην ελευθερία γνώμης και έκφρασης υπενθύμισε τον Σεπτέμβριο του 2016 ότι οι κυβερνήσεις φέρουν ευθύνη όχι μόνο να σέβονται τη δημοσιογραφία αλλά και να μεριμνούν ώστε οι δημοσιογράφοι και οι πηγές τους να προστατεύονται με αυστηρή νομοθεσία, να ασκείται δίωξη κατά δραστών επιθέσεων σε βάρος τους και να προσφέρεται ευρεία ασφάλεια, όποτε χρειάζεται·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημοσιογράφοι και άλλοι παράγοντες των μέσων ενημέρωσης εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν βία, απειλές, παρενόχληση ή δημόσιο διασυρμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως εξαιτίας των ερευνητικών δραστηριοτήτων τους για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος από κατάχρηση εξουσίας, διαφθορά, παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή εγκληματικές δραστηριότητες·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εγγύηση της ασφάλειας και της προστασίας των δημοσιογράφων και άλλων παραγόντων των μέσων ενημέρωσης αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου αυτοί να ανταποκρίνονται πλήρως στο ρόλο τους και να έχουν έμπρακτα την ικανότητα να ενημερώνουν σωστά τους πολίτες και να συμμετέχουν αποτελεσματικά στον δημόσιο διάλογο·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την Πλατφόρμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία της Δημοσιογραφίας και την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων, περισσότερες από τις μισές υποθέσεις κατάχρησης εις βάρος επαγγελματιών του τομέα των μέσων ενημέρωσης αποδίδονται σε κρατικούς φορείς·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ερευνητική δημοσιογραφία θα πρέπει να προαχθεί ως μορφή συμμετοχής των πολιτών στα κοινά και ως πράξη πολιτικής αρετής, με υποστήριξη από τους τομείς της επικοινωνίας, της μάθησης, της εκπαίδευσης και της κατάρτισης·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ταχείες εξελίξεις του συστήματος των μέσων ενημέρωσης, η ταχεία ανάπτυξη της διαδικτυακής διάστασης στην πολυφωνίας των μέσων και η άνοδος των μηχανών αναζήτησης και των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης ως πηγών ειδήσεων, αποτελούν ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία για την προαγωγή της ελευθερίας της έκφρασης, του εκδημοκρατισμού στην παραγωγή των ειδήσεων μέσω της συμμετοχής των πολιτών στον δημόσιο διάλογο, καθώς και για τη μετατροπή όλο και περισσότερων χρηστών πληροφορίας σε παραγωγούς πληροφορίας· λαμβάνοντας υπόψη εντούτοις ότι η συγκέντρωση εξουσίας από δημοσιογραφικούς ομίλους και διαδικτυακούς μεσάζοντες, όπως και ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης από οικονομικούς ομίλους και πολιτικούς φορείς υπάρχει κίνδυνος να έχουν αρνητικές επιπτώσεις για την πολυφωνία του δημόσιου διαλόγου και για την πρόσβαση στην ενημέρωση και να επηρεάσουν την ελευθερία, την ακεραιότητα, την ποιότητα και την συντακτική ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ίσοι όροι ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι αναγκαίοι προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μηχανές αναζήτησης, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και άλλοι τεχνολογικοί κολοσσοί σέβονται τους κανόνες της ενιαίας ψηφιακής αγοράς της ΕΕ σε πεδία όπως η προστασία του ψηφιακού απορρήτου και ο ανταγωνισμός·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημοσιογράφοι χρειάζονται άμεση, απευθείας και ανεμπόδιστη πρόσβαση σε πληροφορίες από τη δημόσια διοίκηση προκειμένου οι αρχές να λογοδοτούν καταλλήλως·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων όπως και οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω καταγγελτών, αλληλοσυμπληρώνονται και είναι ουσιαστικές και οι μεν και οι δε για να μπορέσουν οι δημοσιογράφοι να επιτελέσουν την αποστολή τους, που είναι να ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημοσιογράφοι χρειάζονται την πλέον ολοκληρωμένη νομική προστασία για τη χρήση και διάδοση τέτοιου είδους πληροφοριών που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο της εργασίας τους·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα αίτησης και λήψης πληροφοριών από τις δημόσιες διοικήσεις παραμένει κατακερματισμένο και ατελές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κλάδος των μέσων ενημέρωσης διαδραματίζει καίριο ρόλο σε κάθε δημοκρατική κοινωνία· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ανάπτυξη πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και άλλων τεχνολογικών κολοσσών, και άκρως επιλεκτικά διαφημιστικά έσοδα, έχουν επιδεινώσει θεαματικά την επισφάλεια στις συνθήκες εργασίας και την κοινωνική ανασφάλεια των φορέων των μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων δημοσιογράφων, προκαλώντας δραματική πτώση των επαγγελματικών, κοινωνικών και ποιοτικών προτύπων στη δημοσιογραφία, που είναι ικανή να επηρεάσει αρνητικά τη συντακτική τους ανεξαρτησία·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο του Οπτικοακουστικού Τομέα του Συμβουλίου της Ευρώπης κατήγγειλε την εμφάνιση ενός ψηφιακού δυοπωλίου, με την Google και το Facebook να αντιστοιχούν σε ποσοστό έως 85 % της συνολικής μεγέθυνσης της ψηφιακής διαφημιστικής αγοράς το 2016, θέτοντας σε κίνδυνο το μέλλον παραδοσιακών εταιρειών με μέσα ενημέρωσης χρηματοδοτούμενα από διαφημίσεις, όπως τα εμπορικά τηλεοπτικά κανάλια, οι εφημερίδες και τα περιοδικά που διαθέτουν ένα πολύ πιο περιορισμένο κοινό·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής για τη διεύρυνση, η Επιτροπή έχει καθήκον να απαιτεί την πλήρη συμμόρφωση με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, και ότι η ΕΕ θα πρέπει συνεπώς να αποτελέσει υπόδειγμα εφαρμογής των πλέον υψηλών προτύπων στον τομέα αυτόν· λαμβάνοντας υπόψη ότι, μόλις γίνει μέλος της ΕΕ, ένα κράτος αναλαμβάνει τη μόνιμη και αδιαμφισβήτητη υποχρέωση να τηρούν τις απορρέουσες από τις Συνθήκες της ΕΕ και από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ υποχρεώσεις τους σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης στα κράτη μέλη θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο τακτικού ελέγχου· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιοπιστία της ΕΕ στη διεθνή σκηνή μπορεί να εξασφαλισθεί μόνον όταν η ελευθερία του Τύπου και των μέσων ενημέρωσης διαφυλάσσεται και γίνεται σεβαστή εντός της ίδιας της Ένωσης·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αποτελέσματα των ερευνών καταλήγουν συνεχώς στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες αποτελούν μειονότητα στους διάφορους τομείς των μέσων ενημέρωσης, ιδίως σε δημιουργικούς ρόλους, και ότι υποεκπροσωπούνται σε μεγάλο βαθμό στα ανώτατα επίπεδα λήψης αποφάσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι από μελέτες της συμμετοχής των γυναικών στη δημοσιογραφία προκύπτει ότι, αν και υπάρχει μια σχετικά καλή ισορροπία μεταξύ των φύλων όσον αφορά τους νεοεισερχόμενους στο δημοσιογραφικό επάγγελμα, η κατανομή των ευθυνών για τη λήψη των αποφάσεων χαρακτηρίζεται από σημαντική ανισότητα μεταξύ των φύλων·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΣΕΕ που εξασφαλίζουν τον σεβασμό των αρχών αυτών προάγονται μέσω θετικών δράσεων για την προώθηση της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης, την προώθηση της ποιότητας, της πρόσβασης και της διάθεσης των πληροφοριών (θετική ελευθερία), αλλά ότι απαιτείται επίσης από τις δημόσιες αρχές να απέχουν από τυχόν επιβλαβείς ενέργειες (αρνητική ελευθερία)·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η παράνομη και αυθαίρετη παρακολούθηση, ιδίως όταν πραγματοποιείται μαζικά, δεν συνάδει με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως η ελευθερία της έκφρασης –συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του Τύπου και της προστασίας του απορρήτου των δημοσιογραφικών πηγών–, και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και την προστασία των δεδομένων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν ένα ρόλο στη διάχυση της ρητορικής του μίσους και στην καλλιέργεια της ριζοσπαστικοποίησης, που οδηγούν στον βίαιο εξτρεμισμό μέσω της κυκλοφορίας παράνομου περιεχομένου, ειδικά σε βάρος των νέων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων απαιτεί στενή και συντονισμένη συνεργασία μεταξύ όλων των αρμοδίων φορέων σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης (τοπικό, περιφερειακό και εθνικό) καθώς και με την κοινωνία των πολιτών και τον ιδιωτικό τομέα· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποτελεσματικοί νόμοι και ενέργειες για την ασφάλεια και τον αντιτρομοκρατικό αγώνα, όπως και τα μέτρα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση και την πρόληψη της ρητορικής του μίσους και του βίαιου εξτρεμισμού θα πρέπει πάντοτε να σέβονται τις υποχρεώσεις σε θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε να αποφεύγεται κάθε αντίφαση με την προστασία της ελευθερία της έκφρασης·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, οι καταγγέλτες αποτελούν θεμελιώδη πτυχή της ελεύθερης έκφρασης και παίζουν βασικό ρόλο στον εντοπισμό και την καταγγελία παρατυπιών και αποτροπή και την πρόληψη παραπτωμάτων και σοβαρών αδικημάτων, καθώς και στην ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας και διαφάνειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο καταγγέλτης αποτελεί καίρια πηγή πληροφόρησης στον αγώνα κατά του οργανωμένου εγκλήματος, στη διερεύνηση, τον εντοπισμό και τη δημοσιοποίηση υποθέσεων διαφθοράς στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, και στον εντοπισμό συστημάτων φοροαποφυγής σχεδιασμένων από ιδιωτικές εταιρείες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάλληλη προστασία των καταγγελτών σε ενωσιακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, όπως και η προαγωγή μιας νοοτροπίας που θα αναγνωρίζει το σημαντικό ρόλο των καταγγελτών στην κοινωνία, είναι προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα αυτού του ρόλου·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο πλαίσιο της καταπολέμησης της διαφθοράς και της κακοδιαχείρισης στην ΕΕ, η ερευνητική δημοσιογραφία θα πρέπει να απολαμβάνει ιδιαίτερης εκτίμησης και οικονομικής στήριξης ως μέσου για την προαγωγή του κοινού καλού·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Παρατηρητηρίου για την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης, η ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωμένη και ότι αυτό αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για την πολυμορφία των πληροφοριών και των απόψεων που εκπροσωπούνται στο περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κάλυψη των σχετικών με την ΕΕ υποθέσεων και του έργου των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ θα πρέπει να υπάγεται στα κριτήρια της πολυφωνίας και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης εξίσου με την κάλυψη των εθνικών ειδήσεων και θα πρέπει να διαθέτει πολύγλωσση υποστήριξη προκειμένου να έχει απήχηση στον μέγιστο δυνατό αριθμό πολιτών της ΕΕ·

1. ζητεί από τα κράτη μέλη να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της επαρκούς δημόσιας χρηματοδότησης, για την προστασία και την προώθηση ενός πολυφωνικού, ανεξάρτητου και ελεύθερου τοπίου μέσων ενημέρωσης προς όφελος της δημοκρατικής κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της ανεξαρτησίας και της βιωσιμότητας των μέσων ενημέρωσης του δημοσίου, των διαφόρων κοινοτήτων και των τοπικών οργανώσεων, που αποτελούν καθοριστικά στοιχεία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος που εγγυάται το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της ενημέρωσης·

2. τονίζει την κοινή ευθύνη των νομοθετών, των δημοσιογράφων, των εκδοτών και των διαδικτυακών μεσαζόντων, αλλά και των πολιτών ως καταναλωτών πληροφοριών·

3. καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να εγγυηθούν την πλήρη εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ σε όλες τις αποφάσεις, δράσεις και πολιτικές τους, ως μέσο για την πλήρη διατήρηση της πολυφωνίας και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης απέναντι σε τυχόν αδικαιολόγητη επιρροή από τις εθνικές δημόσιες αρχές· ζητεί εν προκειμένω από την Επιτροπή να καθιερώσει εκτιμήσεις επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα, για την αξιολόγηση των νομοθετικών της προτάσεων, και να υποβάλει πρόταση σχετικά με την καθιέρωση ενός μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα με βάση το σχετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου·

4. τονίζει την ανάγκη θέσπισης ανεξάρτητων μηχανισμών παρακολούθησης για την αξιολόγηση της κατάστασης όσον αφορά την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης στην ΕΕ, ως μέσο για την προώθηση και προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που περιέχονται στο άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 10 της ΕΣΑΔ και να αντιδρούν εγκαίρως σε πιθανές απειλές και παραβιάσεις αυτών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να στηρίξουν πλήρως και να ενισχύσουν τα εργαλεία που έχουν ήδη αναπτυχθεί εν προκειμένω, όπως το Παρατηρητήριο για την Πολυφωνία στα Μέσα Ενημέρωσης και η Πλατφόρμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία της Δημοσιογραφίας και την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων·

5. καλεί την Επιτροπή, ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, να αντιμετωπίζει τις τυχόν απόπειρες των κυβερνήσεων των κρατών μελών να περιορίσουν την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης ως σοβαρές και συστημικές καταχρήσεις ισχύος και ως κίνηση κατά των θεμελιωδών αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 2 ΣΕΕ, όπως και είναι, δεδομένου ότι τα δικαιώματα στην ελευθερία έκφρασης και γνώμης συνιστούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ότι η ελευθερία, η πολυφωνία και η ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στη δημοκρατική κοινωνία, μεταξύ άλλων λειτουργώντας ως μέσο ελέγχου της κυβέρνησης και της κρατικής εξουσίας·

6. καλεί τα κράτη μέλη να προβούν σε ανεξάρτητη επανεξέταση των συναφών νόμων και πρακτικών τους με σκοπό την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας και πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης·

7. εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για τις κακοποιήσεις, τα εγκλήματα και τις θανάσιμες επιθέσεις που εξακολουθούν να διαπράττονται σε βάρος δημοσιογράφων και εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης στα κράτη μέλη εξαιτίας των δραστηριοτήτων τους· προτρέπει τα κράτη μέλη να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψουν αυτές τις πράξεις βίας, να διασφαλίσουν τη λογοδοσία και να αποτρέψουν την ατιμωρησία και να φροντίσουν ώστε τα θύματα και οι οικογένειές τους να έχουν πρόσβαση στα κατάλληλα ένδικα μέσα· καλεί τα κράτη μέλη να συστήσουν έναν ανεξάρτητο και αμερόληπτο κανονιστικό φορέα, σε συνεργασία με οργανώσεις δημοσιογράφων, για να επιβλέπει, να τεκμηριώνει και να αναφέρει περιπτώσεις βίας και απειλών κατά δημοσιογράφων και να ασχολείται με την προστασία και την ασφάλεια των δημοσιογράφων σε εθνικό επίπεδο· καλεί περαιτέρω α κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως τη σύσταση CM/Rec(2016)4 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία της δημοσιογραφίας και την ασφάλεια των δημοσιογράφων και άλλων παραγόντων των μέσων ενημέρωσης·

8. εκφράζει την ανησυχία του για τις επιδεινούμενες συνθήκες εργασίας των δημοσιογράφων και τον βαθμό ψυχολογικής βίας που αυτοί βιώνουν· καλεί ως εκ τούτου τα κράτη μέλη να καταρτίσουν εθνικά σχέδια δράσης, σε στενή συνεργασία με τις οργανώσεις δημοσιογράφων, για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των δημοσιογράφων και την προστασία τους από την ψυχολογική βία·

9. ανησυχεί για την κατάσταση της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης στη Μάλτα, μετά τη δολοφονία, τον Οκτώβριο του 2017, της δημοσιογράφου Daphne Caruana Galizia, η οποία ασχολούνταν με θέματα διαφθοράς και είχε υποστεί επίσης παρενόχληση, μεταξύ άλλων και προληπτικά εντάλματα δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών της και απειλές από πολυεθνικές εταιρείες·

10. επικροτεί την απόφαση να πάρει η αίθουσα Τύπου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το όνομα της δολοφονημένης δημοσιογράφου Daphne Caruana Galizia· επαναλαμβάνει σε αυτό το πλαίσιο την έκκλησή του για τη θέσπιση ενός ετήσιου βραβείου ερευνητικής δημοσιογραφίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που θα φέρει το όνομά της·

11. καλεί τα κράτη μέλη να στηρίξουν πλήρως την πρωτοβουλία που δρομολόγησαν οι Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα για τη δημιουργία θέσης Ειδικού Εκπροσώπου στη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ, με αντικείμενο την ασφάλεια των δημοσιογράφων·

12. καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν, νομικά και πρακτικά, ένα ασφαλές και σίγουρο περιβάλλον για τους δημοσιογράφους και άλλους παράγοντες των μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων αλλοδαπών δημοσιογράφων που ασκούν τις δημοσιογραφικές τους δραστηριότητες στα κράτη μέλη της ΕΕ, έτσι ώστε να μπορούν να εκτελούν την εργασία τους με πλήρη ανεξαρτησία και χωρίς αδικαιολόγητες παρεμβάσεις –όπως απειλή βίας, παρενόχληση, οικονομικές και πολιτικές πιέσεις, πιέσεις για να αποκαλύψουν εμπιστευτικές πηγές και υλικά, και στοχευμένη παρακολούθηση· τονίζει την ανάγκη να εγγυηθούν τα κράτη μέλη αποδοτικές διαδικασίες νομικής προσφυγής κατά των ανωτέρω παρεμβάσεων, σε όσους δημοσιογράφους των οποίων η ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματός τους έχει απειληθεί· τονίζει τη σημασία της υιοθέτησης μιας προσέγγισης που κατά την εξέταση μέτρων για την ασφάλεια των δημοσιογράφων θα λαμβάνει υπόψη τη διάσταση του φύλου·

13. υπογραμμίζει τη σημασία της διασφάλισης κατάλληλων συνθηκών εργασίας για τους δημοσιογράφους και τους εργαζομένους στα μέσα ενημέρωσης, σε πλήρη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, προκειμένου να αποφεύγονται οι αδικαιολόγητες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις, η εξάρτηση, η τρωτότητα και η αστάθεια, και κατ’ επέκταση ο κίνδυνος αυτολογοκρισίας· τονίζει ότι η ανεξάρτητη δημοσιογραφία δεν μπορεί να διασφαλίζεται και να προωθείται μόνο από την αγορά· ζητεί ως εκ τούτου από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να προωθήσουν νέα, κοινωνικά βιώσιμα οικονομικά μοντέλα, για τη χρηματοδότηση και τη στήριξη της ποιοτικής και ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, και να μεριμνήσουν για την ακριβή ενημέρωση των πολιτών· καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη χρηματοδοτική στήριξη προς παρόχους δημόσιων υπηρεσιών και προς την ερευνητική δημοσιογραφία και να μην παρεμβαίνουν στις συντακτικές αποφάσεις·

14. καταδικάζει απόπειρες των κυβερνήσεων να φιμώσουν τα επικριτικά μέσα ενημέρωσης και να καταστρατηγήσουν την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων περισσότερο εξελιγμένους τρόπους που συνήθως δεν ενεργοποιούν συναγερμό στην Πλατφόρμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία της Δημοσιογραφίας και την Ασφάλειας των Δημοσιογράφων, όπως όταν μέλη της κυβέρνησης και φίλοι τους εξαγοράζουν εμπορικά μέσα ενημέρωσης ή σφετερίζονται μέσα του δημόσιου τομέα για την εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων·

15. επισημαίνει την ανάγκη στήριξης και διεύρυνσης του πεδίου δραστηριοτήτων του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ελευθερία του Τύπου και των Μέσων Ενημέρωσης (European Center for Press and Media Freedom), ιδίως όσον αφορά τη νομική στήριξη που αυτό παρέχει σε δημοσιογράφους που δέχονται απειλές·

16. υπογραμμίζει ότι οι εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης εργάζονται συχνά σε συνθήκες επισφάλειας σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις, τους μισθούς και τις κοινωνικές εγγυήσεις τους, γεγονός που δεν τους επιτρέπει να εργάζονται σωστά και συνεπώς παρακωλύει την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης·

17. αναγνωρίζει ότι η ελευθερία της έκφρασης μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς —υπό τον όρο να προβλέπονται με νόμο, να επιδιώκουν ένα θεμιτό σκοπό και να είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία— προς το συμφέρον, μεταξύ άλλων, της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων· εκφράζει εντούτοις την ανησυχία του για τις αρνητικές και ανασταλτικές επιπτώσεις που οι νόμοι περί συκοφαντικής δυσφήμησης μπορεί να έχουν στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, της ελευθερίας του Τύπου και του δημοσίου διαλόγου· καλεί τα κράτη μέλη να αποφεύγουν οποιαδήποτε κατάχρηση των νόμων περί συκοφαντικής δυσφήμησης, επιτυγχάνοντας μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, συμπεριλαμβανομένης της υπόληψης, και ταυτόχρονα να διασφαλίσουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και να αποφεύγουν τις πολύ αυστηρές και δυσανάλογες ποινές και κυρώσεις, σε συμφωνία με τα κριτήρια που ορίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ/ECtHR)·

18. καλεί την Επιτροπή να προτείνει οδηγία Anti-SLAPP εναντίον των στρατηγικού χαρακτήρα μηνύσεων κατά της δημόσιας συμμετοχής (SLAPP, Strategic lawsuit against public participation) που θα παρέχει προστασία σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης από κακόβουλες μηνύσεις που στόχο έχουν να τα φιμώσουν ή να τα εκφοβίσουν στο εσωτερικό της ΕΕ·

19. θεωρεί ότι η συμμετοχή στις δημοκρατικές διαδικασίες βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση σε πληροφορίες και γνώσεις· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να αναπτύξουν κατάλληλες πολιτικές για την εξασφάλιση της καθολικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και για την αναγνώριση της πρόσβασης στο διαδίκτυο –συμπεριλαμβανομένης της δικτυακής ουδετερότητας– ως θεμελιώδους δικαιώματος·

20. θεωρεί λυπηρή την απόφαση που έλαβε η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών των ΗΠΑ για την κατάργηση των κανόνων του 2015 περί δικτυακής ουδετερότητας, και επισημαίνει τις αρνητικές συνέπειες που αυτή η απόφαση, σε έναν παγκόσμια διασυνδεδεμένο ψηφιακό κόσμο, ενδέχεται να έχει για το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφόρηση χωρίς διακρίσεις· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη να επιδιώξουν την ενίσχυση της αρχής της δικτυακής ουδετερότητας, αξιοποιώντας και αναπτύσσοντας περαιτέρω τις κατευθυντήριες οδηγίες του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) για την εφαρμογή ευρωπαϊκών κανόνων δικτυακής ουδετερότητας από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές·

21. υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν τα ανεξάρτητα και πολυφωνικά μέσα ενημέρωσης στον πολιτικό διάλογο και στο δικαίωμα πλουραλιστικής ενημέρωσης τόσο κατά τη διάρκεια των εκλογών όσο και στις ενδιάμεσες περιόδους· τονίζει την ανάγκη εξασφάλισης πλήρους ελευθερίας έκφρασης για όλους τους πολιτικούς παράγοντες, σε συμφωνία με τις διατάξεις της ICERD, και την ανάγκη υπολογισμού του χρόνου εκπομπής στα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά μέσα βάσει δημοσιογραφικών και επαγγελματικών κριτηρίων και όχι βάσει του βαθμού θεσμικής εκπροσώπησης που διαθέτουν ή των πολιτικών απόψεων·

22. καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να μην λαμβάνουν περιττά μέτρα που έχουν ως στόχο να περιορίζουν αυθαιρέτως την πρόσβαση στο διαδίκτυο και την άσκηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων ή να ελέγχουν τα δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, όπως η έγκριση κατασταλτικών κανόνων για την εγκατάσταση και τη λειτουργία μέσων ενημέρωσης και/ή ιστοτόπων, η αυθαίρετη προσφυγή στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ο τεχνικός έλεγχος επί των ψηφιακών τεχνολογιών —π.χ. αποκλεισμός, φιλτράρισμα, παρεμβολή και κλείσιμο ψηφιακών χώρων— ή η εκ των πραγμάτων ιδιωτικοποίηση μέτρων ελέγχου μέσω της άσκησης πίεσης στους ενδιάμεσους φορείς προκειμένου να ενεργήσουν για να περιορίσουν ή να διαγράψουν διαδικτυακό περιεχόμενο· καλεί ακόμη την ΕΕ και τα κράτη μέλη να αποτρέψουν τη λήψη τέτοιων μέτρων από ιδιωτικούς φορείς·

23. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την πλήρη διαφάνεια των ιδιωτικών εταιρειών και των κυβερνήσεων κατά τη χρήση αλγορίθμων, τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, που δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται και να αναπτύσσονται κατά τρόπο και με σκοπό τον αυθαίρετο αποκλεισμό, το φιλτράρισμα και την αφαίρεση διαδικτυακού περιεχομένου, και να εγγυηθούν ότι κάθε ψηφιακή πολιτική και στρατηγική της ΕΕ θα πρέπει να καταρτίζεται βασιζόμενη σε μια προσέγγιση με γνώμονα τα ανθρώπινα δικαιώματα, να παρέχει κατάλληλα μέσα προσφυγής και κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες και να συμμορφώνεται πλήρως με τις συναφείς διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και της ΕΣΑΔ·

24. επαναλαμβάνει ότι ο κυβερνοεκφοβισμός, το πορνό της εκδίκησης και το υλικό με σεξουαλική καοκοποίηση παιδιών είναι ένα αυξανόμενο πρόβλημα στις κοινωνίες μας και μπορούν να έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις, ειδικά στους νέους και τα παιδιά, και τονίζει ότι το συμφέρον και τα δικαιώματα των ανηλίκων πρέπει να γίνονται απολύτως σεβαστά στο πλαίσιο των μέσων μαζικής ενημέρωσης· προτρέπει όλα τα κράτη μέλη να καταρτίσουν μια μελλοντοστραφή νομοθεσία για την αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων, που να περιλαμβάνει και διατάξεις για τον εντοπισμό, την επισήμανση (flagging) και την αφαίρεση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όποιου περιεχομένου θίγει έκδηλα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια· προτρέπει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την ανάπτυξη αποτελεσματικών αντι-αφηγημάτων και την παροχή σαφών κατευθυντήριων γραμμών που να δημιουργούν ασφάλεια δικαίου και προβλεψιμότητα για χρήστες, παρόχους υπηρεσιών και για τον τομέα του διαδικτύου ως σύνολο, και ταυτόχρονα να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής σε συμφωνία με το εθνικό δίκαιο, ώστε να υπάρχει αντίδραση απέναντι στην κατάχρηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τρομοκρατικούς σκοπούς· τονίζει πάντως ότι τυχόν μέτρα για τον περιορισμό ή την αφαίρεση του διαδικτυακού περιεχομένου θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο υπό καθορισμένες, ρητές και νόμιμες προϋποθέσεις και υπό αυστηρή δικαστική εποπτεία, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ/ECtHR) και το άρθρο 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

25. λαμβάνει γνώση του κώδικα δεοντολογίας για την καταπολέμηση της παράνομης ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο τον οποίο προωθεί η Επιτροπή· επισημαίνει το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που έχει αφεθεί στις ιδιωτικές εταιρείες για να προσδιορίζουν τι συνιστά «παρανομία» και ζητεί να περιοριστούν αυτά τα περιθώρια, ώστε να αποτραπεί κάθε κίνδυνος λογοκρισίας και αυθαίρετου περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης·

26. επαναβεβαιώνει ότι η ανωνυμία και η κρυπτογράφηση είναι βασικά εργαλεία για την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την προώθηση της εμπιστοσύνης στις ψηφιακές υποδομές και επικοινωνίες, και την προστασία της εμπιστευτικότητας των δημοσιογραφικών πηγών· αναγνωρίζει ότι η κρυπτοθέτηση και η ανωνυμία παρέχουν την ιδιωτικότητα και την ασφάλεια που είναι αναγκαίες για την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης στην ψηφιακή εποχή, και υπενθυμίζει ότι η ελεύθερη πρόσβαση στην ενημέρωση προϋποθέτει την προστασία των προσωπικών πληροφοριών που οι πολίτες εισάγουν στο πλαίσιο των διαδικτυακών δραστηριοτήτων τους· λαμβάνει υπό σημείωση ότι η κρυπτοθέτηση και η ανωνυμία μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε καταχρήσεις και παρατυπίες και να δυσχεράνουν την πρόληψη εγκληματικών δραστηριοτήτων και τη διενέργεια ερευνών, όπως επισημαίνεται και από ειδικούς της επιβολής του νόμου και του αντιτρομοκρατικού αγώνα· υπενθυμίζει ότι οι περιορισμοί όσον αφορά την κρυπτοθέτηση και την ανωνυμία πρέπει να τηρούν τις αρχές της νομιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να προσυπογράψουν πλήρως και να υλοποιήσουν τις συστάσεις που περιέχονται στην έκθεση της 22ας Μαΐου 2015 του ειδικού εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για την προαγωγή και την προάσπιση της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, σε ό,τι αφορά τη χρήση της κρυπτοθέτησης και της ανωνυμίας στις ψηφιακές επικοινωνίες·

27. ενθαρρύνει την ανάπτυξη κωδίκων δεοντολογίας για τους δημοσιογράφους, καθώς και για εκείνους που συμμετέχουν στη διαχείριση μέσων ενημέρωσης, με σκοπό να διασφαλίζεται η πλήρης ανεξαρτησία των δημοσιογράφων και των φορέων ενημέρωσης·

28. υπογραμμίζει ότι οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με πολλά εμπόδια κατά την έρευνα και τη δίωξη των διαδικτυακών αδικημάτων, μεταξύ άλλων και λόγω των διαφορών που παρατηρούνται μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών της ΕΕ·

29. σημειώνει ότι στο εξελισσόμενο οικοσύστημα των ψηφιακών μέσων έχουν προκύψει νέοι μεσάζοντες που έχουν την ικανότητα να επηρεάζουν και να ελέγχουν τις πληροφορίες και τις ιδέες στο διαδίκτυο αποκτώντας λειτουργίες και εξουσίες για τον έλεγχο εισόδου· υπογραμμίζει ότι πρέπει να υπάρχουν επαρκείς ανεξάρτητοι και αυτόνομοι διαδικτυακοί δίαυλοι, υπηρεσίες και πηγές, με τη δυνατότητα να παρέχουν στο κοινό πληθώρα απόψεων και δημοκρατικών ιδεών επί θεμάτων γενικού ενδιαφέροντος· καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν νέες ή ήδη υφιστάμενες εθνικές πολιτικές και μέτρα στο θέμα αυτό·

30. αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα της παραπληροφόρησης, ή των λεγόμενων «ψευδών ειδήσεων» (fake/false news), έχει οξυνθεί λόγω του νέου ψηφιακού περιβάλλοντος· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο, ούτε εμφανίζεται μόνο στο διαδικτυακό περιβάλλον· τονίζει τη σημασία του να διασφαλιστεί το δικαίωμα για ποιοτική ενημέρωση μέσω της μεγαλύτερης πρόσβασης των πολιτών σε αξιόπιστες πληροφορίες και τη σημασία του να προλαμβάνεται η διάχυση της επιγραμμικής και απογραμμικής παραπληροφόρησης· υπενθυμίζει ότι η χρήση του όρου «ψευδείς ειδήσεις» δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αποσκοπεί στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τα μέσα ενημέρωσης ή στην κηλίδωση και ποινικοποίηση των επικριτών· εκφράζει την ανησυχία του για την πιθανή απειλή που η έννοια των ψευδών ειδήσεων μπορεί να εγκυμονεί για την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης και για την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, και παράλληλα υπογραμμίζει τις αρνητικές συνέπειες που η διασπορά ψευδών ειδήσεων μπορεί να έχει για την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου και για την καλά ενημερωμένη συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική κοινωνία· τονίζει τη σημασία της δημιουργίας αποτελεσματικών μηχανισμών αυτορρύθμισης, θεμελιωμένων στις αρχές της ακρίβειας και της διαφάνειας, που θα ορίζουν τις κατάλληλες υποχρεώσεις και τα μέσα για την επαλήθευση των πηγών, καθώς και τη σημασία της διασταύρωσης των πραγματικών περιστατικών από ανεξάρτητους και αμερόληπτους πιστοποιημένους τρίτους οργανισμούς επαλήθευσης, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η προστασία της ενημέρωσης·

31. προτρέπει τις εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τις διαδικτυακές πλατφόρμες να αναπτύξουν εργαλεία που θα επιτρέπουν στον χρήστη να αναφέρει και να επισημαίνει (flag) πιθανές ψευδείς ειδήσεις, ώστε να διευκολύνεται η άμεση διόρθωση και να είναι δυνατός ο έλεγχος από ανεξάρτητους και αμερόληπτους πιστοποιημένους τρίτους οργανισμούς επαλήθευσης, επιφορτισμένους με την εκπόνηση επακριβών ορισμών περί ψευδούς είδησης και παραπληροφόρησης, προκειμένου να μειωθεί το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που προσφέρεται στους φορείς του ιδιωτικού τομέα, και να συνεχίσουν να προβάλλουν και να επιγράφουν ως «ψευδή είδηση» τις πληροφορίες που έχουν αποκαλυφθεί ότι είναι ψευδείς, με σκοπό να τονωθεί ο δημόσιος διάλογος και να προλαμβάνεται κάθε επανεμφάνιση της ίδιας παραπληροφόρησης υπό διαφορετική μορφή·

32. επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής να συγκροτήσει μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για τις ψευδείς ειδήσεις και την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο, αποτελούμενη από εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, οργανισμών ειδησεογραφικών μέσων, δημοσιογράφων και του πανεπιστημιακού κόσμου, με σκοπό την ανάλυση αυτών των αναδυόμενων απειλών και την υποβολή προτάσεων για αποτελεσματικά μέτρα τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο·

33. υπογραμμίζει την ευθύνη των φορέων του διαδικτύου να μη διασπείρουν ανεπιβεβαίωτες ή αναληθείς πληροφορίες με αποκλειστικό σκοπό την αύξηση της ηλεκτρονικής επισκεψιμότητας μέσω της χρήσης του λεγόμενου «δολώματος για κλικ» (clickbait)·

34. αναγνωρίζει ότι ο ρόλος και οι επενδύσεις των εκδοτών Τύπου στην ερευνητική, επαγγελματική και ανεξάρτητη δημοσιογραφία είναι ουσιώδους σημασίας για τον αγώνα κατά της εξάπλωσης των ψευδών» ειδήσεων, και τονίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της πολυφωνίας στο συντακτικό περιεχόμενο· προτρέπει τόσο την Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη να επενδύσουν επαρκείς οικονομικούς πόρους στον γραμματισμό στα μέσα και στον ψηφιακό γραμματισμό καθώς και στην ανάπτυξη επικοινωνιακών στρατηγικών, από κοινού με τους διεθνείς οργανισμούς και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να αποκτήσουν οι πολίτες και οι χρήστες του διαδικτύου να αναγνωρίζουν και να γνωρίζουν τις αμφίβολες πηγές ενημέρωσης και να εντοπίζουν και να εκθέτουν εσκεμμένα κάθε τυχόν ψευδές περιεχόμενο και προπαγάνδα· προς το σκοπό αυτό, προτρέπει επίσης τα κράτη μέλη να ενσωματώσουν στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα·τον γραμματισμό στα μέσα και στην πληροφορία· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει βέλτιστες πρακτικές σε εθνικό επίπεδο για τη διασφάλιση της ποιότητας της δημοσιογραφίας και της αξιοπιστίας των δημοσιευόμενων πληροφοριών·

35. επαναλαμβάνει το δικαίωμα του κάθε ατόμου να αποφασίζει σχετικά με την τύχη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του, ιδίως το αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της χρήσης, της δημοσιοποίησης πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα στη λήθη, που ορίζεται ως η δυνατότητα για την άμεση αφαίρεση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους δικτυακούς τόπους αναζήτησης περιεχομένου που ενδέχεται να είναι επιζήμιο για την αξιοπρέπεια του ατόμου·

37. αναγνωρίζει ότι το διαδίκτυο και εν γένει η ανάπτυξη του ψηφιακού περιβάλλοντος έχει διευρύνει το πεδίο εφαρμογής αρκετών ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως καταδεικνύεται, για παράδειγμα, από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Μαΐου 2014 στην υπόθεση C-131/12 Google Spain SL και Google Inc κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) και Mario Costeja González(11)· καλεί, εν προκειμένω, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δρομολογήσουν μια συμμετοχική διαδικασία για την κατάρτιση ενός Ευρωπαϊκού Χάρτη των Δικαιωμάτων στο Διαδίκτυο, λαμβάνοντας υπόψη τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί στα κράτη μέλη —ιδίως την ιταλική διακήρυξη των δικαιωμάτων στο διαδίκτυο— και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημεία αναφοράς, από κοινού με τις σχετικές ευρωπαϊκές και διεθνείς πράξεις στον τομέα του διεθνούς δικαίου, για τη ρύθμιση της ψηφιακής σφαίρας·

38. τονίζει τον καίριο ρόλο των καταγγελτών όσον αφορά τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και την προώθηση μιας νοοτροπίας δημόσιας λογοδοσίας και ακεραιότητας τόσο στους δημόσιους όσο και στους ιδιωτικούς φορείς· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταρτίσουν και να θέσουν σε εφαρμογή το κατάλληλο, προηγμένο και συνολικό πλαίσιο μιας κοινής ευρωπαϊκής νομοθεσίας που θα προστατεύει τους καταγγέλτες, χάρη στην πλήρη αποδοχή των συστάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης και των πρόσφατων ψηφισμάτων του Κοινοβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου και 24ης Οκτωβρίου 2017·· θεωρεί απαραίτητο να είναι οι μηχανισμοί υποβολής αναφορών προσβάσιμοι, ασφαλείς και προστατευμένοι, και να διερευνώνται από επαγγελματίες οι ισχυρισμοί των καταγγελτών και των ερευνητών δημοσιογράφων·

39. τονίζει ότι η νομική προστασία των καταγγελτών όταν αποκαλύπτουν δημοσίως πληροφορίες στηρίζεται ειδικά στο δικαίωμα του κοινού να λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες· τονίζει ότι ένα άτομο δεν θα πρέπει να χάνει το ευεργέτημα της προστασίας για τον λόγο και μόνον ότι υπέπεσε σε λανθασμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν πραγματοποιήθηκε η δυνητική απειλή κατά του γενικού συμφέροντος, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ήταν αληθής· υπενθυμίζει ότι τα πρόσωπα τα οποία εν γνώσει τους υποβάλλουν εσφαλμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να θεωρούνται καταγγέλλτες και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να υπάγονται στους μηχανισμούς προστασίας· τονίζει ακόμη ότι οποιοδήποτε πρόσωπο υφίσταται βλάβη. άμεσα ή έμμεσα, από την αναφορά ή προβολή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, θα πρέπει να διαθέτει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής·

40. παροτρύνει τόσο την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη να εγκρίνουν μέτρα για την προστασία του απορρήτου των πηγών πληροφόρησης με σκοπό την αποφυγή οποιωνδήποτε ενεργειών εισάγουν διακρίσεις ή συνιστούν απειλές·

41. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι παρέχονται στους δημοσιογράφους τα κατάλληλα εργαλεία για να ζητούν και να λαμβάνουν πληροφορίες από την ΕΕ και τις δημόσιες διοικητικές αρχές των κρατών μελών, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, χωρίς να έρχονται αντιμέτωποι με αυθαίρετες αποφάσεις που στερούν το εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης· επισημαίνει ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται με άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από δημοσιογράφους ή από πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που λαμβάνονται από καταγγέλτες, είναι συμπληρωματικές αλλά και ζωτικής σημασίας για τη δυνατότητα των δημοσιογράφων να ανταποκρίνονται στην αποστολή τους της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος· επαναλαμβάνει ότι η πρόσβαση σε δημόσιες πηγές και γεγονότα θα πρέπει να εξαρτάται από αντικειμενικά, αμερόληπτα και διαφανή κριτήρια·

42. τονίζει ότι η ελευθερία του Τύπου απαιτεί ανεξαρτησία από την πολιτική και οικονομική εξουσία, πράγμα που προϋποθέτει ισότιμη μεταχείριση ανεξαρτήτως του συντακτικού προσανατολισμού του μέσου· επαναλαμβάνει τη σημασία της προστασίας της δημοσιογραφίας εκείνης που χρησιμοποιεί μηχανισμούς που εμποδίζουν τη συγκέντρωση σε ενιαίες ομάδες, μονοπώλια ή οιονεί μονοπώλια, διασφαλίζοντας τον ελεύθερο ανταγωνισμό και τη συντακτική ποικιλομορφία· καλεί τα κράτη μέλη να εγκρίνουν και να θέσουν σε εφαρμογή έναν κανονισμό για την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης, ώστε να αποφευχθεί η οριζόντια συγκέντρωση της ιδιοκτησίας στον τομέα των μέσων ενημέρωσης καθώς και η έμμεση και διασταυρούμενη ιδιοκτησία μέσων ενημέρωσης, και να διασφαλιστεί η διαφάνεια και η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αφορούν την ιδιοκτησία, τις πηγές χρηματοδότησης και τη διοίκηση των μέσων ενημέρωσης και η εύκολη πρόσβαση των πολιτών σε αυτές τις πληροφορίες· υπογραμμίζει τη σημασία του να ισχύουν οι κατάλληλοι περιορισμοί στην ιδιοκτησία μέσων ενημέρωσης για τα πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα και τη σημασία των μηχανισμών ανεξάρτητης εποπτείας και αποτελεσματικής συμμόρφωσης, ώστε να προλαμβάνονται οι συγκρούσεις συμφερόντων και οι στρατηγικές μεταπήδησης (revolving doors)· θεωρεί ουσιώδους σημασίας την ύπαρξη ανεξάρτητων και αμερόληπτων εθνικών αρχών που να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εποπτεία του τομέα των οπτικοακουστικών μέσων·

43. παροτρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν δικές τους στρατηγικές ικανότητες και να συνεργαστούν με τις τοπικές κοινότητες στην ΕΕ και στις γειτονικές της χώρες προκειμένου να προαχθεί η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης και να επικοινωνούνται οι πολιτικές της ΕΕ με συνεκτικό και αποτελεσματικό τρόπο·

44. καλεί τα κράτη μέλη να στηρίξουν πλήρως και να προσυπογράψουν τη σύσταση της 7ης Μαρτίου 2018 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης και τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης·

45. υπενθυμίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί για τη διατήρηση της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης, όπως επισημαίνεται στο Πρωτόκολλο αριθ. 29 της Συνθήκης· καλεί τα κράτη μέλη να τους παράσχουν τα οικονομικά και τεχνικά μέσα που είναι αναγκαία για την άσκηση της κοινωνικής τους λειτουργίας και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος· καλεί τα κράτη μέλη να εγγυηθούν προς το σκοπό αυτό, μέσω σαφώς καθορισμένων κανονιστικών πλαισίων, την συντακτική ανεξαρτησία των ανωτέρω από κάθε μορφή κυβερνητικής, πολιτικής ή εμπορικής ανάμειξης ή επιρροής και ταυτόχρονα να διασφαλίσουν πλήρη διοικητική αυτονομία και ανεξαρτησία· σε όλους τους δημόσιους φορείς και οντότητες που ασκούν αρμοδιότητες στους τομείς της ραδιοτηλεόρασης και των τηλεπικοινωνιών·

46. καλεί τα κράτη μέλη να εναρμονίσουν την πολιτική τους στο θέμα της αδειοδότησης εθνικών ραδιοτηλεοπτικών εταιρειών με την αρχή του σεβασμού της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης· τονίζει ότι τα τέλη που χρεώνονται και η αυστηρότητα των υποχρεώσεων που συνδέονται με την έκδοση των αδειών θα πρέπει να υπόκεινται σε ελέγχους και να μην θέτουν σε κίνδυνο την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης·

47. καλεί την Επιτροπή να ελέγχει κατά πόσο τα κράτη μέλη παραχωρούν ραδιοτηλεοπτικές άδειες βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων·

48. συνιστά, προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η ελευθερία και η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, να απαγορευθεί ή τουλάχιστον να γίνει απολύτως διαφανής η συμμετοχή στις δημόσιες συμβάσεις για επιχειρήσεις των οποίων ο τελικός ιδιοκτήτης κατέχει επίσης μια εταιρεία μέσων ενημέρωσης· προτείνει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις σχετικά με κάθε δημόσια χρηματοδότηση που παρέχεται σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης και να παρακολουθείται τακτικά το σύνολο της δημόσιας χρηματοδότησης που παρέχεται στους ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης· τονίζει ότι οι ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης δεν θα πρέπει να έχουν καταδικαστεί ή κριθεί ένοχοι για κανένα ποινικό αδίκημα·

49. τονίζει ότι οποιαδήποτε δημόσια χρηματοδότηση των οργανώσεων μέσων ενημέρωσης θα πρέπει να παρέχεται βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων που δεν εισάγουν διακρίσεις και τα οποία θα γνωστοποιούνται εκ των προτέρων σε όλα τα μέσα ενημέρωσης·

50. υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να βρουν τρόπους υποστήριξης των μέσων ενημέρωσης, διασφαλίζοντας για παράδειγμα την ουδετερότητα του ΦΠΑ, όπως συστήνει στο ψήφισμά του της 13ης Οκτωβρίου 2011 σχετικά με το μέλλον του ΦΠΑ(12), και υποστηρίζοντας πρωτοβουλίες σχετικές με τα μέσα ενημέρωσης·

51. καλεί την Επιτροπή να προβλέψει μόνιμη και επαρκή χρηματοδότηση στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της ΕΕ, για τη στήριξη του Παρατηρητηρίου για την Πολυφωνία στα Μέσα Ενημέρωσης που υπάγεται στο Κέντρο για την Πολυφωνία και την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης, και να δημιουργήσει έναν ετήσιο μηχανισμό αξιολόγησης των κινδύνων για την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης στα κράτη μέλη της ΕΕ· τονίζει ότι ο ίδιος μηχανισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται για τη μέτρηση της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης σε υποψήφιες προς ένταξη χώρες και ότι τα αποτελέσματα του Παρατηρητηρίου για την Πολυφωνία στα Μέσα Ενημέρωσης θα πρέπει να επηρεάζουν σημαντικά την πρόοδο της διαπραγματευτικής διαδικασίας·

52. καλεί την Επιτροπή να παρακολουθήσει και να συλλέξει πληροφορίες και στατιστικά στοιχεία σχετικά με την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης σε όλα τα κράτη μέλη και να αναλύσει προσεκτικά περιπτώσεις παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των δημοσιογράφων, τηρώντας παράλληλα την αρχή της επικουρικότητας·

53. τονίζει την ανάγκη προώθησης της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των ρυθμιστικών οπτικοακουστικών αρχών των κρατών μελών·

54. καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις συστάσεις που περιέχονται στο ψήφισμά του, της 25ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με την καθιέρωση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα(13)· καλεί προς το σκοπό αυτό την Επιτροπή, κατά την κατάρτιση της ετήσιας έκθεσης για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ), να συμπεριλάβει τα αποτελέσματα και τις συστάσεις του Παρατηρητηρίου για την Πολυφωνία στα Μέσα Ενημέρωσης που αφορούν τους κινδύνους για την πολυφωνία και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην ΕΕ·

55. ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για βελτίωση του γραμματισμού στα μέσα επικοινωνίας και να προωθήσουν επιμορφωτικές και παιδαγωγικές πρωτοβουλίες για όλους τους πολίτες μέσω επίσημης, ανεπίσημης και άτυπης εκπαίδευσης με μια προοπτική δια βίου μάθησης και δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην αρχική και συνεχή κατάρτιση και υποστήριξη του διδακτικού προσωπικού, καθώς και ενθαρρύνοντας τον διάλογο και τη συνεργασία μεταξύ του τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης και όλων των ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης, της κοινωνίας των πολιτών και οργανώσεων των νέων· επαναδιατυπώνει την ανάγκη να στηριχθούν καινοτόμα και κατάλληλα για την κάθε ηλικία εργαλεία για την προώθηση της χειραφέτησης και της ηλεκτρονικής ασφάλειας ως υποχρεωτικά στοιχεία του προγράμματος σπουδών στα σχολεία και για τη γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος τόσο μέσω ειδικών προγραμμάτων εξοικείωσης με την τεχνολογία όσο και με επαρκείς επενδύσεις σε υποδομές, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καθολική πρόσβαση στην ενημέρωση·

56. τονίζει ότι η ανάπτυξη της κριτικής αξιολόγησης και ανάλυσης σε θέματα που αφορούν τη χρήση και δημιουργία του περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης είναι θεμελιώδης για να κατανοούν οι πολίτες τα θέματα που απασχολούν την επικαιρότητα και να συμβάλλουν στον δημόσιο βίο, καθώς και για να γνωρίζουν τόσο τις μετασχηματιστικές δυνατότητες όσο και τις απειλές που είναι εγγενείς σε ένα όλο και πιο πολύπλοκο και διασυνδεδεμένο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης· τονίζει ότι ο γραμματισμός στα μέσα επικοινωνίας αποτελεί βασικότατη δημοκρατική δεξιότητα που ενδυναμώνει τους πολίτες· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν ειδικά μέτρα για να προωθήσουν και να υποστηρίξουν σχέδια γραμματισμού στα μέσα ενημέρωσης, όπως το πιλοτικό πρόγραμμα «Media Literacy for All» (Γραμματισμός στα μέσα επικοινωνίας για όλους), και να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη πολιτική γραμματισμού στα μέσα που να αφορά τους πολίτες όλων των ηλικιακών ομάδων και όλους τους τύπους μέσων επικοινωνίας, ως αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση, υποστηριζόμενη από σχετικές ευκαιρίες χρηματοδότησης από την ΕΕ, όπως τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία και το πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020»·

57. σημειώνει με ανησυχία ότι, όπως επεσήμανε το 2006 το Παρατηρητήριο για την Πολυφωνία στα Μέσα Ενημέρωσης, η πρόσβαση μειονοτήτων, τοπικών και περιφερειακών κοινοτήτων, γυναικών και ατόμων με αναπηρία στα μέσα ενημέρωσης βρίσκεται σε κίνδυνο· τονίζει ότι τα μέσα ενημέρωσης χωρίς αποκλεισμούς είναι ουσιαστικής σημασίας σε ένα ανοικτό, ελεύθερο και πολυφωνικό τοπίο ενημέρωσης, και ότι όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε ανεξάρτητη πληροφόρηση στη μητρική τους γλώσσα, είτε πρόκειται για κρατική είτε για μειονοτική γλώσσα· τονίζει τη σημασία της παροχής επαρκών ευκαιριών εκπαίδευσης και επανεκπαίδευσης στους Ευρωπαίους δημοσιογράφους, ιδιαίτερα σε όσους εργάζονται σε λιγότερο χρησιμοποιούμενες και σε μειονοτικές γλώσσες· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν και να υποστηρίζουν την έρευνα, τα προγράμματα και τις πολιτικές που βελτιώνουν την πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, καθώς και τις σχετικές πρωτοβουλίες που αφορούν τις ευάλωτες μειονοτικές ομάδες (όπως το πιλοτικό πρόγραμμα για ευκαιρίες πρακτικής άσκησης για μέσα ενημέρωσης μειονοτικών γλωσσών), και να ενισχύουν τις ευκαιρίες συμμετοχής και έκφρασης όλων των πολιτών·

58. ενθαρρύνει τον κλάδο των μέσων ενημέρωσης να διασφαλίσει την ισότητα των φύλων στην πολιτική και την πρακτική των μέσων ενημέρωσης, μέσω μηχανισμών συν-ρύθμισης, εσωτερικών κωδίκων δεοντολογίας και άλλων εθελοντικών δράσεων·

59. παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διοργανώσουν κοινωνικές εκστρατείες, εκπαιδευτικά προγράμματα και περισσότερο στοχευμένη κατάρτιση και ευαισθητοποίηση (μεταξύ άλλων και για τους κλαδικούς φορείς λήψης αποφάσεων) με σκοπό την προώθηση αξιών και πρακτικών ισονομίας μέσω χρηματοδότησης και προώθησης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανισότητας μεταξύ των φύλων στον τομέα των μέσων ενημέρωσης·

60. συστήνει στην Επιτροπή να αναπτύξει μια τομεακή στρατηγική για τον κλάδο των ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης, η οποία θα βασίζεται στην καινοτομία και τη βιωσιμότητα· θεωρεί ότι η εν λόγω στρατηγική θα πρέπει να ενισχύει τη διασυνοριακή συνεργασία και τις συμπαραγωγές μεταξύ φορέων των μέσων ενημέρωσης στην ΕΕ, προκειμένου να αναδεικνύει την πολυμορφία τους και να προωθεί τον διαπολιτισμικό διάλογο, να ενδυναμώνει τη συνεργασία με τις αίθουσες Τύπου και οπτικοακουστικές υπηρεσίες όλων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, ιδίως του Κοινοβουλίου, και να προωθεί την κάλυψη και την προβολή των θεμάτων της ΕΕ από τα μέσα ενημέρωσης·

61. τονίζει τη σημασία του να αναπτυχθούν κι άλλα μοντέλα για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής δημόσιας πλατφόρμας μετάδοσης η οποία θα προάγει τις ενωσιακής κλίμακας πολιτικές συζητήσεις στη βάση των γεγονότων, της διαφωνίας και του σεβασμού, θα συμβάλλει στον πλουραλισμό των απόψεων στο νεοσύστατο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης και θα προωθεί την προβολή της ΕΕ στις εξωτερικές τις σχέσεις·

62. ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προστατεύουν την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και την ελευθερία του λόγου στις σύγχρονες τέχνες, προβάλλοντας τη δημιουργία των τεχνουργημάτων που εκφράζουν κοινωνικές ανησυχίες, ενθαρρύνουν την κριτική αντιπαράθεση και εμπνέουν τον αντίλογο.

63. τονίζει την ανάγκη κατάργησης του γεωγραφικού αποκλεισμού του περιεχομένου ενημερωτικών μέσων, ώστε να μπορούν οι πολίτες της ΕΕ να έχουν πρόσβαση διαδικτυακά, κατόπιν αιτήματος και υπό μορφή αναμετάδοσης στη ροή των τηλεοπτικών καναλιών άλλων κρατών μελών της ΕΕ·

64. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρονται τα εξής:

«Με την υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισαβόνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτοπροσδιορίστηκε ως μια κοινότητα αξιών στην οποία τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της. Η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένα από τα βασικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και με τις εργασίες διαφόρων διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ, ΟΑΣΕ, Συμβούλιο της Ευρώπης), αναπτύχθηκε και αποσαφηνίστηκε το πεδίο εφαρμογής της. Το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεύρυνε επισήμως το πεδίο εφαρμογής της, συγκαταλέγοντας την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων μαζικής ενημέρωσης στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας. Συνολικά, όλα τα παραπάνω μέσα εδραιώνουν τη συγκεκριμένη ευθύνη των κρατών μελών και της ίδιας της ΕΕ να προστατεύουν πλήρως αυτό το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και, παράλληλα, να λαμβάνουν θετικά μέτρα για την ενεργό προώθηση και πρόοδό του.

Πέρα από την εγγενή ιδιότητά του ως ανθρώπινο δικαίωμα, η ελευθερία της έκφρασης και τα πολυφωνικά και ανεξάρτητα μέσα μαζικής ενημέρωσης διαδραματίζουν επιπλέον έναν θεμελιώδη κοινωνικό ρόλο, καθώς ασκούν δημόσιο έλεγχο, προστατεύουν τους πολίτες από τις κρατικές και ιδιωτικές παραβιάσεις και τους ενθαρρύνουν να συμμετέχουν ενεργά στον δημοκρατικό βίο.

Οι συνθήκες ουσιαστικής ελευθερίας, πολυφωνίας και ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης από πολιτικές πιέσεις και οικονομικά συμφέροντα επιδεινώθηκαν στο διάστημα μετά την έγκριση του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Μαΐου 2013 με τίτλο «Χάρτης της ΕΕ: πρότυπες ρυθμίσεις για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης σε ολόκληρη την ΕΕ», όπως τονίζεται στα πορίσματα του Παγκόσμιου Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2017, που δημοσίευσαν οι Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα(1), και στα συμπεράσματα της έκθεσης πολιτικής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου για το 2017(2).

Οι απειλές για την ελευθερία έκφρασης και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης είναι πολλαπλές και περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα μέτρων που έχουν εφαρμοστεί τόσο από κρατικούς παράγοντες όσο και από ιδιωτικούς φορείς.

Βία, απειλές και πιέσεις προς δημοσιογράφους

Οι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να αποτελούν στόχο θανάσιμων επιθέσεων, ακόμη και στα κράτη μέλη της ΕΕ. Η δολοφονία της Μαλτέζας δημοσιογράφου Daphne Caruana Galizia δεν είναι παρά μόνο το τελευταίο συμβάν αυτής της σειράς περιστατικών. Όμως, οι πιέσεις προς δημοσιογράφους λαμβάνουν διάφορες και πολύπλευρες μορφές. Όπως επισημαίνεται από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, οι πιέσεις αυτές περιλαμβάνουν απειλές βίας· συμβάντα στο πλαίσιο δημόσιων συνελεύσεων· εικαζόμενες παρεμβάσεις από πολιτικούς παράγοντες· πιέσεις για την αποκάλυψη εμπιστευτικών πηγών και υλικού· παρεμβάσεις των υπηρεσιών ασφάλειας και πληροφοριών· χρηματοοικονομικές και οικονομικές πιέσεις(3). Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασμό με τις πολιτικές παρεμβάσεις και τον υψηλό βαθμό συγκέντρωσης στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, εντείνουν επίσης το φαινόμενο της αυτολογοκρισίας, όπως προκύπτει από τη μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο «Journalists under pressure: Unwarranted interference, fear and self-censorship in Europe» (Δημοσιογράφοι υπό πίεση: αδικαιολόγητες παρεμβολές, φόβος και αυτολογοκρισία στην Ευρώπη)(4). Η επιδείνωση των εργασιακών και οικονομικών συνθηκών στον τομέα των μέσων ενημέρωσης εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, σε συνδυασμό με την ανάδυση νέων διεθνών παραγόντων, όπως τεχνολογικοί κολοσσοί και πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης που κυριαρχούν στις αγορές διαδικτυακής διαφήμισης, και οι δημοσιονομικές περικοπές σε ορισμένα κράτη μέλη σε βάρος των δημόσιων μέσων ενημέρωσης, ενισχύουν την ανασφάλεια και την αυτολογοκρισία.

Η ψηφιακή σφαίρα

Οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν αναμφισβήτητα προσφέρει νέα μέσα ριζικής μεταμόρφωσης της συμμετοχικής δημοκρατίας, διεύρυνοντάς τη με επαναστατικό τρόπο και δίνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα να μετατραπούν από χρήστες πληροφοριών σε παραγωγούς πληροφοριών. Ο κίνδυνος της παραπληροφόρησης, ο οποίος είναι εγγενής στην ταχεία εξάπλωση του διαδικτυακού περιεχομένου, στις δυσκολίες έγκαιρης αντιμετώπισης και διόρθωσης, και στην εξουσία λογοκρισίας που μπορεί να ασκείται από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και τους τεχνολογικούς κολοσσούς, είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος. Ωστόσο, από την οπτική του διεθνούς δικαίου, το ζήτημα των «ψευδών ειδήσεων» πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερη προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν υπάρξει –και εξακολουθούν να είναι– εξίσου επιρρεπή στη διάδοση ψευδών ειδήσεων, και ότι η απαγόρευση αυτών έχει χρησιμοποιηθεί συχνά ως μέσο ελέγχου των μέσων ενημέρωσης και περιορισμού της συντακτικής ελευθερίας. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι παραπλανητικές πληροφορίες μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή ζημία (βλάπτοντας τη φήμη των ατόμων, παραβιάζοντας την ιδιωτική ζωή τους), όμως ο περιορισμός των ψευδών ειδήσεων δεν αποτελεί λύση. Η «αλήθεια» και η «αντικειμενικότητα» είναι διφορούμενες και επικίνδυνες έννοιες. Το αίτημα να δημοσιεύονται μόνον απολύτως αληθινές αναφορές δεν είναι μόνο μη ρεαλιστικό αλλά και ανελεύθερο. Επιπλέον, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ψηφιακή εποχή διευκόλυνε τη διασταύρωση των γεγονότων σε σύγκριση με τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης: η κατάχρηση ψηφιακού υλικού μπορεί να διερευνηθεί, εφόσον υπάρχει η θέληση, και το διαδίκτυο παρέχει τα μέσα και τις υποδομές για την επαλήθευση πηγών και γεγονότων. Επιτρέποντας στους δημόσιους λειτουργούς να αποφασίζουν τι είναι αλήθεια ισοδυναμεί με αποδοχή της άποψης ότι η εξουσία μπορεί να φιμώσει τις επικριτικές φωνές. Όσον αφορά τη «ρητορική μίσους» ή την «τρομοκρατία», η έννοια των «ψευδών ειδήσεων» είναι υπερβολικά ασαφής ώστε να αποτρέψει τις υποκειμενικές και αυθαίρετες ερμηνείες. Επίσης, δεν θα ήταν καθησυχαστικό να προβαίνουν σε τέτοιες εκτιμήσεις ιδιωτικές οντότητες όπως το Facebook, αντί των δημόσιων αρχών.

Εθνικά μέτρα και το δίλημμα της Κοπεγχάγης

Η εθνική ασφάλεια και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας εξελίσσονται σε κοινή διαδρομή για τα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα την έγκριση νομοθετικών πράξεων και άλλων μέτρων που αναμένεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως αποδεικνύεται από την υπόθεση Snowden και τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου. Η πρόσφατα θεσπισμένη εθνική νομοθεσία σε διάφορα κράτη μέλη για την ενίσχυση των εξουσιών παρακολούθησης που έχουν οι δυνάμεις ασφαλείας, οι αστυνομικές δυνάμεις και οι μυστικές υπηρεσίες, η παρακολούθηση των επικοινωνιών και η διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κινδυνεύουν – χωρίς τις κατάλληλες και δέουσες νομικές εγγυήσεις και ένδικα μέσα – να υπονομεύσουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης καθώς και άλλων θεμελιωδών ελευθεριών όπως, για παράδειγμα, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και την προστασία δεδομένων.

Παρόμοια μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη έκφραση και πληροφόρηση ή τις βασικές λειτουργίες των ελεύθερων και ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης, όπως παραδείγματος χάρη η ίδια η ύπαρξη των νόμων περί συκοφαντικής δυσφήμησης, είναι εξίσου ικανά να υπονομεύσουν τον δημοκρατικό διάλογο.

Οι υποψήφιες χώρες πρέπει να αποδείξουν ότι σέβονται, σύμφωνα με το άρθρο 49 ΣΕΕ, τις αξίες της ΕΕ που αναφέρονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, καθώς πρόκειται για υποχρέωση που κατοχυρώνεται στα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Ωστόσο, δεν υφίσταται κάποιο πραγματικό κείμενο της ΕΕ που να διασφαλίζει την ουσιαστική τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου από τα κράτη μέλη, πέραν της λεγόμενης «πυρηνικής επιλογής» του άρθρου 7 ΣΕΕ. Οι πολιτικές παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών, μεταξύ άλλων στην Ιταλία, την Πολωνία, την Ισπανία και την Ουγγαρία αποδεικνύουν την ανάγκη να δημιουργηθεί σε επίπεδο ΕΕ ένας κατάλληλος θεσμικός μηχανισμός παρακολούθησης και επανόρθωσης.

Καταγγέλτες

Ο καταγγέλτης αναγνωρίζεται ευρέως ως θεμελιώδης πτυχή της ελεύθερης έκφρασης και ως απαραίτητο εργαλείο για την εξασφάλιση της διαφάνειας και της λογοδοσίας των δημοκρατικών θεσμικών οργάνων. Η ανάγκη για αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών έχει επισημανθεί επανειλημμένως από διάφορους διεθνείς οργανισμούς, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος στην ελευθερία γνώμης και έκφρασης, καθώς και από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη θεσπιστεί ένα κοινό πλαίσιο της ΕΕ, και πολλά κράτη μέλη δεν διαθέτουν κατάλληλο σύστημα στον τομέα αυτό.»

Η άποψη της μειοψηφίας, ως εκπροσωπείται από τον Marek Jurek, φαίνεται να είναι σε περιορισμένα σημεία.

Σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά που η πρόταση θα τεθεί στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας, υπάρχει η δυνατότητα κατάθεσης τροπολογιών μέχρι το μεσημέρι της ημέρας της συνόδου. Η Ολομέλεια εξετάζει τη νοµοθετική πρόταση µε βάση την έκθεση που έχει συνταχθεί από την αρµόδια επιτροπή, συµπεριλαµβανοµένων οποιωνδήποτε τροπολογιών έχουν προταθεί, το σχέδιο ψηφίσµατος νοµοθετικού περιεχοµένου και, όπου αρµόζει, την αιτιολογική έκθεση του εισηγητή. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην Ολοµέλεια πριν από την ψηφοφορία, ο παρευρισκόµενος επίτροπος ανακοινώνει και εξηγεί τη θέση της Επιτροπής σε οποιεσδήποτε τροπολογίες έχουν κατατεθεί. Το Κοινοβούλιο κατ’ αρχάς ψηφίζει επί των τροπολογιών στην πρόταση της Επιτροπής. Στη συνέχεια ψηφίζει την πρόταση τροποποιηµένη ή όχι, και ακολουθεί ψηφοφορία επί των τροπολογιών στο σχέδιο ψηφίσµατος νοµοθετικού περιεχοµένου. Τέλος, το Κοινοβούλιο ψηφίζει το σχέδιο νοµοθετικού ψηφίσµατος συνολικά. Η νοµοθετική πρόταση περιέχει µόνο µία δήλωση του εάν το Κοινοβούλιο αποδέχεται ή απορρίπτει την πρόταση ή την τροποποιεί. Όλες οι ψήφοι παρατίθενται µε απλή πλειοψηφία, δηλαδή πλειοψηφία των ψηφισάντων.

Εάν το Κοινοβούλιο δεν εγκρίνει το νοµοθετικό ψήφισµα, η πρόταση αναπέµπεται στην αρµόδια επιτροπή. Το Κοινοβούλιο µπορεί να απορρίψει την πρόταση συνολικά, να εγκρίνει την πρόταση χωρίς τροποποιήσεις, ή να εγκρίνει την πρόταση κατόπιν τροποποιήσεων. Το κείµενο της πρότασης όπως εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο και το συνοδευτικό ψήφισµα διαβιβάζονται στο Συµβούλιο και την Επιτροπή από τον Πρόεδρο, ως θέση του Κοινοβουλίου. Η συνθήκη δεν ορίζει χρονικό όριο για την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου. Μετά τη συνθήκη του Άµστερνταµ, υπάρχει η δυνατότητα να ολοκληρωθεί µια συνήθης νοµοθετική διαδικασία στην πρώτη ανάγνωση, τάση που είναι συχνή τα τελευταία χρόνια.

Παράλληλα µε την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου διεξάγονται προπαρασκευαστικές εργασίες στο Συµβούλιο, αλλά το Συµβούλιο µπορεί να πραγµατοποιήσει επίσηµα την πρώτη του ανάγνωση µόνο µε βάση τη θέση του Κοινοβουλίου. Το Συµβούλιο µπορεί να αποδεχθεί τη θέση του Κοινοβουλίου, οπότε η νοµοθετική πράξη εκδίδεται, ή να εγκρίνει αλλαγές στη θέση του Κοινοβουλίου, κάτι που οδηγεί σε διατύπωση θέσης του Συµβουλίου για την πρώτη ανάγνωση, η οποία αποστέλλεται στο Κοινοβούλιο για δεύτερη ανάγνωση, οπότε ακολουθούνται σχετικές διαδικασίες δεύτερων αναγνώσεων, συνδιαλλαγής, τρίτων αναγνώσεων κ.λπ.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s