Εχεμύθεια, ιδιωτικότητα, εμπιστοσύνη, εμπιστευτικότητα, τάσεις υπερποινικοποίησης, και σκόρπιες σκέψεις

Όταν ποινικοποιείται μια συμπεριφορά, αναζητείται εκείνο το αγαθό, που ανάγεται σε δημόσιου ενδιαφέροντος αγαθό που χρήζει της κρατικής παρέμβασης και προστασίας, ώστε, το πρόσωπο που επιδίδεται σε αυτή τη συμπεριφορά, που βλάπτει αυτό το αγαθό, να θεωρείται ότι ενεργοποιεί και λόγο δημοσίου συμφέροντος να διωχθεί ποινικά. Με σκοπό, σε περίπτωση απόδειξης διάπραξης του αδικήματος, να επιβληθεί στον δράστη κάποια προβλεπόμενη ποινή (π.χ. στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, χρηματική ποινή, εναλλακτική ποινή, κ.λπ.). Τα χρήματα που εισπράττει το Κράτος από χρηματικές ποινές, συνηθέστερα, εισρέουν στα δημόσια ταμεία και συνιστούν δημόσιους πόρους. Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε ολοένα και συχνότερα μια τάση ποινικοποίησης της συμπεριφοράς της παράβασης της ««εχεμύθειας» κι αναγωγής της «εχεμύθειας» σε δημόσιο έννομο αγαθό και δη με τάσεις αυτοτέλειας. Έτσι, δημιουργούνται διάφοροι ηθικονομικοί προβληματισμοί.

Καταρχάς, είναι πράγματι η «εχεμύθεια» το έννομο αγαθό ή κάτι άλλο από το οποίο απορρέει η εχεμύθεια ως καθήκον; Από πού προκύπτουν αυτές οι τάσεις αυτοτέλειας κι η εντύπωση ότι η «εχεμύθεια» από μια οφειλόμενη συμπεριφορά ή καθήκον μετατρέπεται πια σε μια αντίστοιχη δεδομένη δικαιωματική κατάσταση, όπως, για παράδειγμα, η ιδιοκτησία; Έπειτα, ο δημόσιος χαρακτήρας που λαμβάνει η παράβαση της εχεμύθειας σε μια ιδιωτική συμβατική σχέση είναι συμβατός με τη φύση της; Εάν ναι, η αυστηρότητα με την οποία τείνει να αντιμετωπίζεται ή να αντιμετωπιστεί ποινικά, θεωρούμενη συγκριτικά με τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς (όπως αντανακλάται στις συνέπειες που δημιουργούνται κάθε φορά) και με την αντιμετώπιση που επιδέχονται άλλες ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές, είναι ανάλογη;

Η εχεμύθεια είναι περισσότερο κατανοητή ως εμπιστευτικότητα, που, ως στατική κατάσταση, σημαίνει τη διατήρηση μιας πληροφορίας μέσα στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης σχέσης στην οποία δόθηκε, τη μη εξαγωγή της από τον λήπτη της πληροφορίας έξω από εκείνο το πλαίσιο, το οποίο, συνηθέστερα, είναι ένα συμβατικό πλαίσιο. Η ίδια, ως καθήκον, συνιστά την υποχρέωση του λήπτη της πληροφορίας να μην τη δημοσιοποιεί, να μην την φέρει εις γνώση τρίτων, ενώ εκείνη περιήλθε στη σφαίρα γνώσης του με εναπόθεση εμπιστοσύνης από τον δότη με τον οποίο συνηθέστερα συμβάλλεται, εφόσον και ενόσω ο δότης επιθυμεί αυτά να παραμείνει κρυφή – απόρρητη.

Για να πάρουμε τα πράγματα, λοιπόν, από την αρχή, το αντικείμενο για το οποίο γίνεται ο λόγος είναι η πληροφορία. Όχι οποιαδήποτε πληροφορία, αλλά εκείνη που γνωρίζει μόνον ο δότης ο οποίος συμβάλλεται με τον λήπτη και που ο δότης δίνει στον λήπτη στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης και για τους σκοπούς της. Η «πληροφορία» είναι η γνώση ή είδηση που αφορά σε πρόσωπο, ζώο, πράγμα, γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση ενδιαφέρουν οι πληροφορίες που αφορούν στο πρόσωπο και δη στο πρόσωπο του δότη ή πληροφοριοδότη, ο οποίος πληροφορεί τον αντισυμβαλλόμενό του για δεδομένα που αφορούν στο πρόσωπό του, για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Η εχεμύθεια σχετίζεται μεν με την ιδιωτικότητα (privacy), όπως αυτή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προστατεύεται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, αλλά δεν ταυτίζεται μαζί της. Γιατί η εχεμύθεια είναι καθήκον και κατάσταση που απορρέει από τη σύμβαση ή και τον νόμο, το οποίο έχει ο λήπτης της πληροφορίας. Η ιδιωτικότητα είναι δικαίωμα, ένα σχετικά καινούργιο δικαίωμα, ορθότερα δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική ζωή, που έχει κάθε άνθρωπος, μη εξαιρουμένου του συμβαλλόμενου σε μία ιδιωτική συμβατική σχέση. Από την υποχρέωση ή το καθήκον εχεμύθειας ή εμπιστευτικότητας μπορεί να δημιουργείται αντίστοιχο δικαίωμα εχεμύθειας στον πάροχο ή δότη της πληροφορίας (στη βάση της λογικής ότι κάθε υποχρέωση ή καθήκον αντιστοιχεί σε κάποιο δικαίωμα), το οποίο, όμως, δεν συνιστά το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, παρόλο που κι η παράβαση του καθήκοντος εχεμύθειας δεν αποκλείεται να επιδρά, κάποιες φορές, και στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Γιατί οι περισσότερες εμπιστευτικές πληροφορίες μπορεί να είναι και ιδιωτικές (όχι όλες), αλλά δεν είναι όλες οι ιδιωτικές πληροφορίες (που αφορούν σε δραστηριότητα που συμβαίνει μέσα στην ιδιωτική σφαίρα) και εμπιστευτικές.

Κάποιο έρεισμα μπορεί να βρίσκει, η εχεμύθεια, και σε διατάξεις που προστατεύουν την αξία ή την προσωπικότητα ή την αυτοδιάθεση του ατόμου ή κι αλλού (π.χ. εάν ο λόγος γίνεται για το δικηγορικό απόρρητο, στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, κ.λπ.) κι οι οποίες, επίσης διαχέονται και εφαρμόζονται και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η προστασία του επαγγελματικού απορρήτου είχε να κάνει με το δημόσιο ενδιαφέρον όσον αφορά την εμπιστοσύνη του κοινού σε ορισμένα επαγγέλματα (δικηγόροι, ιατροί, κ.λπ.). Ή η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών έχει να κάνει με το δημόσιο ενδιαφέρον να διατηρείται η εμπιστοσύνη του κοινού στις επικοινωνίες και τις μεθόδους επικοινωνιών. Όσα ερείσματα κι αν βρίσκει, η εχεμύθεια, στο δίκαιο, η ίδια, δεν συνιστά μια a priori αυτοτελή δικαιωματική κατάσταση, ένα αυθύπαρκτο δικαίωμα έναντι παντός, από όπου να αρχίζει, κανείς, και να μιλά για το «δικαίωμα στην εχεμύθεια». Τούτο έχει τη δική του σημασία για τους περαιτέρω προβληματισμούς, δηλαδή η θέση ότι δεν υφίσταται αυθύπαρκτο δικαίωμα στην εχεμύθεια έναντι παντός (όπως είναι το δικαίωμα στη ζωή, την υγεία, την ιδιοκτησία, την παιδεία, την εργασία, κ.λπ.). Δεν είναι, η εχεμύθεια, ατομικό ή κοινωνικό δικαίωμα με δική του δυναμική.

Έχει συζητηθεί και στη νομολογία του κοινοδικαίου η διάκριση μεταξύ της παράβασης της εχεμύθειας και της κατάχρησης ιδιωτικών πληροφοριών. Ήταν στην παλαιότερη Campbell v MGN [2004] UKHL 22, όπου η Κάμπελ είχε ενάγει τους εκδότες εφημερίδας για παράβαση εχεμύθειας και κατάχρηση ιδιωτικών πληροφοριών (συχνή η κοινή χρήση), όταν δημοσίευσαν φωτογραφίες της την ώρα που έφευγε από κάποια συνεύρεση των Ανώνυμων Ναρκομανών. Στην απόφαση συζητήθηκε ή μάλλον έγινε προσπάθεια να συζητηθεί η διαφορά μεταξύ της παράβασης της εχεμύθειας και της κατάχρησης των ιδιωτικών πληροφοριών, όπου ως ειδοποιός διαφορά της παράβασης της εχεμύθειας προσδιορίστηκε η ύπαρξη κάποιας εσωτερικής σχέσης εμπιστοσύνης. Η Judith VidalHall & ors v Google Inc [2014] EWHC 13 ήρθε, στην πορεία, και συνέτεινε στην προσπάθεια να προσεγγιστεί η κατάχρηση των ιδιωτικών πληροφοριών (misuse of private information) περισσότερο ως διακριτό, αυτοτελές, αστικό αδίκημα, χωρίς να θεωρείται ακόμα ότι το κατάφερε πλήρως· ίσως γιατί και το πεδίο της απόφασης ήταν άλλο, αλλά και γιατί, ακόμα, δεν έχει αρθεί μια γενικότερη εννοιολογική σύγχυση που μπορεί να υπάρχει. Είχε λεχθεί τότε, μεταξύ άλλων, ότι, στο Αγγλικό δίκαιο, δεν υπάρχει γενικά ένα αδίκημα γνωστό ως «παράβαση της ιδιωτικότητας», αλλά επιμέρους συμπεριφορές που μπορεί να λαμβάνουν τη μορφή της παράβασης της εμπιστευτικότητας (που αυτή μπορεί να συνυφαίνεται με την ιδιωτικότητα), όπου εκεί μπορεί να συναντήσει, κανείς, έναν εσωτερικό διχασμό. Ένα σκέλος που να αφορά στην ιδιωτικότητα και άλλο σκέλος που να αφορά στην εμπιστευτικότητα.

Σημειώνεται και ότι οι δικαστικές αποφάσεις που αποφασίζουν επί των εν λόγω ζητημάτων είναι δημοσιευμένες κι αυτή η συγκυρία, η δημοσιότητα, κι η αναφορά στα γεγονότα και τις λεπτομέρειες που εκτέθηκαν, δεν ενοχλεί το υποκείμενο. Ούτε το ότι εγώ κι εσύ (που δεν είδαμε τις επίμαχες φωτογραφίες) ξέρουμε, αυτή τη στιγμή, επειδή έχουμε διαβάσει τη δικαστική απόφαση, ότι η Κάμπελ είχε πάει, επιβεβαιωμένα πλέον, στην προαναφερόμενη συνάντηση. Η Κάμπελ, όμως, είχε βασίσει το δικαίωμά της στο γεγονός ότι η ίδια είχε μια εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας, επεκτεινόμενη και στη δυνατότητα κάποιου να την φωτογραφίζει σε δημόσιο μέρος κατά τρόπο που να αναιρεί αυτή τη συγκεκριμένη προσδοκία. Κι από τη στιγμή που αναιρέθηκε αυτή η προσδοκία κι υπήρξε δημοσιότητα της πληροφορίας, η πληροφορία βρίσκεται πλέον στη δημόσια σφαίρα, κι η έκταση της διάδοσής της καθίσταται, μάλλον, θέμα δευτερεύον έως ανούσιο.

Ο Αυστραλιανός έντιμος Gleeson CJ είχε προτείνει το εξής ωραίο πρακτικό “test” στην ABC v Lenah Game Meats Pty Ltd [2001] HCA 63, του μέσου λογικού ατόμου με την κανονική συναίσθηση, για να προσεγγίσει τον κατά τα λοιπά νομικό γρίφος της «ιδιωτικότητας» σε συνάρτηση με την «εμπιστευτικότητα»:

«An activity is not private simply because it is not done in public. It does not suffice to make an act private that, because it occurs on private property, it has such measure of protection from the public gaze as the characteristics of the property, the nature of the activity, the locality, and the disposition of the property owner combine to afford. Certain kinds of information about a person, such as information relating to health, personal relationships, or finances, may be easy to identify as private, as may certain kinds of activity which a reasonable person, applying contemporary standards of morals and behaviour, would understand to be meant to be unobserved. The requirement that disclosure or observation of information or conduct would be highly offensive to a reasonable person of ordinary sensibilities is in many circumstances a useful practical test of what is private».

Στο Αυστραλιανό πρότυπο, που αποκλίνει σαφώς από το Αγγλικό, υπάρχει η Privacy Act, που επικεντρώνεται καλά στο θέμα, κι ενώ δεν αποκλείεται η ποινική ευθύνη σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έννοιες είναι κάπως πιο ξεκάθαρες, μεταξύ εμπιστευτικής πληροφορίας και ιδιωτικής πληροφορίας. Το Αυστραλιανό πρότυπο τείνει να επεκτείνει το δίκαιο στον τομέα αυτό (προβλέπει και τρόπο εξαναγκασμού του καθήκοντος εμπιστευτικότητας έξω από το σύνηθες πλαίσιο των προσωρινών διαταγμάτων), να το βγάλει από το κλουβί της επιείκειας (equity). Γιατί η «παράβαση της εχεμύθειας» (με την έννοια της παράβασης της εμπιστευτικότητας ή και με άλλη έννοια), για τους δικηγόρους του κοινοδικαίου, ανέκαθεν ήταν ευκολότερα αντιληπτή ως αστικό αδίκημα (tort) ή και πειθαρχικό αδίκημα (disciplinary offence). Σπανίως και σε ακραίες περιπτώσεις θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η ποινική χροιά της συμπεριφοράς. Στο Αγγλικό δίκαιο, οι πρώτοι προβληματισμοί για την ποινικοποίηση της παράβασης αυτής, εμφανίστηκαν με τη θέσπιση της Fraud Act 2006.

Στα σύγχρονα νομοθετήματα, όμως, λόγου χάριν για την προστασία των προσωπικών δεδομένων (κι όχι μόνον), βλέπουμε μια ίσως υπερποινικοποίηση σωρείας συμπεριφορών και, μάλιστα, κάπου, με πρόβλεψη αυξημένων κατώτατων ορίων ποινών, χωρίς οποιαδήποτε συσχέτιση της απειλούμενης ποινής ή του τιθέμενου πλαισίου της, με τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς ή το μέγεθος της βλάβης, χωρίς δυνατότητα ελιγμού με βάση αυτά. Συμπεριφορές που, σε γενικότερες γραμμές, ενέχουν το στοιχείο της απιστίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά που ομοιάζουν με αρκετές άλλες συμπεριφορές που είναι πιο ανεκτές μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων. Όπως, λ.χ. το «κουτσομπολιό» (μορφή διασποράς πληροφοριών ή και προσωπικών δεδομένων ή ειδήσεων και δη κάποτε σκόπιμα) ή το ψεύδος (μορφή παράβασης της εμπιστοσύνης και δη τις περισσότερες φορές σκόπιμη). Η ανησυχία είναι ότι, με την προφανή ευκολία με την οποία κάποιος μπορεί να διαπράξει ποινικό αδίκημα, και τότε να στερηθεί την προσωπική του ελευθερία ή να πρέπει να καταβάλει υπέρογκα χρηματικά ποσά (όχι ως αποζημιώσεις), κάπου υπάρχει απώλεια μέτρου. Γιατί κι η πρόθεση, ο σκοπός, ο δόλος, δεν είναι πάντα ένα καλό νομικό οχυρό.

Η εχεμύθεια είναι ένα θέμα. Τα προσωπικά δεδομένα ή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι άλλο θέμα. Μπορεί να υπάρξει υποχρέωση εχεμύθειας σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα, δηλαδή οι πληροφορίες που χρήζουν εμπιστευτικότητας να είναι προσωπικά δεδομένα. Το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης») δημιουργεί συναφές θεμελιώδες δικαίωμα σεβασμού των προσωπικών δεδομένων, σαφέστατα διακριτό από το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ορίζοντας ότι:

1.Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

2.Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.

3.Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Κατά τον Γενικό Κανονισμό, ο οποίος νοείται ότι ισχύει για τα πληροφορίες που αφορούν στα φυσικά πρόσωπα μόνον (και δεν ισχύει για πληροφορίες που λαμβάνονται από φυσικά πρόσωπα στο πλαίσιο προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων) και σκοπεί, μεταξύ πολλών άλλων, στην καθιέρωση ενός ενιαίου, σύννομου και δίκαιου συστήματος ρύθμισης της επεξεργασίας, σε συνάρτηση του ατόμου να ελέγχει πλήρως τα δεδομένα που το αφορούν, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι:

«κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου»

Η επεξεργασία συνιστά, σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό:

«κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή»

Επομένως, η άρση της εμπιστευτικότητας, στον βαθμό που σημαίνει κοινολόγηση με διαβίβαση, διάδοση ή διάθεση, θα μπορούσε να συνιστά μορφή επεξεργασίας. Επεξεργασία, όμως, συνιστούν κι άλλες χρήσεις των προσωπικών δεδομένων που δεν σχετίζονται με την εμπιστευτικότητα, οι οποίες σχετίζονται, περισσότερο, με την εμπιστοσύνη.

Ό,τι ενδιαφέρει, για σκοπούς συζήτησης του θέματος της ποινικοποίησης, είναι το δεδομένα μη σύννομο και δίκαιο μιας τέτοιας επεξεργασίας, είτε σχετίζεται με την εμπιστευτικότητα είτε σχετίζεται με την εμπιστοσύνη. Όπως επισημαίνεται στις εισαγωγικές σκέψεις του Κανονισμού, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσε να οδηγήσει σε σωματική, υλική ή μη υλική βλάβη, ιδίως όταν μπορεί να οδηγήσει σε διακρίσεις, κατάχρηση ή υποκλοπή ταυτότητας, οικονομική απώλεια, βλάβη φήμης, απώλεια της εμπιστευτικότητας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο, παράνομη άρση της ψευδωνυμοποίησης, ή οποιοδήποτε άλλο σημαντικό οικονομικό ή κοινωνικό μειονέκτημα· συνακόλουθα κινδύνους ή βλάβη για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου, ποικίλης πιθανότητας και σοβαρότητας· όταν υπόκεινται σε επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποκαλύπτουν φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκεία ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε συνδικάτα και γίνεται επεξεργασία γενετικών δεδομένων, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή ή ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας· όταν αξιολογούνται προσωπικές πτυχές, ιδίως όταν επιχειρείται ανάλυση ή πρόβλεψη πτυχών που αφορούν τις επιδόσεις στην εργασία, την οικονομική κατάσταση, την υγεία, προσωπικές προτιμήσεις ή συμφέροντα, την αξιοπιστία ή τη συμπεριφορά, τη θέση ή μετακινήσεις, προκειμένου να δημιουργηθούν ή να χρησιμοποιηθούν προσωπικά προφίλ· όταν υποβάλλονται σε επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ευάλωτων φυσικών προσώπων, ιδίως παιδιών· ή όταν η επεξεργασία περιλαμβάνει μεγάλη ποσότητα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και επηρεάζει μεγάλο αριθμό υποκειμένων των δεδομένων. Η πιθανότητα και η σοβαρότητα του κινδύνου για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων θα πρέπει να καθορίζονται σε συνάρτηση με τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας. Ο κίνδυνος θα πρέπει να αξιολογείται βάσει αντικειμενικής εκτίμησης, με την οποία διαπιστώνεται κατά πόσον οι πράξεις επεξεργασίας δεδομένων συνεπάγονται κίνδυνο ή υψηλό κίνδυνο.

Ο Κανονισμός φαίνεται να περιέχει ένα εξαιρετικά ευέλικτο κριτήριο σε όλες τις ρυθμίσεις του. Προνοεί για την υποχρέωση αποζημίωσης του υποκειμένου, την υποχρέωση επιβολής διοικητικών κυρώσεων, αλλά, όσον αφορά την ποινικοποίηση συμπεριφορών, εισάγει δυνητικότητα και, κατά κάποιον τρόπο, επικουρικότητα, κι αφήνοντας να νοηθεί ότι τέτοια προτίμηση θα πρέπει, ίσως, να υπάρξει στις περιπτώσεις εκείνες όπου η παράβαση των προνοιών του Κανονισμού οδηγεί στην απόκτηση αποδοτέου οφέλους, δηλαδή στις σοβαρές μορφές παραβίασης που σκοπούν κυρίως στο περιουσιακό κέρδος. Στις περιπτώσεις εκείνες που η διοικητική συνέπεια μπορεί να μην συνιστά επαρκή κοινωνική απάντηση στην άνομη συμπεριφορά. Στην εισαγωγική σκέψη 149, αναφέρεται ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να θεσπίζουν τους κανόνες περί ποινικών κυρώσεων για παραβάσεις του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων για παραβάσεις των εθνικών κανόνων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή και εντός των ορίων του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω ποινικές κυρώσεις μπορούν επίσης να συνίστανται σε αποστέρηση από τα οφέλη που αποκτήθηκαν χάριν των παραβάσεων του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, η επιβολή ποινικών κυρώσεων για παραβάσεις τέτοιων εθνικών κανόνων και διοικητικών κυρώσεων δεν θα πρέπει να οδηγεί σε παραβίαση της αρχής ne bis in idem, όπως την ερμηνεύει το Δικαστήριο. Κατά τα λοιπά, τυχόν αυστηρότερο σύστημα ποινικής αντιμετώπισης, θα προβλημάτιζε ως προς το εάν δημιουργεί αρνητικό επηρεασμό ή και εξάντληση της δυνατότητας του παραβάτη (στον οποίο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης κάποιων ετών ή υπέρογκες χρηματικές ποινές) να παρέχει τελικά αποζημίωση στο πληγέν άτομο, που είναι και το βασικότερο ζητούμενο, συνυφασμένο με τον σκοπό της προστασίας του ατόμου. Εξάλλου, η κυρωτική προσέγγιση που προνοεί ο Κανονισμός συνδέεται με την ανάγκη ενίσχυσης της επιβολής των κανόνων του Κανονισμού και δεν στερείται του μέτρου της αναλογικότητας, κάτι που είναι προφανές και από το κείμενο της εισαγωγικής σκέψης 148.

Κατά τα λοιπά, η ποινική παράβαση της εμπιστοσύνης (criminal breach of trust / people entrusted with property) (πόσω μάλλον της εμπιστευτικότητας), στο δίκαιο, με σχεδόν φυσικό τρόπο, αναζητεί μια τέτοια οδό, αναζήτησης συσχέτισης της πληροφορίας με την περιουσία, έστω εμμέσως, και όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα και την όποια προστασία μπορεί να εντοπιστεί αλλού (π.χ. εμπορικά συμφέροντα, πνευματική ιδιοκτησία, μυστικά του εμπορίου, κ.λπ.). Κι όμως ακόμα δεν συζητείται η πληροφορία ως (λειτουργικά) περιουσιακή αξία και δεν ανοίγεται ο διάλογος διαφοροποίησης της από την πληροφορία ως (λειτουργικά) προσωπική αξία.

Ο λόγος, λοιπόν, για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και για την υποχρέωση «εχεμύθειας» (εμπιστευτικότητας και εμπιστοσύνης) σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχουν προσωπικά δεδομένα, τα οποία δεν συνιστούν περιουσία, αλλά πληροφορίες. Η συνέπεια της παράβασης της εχεμύθειας που πρέπει να τηρείται σε σχέση με αυτά, συνεπάγεται, σε πρώτη φάση, την ταύτιση των προσωπικών δεδομένων με το πρόσωπο στο οποίο αφορούν. Έπειτα, η διακινδύνευση ή η ζημιά αφορά στο άτομο ή την περιουσία του. Κάποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι ιδιωτικές πληροφορίες, δηλαδή αφορούν στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, και κάποια άλλα όχι.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η παράβαση της «εχεμύθειας» σε σχέση με προσωπικά δεδομένα είχε ή θα μπορούσε να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες. Υπάρχουν άλλες περιπτώσεις που προκαλούν τεράστια αίσθηση και αντλούν σοβαρότητα από τον όγκο των δεδομένων ή των αριθμό των υποκειμένων. Πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «υπόθεση Morrisons»,  όπου ένας υπάλληλος των WM Morrisons Supermarkets plc, ο οποίος ως εκ της θέσης του (IT Security Manager) είχε πρόσβαση στα μισθολόγια των υπαλλήλων, σκοπίμως, δημοσιοποίησε στο διαδίκτυο τα προσωπικά δεδομένα 100.000 υπαλλήλων (ονόματα, ημερομηνίες γέννησης, αριθμούς κοινωνικών ασφαλίσεων, στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών). Υπόθεση όπου είχε περισσότερη σημασία ως προς το θέμα της (αστικής) εκ προστήσεως ευθύνης της εταιρείας, αλλά η αναφορά είναι για τον σχολιασμό της περίπτωσης όπου οι μισοί σχεδόν υπάλληλοι της εταιρείας είχαν αξιώσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν εξαιτίας του συμβάντος, πέραν του ότι ο αυτουργός τιμωρήθηκε και ποινικά (που η ποινική καταδίκη, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν αυτή που έχρηζε της έμφασης), γιατί έμαθε ο κόσμος ο πολύς ότι έχουν αυτά τα ονόματα, αυτές τις ημερομηνίες γέννησης, αυτούς τους αριθμούς κοινωνικών ασφαλίσεων, αυτά τα στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών κι ότι εργοδοτούνται σε εκείνη την εταιρεία…

Λέχθηκε προηγουμένως για την εσωτερική σχέση εμπιστοσύνης που διακρίνει το καθήκον ή την υποχρέωση (ή το αντίστοιχο δικαίωμα) «εχεμύθειας» και που καταλαμβάνει και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Είναι ικανοποιητική αυτή η ειδοποιός διαφορά; Αυτή αφορά σε τι; Γιατί, καταρχάς, η εμπιστοσύνη, είναι σύμφυτη σε κάθε συμβατική σχέση, όπου κάθε συμβαλλόμενο μέρος προσδοκά από τον αντισυμβαλλόμενό του ότι θα τηρηθεί η σύμβαση και επιδεικνύει, προς αυτό, εμπιστοσύνη στις προθέσεις του προσώπου με το οποίο συμβάλλεται. Πέρα από αυτή την προσδοκία της εκτέλεσης, για την οποία γίνεται χρήση εμπιστοσύνης, σχεδόν κάθε εμπορική (και όχι μόνον) σύμβαση περιέχει δεδομένα που θα μπορούσαν να είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο, αριθμό ταυτότητας, και άλλα), είτε αυτή συνάπτεται μεταξύ φυσικών προσώπων είτε μεταξύ φυσικού προσώπου και νομικού προσώπου (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), κ.λπ. Και, σε κάθε περίπτωση, όπου ο ένας συμβαλλόμενος λαμβάνει τις πληροφορίες, που αποκομίζει από τη συγκεκριμένη συμβατική σχέση και συνιστούν προσωπικά δεδομένα, και τις χρησιμοποιεί κατά τρόπο εκτός του ελέγχου του υποκειμένου τους, εγείρεται ζήτημα, πόσω μάλλον όταν η χρήση αυτή είναι η δημοσιοποίηση ή κοινολόγηση και διάθεση. Υπάρχει, όμως, μια γενικότερη σύγχυση, ως προς την εμπιστοσύνη, όταν ακολουθείται από τη σκέψη ότι η συμβατική ή απλά κοινωνική απιστία ενυπάρχει, σε ένα βαθμό, στη φύση του κοινωνικού ανθρώπου, και δε είναι βέβαιο εάν με ένα αυστηρότερο ποινικό σύστημα η Εύα δεν θα δάγκωνε το μήλο.

Κάτι τέτοιοι συνειρμοί οδηγούν στο να αναπτυχθεί (καλύτερα) ένα θεωρητικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο, το νόημα της εμπιστευτικότητας (confidentiality) να προσεγγίζεται στενά και να διαφέρει από το νόημα της εμπιστοσύνης (confidence ή trust), κι η πιο καθαρή νομική σημασία να περιορίζεται στην πρώτη, κι η πρώτη να περιορίζεται στη συμπεριφορά  ή συμπεριφορές της (με διάφορους τρόπους) αυθαίρετης δημοσιοποίησης (κοινολόγησης, διάθεσης ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να συνιστά δημοσιοποίηση). Χωρίς να σημαίνει ότι η δεύτερη είναι άνευ νομικής σημασίας σε κάποιες περιπτώσεις, όπως λ.χ. σε ό,τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ως συμβάσεις «αυξημένης πίστης». Όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όμως, φαίνεται ότι αγγίζουν και τη δεύτερη έννοια, της εμπιστοσύνης, καθιστώντας κάθε σύμβαση που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και συνάπτεται με νομικό πρόσωπο, στον βαθμό και την έκταση που τα περιέχει, κατά κάποιον τρόπο, σύμβαση αυξημένης πίστης ή κάτι ανάλογο, ίσως καινοφανές. Επομένως, με μια διευρυμένη αναφορά σε «παράβαση εχεμύθειας» ή με την ποινικοποίηση γενικά της παράνομης επεξεργασίας, έρχονται και μπαίνουν όλα μέσα στο ίδιο καλάθι. Έπειτα, είναι ένα κρίσιμο, ίσως, ερώτημα: Γιατί η αντιμετώπιση μιας κοινωνικής συμπεριφοράς θα πρέπει να είναι ή να τείνει να είναι διαφορετική όπου υφίσταται νομικό πρόσωπο κι υπεύθυνος προστασίας προσωπικών δεδομένων (σε επίπεδο άλλο από το εσω-εταιρικό); Συνιστά έκφραση νομοθετικής άποψης ότι οι συμβατικές σχέσεις των φυσικών προσώπων με τα νομικά πρόσωπα χρήζουν μεγαλύτερης προστασίας, για κάποιον λόγο;

Εάν ο λόγος πρέπει να γίνεται και για παράβαση εμπιστοσύνης, ως επιμέρους μορφή παράβασης της εχεμύθειας, εάν δηλαδή το δημόσιο ενδιαφέρον εστιάζει στην προστασία της εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών στις μεταξύ τους ιδιωτικές συναλλαγές και σχέσεις, τότε τα πράγματα θα πρέπει να σοβαρεύσουν αρκετά, γιατί, ναι, θα πρέπει να δούμε ξανά το ενδεχόμενο ποινικοποίησης του κουτσομπολιού ή του ψεύδους ή άλλων μορφών που ενέχουν το στοιχείο της κοινωνικής απιστίας ή ατιμίας. Και τούτο καθίσταται ακόμα πιο συναφές γιατί επικρατεί έτσι και μια αίσθηση ότι κάποιες συμπεριφορές, ειδωμένες μέσα στον γνωστό-άγνωστο κόσμο του διαδικτύου ή της τεχνολογίας γενικά, αποκτούν μεγεθυμένες διαστάσεις. Όπως η διαδικτυακή διασπορά ψευδών ειδήσεων (fake news) από μη δημοσιογράφους, όπου ενώ μπορεί να είναι η εξελιγμένη μορφή μιας κυρίας που τριγυρνά στην πόλη και διαδίδει μια αναληθή κατάσταση (μπορεί και με τρόπο απόλυτα βλαπτικό και για το πρόσωπο και για την περιουσία), δεν αποκλείονται σιγά-σιγά συγκλίνουσες τάσεις και παρόμοιες αντανακλαστικές κινήσεις νομικής προστασίας, λόγω αυτής της διευρυμένης εμβέλειας της δημοσιότητας που είναι από μόνη της πιο βλαπτική. Είναι, βέβαια, εντυπωσιακό (από άποψη νομικής ψυχολογίας), ότι μπορεί, οι ηλεκτρονικές συμπεριφορές, να φαντάζουν αρκετά σοβαρότερες από τις αντίστοιχες φυσικές κοινωνικές συμπεριφορές. Είναι, αλήθεια, εφικτό, να δημιουργηθεί μια ψηφιακή κοινωνία καλύτερη από την κάθε φυσική κοινωνία ή αυτό το εξιδανικευμένο πλάνο καθίσταται κάπου, κάπως επικίνδυνο;

Και το ερώτημα παραμένει το εξής: Ο κρατικός εξαναγκασμός της ιδιωτικής πίστης και ειλικρίνειας σ’ αυτό το βάθος της ανθρώπινης συσχέτισης, συνάδει με την αναμενόμενη ενδοκοινωνική πολυμορφία ανθρώπινων χαρακτήρων και συμπεριφορών και το δεδομένο πλαίσιο ανεκτής βλάβης που προκαλεί η συνύπαρξη των ανθρώπων μεταξύ τους σε μια κοινωνία; Η επιβολή πιστής ή έντιμης (ευρέως «εχέμυθης») συμπεριφοράς στο βαθύτερο ιδιωτικό επίπεδο μήπως υπερβαίνει το όριο της αναγκαίας κρατικής επιβολής και τείνει προς τη «ρομποτοποίηση» των ατόμων, τον κρατικό προγραμματισμό τους με σταθερές φόρμουλες και νόρμες ηθικής, για την κατασκευή του τέλειου κοινωνικού ατόμου, του ιδανικού κοινωνού; Οι συνέπειες μιας τέτοιας σύλληψης μήπως αντιτίθενται ακριβώς σε ό,τι επιχειρείται να προστατευτεί στο δίκαιο;

Το βέβαιο είναι ότι η σύγχρονη τεχνολογία θέτει τεράστιες προκλήσεις στο δίκαιο και ότι το τελευταίο καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο να επιδεικνύει την ευλυγισία και ταυτόχρονα τη σταθερότητά του. Όμως η φυλάκιση, η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου, αλίμονο, δεν είναι (ακόμα) ψηφιακή. Κι εκεί χρειάζεται, ίσως, λίγη ακόμα προσοχή… στις διάφορες αναλογίες.

 

Advertisements

2 thoughts on “Εχεμύθεια, ιδιωτικότητα, εμπιστοσύνη, εμπιστευτικότητα, τάσεις υπερποινικοποίησης, και σκόρπιες σκέψεις

  1. ageo

    Παρακολουθω καποιο καιρο τα Ψυχονομικα.
    Μου εχουν δημιουργηθει καποιες αποριες διαβαζοντας το προσφατο αρθρο σας «εχεμυθια, εμπιστευτικοτητα …»

    Τι συμβαινει λογου χαρη οταν η εχεμυθια και η εμπιστευτικοτητα εχουν ζητηθει και συμφωνηθει εκ των προτερων μεταξυ δυο ιδιωτων αναφορικα με την αλληλογραφια τους αλλα αργοτερα ενα απο τα δυο αυτα μερη παρουσιασει επι δκαστηριω το περιεχομενο της επικοινωνιας σαν προσβλητικη της γενετησιας αξιοπρεπειας του και ζητησει την ληψη μετρων? κατα ποια εννοια η αρση του απορρητου του αρθρου 8 δεν ειναι ασαφης οταν αφορα «… την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων»?
    Ευχαριστω.

    1. Χρίστια Α. Μίτλεττον

      Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας για τη σελίδα και για το σχόλιο σας. Απολογούμαι για την καθυστέρηση στην έγκριση και απάντηση.

      Ο σκοπός της σελίδας αυτής δεν είναι η επίλυση αποριών σε σχέση με νομικά ζητήματα που αφορούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, τα οποία θα μπορούσαν να επιλυθούν από τον δικηγόρο του καθενός. Τηρώντας ένα επίπεδο πιο γενικής αναφοράς, να αναφέρω μόνον ότι, εάν υπάρχει ρήτρα εμπιστευτικότητας σε συγκεκριμένη «σύμβαση», η παράβασή της προσεγγίζεται μάλλον με το συνηθισμένο δίκαιο των συμβάσεων.

      Ο αποστολέας μιας επιστολής μπορεί να σημειώσει στην επιστολή που αποστέλλει ότι αυτή καλύπτεται από ρήτρα εμπιστευτικότητας ή οτιδήποτε άλλο (π.χ. ότι αυτή αποστέλλεται άνευ βλάβης δικαιωμάτων κ.λπ.). Αυτές, όμως, οι δηλώσεις του αποστολέα και σεβαστές επιθυμίες του, που εκ πρώτης όψεως δημιουργούν ηθικονομικές υποχρεώσεις μη χρησιμοποίησης των επιστολών από τον παραλήπτη που τις αποδέχεται με αυτές τις δηλώσεις και δεν τις επιστρέφει στον αποστολέα, για σκοπούς άλλους από αυτόν για τον οποίον έχουν αποσταλεί, και θεωρητικά κωλύματα στη διαδικασία της απόδειξης (όσον αφορά την αποδεκτότητα), δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται για τη συγκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων. Το δημόσιο συμφέρον πάντοντε κερδίζει έδαφος. Το συνταγματικά κατοχυρωμένο απόρρητο της αλληλογραφίας είναι διαφορετικό θέμα όπως και οι προϋποθέσεις και η διαδικασία άρσης του.

      Το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 8, το δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική ζωή, επίσης, δεν είναι απόλυτο. Κάμπτεται για τους λόγους που κι εσείς έχετε αναφέρει. Δεν είναι ασαφές το δίκαιο που θεσπίζει. Οφείλει να είναι γενικό και αφηρημένο ως νομοθετικό κείμενο, για να αφήνει το περιθώριο στο εφαρμοστή του δικαίου στην κάθε περίπτωση (που δεν είναι δυνατόν να προδιαγράψει, να κάνει δηλαδή λίστα περιπτώσεων), να κρίνει εάν και πότε η (δυνατή) παρέμβαση στο δικαίωμα αυτό (για την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων, κ.λπ.) είναι αναγκαία και ανάλογη.

      Μερικές φορές, η νομολογία μπορεί να μας δώσει απαντήσεις σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, αυτό που θέτετε, εάν είναι κάτι που απασχολεί σε πραγματικό χρόνο. Μια υπηρεσία που παρέχει ένας δικηγόρος είναι η γνωμοδότηση επί συγκεκριμένων ζητημάτων που μπορεί να του θέσει κάποιος, με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.