Οριζόντιος αποκλεισμός και τεκμήριο της αθωότητας

Ένα από τα ενδιαφέροντα ζητήματα που τέθηκαν κατά τη διαδικασία εξέτασης του ενδεχομένου επιβολής οριζόντιου αποκλεισμού οικονομικού φορέα από τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων, και που αποτυπώθηκαν στη χθεσινή απόφαση της Επιτροπής Αποκλεισμού (η οποία διατίθεται σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για το περιεχόμενό της) (και που μάλλον θα εξακολουθήσει να απασχολεί, πλέον δικαστικά), ήταν, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον το γεγονός ότι εκκρεμεί ποινική δίκη εναντίον του οικονομικού φορέα (νομικό πρόσωπο) παραβιάζει καθόλου το τεκμήριο αθωότητας του. Η δικαιοδοσία που κλήθηκε να αναλάβει το αποφασίζον όργανο δεν ήταν στη βάση τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης εναντίον του ίδιου του οικονομικού φορέα, αλλά, μεταξύ άλλων (εφόσον χρησιμοποιήθηκαν όλες οι διαθέσιμες βάσεις), στη βάση παραδοχών και τελεσίδικων καταδικαστικών αποφάσεων εναντίον διευθυντικών και εποπτικών στελεχών του οικονομικού φορέα, για αδικήματα διαφθοράς ή για συμπεριφορές που εμπίπτουν άλλως πώς στις προβλεπόμενες εγκληματικές δράσεις του άρθρου 57 § 1 του Ν. 73(Ι)/2016 και της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, το τελευταίο εδάφιο του οποίου διευρύνει υποκειμενικά τη δυνατότητα αποκλεισμού για λόγους αποκλεισμού που συντρέχουν σε φυσικά πρόσωπα που τελούν σε συγκεκριμένες σχέσεις με τον οικονομικό φορέα.

Οι παραδοχές και καταδίκες, μεταξύ άλλων, των διευθυντικών στελεχών ενός νομικού προσώπου, δημιουργούν ορισμένες αναγκαστικές συνέπειες και για το νομικό πρόσωπο, ακόμα κι αν δεν το εξαναγκάζουν σε δική του παραδοχή στην ποινική δίκη, ακριβώς, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας που θεωρεί ότι (ξεχωριστά) διαθέτει. Το δίκαιο της Ε.Ε., όμως, είναι καλά δομημένο σε αυτή την αρχή, εξ ου και οι πρόνοιες του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 57 § 1 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του Ν. 73(Ι)/2016, που διευρύνουν υποκειμενικά τη δυνατότητα / υποχρέωση αποκλεισμού), και με βάση τις οποίες πρέπει ή μπορεί να επιβληθεί αποκλεισμός στο νομικό πρόσωπο του οικονομικού φορέα λόγω πράξεων των εκπροσώπων του (και όχι του ιδίου, με κάποια διαφορετική οντολογική αντίληψη για το νομικό πρόσωπο). Οι πρόνοιες αυτές δεν βλάπτουν κατά τα λοιπά, θεσμικά ή πραγματικά, τη δυνατότητα του νομικού προσώπου του οικονομικού φορέα να προσπαθεί να αθωωθεί, ως νομικό πρόσωπο, ενώπιον κάποιου ποινικού δικαστηρίου, για να αποφύγει την επιβολή ποινής.

Στην υπό αναφορά περίπτωση, ενώ υπήρξαν διάφορες άλλες εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας του Ν. 73(Ι)/2016 και άλλες νύξεις που επεκτείνονταν, μάλλον, και στο ίδιο το κείμενο της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ παρά στην ενσωμάτωσή της, δεν υπήρξε εισήγηση ότι παρουσιάζει πρόβλημα, σε θεσμικό επίπεδο, το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 57 § 1 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του Ν. 73(Ι)/2016, όπου προβλέπεται η υποκειμενική διεύρυνση στον αποκλεισμό δια χρήσης λόγων που συντρέχουν στα στελέχη του νομικού προσώπου του οικονομικού φορέα και όχι σε αυτό τον οικονομικό φορέα (χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κάποιο τεκμήριο αθωότητας του νομικού προσώπου του οικονομικού φορέα). Δεν αμφισβητήθηκε αυτή η αντίληψη του Ευρωπαίου νομοθέτη (πώς θα μπορούσε άλλωστε) να μπορεί να επιβάλει αποκλεισμό χωρίς να υφίσταται τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εναντίον του ίδιου του οικονομικού φορέα (ή και αυτού), αλλά να αρκεί να υφίσταται μόνον εναντίον των στελεχών που τον εκπροσωπούν. Δεν υφίσταται εξαίρεση, βέβαια, στην Οδηγία, που να συνηγορεί στο ότι δεν πρέπει να επιβάλλεται αποκλεισμός για λόγο υποχρεωτικού αποκλεισμού που συντρέχει, στη βάση του προαναφερόμενου εδαφίου, όταν εκκρεμεί ποινική υπόθεση εναντίον του νομικού προσώπου του οικονομικού φορέα. Η ίδια η νομολογία του ΔΕΕ (βλ. υπόθεση Mantovani) δεν νομολόγησε, φυσικά, ότι ο λόγος αποκλεισμού που βασίζεται σε καταδίκη (ή και παραδοχή στα Κυπριακά δεδομένα) «στελέχους» του οικονομικού φορέα βλάπτει το τεκμήριο αθωότητας του νομικού προσώπου του οικονομικού φορέα (όταν υφίσταται) ή συνιστά καταδίκη τύπου in absentia του νομικού προσώπου (κι όταν δεν υφίσταται ποινική δίκη).

Η διαδικασία επιβολής οριζόντιου αποκλεισμού, όπως ήταν η θέση της υποφαινόμενης, δεν έχει να κάνει με διαπίστωση ενοχής είτε του οικονομικού φορέα είτε οποιουδήποτε άλλου προσώπου ούτε με επιβολή ποινής ή διοικητικής ποινής και άλλως πώς δεν συνυφαίνεται με περιορισμό του ατομικού δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Ο άξονάς της είναι η αξιοπιστία του οικονομικού φορέα που τίθεται υπό εξέταση. Η αξιοπιστία του οικονομικού φορέα πλήττεται, εξαιτίας της συνδρομής των υπό αναφορά λόγων, που δεν έχουν να κάνουν με τυχόν δική του ενοχή ή όχι, αλλά με την ομολογημένη ή και δικαστικά διαπιστωμένη ενοχή των φυσικών προσώπων που τον εκπροσωπούσαν. Οι παραδοχές ή και καταδίκες του διοικητικού ή εποπτικού στελέχους του οικονομικού φορέα συνιστούν γεγονότα που κλονίζουν την αξιοπιστία και του ιδίου του οικονομικού φορέα. Το ότι εκκρεμεί ποινική διαδικασία και εναντίον του οικονομικού φορέα δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα γι’ αυτόν. Φυσικά δεν δημιουργεί και κάποιο λογικό παράδοξο σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται, στο νομικό πρόσωπο του οικονομικού φορέα, εύνοια ή πρόσθετη προστασία, που δεν θα υφίστατο εάν δεν εκκρεμούσε η εναντίον του ποινική υπόθεση. Δεν μπορεί, δηλαδή, να χρησιμοποιεί, ο οικονομικός φορέας, την ιδιότητα του κατηγορούμενου σε ποινική δίκη, για να αντλήσει οφέλη ή για να αποφύγει συνέπειες που θα είχε εάν δεν υφίστατο η ποινική δίκη και αυτές τις ίδιες να τις μεταφράζει ως παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας, που αναμφίβολα υφίσταται στο πλαίσιο της ποινικής του δίκης, δεν του παρέχει κοινωνική ή εμπορική υπερπροστασία ή ασπίδα. Απεναντίας, το πλήγμα στην αξιοπιστία του οικονομικού φορέα (μα και πρακτικά η συνέπεια «loss of competitiveness») είναι εγγενές στο δεδομένο ότι φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούσαν τον οικονομικό φορέα διέπραξαν αδικήματα διαφθοράς και τα ίδια δεν το αμφισβήτησαν και καταδικάστηκαν και ο οικονομικός φορέας δεν ισχυρίζεται ότι αμφισβητεί τις ιδιότητές τους ή την εκπροσώπησή του από εκείνα τα πρόσωπα κατά τη διάπραξη των αδικημάτων τους.

Συνακόλουθα, ανεξαρτήτως της εκκρεμοδικίας, ο οικονομικός φορέας μπορεί (και πρόκειται για διαρκή δυνατότητα) να προσκομίσει στοιχεία που να υποδηλώνουν αξιοπιστία και ικανότητα ανάληψης δημοσίων έργων, εάν και εφόσον υφίστανται, καταδεικνύοντας λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εξακολουθήσει να υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός, ενόψει της δεδομένης συνδρομής των εν λόγω λόγων αποκλεισμού. Η εκκρεμής δίκη δεν συνιστά, η ίδια, στοιχείο αξιοπιστίας. Ούτε το τεκμήριο αθωότητας συνιστά, το ίδιο, στοιχείο αξιοπιστίας. Τα στοιχεία αξιοπιστίας που μπορούν να προσκομιστούν προβλέπονται στην Κ.Δ.Π. 138/2016. Το πλαίσιο της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του Νόμου 73(Ι)/2016, παρέχει περιθώριο στο νομικό πρόσωπο του οικονομικού φορέα να αποδείξει τον πραγματικό διαχωρισμό της θέσης του από αυτήν του ατόμου, ως και στη Mantovani, και αυτό το περιθώριο είναι πολύ σημαντικό, μετριάζοντας, μεταξύ άλλων, και τις ενδεχόμενες ενδοευρωπαϊκές αποκλίσεις σε σχέση με την εταιρική ευθύνη (περιλαμβανομένης της ποινικής εταιρικής ευθύνης).

Αντιστοίχως, ούτε η έκδοση τελεσίδικων καταδικαστικών αποφάσεων εναντίον στελεχών του νομικού προσώπου του οικονομικού φορέα από το Δικαστήριο, χωρίς να ακουστεί προηγουμένως ή παράλληλα ή μαζί και το νομικό πρόσωπο και να εκδοθεί κοινή απόφαση για όλους τους κατηγορούμενους, συνιστά παραβίαση, από το Δικαστήριο, του τεκμηρίου αθωότητας του νομικού προσώπου. Τουλάχιστον όχι από μόνη της.

Η απόφαση Allenet Ribemont v. France (Αίτηση αρ. 15157/89), στην οποία είχε παραπέμψει ο οικονομικός φορέας (και είναι μια καλά εμπεδωμένη νομολογία για το τεκμήριο της αθωότητας), ήταν απόφαση επί προσπάθειας πρακτικής εξισορρόπησης μεταξύ συγκρουόμενων ατομικών δικαιωμάτων, ήτοι του δικαιώματος του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης) ως προς την ειδικότερη δημοσιογραφική πτυχή του καθήκοντος ενημέρωσης του κοινού / δικαιώματος του κοινού στο πληροφορείσθαι από τη μια πλευρά, και του δικαιώματος του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ (που περιλαμβάνει το τεκμήριο αθωότητας) από την άλλη πλευρά. Δύο δικαιώματα, όντως, συχνά συγκρουόμενα. Υπό τις περιστάσεις της Allenet Ribemont ή άλλων συναφών υποθέσεων, μπορεί να μην είχε τηρηθεί ή  να μην τηρείται το μέτρο, η αναλογία. Αφού καταρχάς δεν απαγορεύεται η ενημέρωση του κοινού για τις εξελίξεις σε μια ποινική δίκη, στο μέτρο του αναγκαίου, παράλληλα με σεβασμό προς αυτό το τεκμήριο της αθωότητας. Δεν χρησιμεύσει, όμως, η υπόθεση αυτή ή άλλες αυτής της νομολογιακής κατηγορίας, για να υποστηρίξει κάποιο επιχείρημα ότι, ενόσω υφίσταται τεκμήριο αθωότητας (γιατί εκκρεμεί διαδικασία ποινική εντός της έννοιας του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ), απαγορεύεται κι η οποιαδήποτε έκφραση ή ενέργεια (π.χ. αποκλεισμός από δημόσιες συμβάσεις μέχρι την απόδειξη της αξιοπιστίας), πόσω μάλλον τέτοιες ενέργειες προς εξυπηρέτηση και διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Η Butkevicious v. Lithuania (Αίτηση αρ. 48297/99) δεν διαφοροποίησε κάτι, ως προς την ανάγκη πρακτικής εναρμόνισης των συγκεκριμένων ίδιων δικαιωμάτων. Η επιβολή οριζόντιου αποκλεισμού δεν συνιστά ατομικό δικαίωμα κάποιου και δεν παρεμβαίνει στο συγκεκριμένο δικαίωμα του οικονομικού φορέα (για δίκαιη δίκη). Συνιστά δημόσια πράξη που παρεμβαίνει αναγκαστικά, δια νόμου, στο δικαίωμα να συμμετέχει ένας οικονομικός φορέας, υπό τις Χ περιστάσεις, σε δημόσιους διαγωνισμούς. Ένας περιορισμός που ευλόγως υφίσταται σε θεσμικό επίπεδο, και μπορεί να επιβληθεί και σε πραγματικό επίπεδο, όπου δικαιολογείται.

Θα πρέπει, εξάλλου, να τυγχάνει και υπόμνησης ότι, η Οδηγία 2016/343/ΕΕ για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, η οποία, παρεμπιπτόντως, ακόμα δεν φαίνεται να ενσωματώθηκε στο Κυπριακό Δίκαιο, που βασικά τούτη είναι που συνοψίζει και την υφιστάμενη νομολογία μα και Ευρωπαϊκή νοοτροπία επί του θέματος (τεκμήριο αθωότητας), στην εισαγωγή σκέψη 11, αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της τις διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μπορούν να επισύρουν κυρώσεις, όπως είναι οι διαδικασίες που αφορούν τον ανταγωνισμό, εμπορικά ζητήματα, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οδική κυκλοφορία, φορολογικά ζητήματα ή πρόσθετους φόρους, και έρευνες που διεξάγονται από διοικητικές αρχές σε σχέση με τέτοιου είδους διαδικασίες. Παράλληλα, στη σκέψη 13, εκφράζοντας και πάλι το δίκαιο της Ε.Ε. επί τούτου, αναφέρει ξεκάθαρα και τη διαφοροποίηση του επιπέδου προστασίας του τεκμηρίου της αθωότητας των φυσικών προσώπων από αυτήν των νομικών προσώπων, εξαιρώντας (προς το παρόν) από το πεδίο εφαρμογής της τα νομικά πρόσωπα, ως προς τα οποία, απλά, κατά κάποιον τρόπο, επιφυλάσσεται (επιφύλαξη που μπορεί να εκτιμήσει, κανείς, με διάφορους τρόπους).

Ειρήσθω εν παρόδω ότι η Οδηγία 2016/343/ΕΕ έτυχε επίκλησης στην Lengyelova Lenka v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 6539/2013, ημερομηνίας 24.11.2017, που αφορούσε απέλαση (που η απέλαση συνιστά σοβαρότατο περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία του φυσικού προσώπου), όπου κρίθηκε ότι, δοθέντων των οδηγιών να μην ασκηθεί ποινική δίωξη, η απέλαση δεν ήταν αντίθετη με το τεκμήριο αθωότητας της προσφεύγουσας, που είχε προηγούμενα συλληφθεί για αδικήματα (άρα είχε μπει στο εννοιολογικό πεδίο της «κατηγορούμενης», ανεξαρτήτως εάν δεν κατηγορήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου). Η Δημοκρατία, στην εκεί υπόθεση, παρέπεμψε σε σχετική νομολογία (Florin Ion v Υπουργού Εσωτερικών κ.ά, Υπόθ. Αρ. 833/2012, ημερ. 29.11.2013, Kapsakis ν Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 290/2012 κ.ά., ημερ. 20.02.2013, Stanchev v Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 8/2013, ημερ. 17.07.2015, Eddine ν Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 95, Dichev v Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 309/2012, ημερ. 15.11.2013), προς υποστήριξη της θέσης ότι δεν απαιτείται η προηγούμενη ποινική καταδίκη ενός προσώπου, ώστε να δύναται να κριθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη (με τις έννοιες που δίνει, βέβαια, το σχετικό δίκαιο της απέλασης).

Και στις Kristian Bekefi, κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητικές Εφέσεις 42/2013, κ.α., ημερομηνίας 30.06.2016, έγινε ακροθιγώς αναφορά στην Οδηγία 2016/343/ΕΕ, μα και στις συναφείς αρχές, ότι η αναφορά σε «κατηγορούμενο» στο Άρθρο 48 §1 του Χάρτη, προϋποθέτει την ύπαρξη ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου στο οποίο αποδίδεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος.  Όπου με αναφορά στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε σε διοικητική απόφαση για απέλαση, κι εκεί, οι εφεσείοντες δεν ήταν κατηγορούμενοι (στο πλαίσιο της διαδικασίας απέλασης), ούτε επρόκειτο για ποινική διαδικασία, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 48 του Χάρτη. Ούτε το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ κρίθηκε ότι είχε εφαρμογή, αφού οι αποφάσεις για την είσοδο, παραμονή και απέλαση αλλοδαπών δεν αφορούν στη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων τους ή σε ποινική κατηγορία, υπό την έννοια του Άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.  Θεωρούνται, μάλλον, ως δημόσιες πράξεις οι οποίες διέπονται από το δημόσιο δίκαιο (βλ. Mamatkulov and Askarov v. Turkey 41 EHRR 494 (GC) και Maaouia v. France, Αιτήσεις αρ. 39652/98, 12.1.1999). Ως, προφανώς, και η συμμετοχή ή ο αποκλεισμός ενός οικονομικού φορέα από τη σύναψη δημόσιας σύμβασης συνιστά δημόσια πράξη που διέπεται από δημόσιο δίκαιο.

Συναφώς προς την ευρωπαϊκή αντίληψη σε σχέση με το τεκμήριο αθωότητας και την εταιρική ποινική ευθύνη (ως αντανακλάται πλέον και στα ευρωπαϊκά νομοθετικά κείμενα, περιλαμβανομένης της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, μα κυρίως στην Οδηγία 2016/343/ΕΕ), δεν νοείται η εκμετάλλευση της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου (που ως νομικό δεδομένο άλλα πράγματα εξυπηρετεί), να λειτουργεί ουσιαστικά ως μανδύας εγκληματικών συμπεριφορών, προτάσσοντας (θεωρητικά και μόνον) διαχωρισμό θέσης του νομικού προσώπου από τις συμπεριφορές των εκάστοτε εκπροσώπων του. Το πρώτο πράγμα που μπορεί, ίσως, να κάνει ένα (ικανότατο και αξιόλογο) νομικό πρόσωπο, όταν βρίσκεται στη δυσάρεστη κατάσταση να είναι και το ίδιο αντιμέτωπο με ποινική υπόθεση, με δεδομένη ή αποδεδειγμένη την ευθύνη των φυσικών προσώπων του (όταν τα ίδια τα φυσικά πρόσωπα δεν αμφισβητούν τις πράξεις τους) που αναμφίβολα το εκπροσωπούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο (θέση στην οποία μπορεί να βρεθεί το κάθε νομικό πρόσωπο), είναι η συνεργασία του με τις αρχές και η ενεργοποίηση ορατών και ικανών μέτρων εξυγίανσης. Έπειτα, οι δικές του ενέργειες εναντίον εκείνων των φυσικών προσώπων για αποζημίωση, εάν και όπου αυτό είναι εφικτό. Η ξεχωριστή του νομική οντότητα δεν υποδηλώνει ξεχωριστή πραγματική συμπεριφορά του νομικού προσώπου από αυτήν των εκπροσώπων του, συνεπώς η από μέρους του νομικού προσώπου διαιώνιση του προβλήματος (εμπλοκή με την ποινική υπόθεση) μόνο ζημιά μπορεί να προκαλεί στο ίδιο, και μάλιστα πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που θα μπορούσε να υποστεί από τελεσίδικη καταδίκη εναντίον του.

Είναι πολύ σημαντικό να τύχει κατανόησης ότι η αξιοπιστία, ως αξία, σε μια δημόσια σύμβαση, κλονίζεται με τόση ευκολία με όση δημιουργείται και η αμφιβολία για την ενοχή σε μια ποινική δίκη. Στο ποινικό δικαστήριο η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την ενοχή του οικονομικού φορέα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε αυτή την εξεταστική διαδικασία, ο οικονομικός φορέας, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεξαν λόγοι αποκλεισμού (μέσω των στελεχών του), έχει το βάρος να αποδείξει την αξιοπιστία του σε επαρκή βαθμό. Το μόνο που ζητείται από τον οικονομικό φορέα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, είναι να προσκομίσει στοιχεία αξιοπιστίας, με δεδομένους τους λόγους (υποχρεωτικού και δυνητικού) αποκλεισμού που συνέτρεξαν. Εάν δεν προσκομίζονται τέτοια στοιχεία (και αναλώνεται χρόνος και ενέργεια επί ευφάνταστων νομικών ζητημάτων και  εξάρσεων, ώστε να μετατρέπεται, μια πραγματική κοινωνικοοικονομική απορία, σε ακαδημαϊκό φόρουμ ευρωπαϊκού δικαίου ή σε οτιδήποτε άλλο), αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί, ίσως, και το πιο κρίσιμο.

 

 

 

 

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.