Περί κτήσης βουλευτικής έδρας

Έχουν ανταλλαχθεί διάφορες απόψεις (νομικές, πολιτικές και άλλες) σχετικά με το εάν μια βουλευτική έδρα ανήκει στον εκλεγόμενο βουλευτή ή στο κόμμα δια του οποίου ο συγκεκριμένος βουλευτής συμμετείχε στην εκλογική αναμέτρηση. Έπειτα, τι συμβαίνει εάν ο συγκεκριμένος βουλευτής δεν «καταλαμβάνει» την έδρα που κερδίζει. Από ορισμένες απόψεις η υποψία είναι ότι μπορεί να υπάρχει λίγη σύγχυση ως προς ορισμένες βασικές έννοιες, όπως για παράδειγμα ως προς το πώς και πότε επέρχεται κτήση μιας βουλευτικής έδρας, τι σημαίνει «βουλευτική περίοδος», κ.λπ.

O λαός εκλέγει βουλευτές. Σύμφωνα με τον περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμο, Ν. 72/1979, «εκλoγή» σημαίvει εκλoγή απoσκoπoύσα στηv εκλoγή βoυλευτoύ. Αυτό σημαίνει ότι εναποθέτει τη ψήφο του σε κάποιο φυσικό πρόσωπο. Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι ανήκει στα φυσικά πρόσωπα που θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 64 του Συντάγματος, ανάμεσα στις οποίες (ευλόγως) δεν υπάρχει κάποια προϋπόθεση να ανήκει ο υποψήφιος σε πολιτικό κόμμα, γιατί απλούστατα μπορεί και να μην ανήκει. Υπάρχει, όμως, από την άλλη η δυνατότητα, επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένη, να συνέρχονται και να συνεταιρίζονται οι άνθρωποι και να συμμετέχουν στις εκλογικές αναμετρήσεις δια των ενώσεών τους (ή οι ενώσεις τους δι’ αυτών).

«Πολιτικό κόμμα», σύμφωνα με τον περί Πολιτικών Κομμάτων Νόμο, Ν. 175(Ι)/2012, είναι η ένωση ή ομάδα προσώπων που έχει χαρακτήρα διαρκή, καταστατική δομή και οργάνωση παγκύπριας εμβέλειας, και έχει πολιτικό, ιδεολογικό ή προγραμματικό συνδετικό ιστό, η οποία συμμετέχει στις εκλογές ή σε άλλα αντιπροσωπευτικά όργανα που προβλέπει η έννομη τάξη και συμπράττει στο σχηματισμό της πολιτικής βούλησης του λαού, με στόχο την πραγμάτωση του πολιτικού της προγράμματος. Η οργάνωση, δομή και λειτουργία της  συνάδουν με το πλαίσιο νομιμότητας που καθορίζεται από το Σύνταγμα και τους νόμους της Δημοκρατίας και εν γένει η δραστηριότητά της στη δημόσια ζωή παρέχει επαρκή εγγύηση για τη σοβαρότητα του σκοπού και της επιδίωξής της ως πολιτικού κόμματος. Σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, το κόμμα έχει νομική προσωπικότητα.

Η δυνατότητα ενός κόμματος να συμμετέχει στη Βουλή δεν είναι αντίθετη είτε στο Σύνταγμα είτε στον εκλογικό νόμο ούτε επιφέρει φυσικά ταύτιση της έννοιας του πολιτικού κόμματος με την έννοια του βουλευτή. Ένας υποψήφιος βουλευτής μπορεί να κατέρχεται σε μια εκλογική αναμέτρηση (εφόσον πληροί τα κριτήρια εκλογιμότητας που θέτει το Σύνταγμα) είτε ως μέλος κόμματος είτε ως ανεξάρτητος. Η αντίληψη είναι πως, όταν συμμετέχει στην εκλογική αναμέτρηση ως μέλος κόμματος, οι ψήφοι που λαμβάνει από το εκλογικό σώμα ως άτομο, αποδίδονται δευτερογενώς στο κόμμα το οποίο εκπροσωπεί, σύμφωνα με τον εκάστοτε εκλογικό νόμο.

Αντίστοιχα, εκλογικό σύστημα είναι η μέθοδος με την οποία οι βουλευτικές έδρες κατανέμονται μεταξύ των εκλογικών σχηματισμών (και των υποψηφίων τους), με βάση τις ψήφους που πήραν κατά την εκλογική αναμέτρηση. Είναι αυτό που «μετατρέπει» τις ψήφους που λαμβάνει κάθε ένα πρόσωπο σε βουλευτικές έδρες. Στο αναλογικό εκλογικό σύστημα, όπως φαίνεται να είναι το εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη βουλευτών στην Κυπριακή Δημοκρατία, επιδιώκεται η αντιστοίχιση του αριθμού των εδρών με την ποσοστιαία εκλογική δύναμη κάθε κόμματος. Οι έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας κατανέμονται μεταξύ των εκλογικών συνδυασμών, με κριτήριο τον αριθμό των ψήφων που συγκεντρώνουν. Για παράδειγμα, εάν ένα κόμμα συγκεντρώσει το 40% των ψήφων, καταλαμβάνει και το 40% των βουλευτικών εδρών. Το αναλογικό εκλογικό σύστημα ευνοεί την εκπροσώπηση και των μικρών κομμάτων στη Βουλή. Στο αναλογικό σύστημα, η κατανομή των εδρών πραγματοποιείται με βάση το εκλογικό μέτρο. Τούτο συνιστά τον ελάχιστο αριθμό ψήφων που απαιτείται για την απόκτηση μιας βουλευτικής έδρας. Το αναλογικό σύστημα υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, που δεν είναι επί του παρόντος.

Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ορίζει, στο άρθρο 71, πότε κενώνεται μια έδρα βουλευτού, σε συνέχεια της πρόβλεψης των προϋποθέσεων εκλογιμότητάς του. Οι λόγοι κένωσης που προβλέπει το Σύνταγμα δεν αναφέρονται σε κόμματα, επομένως ούτε και σε περιπτώσεις, λόγου χάριν, όπου ένα κόμμα που κατέχει βουλευτικές έδρες διαλύεται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Τούτο δεν σημαίνει ότι έχουμε ένα ελλιπές συνταγματικό κείμενο (μπορεί να είναι για άλλους λόγους, αλλά όχι γι’ αυτόν), εφόσον η συνταγματική βάση είναι αυτή του δικαιώματος του εκλέγεσθαι που εννοεί την κένωση ως λόγο παύσης αυτού του δικαιώματος, παρά ως διαδικαστικό στάδιο. Το Σύνταγμα αναφέρεται βασικά σε απώλεια του βουλευτικού αξιώματος (π.χ. λόγω θανάτου, παραίτησης, κ.λπ.) που επιφέρει αναγκαστικά (και ρεαλιστικά) κένωση της συγκεκριμένης βουλευτικής έδρας.

Ο Ν. 72/1979 (ο Κυπριακός εκλογικός νόμος όσον αφορά τη Βουλή) δεν περιέχει περαιτέρω ορισμό της «κενωθείσας έδρας». Επειδή, όμως, η έννοια αυτή ερμηνεύτηκε ότι αναφέρεται μόνον στην έδρα που «καταλήφθηκε» και μετά κενώθηκε, θεωρήθηκε ότι υπάρχει νομικό κενό σε σχέση με τη «μη καταληφθείσα έδρα». Με την τροπολογία του Ν. 82(Ι)/2017, η οποία έλαβε χώρα με αφορμή το ίδιο περιστατικό, έγινε μια προσπάθεια στο άρθρο 35 που ρύθμιζε τα περί κενωθείσας έδρας να περιληφθούν και τα σχετικά με την «μη καταληφθείσα έδρα», σε μια προσπάθεια να επουλωθεί ό,τι εκλήφθηκε ως νομικό κενό. Το άρθρο 35 είχε αγγίξει ήδη η τροπολογία του Ν. 118(Ι)/1996[1], η οποία είχε τότε καταργήσει και τον περί Πληρώσεως Κενωθείσης Βουλευτικής Έδρας Νόμο Ν. 95/86. Ο καταργηθείς νόμος ρύθμιζε (απλούστερα) το ζήτημα αναφερόμενος σε κένωση βουλευτικής έδρας κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, διαχωρίζοντας, περαιτέρω, μεταξύ του βουλευτή που ανήκει σε κόμμα (οπότε και διενεργείται αναπληρωματική εκλογή χωρίς ψηφοφορία, δηλαδή η έδρα πληρούνταν από τον επόμενο κατά σειρά επιτυχίας υποψήφιο του ίδιου κόμματος, κ.λπ.) και στις υπόλοιπες περιπτώσεις (οπότε και διενεργείται αναπληρωματική εκλογή με ψηφοφορία). Ο καταργηθείς νόμος είχε καταργήσει, με τη σειρά, του τον Ν. 55/1983, που έθετε προσωρινές διατάξεις.

Η νεότερη σύγχυση προέρχεται ίσως από το γεγονός ότι η έννοια «μη καταληφθείσα έδρα», που χρησιμοποιείται ως μια υποτιθέμενα διαφορετική έννοια, δεν υφίσταται γενικά στο εκλογικό δίκαιο, ούτε μπορεί να υπάρξει με την έννοια που θέτει το συγκεκριμένο συμβάν. Η κτήση της βουλευτικής έδρας από τον συγκεκριμένο βουλευτή συνιστά διαδικασία (αυτή τη διαδικασία που πρέπει να εξετάζει, κανείς), η οποία λαμβάνει χώρα σε διακριτά στάδια. Αυτή έπεται της εκλογής, και συμβαίνει με την ανακήρυξη. Η ανακήρυξη συνιστά συνήθως διαπιστωτική πράξη, που επισημοποιεί και καθιστά δημοσίως έγκυρη την εκλογή. Η εκλογή δεν μπορεί να τύχει ακύρωσης, εάν δεν συντρέχει λόγος που αναφέρεται στη διαδικασία της εκλογής, δηλαδή στη διαδικασία ψηφοφορίας, με την οποία το εκλογικό σώμα εκφράζει τη ψήφο του (π.χ. εκλογικές παραβιάσεις), ή στα προσόντα εκλογιμότητας. Σύμφωνα με τον Κυπριακό εκλογικό νόμο, μετά την κατανομή των εδρών και τον καθορισμό των εκλεγέντων υποψηφίων, η ανακήρυξη περατώνεται με τη δημοσίευση των ονομάτων των εκλεγέντων στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, από τον Γενικό Έφορο Εκλογών, ο οποίος, επίσης, πάνω σε κάθε ένταλμα εκλογής που είχε λάβει για να διεξάγει τις εκλογές, πιστοποιεί τα αποτελέσματα και τα διαβιβάζει στον Υπουργό Εσωτερικών. Ως έννοια, που δεν δίνεται νομοθετικά με κάποια αυτοτέλεια, σημαίνει την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων εκλογής, η οποία ακολουθείται από την επίσημη ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα. Η πιστοποίηση των ενταλμάτων εκλογής και η διαβίβασή τους ως και η δημοσίευση συνιστούν τύπους της ανακήρυξης. Η όρκιση ή διαβεβαίωση του άρθρου 69 του Συντάγματος είναι ενδοβουλευτική διαδικασία πριν από την ανάληψη των καθηκόντων των βουλευτών και δεν έχει να κάνει είτε με την κτήση της βουλευτικής έδρας είτε και με τη βουλευτική περίοδο. Η τελευταία δεν σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων. Για να κρίνει κάποιος εάν υπήρξε κτήση βουλευτικής έδρας, θα πρέπει να ελέγξει τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο Γενικός Έφορος Εκλογών μετά από την εκλογική αναμέτρηση.

Οι βουλευτικές εκλογές έλαβαν χώρα την 22.05.2016. Η Α, που κατήλθε στις εκλογές ως μέλος του κόμματος Χ, εκλέχθηκε βουλευτής. Η έδρα κατανεμήθηκε στο κόμμα Χ μετά την εκλογή. Την 23.05.2016 δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Παράρτημα Τρίτο, Μέρος ΙΙ, Ατομικές Διοικητικές Πράξεις) τα αποτελέσματα της εκλογής, όπου η Α ανακηρύχθηκε ως βουλευτής. Ενώ υφίστατο ατομική διοικητική πράξη ανακήρυξης της Α και συνακόλουθα ατομική διοικητική πράξη κατανομής συγκεκριμένων εδρών του κόμματος Χ στη Βουλή, η Α τελικά αποφάσισε ότι δεν επιθυμεί να αναλάβει καθήκοντα βουλευτή. Αυτό δεν σημαίνει «μη καταληφθείσα έδρα». Συνιστά, ουσιαστικά, μορφή παραίτησης από το βουλευτικό αξίωμα (που της αποδόθηκε ήδη δια της ανακήρυξης), που με βάση το Σύνταγμα επιφέρει κένωση έδρας (που ήδη απονεμήθηκε στο κόμμα Χ με ατομική διοικητική πράξη).

Σύμφωνα με το άρθρο 66 § 2 του Συντάγματος, η κενωθείσα βουλευτική έδρα θα πρέπει να πληρωθεί το πολύ εντός 45 ημερών από την κένωσή της. Το Σύνταγμα επιφυλάσσεται υπέρ του εκλογικού νόμου ως προς τον τρόπο της πλήρωσης. Υφίστανται, όμως, ατομικές διοικητικές πράξεις, οι οποίες θα πρέπει να τυγχάνουν ανάκλησης, δηλαδή άρσης της ισχύος τους για το μέλλον ή αναδρομικά με την έκδοση άλλων νεότερων (ανακλητικών). Εν πάση περιπτώσει, ως προς τη διαδικασία πλήρωσης μιας κενωθείσας (και εκ του περισσού «μη καταληφθείσας») έδρας, ο εκλογικός νόμος ως έχει σήμερα, με αχρείαστα πολύπλοκο τρόπο, προβλέπει την πλήρωση με ανακήρυξη από τον Έφορο ως βουλευτή του επιλαχόντος υποψηφίου του ίδιου κόμματος, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Σε περίπτωση που είναι αδύνατη η πλήρωση με αυτό τον τρόπο, προνοείται αναπληρωματική εκλογή. Βέβαια, σε κάθε περίπτωση, το Σύνταγμα προβλέπει πλήρωση της κενωθείσας έδρας εντός το πολύ 45 ημερών, επομένως είτε η νέα ανακήρυξη είτε η νέα εκλογή (εάν είναι αδύνατη η απευθείας ανακήρυξη βάσει των υφιστάμενων αποτελεσμάτων εκλογής) θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα εντός το πολύ 45 ημερών. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την κένωση της έδρας από την Α, ο Γενικός Έφορος Εκλογής, εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ανακήρυξε ως βουλευτή τον επιλαχόντα Β. Εκεί άρχισαν οι αποφάσεις του Εκλογοδικείου να δημιουργούν διάφορα προβλήματα, στη βάση της ερμηνείας ότι κένωση έδρας μπορεί να λάβει χώρα μόνον «εντός βουλευτικής περιόδου», εννοώντας τη βουλευτική περίοδο, μάλλον, ως περίοδο μετά την ανάληψη καθηκόντων των βουλευτών και έναρξη των εργασιών της βουλής. Από την ακύρωση της εκλογής και ανακήρυξης του Β χάθηκε κάπως η νομική μπάλα, με διάφορους τρόπους.

Σε κάθε περίπτωση, η μη ανάληψη καθηκόντων από βουλευτή μετά την ανακήρυξή του μπορεί να συνιστά (εκτός από μορφή παραίτησης) μορφή νόθευσης της βούλησης του λαού μέσω του εκλογικού συστήματος. Και δεν είναι άγνωστο φαινόμενο να νοθεύεται η λαϊκή βούληση μέσα από το εκλογικό σύστημα, είτε να επέρχεται αλλοίωση του συσχετισμού μεταξύ των ψήφων που παίρνει ένα κόμμα και στις έδρες που καταλαμβάνει στη Βουλή, είτε με άλλον τρόπο. Η εσωκομματική διαδοχή του βουλευτή που συγκέντρωσε την πλειοψηφία ψήφων από άτομο που είχε ελάχιστους, θεωρούμενη συγκριτικά με το γεγονός ότι άλλα άτομα είχαν συλλέξει πολύ περισσότερες ψήφους και θα μπορούσαν (κατά μία άποψη) εκείνοι να είχαν μια (επιμέρους) έδρα στη βουλή (εφόσον θα εξέφραζαν, ως άτομα, μεγαλύτερο ποσοστό λαϊκής βούλησης), ακόμα κι αν συνιστά είδος πολιτικού τεχνάσματος ή γι’ άλλους και απάτης (χρησιμοποίηση, ως δολωμάτων, ατόμων που δεν θα εκπροσωπούν ουσιαστικά το κόμμα στη Βουλή) ή και συνηθισμένο τρόπο πλήρωσης κενωθείσας βουλευτικής έδρας, δεν εκφράζει τέλειο εκλογικό σύστημα μέσα στη σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Μπορεί να υπάρξει, άραγε, τέτοιο, ή ο κομματισμός λειτουργεί γενικότερα σε μια λανθασμένη βάση; Το πολιτικό κόστος είτε για το άτομο είτε για το κόμμα δεν μπορεί, ασφαλώς, να επιβληθεί νομικά.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε, καλώς ή κακώς, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, δεν μπορεί παρά να είναι ένδειξη ότι θα πρέπει να διαφοροποιηθεί κάτι στο υφιστάμενο εκλογικό σύστημα, και για να υπάρξει τέτοια διαφοροποίηση δεν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση, εφόσον ο εκάστοτε εκλογικός νόμος είναι το ειδικό εκείνο εργαλείο που ρυθμίζει το όλο ζήτημα. Ας μην χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα η Ελλάδα ή χώρες όπου σχεδόν κάθε κυβέρνηση θεσπίζει τον δικό της εκλογικό νόμο. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τη συγκεκριμένη έδρα, την επίμαχη, εφόσον δικαστική απόφαση ορίζει περί του πρακτέου, οποιαδήποτε άλλη ιδέα, όντως, περιττεύει.

————————————————–

[1] Διφορούμενη τροπολογία, την οποία η μειοψηφία της Kουλουντής Γιαννάκης και Άλλος ν. Bουλής των Aντιπροσώπων και Άλλων (1997) 1 ΑΑΔ 1026 είχε κρίνει ως αντισυνταγματική.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.