Δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο και προσωπικά δεδομένα

Έχει σχολιαστεί ποικιλοτρόπως η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να μην αποστέλνει τις δικαστικές του αποφάσεις στις υφιστάμενες βάσεις νομικής πληροφόρησης, μέχρι να καθοριστεί το πλαίσιο της δημοσιοποίησής τους, που θα λαμβάνει υπόψη την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Ακόμα κι αν (κατά την άποψη κάποιων) η απόφαση αυτή δεν σχετίζεται άμεσα ή τεχνικά με το περιεχόμενο του Γενικού Κανονισμού για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τις συναφείς προσπάθειες θέσπισης και του σχετικού εγχώριου νέου νόμου (κατ’ άλλη άποψη, με την οποία τείνω να συμφωνώ, σχετίζεται, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια), ακόμα κι αν απλά ερείδεται, ως διάβημα, από αυτή τη χρονική συγκυρία της θέσης σε ισχύ του εν λόγω Κανονισμού (που δεν είναι και η μόνη) ή είναι μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των προσπαθειών βελτίωσης της απονομής της δικαιοσύνης θέτοντας συναφή πτυχή, αναμφίβολα, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου γι’ αυτή τη βελτιωτική προσπάθεια κάποια στιγμή έπρεπε να ληφθεί. Γι’ αυτό, μπορεί να μην είναι και εύκολα κατανοητός ο οποιοσδήποτε αρνητικός σχολιασμός, και γενικά εκείνη η στάση ότι όλα ήδη λειτουργούν ορθά στην Κύπρο σε σχέση με το ζήτημα αυτό.

Παρόμοια αντίδραση, βέβαια, φαίνεται να υπήρξε κι αλλού, όπου έγινε μια τέτοια απότομη διακοπή κάποιας «συνήθειας» απρόσκοπτης πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία. Με πιο πρόσφατο, στο νου, παράδειγμα τη Μολδαβία, όταν στο ίδιο πλαίσιο της προσπάθειας εξισορρόπησης των αναγκών διαφάνειας της δικαιοσύνης και προστασίας των προσωπικών δεδομένων, είχε ανακοινωθεί η θέσπιση κανονισμού για την ανωνυμοποίηση και η αυτόματη ανωνυμοποίηση των δικαστικών αποφάσεων, που εκεί δημοσιεύονται σε μία μόνο βάση νομικής πληροφόρησης που κατέχεται από τα ίδια τα δικαστήρια (Courts’ Web Portal of the Republic of Moldova), σύμφωνα με τον Κανονισμό για τα προσωπικά δεδομένα. Το διάβημα είχε συναντήσει κι εκεί αρνητικές αντιδράσεις, κυρίως δημοσιογράφων και δικηγόρων[1].

Στη Λιθουανία, οι σχετικοί κανονισμοί είχαν εισαχθεί από το 2005, με τον Resolution of the Judicial Council[2], ο οποίος έτυχε σωρείας τροποποιήσεων μέχρι σήμερα. Στον Λιθουανικό κανονισμό υπάρχει ένας κατάλογος με στοιχεία φυσικών προσώπων τα οποία αφαιρούνταν αυτόματα. Ο κατάλογος είναι ενδεικτικός, εφόσον μπορεί με αίτηση να ζητηθεί η αφαίρεση οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, βάσει του ενδεχομένου του επηρεασμού του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Και στη Λιθουανία είχαν υπάρξει αντιδράσεις, νομικές, στη βάση του επιχειρήματος ότι αποδυναμώνεται η δυνατότητα της κοινωνίας να δει την επίλυση της νομικής διαφοράς ακριβώς στην πραγματική της διάσταση και ότι, με την αποπροσωποποίηση των δικαστικών αποφάσεων, περιορίζεται ο δημόσιος έλεγχος της δραστηριότητας των Δικαστηρίων[3] ή αναστρέφεται το τεκμήριο κοινωνικής πίστης στο δίκαιο με την επιβολή μίας συνθήκης στην οποία ουδείς πρέπει να γνωρίζει την ταυτότητα του διαδίκου ή του παραβάτη και γενικά των προσώπων που απασχολούν το δίκαιο[4].

Η διάσταση που υπάρχει στην αντιμετώπιση του ζητήματος στα διάφορα κράτη μέλη είναι μεγάλη, ως προς το σύστημα ανωνυμοποίησης ή άλλης επεξεργασίας των δικαστικών αποφάσεων πριν τη δημοσιοποίησή τους, αλλά και ως προς το είδος των δεδομένων που πρέπει να τύχουν επεξεργασίας (πολλές φορές τα ίδια δεδομένα θεωρούνται διαφορετικά, ότι πρέπει ή δεν πρέπει να ανωνυμοποιούνται, όπως τα δεδομένα που αφορούν σε δημόσια πρόσωπα), μα το πλαίσιο δεν είναι άγνωστο στη βάση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία («access to judicial information»), που είναι συνδεδεμένο, μεταξύ άλλων, με την έννοια της δικαστικής διαφάνειας. Ως εμφανίστηκε, θεωρήθηκε κάποια επέκταση συναφής με την αρχή της δημοσιότητας της δίκης (open court), στη βάση τεκμηρίου ότι επιτρέπεται η πρόσβαση στις δικαστικές πληροφορίες, εκτός εάν περιοριστεί ειδικά (presumptive openness). Θα μπορούσε να ήταν, τότε, και βολική η περιπτωσιολογική, παρά η γενικά ρυθμιστική προσέγγιση. Ήταν, εξάλλου, στην ίδια βάση που κάπου δικαιολογούνταν και η τηλεοπτική μετάδοση δικών· στη βάση της μετατροπής της δυνατότητας πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία σε δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν χωρίς να απαιτείται λόγος ή φυσική παρουσία ή προσπάθεια.

Μιλώντας για τις αποφάσεις που αναρτώνται στο διαδίκτυο, στην πραγματικότητα, ουδέποτε η αρχή της δημοσιότητας της δίκης περιέλαβε την υποχρέωση δημοσιοποίησης αυτούσιων δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο. Το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ προνοεί ότι:

«Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία, η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθή εις τον τύπον και το κοινόν καθ’ όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή εν τω κρινομένω υπό του Δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίου μέτρω, όταν υπό ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψη τα συμφέροντα της δικαιοσύνης».

Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρόλο που η είσοδος στην αίθουσα μπορεί να απαγορευτεί, εάν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι λόγοι, η απόφαση εκδίδεται πάντοτε δημόσια. Τούτη είναι, αν μη τι άλλο, απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδειχθεί ότι απονεμήθηκε δικαιοσύνη και ότι η δίκη δεν είναι μια ιδιωτική διαδικασία. Παρόμοιες ρυθμίσεις, ευλόγως, εντοπίζονται στα εγχώρια δίκαια των κρατών μελών, αλλά παραμένει το ζήτημα του τι σημαίνει «η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία». Η νομολογία του ΕΔΔΑ, παρόλο που μπορεί να ικανοποιείται με το να καταστεί ένα αρχείο αποφάσεων δημόσια προσβάσιμο στο Πρωτοκολλητείο, για να πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 6, δεν ξεκαθαρίζει κατά πόσον ένα τέτοιο αρχείο μπορεί να είναι δημοσιευμένο και στο διαδίκτυο. Επίσης, η νομολογία του, δεν προβαίνει σε διάκριση της δικαστικής απόφασης που απαγγέλλεται στην αίθουσα ή καθίσταται άλλως πώς δημόσια γνωστή, ως περιεχόμενο και αποτέλεσμα, από τη δικαστική απόφαση ως έγγραφο που μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, παρόλο που η διαφορά δεν είναι μόνον σε οντολογικό επίπεδο. Ως είναι η πρόνοια του άρθρου 6, δεν υποχρεώνει, πάντως, τα κράτη μέλη να δημοσιεύουν τις δικαστικές αποφάσεις τους στο διαδίκτυο, δηλαδή να τις δημοσιοποιούν. Ως προς το εάν η δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο μπορεί να θεωρηθεί μέσο δημοσίευσης, κατά την έννοια του άρθρου 6, αν και δεν απαντάται καθαρά, στην Nikolova v Bulgaria δεν φαίνεται να αποκλείστηκε από κάποια αναφορά, χωρίς, όμως, να δίνεται και απόφαση ευθέως επί τούτου. Η πρακτική της δημοσίευσης των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο είχε προταθεί ειδικά από το Dutch Supreme Court το 1999. Ωστόσο, σήμερα, αναμφίβολα, βρίσκεται μπροστά στην ανάγκη προστασίας και της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ). Μέσω αυτής της ανάγκης προστασίας της ιδιωτικής ζωής, είναι που τίθεται και το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, που είναι κάτι διαφορετικό (εφόσον δεν είναι όλα τα προσωπικά δεδομένα ιδιωτικά). Εάν, μέχρι σήμερα, ο διάλογος αυτός δεν ήταν καθαρός, η προσέγγιση από την πλευρά της ανάγκης προστασίας των προσωπικών δεδομένων φαίνεται να ρίχνει ένα πιο λαμπρό φως.

Ο λόγος, λοιπόν, για τις δικαστικές αποφάσεις, τις πληροφορίες που περιέχονται σε δικαστικές αποφάσεις (δικαστικές πληροφορίες), το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής, και πλέον το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, το οποίο τείνει να απορροφά και την ουσία του διαλόγου.

Αρχίζοντας με βάση την «πληροφορία» (γιατί και τα προσωπικά δεδομένα είναι «πληροφορίες»), να λεχθεί ότι, από νωρίς στον ευρωπαϊκό διάλογο διαμορφώθηκαν τρεις κατηγορίες δικαστικών πληροφοριών (που εξηγούνται και στο Report on Access to Judicial Information του Μάρτη 2009):

(α) Δικαιοδοτικής φύσης δικαστικές πληροφορίες (π.χ. πρακτικά της δίκης, δικόγραφα, και γενικά οτιδήποτε μπαίνει στον φάκελο μιας δικογραφίας πριν ή μετά τη δίκη και σχετίζεται με συγκεκριμένη υπόθεση),

(β) Διοικητικής φύσης δικαστικές πληροφορίες (π.χ. προϋπολογισμός, προσωπικό, πόροι, επικοινωνία μεταξύ των δικαστηρίων και τρίτων, κτίρια, οργανωτικά θέματα, κ.λπ.),

(γ) Πληροφορίες σχετικά με τους δικαστές (π.χ. μισθοί, πόθεν έσχες, πειθαρχία, διαδικασία επιλογής, κ.λπ.).

Το «σύστημα» πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία σκοπούσε και σκοπεί στην περιφρούρηση ορισμένων αρχών: της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης που περιλαμβάνει τη δημόσια γνώμη σχετικά με τη δικαστική λειτουργία, της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, της προστασίας της ιδιωτικότητας των δικαστών, των δικηγόρων, των διαδίκων και των τρίτων προσώπων, της ασφάλειας των ιδίων, και της προστασίας της πρόσβασης των ΜΜΕ στα δικαστήρια και του δικαιώματος του κοινού να γνωρίζει.

Οι δικαιοδοτικής φύσης δικαστικές πληροφορίες είναι αυτές που ιστορικά είχαν τη μεγαλύτερη πρόσβαση, συγκριτικά με άλλες, οι οποίες μπορεί να καθίστανται γνωστές σε ad hoc περιπτώσεις. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε, φυσικά, και ενίσχυση της πρόσβασης και στις άλλες κατηγορίες των δικαστικών πληροφοριών. Ακόμα κι αν συζητήθηκε και συζητείται ακόμα εκτενώς το δικαίωμα πρόσβασης στις δικαιοδοτικής φύσης δικαστικές πληροφορίες (π.χ. στο δικαίωμα ενός τρίτου να δει τα πρακτικά της δίκης μιας υπόθεσης, τον φάκελο μιας δικογραφίας γενικά, τη δικαστική απόφαση ως είναι καταχωρισμένη στον φάκελο της δικογραφίας), η δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων, όταν επικράτησε αυτή η «μάστιγα» των προσωπικών δεδομένων, ταίριαξε, νομίζω, κάπως καλύτερα, στη βάση εκείνου του διαχωρισμού, στην κατηγορία των διοικητικής φύσης πληροφοριών, ειδικότερα στην επικοινωνία του Δικαστηρίου με τρίτους. Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοδοτική πληροφορία, κάθε προσώπου που θέλει να γνωρίζει, για κάποιον λόγο, τι έγινε με συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση, διαφοροποιήθηκε στον χρόνο, ως αντίληψη· δεν συνιστά πλέον τη δυνατότητα του Δικαστηρίου ή οποιουδήποτε άλλου να δημοσιοποιεί δικαιοδοτικής φύσης πληροφορίες. Οι αρχές που χρήζουν περιφρούρησης είναι, βέβαια, πάντα εκεί, οι ίδιες. Ο διάλογος κινείται, όμως, διαφορετικά προς τις διάφορες κατευθύνσεις. Διαφορετικά στο δικαίωμα των ΜΜΕ να βρίσκονται εντός της δικαστικής αίθουσας και να παρακολουθούν μια διαδικασία και να γνωρίζουν, διαφορετικά στο δικαίωμά τους να αναμεταδίδουν δικαιοδοτικής φύσης πληροφορίες, διαφορετικά στο δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει, διαφορετικά στο δικαίωμά του να διαδίδει την πληροφορία που γνωρίζει, διαφορετικά στη δυνατότητά του να χρησιμοποιεί τη γνώση για συγκεκριμένους σκοπούς, κ.λπ. Η εξισορρόπηση ουδέποτε υπήρξε εύκολη, και ό,τι απορρέει από αυτό το «σύστημα» πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία δίνει, μάλλον, και πλούσια νομική τροφή για πολλά χρόνια ακόμα. Μέρος αυτού είναι και η δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων, πλέον υπό το φως (και) της ανάγκης της προστασίας και των προσωπικών δεδομένων. Η ευρωπαϊκή σκέψη φαίνεται να είναι με άξονα τις ίδιες κατηγοριοποιήσεις που κινείται (δικαιοδοτική φύση / μη δικαιοδοτική φύση), που όμως φαίνεται να αξιοποιούνται και λίγο καλύτερα ή υπό ένα καλύτερο σύστημα που θέτει ο Κανονισμός.

Σε πολύ γενικές γραμμές, οι δίκες συνιστούν πλαίσιο όπου οι διάδικοι μετέχουν επώνυμα, με το όνομα που αναγράφεται στην ταυτότητά τους· αυτό για ευνόητους λόγους. Αυτές διεξάγονται δημόσια (εκτός εάν διαταχθεί αλλιώς) κι εκεί ακούγονται, μεταξύ άλλων, πληροφορίες που αφορούν σε πρόσωπα, των διαδίκων ή άλλων, οι οποίες, πολλές φορές, εμπίπτουν στην έννοια των «προσωπικών δεδομένων» ή και των «ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων». Από αυτή την έννοια, αλήθεια, δεν υπάρχει συναφής εξαίρεση. Αυτές οι πληροφορίες, ενόσω είναι ελεύθερα προσβάσιμες στον καθένα, μπορούν να τύχουν οποιασδήποτε χρήσης, για εμπορικούς και όχι μόνον σκοπούς, να τύχουν εκμετάλλευσης και δη βλαπτικής για τους φορείς των δεδομένων.

Η δημοσιότητα που υπάρχει και κατά κανόνα επιβάλλεται εντός μιας δικαστικής αίθουσας, ως απόρροια της αρχής της δημοσιότητας της δίκης κ.λπ., όπως λέχθηκε, είναι δεδομένη. Δεν απαγορεύεται σε οποιονδήποτε να πληροφορηθεί για τις δικαιοδοτικής φύσης δικαστικές πληροφορίες πηγαίνοντας σε μια δικαστική διαδικασία, κάνοντας αίτηση για να έχει πρόσβαση σε φάκελο δικογραφίας ή σε αρχείο δικαστικών αποφάσεων, κ.λπ., εκτός εάν συντρέχουν λόγοι απαγόρευσης. Η δημοσιότητα με την έννοια του δικαιώματος πρόσβασης στις δικαιοδοτικής φύσης δικαστικές πληροφορίες δεν απασχολεί τα προσωπικά δεδομένα ενόσω υφίσταται και κινείται μέσα στο ίδιο ή κάποιο δικαιοδοτικό πλαίσιο. Δεν απαιτεί κάποιος, την ώρα της δίκης, ο Δικαστής να αποκαλεί τον Κατηγορούμενο «Charles», ενώ δεν ονομάζεται έτσι, ή με κάποιο ευφάνταστο ψευδώνυμο, ή τα μέρη να κάνουν νοήματα ή να μιλούν με γρίφους, προκειμένου να αποφύγουν την «επεξεργασία» πληροφοριών που είναι σχετικές με πρόσωπα. Τούτο ακριβώς (και όχι μόνον) λέει, στη βάση της δικής της προσέγγισης, αλλά συμβατά, και η εισαγωγική – αιτιολογική σκέψη 20 του Κανονισμού, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του (που είναι η απαγόρευση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων) οτιδήποτε σχετίζεται με τη δικαιοδοτική ιδιότητα των δικαστηρίων, δηλαδή με την ιδιότητά τους να απονέμουν το δίκαιο. Εξαίρεση ρητή, που είναι απόλυτα αναγκαία για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστών, κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων, περιλαμβανομένης της λήψης αποφάσεων (να και ο ίδιος άξονας αρχών). Συνακόλουθα, είναι κατανοητό ότι δεν επιτρέπεται και η μη παροχή πληροφοριών προς το Δικαστήριο με τη δικαιολογία ότι αυτές συνιστούν «προσωπικά δεδομένα», εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς ή την απόφαση του σχετικού ζητήματος.

Παρενθετικά, θα μπορούσε να επεκτείνει, κανείς, τη σκέψη ότι, μπορεί (εξ αντιδιαστολής) να τίθεται ζήτημα προστασίας «προσωπικών δεδομένων», όταν το Δικαστήριο δεν χρειάζεται πραγματικά να λάβει κάποιες πληροφορίες για να επιλύσει την ενώπιον του διαφορά ή για να αποφασίσει το ζήτημα (π.χ. την πληροφορία ότι ο Charles είναι διεμφυλικός, για να του επιβάλει ποινή σε κατηγορία για τροχαία παράβαση), ή εάν τις λάβει (είτε από κακή επεξεργασία του συνηγόρου του Charles, είτε επειδή ο Charles εξουσιοδότησε τον συνήγορό του για την παροχή της πληροφορίας και  είναι μέσα στο πλαίσιο της εκπροσώπησής του) χωρίς να τις ζητήσει, δεν θα πρέπει, ίσως, να τις επεξεργαστεί με τρόπο που δεν σχετίζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Όμως η ευρύτητα του όρου «επεξεργασία» είναι τέτοια που δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα σε έναν τέτοιο επεκτεινόμενο συνειρμό, εφόσον αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε συλλογή, καταχώριση, αποθήκευση, κ.λπ., και η στενογράφος ή στενοτυπίστρια, μάλλον, θα καταχωρίσει την πληροφορία, ακόμα κι αν είναι άσχετη με το ουσιαστικό ζήτημα. Στο ουσιώδες ερώτημα, ποια είναι τα όρια της δικαιοδοτικής ιδιότητας, η απάντηση δεν (πρέπει να) είναι τόσο διεισδυτική στο δικαστικό έργο, ώστε να νοείται φιλτράρισμα, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως προς το ποιες πληροφορίες, από το σύνολο των πληροφοριών που λαμβάνει το Δικαστήριο, είναι ή θα μπορούσαν να είναι σχετικές ή όχι· κι ένα τέτοιο φιλτράρισμα, εκτός από αδύνατον, θα μπορούσε να θεωρείται και παρέμβαση σε δικαιοδοτική ιδιότητα, εάν δεν γίνει από το ίδιο το Δικαστήριο, ασκώντας, επίσης, δικαιοδοτική αρμοδιότητα. Κατά τεκμήριο, μάλλον, για τις πληροφορίες που λαμβάνει το Δικαστήριο από τους διαδίκους, τους συνηγόρους των διαδίκων ή τους μάρτυρες, στο πλαίσιο μιας δικαστικής διαδικασίας, μπορούν να τύχουν επεξεργασίας. Βέβαια, ο προβληματισμός εξακολουθεί να υφίσταται εάν στο κείμενο της απόφασης αναγράφονται και οι πληροφορίες που δεν χρειάζεται ή με τρόπο ταύτισης που θα μπορούσε να αποφευχθεί ούτως ή άλλως, στο πλαίσιο της ευαισθησίας που προσπαθεί να καλλιεργήσει ο Κανονισμός ακόμα κι εκεί που δεν εφαρμόζεται. Από την άλλη, αυτή η ευαισθησία και η πίσω σκέψη, δεν θα πρέπει να επηρεάζει το Δικαστήριο, ως προς τον τρόπο που λειτουργεί. Γι’ αυτό είχαμε, έχουμε και θα έχουμε σωρεία καταρχάς «αποκαλυπτικών» δικαστικών αποφάσεων.

Το γεγονός ότι στην έννοια της επεξεργασίας περιλαμβάνεται και η διάδοση (γιατί η έννοια δίνεται έτσι ευρέως για να ορίσει απαγόρευση και όχι δικαίωμα για τα αντίθετα από όσα ορίζει), ιδωμένο μαζί με το γεγονός ότι επιτρέπεται (δεν απαγορεύεται) η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων για δικαιοδοτικούς λόγους, δεν ταυτίζεται με θετική δυνατότητα ή το δικαίωμα δημοσιοποίησης της προσωπικής πληροφορίας από οποιονδήποτε επειδή χρησιμοποιήθηκε για δικαιοδοτικούς λόγους και γι’ αυτό περιλήφθηκε στη δικαστική απόφαση. Αφενός, δεν υπάρχει δικαιοδοτική ιδιότητα εκτός της δικαστικής αίθουσας ή του όποιου χωρικού πλαισίου διεξαγωγής της δίκης, αφετέρου δεν υπάρχει τέτοια μετά από την έκδοση και απαγγελία της δικαστικής απόφασης (μετά την οποία εξαντλείται και η δικαιοδοτική ιδιότητα, η οποία μπορεί να αναβιώνει σε στάδιο εκτέλεσης, άλλο θέμα, κ.λπ.). Η ίδια εισαγωγική σκέψη 20, λέει ότι ενώ ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις δραστηριότητες των δικαστηρίων και άλλων δικαστικών αρχών, το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών θα μπορούσε να εξειδικεύει τις πράξεις και διαδικασίες επεξεργασίας σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δικαστήρια και άλλες δικαστικές αρχές. Η εποπτεία των εν λόγω πράξεων επεξεργασίας δεδομένων θα πρέπει να μπορεί να ανατεθεί σε ειδικούς φορείς στο πλαίσιο του δικαστικού συστήματος του κράτους μέλους, το οποίο θα πρέπει ιδίως να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τους κανόνες του παρόντος κανονισμού, να ευαισθητοποιεί μέλη των δικαστικών λειτουργών όσον αφορά τις υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος κανονισμού και να επιλαμβάνεται καταγγελιών σε σχέση με τις εν λόγω διαδικασίες επεξεργασίας δεδομένων. Η αναφορά, λοιπόν, σε δραστηριότητες των Δικαστηρίων και των Δικαστικών Αρχών, άλλες από αυτές που σχετίζονται με τη δικαιοδοτική ιδιότητα των Δικαστηρίων. Τέτοια δραστηριότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά και η αποστολή των δικαστικών αποφάσεων προς τις βάσεις νομικής πληροφόρησης για σκοπούς δημοσιοποίησης, εφόσον δεν σχετίζεται με τη δικαιοδοτική ιδιότητα, ασχέτως του γεγονότος ότι σχετίστηκε, ήτοι ήταν πληροφορία που δόθηκε για να ασκηθεί η δικαιοδοτική ιδιότητα.

Από τη στιγμή που η δικαιοδοτική ιδιότητα κατέστη ανενεργό πλαίσιο (χωροχρονικά), και η περαιτέρω επεξεργασία (βλ. διάδοση) δεν σχετίζεται με αυτή την ιδιότητα ούτε σκοπεί να διασφαλίσει τη δικαστική ανεξαρτησία (με την οποία βρίσκεται σε διαρκή σύνδεση και διάλογο η όποια αναφορά στον Κανονισμό), κάθε περαιτέρω ή διαφορετική επεξεργασία, κατά τη γνώμη μου, ναι, αρχίζει να σχετίζεται με την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Συναφώς και η εξαίρεση του άρθρου 9 § 2 (στ) αναφέρεται σε επεξεργασία απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα. Δεν αναφέρεται στη διάδοση, αφηρημένα, του δικαίου, με σκοπό τούτο να καταστεί γνωστό και να εμπεδωθεί στην κοινωνία ή να τυγχάνει επίκλησης ως προηγούμενο. Σε δικαιοδοτική ιδιότητα αναφέρονται και όλες οι άλλες εξαιρέσεις του Κανονισμού. Όμως η έννοια της δικαιοδοτικής ιδιότητας φαίνεται να μην ταυτίζεται, κατά κοινή άποψη, και με την έννοια της ιδιότητας του δικαστηρίου να παράγει δίκαιο (νομολογιακό δίκαιο) πέρα από την εξατομικευμένη περίπτωση. Δεν αναφέρεται, επίσης, στη δυνατότητα οποιουδήποτε να προβαίνει σε επεξεργασία εκτός πλαισίου θεμελίωσης, άσκησης ή υποστήριξης κάποιας νομικής αξίωσης. Κατά συνέπεια, εκλαμβάνεται ως υποχρέωση οποιουδήποτε, εάν δεν πράττει στο πλαίσιο αυτών των σκοπών, να μην προβαίνει σε επεξεργασία δεδομένων που εμπίπτουν στην έννοια των προσωπικών δεδομένων. Και εμπίπτουν στην έννοια των προσωπικών δεδομένων δεδομένα που αναφέρονται σε δικαστικές αποφάσεις και προορίζονται όχι για θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικής αξίωσης (μπορεί, κάποιος, να χρησιμοποιήσει τέτοια δεδομένα ή την αυτούσια δικαστική απόφαση για τον σκοπό αυτό), αλλά για σκοπούς διάδοσης, κοινωνικής ενημέρωσης για το δίκαιο (αφηρημένα) και παραγωγής δικαίου.

Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ο Κανονισμός, σε συνάρτηση με όλο το προϋφιστάμενο δίκαιο της Ε.Ε. σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία, έθεσε με σαφέστερο τρόπο τον περιορισμό, ανάγοντάς τον (με σαφέστερο ή πιο επιτακτικό τρόπο) στον κανόνα ή κλείνοντας κάπως το περιθώριο εκτίμησης (προς θέση μιας εναρμονιστικής γραμμής): Απαγορεύεται η «επεξεργασία» προσωπικών δεδομένων που δεν σχετίζονται με τη δικαιοδοτική ιδιότητα των δικαστηρίων (εκτός εάν οτιδήποτε άλλο, σύμφωνα με τον Κανονισμό). Όπου οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία τυγχάνει πλέον χειρισμού και ερμηνεύεται σε συνάρτηση με αυτό τον περιορισμό (ή κανόνα). Που δεν καταργεί το δικαίωμα πρόσβασης στις δικαιοδοτικής φύσης δικαστικές πληροφορίες, που μένουν μέσα σε αυτό το δικαιοδοτικό πλαίσιο και για τους σκοπούς του. Διακρίνεται, όμως, ως πάντα διακρίνονταν, η δικαστική πληροφορία που δεν σχετίζεται με την απόδοση του δικαίου, της οποίας η επεξεργασία δεν μπορεί να είναι ανέλεγκτη. Τούτο, κατά μία άποψη, μπορεί να γίνεται κατανοητό και ως αναστροφή του τεκμηρίου της δημοσιότητας (presumptive openness) ή περιορισμό του στις δικαιοδοτικής φύσης δικαστικές πληροφορίες, και δημιουργία αντίθετου τεκμηρίου σε όλων των άλλων ειδών πληροφορίες, υπό το φως του Κανονισμού.

Η έλλειψη συντονισμού στην αντίληψη δεν οφείλεται ακριβώς στις διαφορετικές καταβολές του Κοινοδικαίου από το δίκαιο της Ένωσης (που απαρτίζεται κυρίως από ηπειρωτικά δικαιικά συστήματα) και με τη σημασία του δικαστικού προηγούμενου ως πηγής δικαίου· καμία σχέση, πέραν του ότι η ανάγκη να είναι γνωστή η νομολογία είναι κοινή, και η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων των ηπειρωτικών συστημάτων παίζει ρόλο, επίσης, τρόπον τινά δικαιοπαραγωγικό (μα στην Ελλάδα ανέκαθεν απαγορεύονταν η δημοσιοποίηση ονομάτων των διαδίκων, προς σεβασμό στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό των προσώπων που μετέχουν σε μια δίκη). Δικαιοπαραγωγικό ρόλο, όχι δικαιοδοτικό. Ο Κανονισμός περισσότερο αναφέρεται σε δικαιοδοτική ιδιότητα σε συνάρτηση με την προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας στην εξατομικευμένη περίπτωση. Δευτερογενώς, από εκείνην, μπορεί να ασκείται και δικαιοπαραγωγική δραστηριότητα (ουδείς το απαγόρευσε)· που εκείνη, όμως, φαίνεται να εισέρχεται στο πλαίσιο του Κανονισμού. Στο πλαίσιο του Κανονισμού εισέρχεται και η εξυπηρέτηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, δια της δημοσιοποίησης που καθιστά εκ των προτέρων γνωστό το νομολογιακό δίκαιο, όπως και άλλων αρχών. Το να παράγεται δίκαιο από συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις συνιστά μια εξαιρετική διαδικασία γενίκευσης και αφηρημενοποίησης, που, εξάλλου, πάντα, κατά την αντίληψή μου, προϋπέθετε και προϋποθέτει, την αποσύνδεση του περιεχομένου των αποφάσεων από τις ταυτότητες των συγκεκριμένων διαδίκων (στη βάση και της προσέγγισης ότι το δίκαιο, ούτως ή άλλως, δεν πρέπει να εξαρτάται από αυτές).

Η έλλειψη συντονισμού μπορεί να οφείλεται στη βαθιά διαφορετική ηθικονομική θεώρηση της έννοιας της ασφάλειας δικαίου, όταν η μία θέση βλέπει την αποπροσωποποίηση του γενικά εφαρμοστέου δικαίου να εξυπηρετεί αυτή την αρχή και η άλλη να την βλάπτει. Διαφορετικότητα στην ηθικονομική θεώρηση που δεν αποκλείεται να απορρέει από τον βαθμό εμπιστοσύνης που τρέφει ο καθένας έναντι στους θεσμούς. Η αποπροσωποποίηση δεν θεωρώ ότι βλάπτει ακριβώς αυτή την αρχή, της ασφάλειας δικαίου· παρόλο που, όντως, αντικειμενικά, περιορίζει τη (μη αναγκαία ενδεχομένως) δυνατότητα ταύτισης της δικαστικής απόφασης, ως κοινωνικής απάντησης στο άδικο, με την καλύτερη κοινωνική γνώση, ως προς το σε ποιο μέλος της κοινωνίας μας δίνεται αυτή η απάντηση (η δικαστική απόφαση συνιστά τύπο κοινωνικής έκφρασης)· γνώση στην οποία μπορεί να δίνεται, από τους υποστηρικτές του κανόνα της προσωποποίησης, και κάποιου είδους ελεγκτική χρησιμότητα. Προσωπικά, διαφωνώ με τον κανόνα της προσωποποίησης, αλλά όχι με την εξαίρεση της προσωποποίησης (αυτόματα αποπροσωποποιημένης δικαστική απόφασης) σε περίπτωση παρατήρησης ύπαρξης διάστασης στη δικαστική αντιμετώπιση: όταν, για παράδειγμα, στην Α περίπτωση δίνεται Χ δικαστική απάντηση και στην ίδια Β περίπτωση δίνεται Ψ δικαστική απάντηση, και τέλος πάντων όπου, από σωρεία παραγόντων, εγείρονται υποψίες ότι γίνονται διακρίσεις με βάση τα πρόσωπα που μετέχουν στις δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες καλύπτονται δια της αποπροσωποποίησης. Δεν συμφωνώ με το να κινείται, κανείς, στη βάση τεκμηρίου ότι η δικαστική αντιμετώπιση προβαίνει σε προσωπικές διακρίσεις και έτσι θα πρέπει υπάρχει a priori δυνατότητα ελέγχου από όλον τον κόσμο δια της προσωποποίησης των δικαστικών αποφάσεων· δεν θεωρώ ότι συνιστά ανάλογη αντιμετώπιση κάποιας συναφούς ανησυχίας, αλλά ότι περισσότερο τροφοδοτεί κάποια περίεργη μορφή ανέλεγκτης κοινωνικής περιέργειας[5], με κάποιες περισσότερο αρνητικές λαϊκιστικές διαστάσεις, που, ακόμα και στη σύγχρονη δημοκρατία, δεν είναι ανεκτές, ως μη συμβατές με το αντιπροσωπευτικό σύστημα και την αντίθεση στην οχλαγωγία. Η κοινωνική έκφραση μπορεί να εξυπηρετηθεί και δια αποπροσωποποιημένης δικαστικής απόφασης, εφόσον δεν συνιστά ακριβώς (υγιή) κοινωνική έκφραση δια της δικαστικής απόφασης η περαιτέρω και μόνιμη κοινωνική στοχοποίηση του προσώπου δια της δημοσιοποίησης της δικαστικής απόφαση που το αφορά. Δεν θα διαφωνούσα, όμως, και οπωσδήποτε θα συμφωνούσα με την ύπαρξη και πρακτική διαθεσιμότητα και δυνατότητα εύκολης χρήσης ενός εργαλείου διαφάνειας, με το οποίο να μπορεί να υπάρξει πληροφόρηση για τα προσωπικά δεδομένα, προς τους αρμόδιους ελεγκτικούς φορείς (όχι προς τον καθένα αδιακρίτως), εάν και όταν αυτό χρειαστεί και ζητηθεί και δικαιολογείται (κατ’ εξαίρεση άρση της αποπροσωποποίησης / προσωποποίηση για σκοπούς ελέγχου). Και πάλι, η αρχή της αναλογικότητας, που ο βασικός άξονας μιας τέτοιας προσέγγισης, μπορεί να υπαγορεύει κάτι άλλο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (π.χ. δημόσια πρόσωπα που εμπλέκονται σε εγκληματικές δράσεις). Σημαντικό είναι, στο κανονιστικό σύστημα που θα εισαχθεί, να υπάρχουν ορισμένα ελάχιστα κριτήρια ή έστω βάσεις, που να διασφαλίζουν τη χρήση της αρχής της αναλογικότητας και να γενικά να δημιουργούν επαρκή ευελιξία.

Όπως έχω αναφέρει, ορθά, κατά τη γνώμη μου, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σκοπεί στη ρύθμιση εκείνης της μη δικαιοδοτικής δραστηριότητας, που τελείται δια της δημοσιοποίησης, που συμφωνώ ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Αυτή η δραστηριότητα πρέπει να τυγχάνει εποπτείας από τη Δικαστική Υπηρεσία, που έξω από το δικαιοδοτικό πλαίσιο, συνιστά δημόσια αρχή. Ζητήματα προσωπικών δεδομένων δεν τέθηκαν, βέβαια, ξαφνικά δια του νέου Κανονισμού, όπως ούτε ζητήματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων. Υπήρχαν και πριν από αυτόν· η δε δικαιοπαραγωγική δραστηριότητα, επίσης, διαχρονική. Είναι, όμως, γεγονός ότι η δημοσιοποίηση των αποφάσεων δεν ήταν στο παρελθόν, στην εποχή του χαρτιού (όπου η δημοσιοποίηση ήταν περισσότερο τεχνικά υπαρκτή, μα δυσπρόσιτη), τόσο εντατική, προσιτή, εύκολη όσο την κατέστησαν τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα και μέσα δικτύωσης και επικοινωνίας. Τα μέσα αυτά συνιστούν, όντως, ένα εξαιρετικό εργαλείο δημιουργίας παρουσίας, ορατότητας και διαφάνειας της δικαιοσύνης και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού με αυτήν, δια της καλής καλλιέργειας αυτού του είδους της επικοινωνίας της νομικής (όχι της προσωπικής) πληροφορίας. Ένα τέτοιο εργαλείο που θα πρέπει να τύχει και του κατάλληλου χειρισμού, για να αποδώσει τον ωραίο ρόλο του. Η απόφαση της προσωρινής μη δημοσιοποίησης, για να εξυπηρετηθεί ένας εξίσου χρήσιμος σκοπός, δεν σημαίνει ότι καταργεί αυτό το χρήσιμο εργαλείο, ότι οδηγεί σε σκοταδισμό.

Θυμήθηκα έναν διάλογο τώρα, που είχαμε προ καιρού με κάποιους συναδέλφους, ότι οι ηλεκτρονικές βάσεις νομικής πληροφόρησης που έχουμε έχουν καταστεί μια πολύ καλή πηγή, από όπου θα μπορούσε να πληροφορηθεί, κανείς, τα πάντα, για πρόσωπα που έτυχε να απασχολήσουν τη νομολογία, για οποιονδήποτε λόγο. Ήταν με αφορμή έρευνα από τη μηχανή αναζήτησης μιας τέτοιας βάσης, με χρήση του ονοματεπώνυμου κάποιας ψυχολόγου, για να δω εάν έχει καταθέσει ξανά ως μάρτυρας σε Δικαστήριο, πώς αξιολογήθηκε δικαστικά, κ.λπ., καταλήγοντας να έχω πληροφορηθεί τελικά για το ύψος της και για άλλα προσωπικά της δεδομένα, γιατί η ίδια υπήρξε διάδικος σε υπόθεση διοικητικού δικαίου. Οπότε, στην ερώτηση «έμαθες τίποτε τελικά;», η απάντηση ήταν «ναι, το ύψος της!». Πέρα από αυτές τις χαριτωμένες περιπτώσεις, ήταν πάντοτε πιο εμφανής η ανάγκη, ειδικά για ορισμένες δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται σε ευάλωτα άτομα ή σε ευαίσθητες πληροφορίες, να λαμβάνει χώρα κάποια επεξεργασία πριν από τη δημοσιοποίηση, έστω και σε μια θεωρητικά δικαιολογημένη βάση ότι η δημοσιότητα της δίκης που κατοχυρώνεται ως αρχή (οι ανοιχτές πόρτες) δεν σχετίζεται με τη δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων (που σημαίνει τη θετική διάδοση και είναι ένα βήμα παραπέρα).

Κι όμως η συζήτηση του θέματος μέσα στη διάσταση των εννοιών νομίζω ότι δεν ήταν οποτεδήποτε επαρκής, ούτε η προσπάθεια απομονωμένης συζήτησης της «ανωνυμοποίησης των δικαστικών αποφάσεων», ως θέματος αυθύπαρκτου και άσχετου με οτιδήποτε άλλο. Ασφαλώς και σήμερα, στη Κυπριακή πραγματικότητα, μπορεί (θεωρητικά) να λάβει χώρα τυπικά ανωνυμοποίηση, δηλαδή δεν απαγορεύεται (εφόσον δεν υπάρχει και σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο). Μα δεν προβλέπεται όσο και όπως πρέπει η επεξεργασία των δικαστικών αποφάσεων πριν από τη δημοσιοποίησή τους, με την ουσιαστική έννοια της επεξεργασίας εκείνης που σκοπεί στο να αποσυνδέσει πλήρως τα διάφορα δεδομένα από την ταυτότητα του συγκεκριμένου προσώπου, η ανίχνευση της οποίας δεν είναι δυνατή μόνον δια του ονόματος, πόσω μάλλον σε μια σχετικά μικρή κοινωνία, όπως είναι η Κυπριακή. Ασφαλώς και σήμερα υπάρχουν ήδη περιορισμοί σε σχέση με τη δημοσιοποίηση σε ορισμένες περιπτώσεις, που κάποτε εφαρμόζονται και άλλοτε όχι, κάποτε εφαρμόζονται απόλυτα (απαγόρευση δημοσιοποίησης απόφασης δίκης που διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) κι άλλοτε καθόλου. Δεν υπάρχει συγκεκριμένα προβλεπόμενη μέθοδος επεξεργασίας, ώστε να αποφεύγεται και η λύση της πλήρους απαγόρευσης της δημοσιοποίησης (γιατί και η δίκη που γίνεται για κάποιους λόγους κεκλεισμένων των θυρών δεν σημαίνει ότι μπορεί να μετατρέπει τη δικαιοσύνη, ως αξία, σε ιδιωτική υπόθεση), αλλά και η δημοσιοποίηση, σε κάθε περίπτωση, να μην βλάπτει ή να μη  ωφελεί, με οποιονδήποτε πρόσθετο τρόπο τους μετέχοντες στη δίκη, πέρα από τη βλάβη ή το όφελος που το ίδιο το Δικαστήριο καθόρισε γι’ αυτούς δια της απόφασής του.

Ακόμα κι αν σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάγκη τέτοιας επεξεργασίας είναι προφανής, ιδίως στις υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, ποινικού δικαίου, ορισμένες αστικές υποθέσεις, στις διαδικασίες που ενέχουν περισσότερο το ανθρώπινο στοιχείο, η κατηγοριοποίηση (που συναντάμε σε κάποια δικαιικά συστήματα) δεν είναι ένα εύκολο έργο· να πει, κανείς, ότι εδώ χρήζει επεξεργασίας η δικαστική απόφαση κι εδώ όχι. Ένας διάδικος μπορεί να θίγεται από τέτοια δημοσιοποίηση, ακόμα κι αν η δική του δικαστική απόφαση δεν περιέχει περισσότερες πληροφορίες από τη διάγνωση ότι αυτός παράβηκε μια απλή εμπορική σύμβαση. Όμως τούτο το δεδομένο, ότι παράβηκε μια εμπορική σύμβαση, ευρέως διαδιδόμενο με ηλεκτρονικά μέσα, μπορεί να ενισχύει μια λανθασμένη εικόνα (γιατί δεν έχει όλος ο κόσμος κριτήριο αναλογικότητας) ότι αυτό το πρόσωπο είναι γενικά εμπορικά αναξιόπιστο γιατί παράβηκε εκείνη την εμπορική σύμβαση και το ξέρει όλος κόσμος· ή αν μη τι άλλο, αυτό το συναίσθημα να δημιουργεί στον συγκεκριμένο διάδικο, της κοινωνικής υπερέκθεσης, την οποία να βιώνει (ασχέτως εάν νομικά μπορεί να μην είναι, τουλάχιστον ακόμα) ως δυσανάλογη συνέπεια ή τιμωρία.

Το τι ισχύει σε άλλα δικαιικά συστήματα, σαφώς, μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς, σύγκρισης, βοήθεια. Υπάρχουν πολλά έτοιμα αναλυμένα «projects» σε σχέση με το θέμα αυτό (Αυστραλία, Αφρική, Αγγλία, Σερβία, Ιταλία, Λιθουανία[6], Κροατία, κ.λπ.), αλλά και κανονισμοί. Θα τολμούσα να πω πως, στις περισσότερες χώρες, έχει διερευνηθεί και αναλυθεί το θέμα αυτό, πριν από πολλά χρόνια. Διαθέτουμε, όμως, κι εμείς την αναγκαία δημιουργικότητα, στα ήδη γνωστά και δοκιμασμένα, να δοκιμάσουμε κάτι ίσως ακόμα καλύτερο, που να αποτελέσει το σημείο αναφοράς των άλλων δικαιικών συστημάτων, ο εποικοδομητικός διάλογος με τα οποία είναι εξαιρετικό εργαλείο δικαιικής ανάπτυξης. Για τα δεδομένα της Κύπρου, θα μπορούσε να φανταστεί, κανείς, ως αναγκαία, την εισαγωγή του βασικού λειτουργικού συστήματος υποχρεωτικότητας – δυνητικότητας, με προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Σε ορισμένες υποθέσεις ειδικά προβλεπόμενες (π.χ. mental, οικογενειακού δικαίου, ποινικού δικαίου για ορισμένης φύσης αδικήματα, κ.λπ.) μα και με γενικότερη ρήτρα (π.χ. εμπλοκή ευάλωτων υποκειμένων, που τέτοια να ορίζονται σε ορισμό που να περιέχει πάντως τους ανήλικους), η επεξεργασία να είναι ο κανόνας, υποχρεωτική, εκτός εάν οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων (ή άλλων) αιτηθεί διαφορετικά, όπου η εξαίρεση να εξετάζεται με συγκεκριμένα κριτήρια, αναλόγως του περιεχομένου του αιτήματος και της απόφασης (π.χ. ο αιτητής ζητά μόνον δημοσιοποίηση του δικού του ονόματος ή και κάτι άλλο, και γιατί, επηρεάζονται άλλα πρόσωπα; κ.λπ.). Σε άλλες ή σε όλες τις υποθέσεις να μην αποκλείεται η δυνατότητα της επεξεργασίας, αλλά να μην είναι υποχρεωτική, να υπάρχει απλά δυνατότητα υποβολής αιτήματος γι’ αυτήν, το οποίο αίτημα, επίσης, να προσεγγίζεται με κριτήρια σχετικά με την αρχή της αναλογικότητας.

Από νομικής άποψης, θα ανέμενε, κανείς, τη διάσταση και ουσιαστική συζήτηση, όχι ως προς την αναγκαιότητα της συζήτησης του θέματος της επεξεργασίας και της θέσης σχετικών κανονισμών, αλλά, επί της ουσίας, εάν η αυτόματη / υποχρεωτική επεξεργασία (ανωνυμοποίηση) για ορισμένες περιπτώσεις και η δυνητική για άλλες (συνδυαστικό σύστημα), θα δημιουργούσε καθόλου πρόβλημα στο προαναφερόμενο «σύστημα» πρόσβασης στη δικαστική πληροφόρηση, ή όχι, πότε το ένα και πότε το άλλο. Η αλήθεια είναι ότι σε κάποια κράτη μέλη ισχύει αυτό το προτεινόμενο συνδυαστικό σύστημα χωρίς πρόβλημα (π.χ. Τσεχία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Εσθονία, κ.λπ.), όπου υπάρχει ελιγμός και διαφοροποίηση του κανόνα σε κάθε περίπτωση, και σε άλλες ισχύει το άκαμπτο αμιγώς δυνητικό σύστημα όπου η επεξεργασία για σκοπούς δημοσιοποίησης είναι πάντα η εξαίρεση στον κανόνα (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο, Μάλτα, Βέλγιο, κ.λπ.) που εναπόκειται στο διάβημα του φορέα των προσωπικών δεδομένων να ενεργοποιήσει, βάζοντάς τον σε διαδικασία απόδειξης των λόγων για τους οποίους χρειάζεται την επεξεργασία (το δικαίωμά του). Θεωρώ ότι στη σύγχρονη εποχή η τάση θα πρέπει να είναι προς την μεγαλύτερη αποδοχή του συνδυαστικού συστήματος, στη βάση του ότι ο φορέας έχει καλά ή καλύτερα κατοχυρωμένο δικαίωμα μη επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, και ότι ο Κανονισμός και η θέρμη με την οποία έτυχε αποδοχής (παρόλο που υπήρχε προστασία προσωπικών δεδομένων και πριν), μπορεί να προκαλέσει αυτή τη νέα τάση ή κουλτούρα. Από την άλλη, τα δεδομένα των νομικών προσώπων φαίνεται να είναι ακόμα σε κάπως πιο αιωρούμενη κατάσταση, ακόμα και μετά τον Κανονισμό, και με την ολιστική θεώρηση, στη βάση των ίδιων περιφρουρούμενων αρχών της πρόσβασης στη δικαστική πληροφορία, δεν μπορώ να πω ότι δεν απασχολεί η διάκριση στην αντιμετώπιση (η επεξεργασία θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επεκτείνεται και στα νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτά δεν παύουν επίσης να είναι φορείς του δικαιώματος στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό, ανεξαρτήτως εάν δεν απολαμβάνουν προστασία και στη βάση των προσωπικών δεδομένων).

Η αξιοποίηση της τεχνολογίας (legal informatics) για την εξυπηρέτηση του σκοπού της επεξεργασίας για σκοπούς δημοσιοποίησης θα ήταν ένα ακόμα χρήσιμο βήμα. Γιατί η (ορθή) χειροκίνητη επεξεργασία δεν είναι εύκολο έργο. Υπάρχουν, όμως, σήμερα κάποια λογισμικά, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν αυτόματα το αποτέλεσμα. Θα ήταν, λοιπόν, μια ευκαιρία, εφόσον σήμερα συζητείται αυτό το θέμα, να επιτευχθεί το ζητούμενο και με έναν τρόπο σύγχρονο ή – γιατί όχι – και με στοιχεία καινοτομίας. Στη σημερινή εποχή, το να μιλάμε, λόγου χάριν, για το σύστημα AKOMA NTOSO που βασίζεται στο eXtensible XML Role-Based Access Control Framework (XXACF)[7], δεν θα έπρεπε να δημιουργεί απορία. Η «επεξεργασία» μπορεί να είναι η ανωνυμοποίηση, η ψευδωνυμοποίηση, η αντικατάσταση, η παράλειψη δημοσιοποίησης όλης ή μέρους της απόφασης, και οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση στο κείμενο της απόφασης δεν αλλοιώνει το ουσιαστικό ή νομικό περιεχόμενό της και δεν συνιστά προσθήκη σε αυτήν, η οποία να γίνεται ή να εγκρίνεται από τον Δικαστή που εξέδωσε την απόφαση. Κάποια δεδομένα (π.χ. ονόματα δικαστών, δικαστηρίου, δικηγόρων, εισαγγελέων, Αρχών και εκπροσώπων τους, αριθμός και ημερομηνία απόφασης, κ.λπ.) δεν πρέπει να υπόκεινται σε επεξεργασία. Σε κάποιες χώρες (π.χ. Σερβία), στο ίδιο πλαίσιο της επεξεργασίας, υπάρχει και η δυνατότητα ενός διαδίκου να αιτηθεί τη μετάφραση (μορφή επεξεργασίας) και δημοσίευση μεταφρασμένης μιας δικαστικής απόφασης σε γλώσσα άλλη από την γλώσσα της δικαστικής απόφασης. Τα τέλη που μπορούν να προβλέπονται για κάθε μη υποχρεωτική (πρόσθετη) υπηρεσία, νοείται ότι, δεν πρέπει να είναι απαγορευτικά της δυνατότητας χρήσης μιας τέτοιας υπηρεσίας. Σε κάθε περίπτωση, η επεξεργασία των δικαστικών αποφάσεων για σκοπούς δημοσιοποίησης θα πρέπει να σημειώνεται ότι έλαβε χώρα για συγκεκριμένα δεδομένα, ενώ τέτοια επεξεργασία δεν νοείται είτε να εκλαμβάνεται είτε να χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να πλήττεται η διαφάνεια σε σχέση με τον τρόπο απονομής του δικαίου.

Το ζήτημα (εάν θα γίνει ή δεν θα γίνει επεξεργασία) μπορεί να επιλύνεται με διάφορους τρόπους. Ένας είναι κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης και μετά την απαγγελία της, με σχετικό ερώτημα του Δικαστηρίου ή με σχετική πληροφόρηση για τη δυνατότητα και οδηγίες για υποβολή αιτήματος. Ένας άλλος τρόπος είναι, τα κείμενα των αποφάσεων που απαγγέλλονται κατόπιν ακρόασης, να μην δίδονται την ίδια ώρα στους διαδίκους (από την έδρα ή δια της δακτυλογράφου), αλλά κάθε διάδικος να μπορεί να το ζητά από το Πρωτοκολλητείο εντός Χ ημερών, εκεί ορίζοντας το τι θέλει, οπότε, εάν τίθεται αίτημα και ζήτημα δυνητικής επεξεργασίας ή εξαίρεση σε υποχρεωτική επεξεργασία να επιλυθεί· εάν όχι, μετά την πάροδο των Χ ημερών, η απόφαση να πρέπει να δημοσιοποιηθεί ως έχει (υποχρεωτικά επεξεργασμένη όταν συντρέχει λόγος υποχρεωτικής επεξεργασίας και μη επεξεργασμένη όταν δεν συντρέχει). Ένας άλλος τρόπος είναι ο διάδικος που καταχωρεί ή εμφανίζεται σε υπόθεση, να καθορίζει σχετικά, ταυτόχρονα με την καταχώριση ή εμφάνισή του, με δυνατότητα να αιτείται προς τροποποίηση της αρχικής του δήλωσης καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και μέχρι την έκδοση της απόφασης ή μέχρι εντός Χ ημερών από την έκδοση και πριν τη δημοσιοποίησή της.

Υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ρυθμίσεις. Επί της ουσίας (γιατί η διαδικαστική φαντασία μπορεί να είναι ατέλειωτη), φαίνεται ότι η ενέργεια της δημοσιοποίησης, εύκολα, αναδεικνύεται και ως διακριτό διαδικαστικό στάδιο πλέον, μετά από την έκδοση και απαγγελία μιας δικαστικής απόφασης (δημόσια). Κι αυτό έχει εξίσου μεγάλη σημασία, από νομικής άποψης, τουλάχιστον. Ότι η ρύθμιση αυτού του σταδίου δικαιικά συνιστά, στο τέλος της ημέρας, και εξέλιξη του δικαίου και στο εγχώριο επίπεδο. Ή και ένδειξη ότι, εκτός από το βασικό δικονομικό δίκαιο (κανόνες διεξαγωγής μιας δικαστικής διαδικασίας), εμπλουτίζεται η προ/μετα-δικονομία με τρόπο που δηλώνει, ίσως, (στη βάση της λογικής του «συστήματος» πρόσβασης στη δικαστκή πληροφορία) την ανάγκη σαφούς διάκρισης πλέον των δικονομικών κανονισμών από τους ευρύτερα διαδικαστικούς ή διοικητικούς κανονισμούς του δικαστηρίου ή των υπηρεσιών του που δεν σχετίζονται με τη δικαιοδοσία και την άσκηση της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας.

Η κατακλείδα αυτή σκοπίμως αφήνει να νοηθεί, μεταξύ άλλων, και το ότι δεν είναι (καθόλου) ανάγκη, το ζητούμενο της ρύθμισης της επεξεργασίας των δικαστικών αποφάσεων για σκοπούς δημοσιοποίησης, να εναποτεθεί στο νομοθετικό σώμα και στις δικές του αργές διαδικασίες. Αν μη τι άλλο, ο αναγκαίος προσωρινός περιορισμός της δημοσιοποίησης, ας μείνει προσωρινός, γιατί, έξω από οποιεσδήποτε κλασικές νομικές αρχές, υπάρχει κι ένα είδος νομικοποιημένης, πλέον, συμπεριφοράς παρακολούθησης των άλλων, που λαμβάνει διαστάσεις εθισμού, και προβάλλεται και τυγχάνει υπερασπίσεων ως δικαίωμα· δικαίωμα παρακολούθησης των ζωών των άλλων, όχι μόνον των δημοσίων προσώπων, μα των όποιων άλλων. Η ιδιοσυγκρασία του «reality» που δημιουργεί απαιτήσεις ακόμα κι από αυτόν τον χώρο της δικαιοσύνης, να παρέχει κοινωνικό θέαμα, που να σκιαγραφεί, τάχα, τις πραγματικές διαστάσεις της κοινωνίας μέσα από τον δικό της φακό. Μερικές φορές, ίσως, διαστρεβλώνοντας και την ουσία των δικαστικών αποφάσεων. Η παθητική διάσταση του δικαιώματος έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ), δηλαδή το πληροφορείσθαι, δεν είναι, όμως, απεριόριστο, και δεν ασκείται με παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων, μεταξύ των οποίων το δικαίωμά τους να μην τυγχάνουν αναφοράς σε δικαστικές αποφάσεις, εάν τούτο δεν εξυπηρετεί κάποιο συναφή σκοπό.

Ανεξαρτήτως των διαφόρων αντιλήψεων και προσεγγίσεων, παρατίθενται αυτούσιες και οι χρήσιμες συστάσεις του BO-ECLI (Building On ECLI) (μέρος του EJustice που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή), ανάμεσα στους σκοπούς του οποίου εντάσσεται άνετα και η δημιουργία ενός ομοιόμορφου πλαισίου διαδικτυακής δημοσιοποίησης των δικαστικών αποφάσεων (και όχι μόνον), λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και την προστασία των προσωπικών δεδομένων:

Recommendation 1: Whether or not a legal framework exists, criteria on which decisions have to be published should be as precise and elaborate as possible, while at the same time leaving enough room for discretion in individual cases.

Recommendation 2: Selection criteria should always be published.

Recommendation 3: The negative selection should be applied to the courts of the highest jurisdiction as well as to specialized courts. A positive selection should be applied to other courts. From first instance courts and courts of appeal at least those decisions should be published that have attracted interest from mass-media and/or that can be expected to be important for the development of law.

Recommendation 4: Old decisions that have played a major role in legal history or are still relevant for current doctrine should be published as much as possible.

Recommendation 5: With the growing volumes of online case law databases it is recommended to supply for some kind of importance tagging, be it manually or automated. Although separate publication of important decisions can offer a usable solution, preferably such importance tagging is (also) visible in the main repository.

Recommendation 6: Decisions that might be of specific relevance for the legal community abroad should be translated in full or at least abridged.

Recommendation 7: If a case law repository is indexed by the ECLI Search Engine, translated versions of the decisions contained therein should be indexed as well, to make them as findable as possible for the international audience these translations are made for.

Recommendation 8: A search engine should be offered; just publishing a list of decisions is insufficient to satisfy information needs in the current digital age.

Recommendation 9: Not only objective metadata should be supplied, but as far as possible also subjective metadata, like keywords, summaries and (standardized) links to legal sources that are cited within or covered by the decision, or which are referring to it.

Recommendation 10: All metadata should be searchable, while more intelligent search options are advisable, not requiring knowledge from the user about the structure of the data, and enabling him to drill down on the result page.

Recommendation 11: Information should be supplied about the finality of a decision. This implies that information should be supplied about subsequent decisions by the same or another court in the same proceedings, pending appeals and/or its irrevocability.

Recommendation 12: In principle, all court decisions published on the internet should be anonymised.

Recommendation 13: For reasons of consistency and legal certainty, personal data that have to be anonymised should be enumerated. Such enumerations though should leave room for the additional anonymisation of other data, which are normally notidentifying, but might be in specific cases.

Recommendation 14: Anonymisation rules should be published.

Recommendation 15: Obscuring personal data (e.g. by fully deleting them or replacing them by dots or ‘xxxx’) should be avoided since this method hampers the comprehensibility of a text. When initials are used, they should be randomized, since the use of true initials enlarges the risk of de-anonymisation. The preferable ways of anonymisation are replacing data by recognizable labels or by fake data.

Recommendation 16: For individual cases there should always be the possibility to deviate from established anonymisation rules. This could be the decision not to publish a decision at all since normal anonymisation wouldn’t suffice, but also the decision to disclose full personal data if the case so requires.

Recommendation 17: Since anonymisation errors are easily made but can have grave consequences, data subjects should have a user-friendly option to request for corrections. It should be described which options there are in case such a request is denied.

Recommendation 18: When a case is referred to the CJEU within the framework of Article 267 TFEU, both the referral as well as the decision itself should be anonymised.

Recommendation 19: Published decisions should be reusable according to a CC-BY or CC-0 licence or a comparable regime.

Recommendation 20: For re-use purposes court decisions should be made available in the most optimal computer-readable format possible, given the capabilities of the drafting process. JSON or RDF/XML are preferred; PDF’s should be avoided, especially if scanned. All available metadata should be supplied in a well-structured format, as far as possible according to open standards.

Recommendation 21: For re-use purposes a web service should be provided for, preferably as REST.

Recommendation 22: ECLI should be assigned to as many court decisions as possible. The specific recommendations within the ECLI Council Conclusions should be followed.

Recommendation 23: At the national level the ECLI should be constructed with a good balance between shortness and legibility; elements that are not essential for rendering an ECLI unique should be avoided.

Recommendation 24: To reap the full benefits of the ECLI framework all decisions that have an ECLI assigned should be made available via the ECLI Search Engine as well, together with translated versions, if available. Full use should also be made of the ECLI Search Engine by web sites that republish court decisions, e.g. in domain specific collections, with additional metadata or in translated/summarized versions.

Recommendation 25: ECLI should be used for citing court decisions, or at least added to any form of citation. To guarantee its recognizability for humans and computers ECLI should always be cited in full; no elements should be left out.

Στη βάση αυτών των συστάσεων μπορεί άνετα να δομηθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο που, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, να μπορεί να λειτουργήσει, επιτυγχάνοντας διττό σκοπό. Τόσο τη δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων με δεδομένη την προστασία των προσωπικών δεδομένων όσο και την μεγέθυνση της προσβασιμότητας στο εγχώριο δίκαιο και της καλύτερης επικοινωνίας του σε διευρωπαϊκό επίπεδο.

——————————–

[1] Poalelungi, M. (2017). The right to privacy and the transparency of justice: two weighing exercises.  Revista Institutului Naţional de Justiţie, 11(3), 26-33(8).

[2] Resolution No. 13P-378 On the Publishing of Judicial Decisions, Judgments, Rulings on the Internet, Judicial Council (09.09.2005). Βλ. και Resolution of the Judicial Council on the Publishing of Judicial Procedural Decisions and Decisions of Judges Disciplinary Matters, TAR (2015, no. 2015-19002).

[3] Šindeikis, Α. (2009). Teismų procesinių sprendimų nuasmeninimo konstitucingumo problemos (Constitutional problems of depersonalizing judicial procedural decisions). Jurisprudencija, 3(117), 41.

[4] Berkmanas, Τ. (2016). Doing Sanctions with Words: Legacy, Scope, Fairness and Future (?) of a Reprimand. International Journal of Law, Language & Discourse, 6, 33.

[5] Που κάποιοι έχουν περιγράψει και ως «the voyeuristic gaze of the public», για να δείξουν τις μη υγιείς διαστάσεις μιας τέτοιας περιέργειας (που να φανταστεί, κανείς, κάποτε θα μπορούσε να είχε θεωρηθεί και ψυχοπαθολογική, το να ψάχνω, δηλαδή, εγώ, το όνομα της ψυχολόγου στη μηχανή αναζήτησης της βάσης νομικής πληροφόρησης, για να λάβω πληροφορίες σε σχέση με την εμπειρία της). Βλ. Bailey, J. & Burkell, J. (2016). Revisiting Presumptive Accessibility: Reconceptualizing the Open Court Principle in an Era of Online Publication. Ottawa Faculty of Law Working Paper No. 2016-31.

[6] Βλ. και Gruodytė, Ε. & Milčiuvienė, S. (2016). Anonymization of Court Decisions: Are Restrictions on the Right to Information in “Accordance with the Law”? Baltic Journal of Law & Politics, 9(2), 150–170.

[7] Sladić, G., Milosavljević, B. & Konjović, Z. (2007). Extensible access control model for XML document collections. In ICETE SECRYPT: Proceedings of the 2nd International Conference on Security and Cryptography, Barcelona, Spain, 2007, INSTICC, 373–380; Sladić, G., Milosavljević, B., Konjović, Z. & Vidaković, M. (2011). Access control framework for XML document collections. Computer Science and Information Systems (ComSIS), 8(3), 591-609; Sladić, G., Milosavljević, B., Surla, D. & Konjović, Z. (2012). Flexible access control framework for MARC records. The Electronic Library, 30(5), 623-652; Sladić, G., Gostojić, S., Milosavljević, B. & Konjović, Z. (2013). Automatic Anonymization and Reduction of Judgments in the Electronic Format. Conference Paper.

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Δημοσιοποίηση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο και προσωπικά δεδομένα

  1. Λάρης Βραχίμης

    Το Akoma Ntoso δεν είναι σύστημα ανωνυμοποίησης αλλά ένα XML Schema. Το συγκεκριμένο schema όπως και οποιοδήποτε άλλο Schema μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε τεχνολογικές λύσεις που επιτρέπουν πληροφορίες σε μια απόφαση που μπορεί να αποκαλύψουν την ταυτότητα των διαδίκων ή άλλων εμπλεκομένων να αποκρύπτονται από ορισμένους χρήστες στους οποίες δίνεται ηλεκτρονική πρόσβαση στο κείμενο της σπόφασης αλλά να είναι διαθέσιμες σε άλλους στα πλαίσια μιας εφαρμογής με μεγάλο για τα δεδομένα μας κόστος. Αυτές είναι πολύ εξειδικευμένες ρυθμίσεις που δεν έχουν να κάνουν νε τα ζητήματα που εγείρονται όταν συζητούμε με αναφορά στην Κυπριακή πραγματικότητα. Το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουν όσοι συζητούν με τη μεγαλύτερη ευκολία την ανωνυμοποίηση των αποφάσεων είναι τι θα γίνει με τις 30.000 αποφάσεις που ήδη έχουν δημοσιευτεί στους τόμους των CLR/ΑΑΔ; Θα κάψουμε τους τόμους;

    1. Χρίστια Α. Μίτλεττον

      Ευχαριστώ για το σχόλιό σας.

      Δεν είπε κανείς ότι είναι εύκολη η ανωνυμοποίηση τεχνικά, ειδικότερα με τη χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Απεναντίας, θα χρειαστεί η δημιουργία ενός πρωτότυπου προγράμματος τεχνολογικής ουδετεροποίησης, και δεν προτάθηκε συγκεκριμένο ως κατάλληλο για τον σκοπό αυτό στην Κυπριακή πραγματικότητα (χρειάζεται ειδική γνώση γι’ αυτό).

      Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να συζητείται καθόλου η ανωνυμοποίηση ή άλλη επεξεργασία ως θέμα ή ως ένα αναγκαίο διάβημα πριν από τη διαδικτυακή δημοσίευση και διάδοση. Μέχρι τη δημιουργία της τεχνολογικής δυνατότητας για αυτοματοποιημένο αποτέλεσμα, μπορεί να δίνεται στις βάσεις νομικής πληροφόρησης, για σκοπούς δημοσιοποίησης, κείμενο που έχει υποστεί επεξεργασία (από τα ίδια τα δικαστήρια ή με οδηγίες τους) χειροκίνητα. Κι αυτό είναι κοπιώδης ενέργεια με ευθύνη την ορθή εφαρμογή κάποιων οδηγιών, για να μην αλλοιωθεί το ουσιαστικό και νομικό νόημα κάθε απόφασης.

      Σε καμία χώρα όπου εφαρμόζεται τέτοιου είδους επεξεργασία έχουν καεί έντυποι τόμοι δικαστικών αποφάσεων ή βιβλία ή αρχεία που είχαν εκδοθεί στο παρελθόν, επειδή υπήρξε μια τέτοια εξέλιξη (μπορεί κατά τη ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική αναδημοσίευσή τους να απασχολεί ξανά το θέμα). Ούτε και απαγόρευσε κανείς την πρόσβαση οποιουδήποτε στις δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί και δημιουργούν δεσμευτικό προηγούμενο (δεν δημιουργούν όλες προφανώς), εάν τέτοιο επιθυμεί. Η επεξεργασία συζητείται κυρίως με αναφορά στη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο, όπου το περιεχόμενό τους καθίσταται ευρύτερα προσβάσιμο και διαθέσιμο, ακόμα κι αν δεν εξυπηρετείται κάποιος συναφής σκοπός. Μπορεί να γίνεται τέτοια δημοσιοποίηση, μα με προηγούμενη επεξεργασία.

      Σε κάθε περίπτωση, είναι σεβαστή η διαφορετική άποψη, σε σχέση με την αναγκαιότητα της επεξεργασίας.

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.