Δικαστική πληροφορία και κοινωνική είδηση

 

Εισαγωγή

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ, στη M.L. and W.W. v. Germany (αιτήσεις αρ. 60798/10 και 65599/10), δεν διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (σεβασμός στην ιδιωτική ζωή) από τη μη επίτρεψη της ανωνυμοποίησης (παρόλο που η ανωνυμοποίηση συνιστά μέτρο ηπιότερο από την ολική αφαίρεση) των προσωπικών δεδομένων των προσφευγόντων από τα ΜΜΕ (ως είχε γίνει δικαστικά αποδεκτή), σε διαδικτυακές ειδησεογραφικές σελίδες, σχετικά με παλαιότερη εγκληματική συμπεριφορά των προσφευγόντων, ήτοι τον φόνο μίας διάσημης ηθοποιού. Επρόκειτο για δημοσιεύματα που περιέγραφαν αντικειμενικά δικαστικές αποφάσεις κι αυτά περιείχαν τα πλήρη ονόματα των προσφευγόντων.

Η απόφαση αυτή συνιστά, και πάλι, την αφορμή, μεταξύ άλλων (π.χ. για τη θεώρηση των ορίων του «δικαιώματος στη λήθη» σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία) για περαιτέρω έκθεση σκέψεων σχετικά και με τη διάκριση μεταξύ του ρόλου των δημοσιευμάτων των ΜΜΕ σχετικά με δικαστικές διαδικασίες και δικαστικές αποφάσεις από τη μια, και του σκοπού της δημοσιοποίησης των δικαστικών αποφάσεων σε πλατφόρμες νομικής πληροφόρησης από την άλλη. Πώς αντιμετωπίζεται το ζητούμενο της ανωνυμοποίησης στη μια και στην άλλη περίπτωση, όπου, στη μία περίπτωση, το κριτήριο είναι η κοινωνική είδηση που ενδιαφέρει το κοινό, και στην άλλη περίπτωση, είναι η δικαστική πληροφορία που ενδιαφέρει το κοινό.

Στην προκειμένη περίπτωση (όπου φαίνεται ότι, κατόπιν αιτήματος των προσφευγόντων, υπήρξε ανωνυμοποίηση τουλάχιστον κατά τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης του ΕΔΔΑ), το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν κατάφερε να επικρατήσει επί του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, από το οποίο απορρέει το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται και το αντίστοιχο καθήκον / δικαίωμα των ΜΜΕ να εκφράζονται και να ενημερώνουν. Στο δικαίωμα ενημέρωσης, με την παθητική του διάσταση, κατά την προσέγγιση του ΕΔΔΑ, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα έρευνας σε παλαιότερη ειδησεογραφία ή αρχεία δημοσιεύσεων, για λήψη γνώσης γεγονότων που απασχόλησαν την κοινωνία στο παρελθόν. Η ανωνυμοποίηση, προς εξυπηρέτηση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, και ειδικότερα του δικαιώματος στη λήθη, θα συνιστούσε, στην προκειμένη περίπτωση, δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα των ΜΜΕ και του κοινού στην έκφραση και πληροφόρηση, αντίστοιχα.

Όπως λέχθηκε, εναπόκειται στα ίδια τα ΜΜΕ, μέσα στο πλαίσιο της ηθικής και δεοντολογίας τους, να κρίνουν για τα γεγονότα που χρήζουν δημοσιοποίησης ή και να διατηρούν μία είδηση, εκπληρώνοντας τον δικό τους στόχο, της δημιουργίας δημοκρατικής άποψης μέσα στην κοινωνία. Τα ΜΜΕ, επομένως, δεν εμποδίζονται από το να αναφέρουν προσωπικά δεδομένα στην ειδησεογραφία τους, εφόσον κρίνουν ότι αυτό πρέπει, για τον σκοπό που τα ίδια υπηρετούν, πόσω μάλλον σε ειδήσεις που σχετίζονται με διάπραξη εγκλημάτων σε σχέση με τα οποία υπάρχει συγκεντρωμένο δημόσιο ενδιαφέρον, που μπορεί και να μην φθίνει με το πέρασμα του χρόνου, ή σε περιπτώσεις όπου θα πρέπει να τύχει κάποιου είδους προειδοποίησης το κοινό.

Βέβαια, στη ζυγαριά των Γερμανικών Δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ βάρυνε, κάπως, η πλάστιγγα προς το άρθρο 10, λόγω και του ότι, κατά τον χρόνο του αιτήματος για ανωνυμοποίηση, οι προσφεύγοντες δεν ήταν απλοί ιδιώτες, αδιάφοροι για το κοινό, εφόσον, όχι μόνον οι επίδικες αναφορές αφορούσαν τη συμπεριφορά τους στο πλαίσιο της δημόσιας ποινικής δίκης που αφορούσε τον φόνο δημόσιου προσώπου, αλλά ως προς εκείνην υπήρξε προηγούμενα δικό τους αίτημα και επανειλημμένη προσπάθεια επανανοίγματος της υπόθεσης, σε σχέση με την οποία οι ίδιοι οι προσφεύγοντες καλούσαν τα ΜΜΕ να παράσχουν δημοσιότητα (εκεί που τους συνέφερε), προσδιορίζοντας έτσι και τις σχετικές προσδοκίες τους από τον τύπο. Συμπεριφορά που, συνεκτιμώμενη με τα υπόλοιπα, συνέβαλε σε αυτή τη δύσκολη ισορροπία.

Ο δημοσιογράφος και ο δικαστής

Το ερώτημα, όμως, για το οποίο η αφορμή, είναι το εξής: Εάν τα ΜΜΕ μπορούν να δημοσιοποιούν προσωπικά δεδομένα κατά την αναφορά ή περιγραφή δικαστικών συμβάντων ή δικαστικών αποφάσεων (έστω όποτε αυτά κρίνουν ότι πρέπει), γιατί να μην μπορούν τα ίδια τα Δικαστήρια να τα δημοσιοποιούν ή οι εκδότες των δικαστικών αποφάσεων όπου οι εκδότες είναι τρίτα πρόσωπα; Η διαφοροποίηση συνίσταται στη διαφορά του σκοπού της δημοσιοποίησης στη μία και στην άλλη περίπτωση; Ότι στη μία είναι η κοινωνική ενημέρωση και στην άλλη η δικαστική πληροφορία; Μπορεί, όντως, να διαχωριστεί ή η δικαστική πληροφορία συνιστά και η ίδια (ευρύτερα θεωρούμενη) κοινωνική ενημέρωση ή αντλείται ορθότερα μέσα από την κοινωνική ενημέρωση; Πώς ένας φορέας προσωπικών δεδομένων μπορεί να επιτυγχάνει ανωνυμοποίηση στο κείμενο της δικαστικής απόφασης που δημοσιεύεται, αλλά να μην επιτυγχάνει την ίδια σε οποιοδήποτε άλλο δημοσιευμένο κείμενο; Υπάρχει κάποια ανάγκη αποτροπής κάποιου κινδύνου σύγχυσης του δικαστικού με τον δημοσιογραφικό ρόλο, επειδή ο λόγος, και στις δύο περιπτώσεις, είναι δημόσιος;

Όλα αυτά τα ερωτήματα και πολλά ακόμα μπορεί να απαντώνται από τον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Φαίνεται, ωστόσο, ότι εκείνη η λεπτή διάκριση ενθαρρύνεται καλά. Ως και η εναπόθεση του ρίσκου δημοσιοποίησης των προσωπικών δεδομένων στον δημοσιογράφο, σύμφωνα με τα δημοσιογραφικά κριτήρια του (που εκείνα σαφώς δεν ταυτίζονται με τα δικαστικά), και όχι στον δικαστή ή στον δικαστικό εκδότη και στην τακτική δημοσιοποίησης δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο, που η ίδια θέλει να εκφράζει άλλη στάση, δεοντολογία και ήθος, ως προς τη θεώρηση και αντιμετώπιση των νομικών ή δικαστικών συμβάντων· χωρίς να παραμερίζεται η κοινωνιολογική διάσταση αυτών· με σκοπό την άντληση του δικαίου από αυτήν, παρά με σκοπό τη δημιουργία δημόσιου διαλόγου γύρω από αυτήν και τα υποκείμενά της· με γνώμονα την κοινωνική απάντηση (μέσω του Δικαστηρίου), παρά με γνώμονα την κοινωνική έκθεση (που ενώ ενός είδους έκθεση ενυπάρχει στην ίδια τη δημόσια δικαστική διαδικασία, η προσπάθεια είναι να ελέγχεται μέσω της δικαστικής – κοινωνικής απάντησης, ακόμα κι αν η κοινωνική απάντηση συνιστά ποινή, με όλα τα στοιχεία της ποινής).

“Name and shame” ή “doxing” και “hate speech”;

Δεν είναι εύκολο να πείσει, κανείς, απόλυτα με το επιχείρημα ότι διαφορετικό είναι ένα Δικαστήριο ή Δικαστής να διατάξει τη δημοσίευση αυτούσιας της δικαστικής απόφασης από κάποιο ΜΜΕ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή υπό άλλες προϋποθέσεις, λόγου χάριν μέσα στο πλαίσιο κάποιας ποινής (εάν επικροτεί τις δυναμικές του «name and shame») ή για άλλον λόγο, και διαφορετικό η νομολογία και το δίκαιο που απορρέει από αυτήν να δημοσιοποιούνται επί σκοπού φορτωμένα με προσωπικά δεδομένα, συνδεδεμένα με συγκεκριμένα κοινωνικά συμβάντα, και σέρνοντας μαζί τους μόνιμα, διαχρονικά, κληρονομικά στίγματα, αδιάκριτα, για ανθρώπους που εγκλημάτησαν μεν αλλά φεύγουν από τη ζωή (ως εφήμεροι), για τους διαδόχους τους, για ανθρώπους που έχουν σωφρονιστεί (εάν επιδέχονται σωφρονισμό), κ.λπ.

Υπάρχουν, είναι γεγονός, δράστες εγκλημάτων που απασχόλησαν τη νομολογία και τα ονόματά τους συνδέθηκαν γερά με το έγκλημα (μάλιστα για εγκλήματα από εποχές που αυτά είχαν άλλου βαθμού σοβαρότητα), ώστε τα ίδια ονόματα να προκαταλαμβάνουν κάπως κοινωνικά και σε σχέση με άτομα που φέρουν το ίδιο όνομα, είτε είναι συγγενείς τους είτε όχι. Η δημιουργία κοινωνικού στίγματος για να εξυπηρετηθεί το “name and shame” συνιστά μορφή προσθετικής κοινωνικής παρέμβασης. Κι από τη στιγμή που δίνεται διαρκής θετική ενέργεια στο κοινωνικό στίγμα, μετά δύσκολα συμμαζεύεται, ακόμα και με αυτό το «δικαίωμα στη λήθη», ως άγουρη ακόμα ιδέα (που είδαμε και την αντιμετώπιση της M.L. and W.W. v. Germany).

Παρόλο που η ντροπή (shame) συνιστά, θεωρητικά, και μία από τις βάσεις της ίδιας της αποκαταστατικής δικαιοσύνης (βλ. reintegrative shaming) (Braithwaite, 1989; Ahmed, Harris, Braithwaite & Braithwaite, 2001), η πρόκλησή της, κατά τη γνώμη μου, προϋποθέτει κάποιες δομές, για να μπορεί να λειτουργήσει υγιώς, ως μια δικαστικά ελεγχόμενη ενέργεια. Με τη δημιουργία κοινωνικού στίγματος, χωρίς την ύπαρξη τέτοιων δομών, είναι σαν ρίχνει κάποιος δηλητήριο μέσα στην κοινωνία, το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει, πού και πώς θα δράσει. Και το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα εισπράξει και ο ίδιος ο δράστης ενός λ.χ. σεξουαλικού εγκλήματος, στον οποίο θα επιβληθεί παράλληλος αποκλεισμός από το κοινωνικό σύνολο.

Στη δικανική ψυχολογία ανηλίκων συζητούσαμε κάποτε, με μεγάλη επιφύλαξη, την ντροπή (όχι το “name and shame” ακριβώς, αλλά μόνο το “shame”, ασχέτως εάν μπορεί να προκληθεί με την αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας ή άλλο τρόπο κοινωνικής έκθεσης), στον βαθμό, όμως, που μπορεί να ελεγχθεί (π.χ. να κάνει κάτι ο ανήλικος δράστης σε πραγματικό χρόνο, που τον εκθέτει σε ορισμένο κοινωνικό σύνολο, το οποίο θα του προκαλέσει ντροπή, κι ως εκεί, λειτουργία, όμως, που για να επιτύχει θα πρέπει να είναι γνωστές οι κοινωνικές δομές του, η δική του προσωπικότητα, κ.λπ.). Δεν είχε να κάνει ο διάλογος αυτός με την επωνυμία, ακριβώς (για έναν ανήλικο δεν έχει τόση σημασία το ονοματεπώνυμο, ως τέτοιο, δεν έχει κτίσει πάνω σε αυτό και δεν κατανοεί την κοινωνική του βαρύτητα, μεμονωμένα), αλλά με την κοινωνική έκθεση (στη βάση προμελετημένων δεδομένων που μπορούν να προκαλέσουν έκθεση) και τα ωφέλη που μπορούν να αποκομηθούν αντανακλαστικά. Δεν είναι καθόλου «ακίνδυνη» μέθοδος αυτή του αποτροπιασμού, ειδικά στον ευάλωτο πληθυσμό. Απεναντίας, είναι επικίνδυνη, εφόσον μπορεί να προκαλέσει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Άλλες φορές, σε ορισμένους δράστες, είναι κάπως αμφίβολο εάν θα λειτουργήσει καθόλου, ως συναίσθημα, η ντροπή, για ίσως ευνόητους λόγους (π.χ. σχέση του δράστη με το άτομό του, την κοινωνία, κ.λπ.).

Εν πάση περιπτώσει, ουδόλως οι υγιείς διαστάσεις του “name and shame” (εάν τέτοιες τελικά υπάρχουν, γιατί είναι και κάπως βαθιά η διχογνωμία) μπορούν γενικά να εξυπηρετηθούν μέσα από τη διατήρηση των προσωπικών δεδομένων στις δικαστικές αποφάσεις που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο, εφόσον τότε, μάλλον, υπερβαίνουμε τα όρια, μετατρέπουμε την κινητήρια δύναμη της ντροπής (όπου εκείνη μπορεί να λειτουργήσει, πραγματικό ζήτημα) σε μορφή θεωρητικού, μόνιμου και διαχρονικού, σχεδόν ισοπεδωτικού, διασυρμού δια της αποκάλυψης προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο.

Κι όμως, σήμερα, με δεδομένες τις αντίστοιχες δυνατότητες διαφοροποίησης του ονόματος ενός προσώπου ή τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών (τον βαθμό κοινωνικής αδιαφορίας, το μέγεθος των κοινωνικών, της κοινοτυπίας των ονομάτων, κ.λπ.) το να κατονομαστεί κάποιος απλά και μόνον μπορεί να μην λέει οτιδήποτε σε όλες τις περιπτώσεις, να μην προκαλεί, η ίδια η πράξη της αποκάλυψης του ονόματος, την κατάλληλη κοινωνική αποδοκιμασία και κατ’ επέκταση την ντροπή. Η έννοια της κοινωνικής αποδοκιμασίας είναι, επίσης, κάπως διφορούμενη, εφόσον άλλο η ντροπή που προκαλείται δια κάποιο είδος κοινωνικής αποδοκιμασίας και η εστίαση είναι στο συναίσθημα του δράστη, κι άλλο η κοινωνική αποδοκιμασία που συνιστά μορφή «λιθοβολισμού» και εξυπηρετεί καλύτερα την εκτόνωση του όχλου, παρά κάποιου είδους δραστική κοινωνική επικοινωνία με τον δράστη, με σκοπό να ωφελήσει τον δράστη.

Σήμερα, ειδικότερα, η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο τείνει να ονομάζεται “doxing” και θεωρείται ότι συνιστά μια από τις αιτίες άλλων αντικοινωνικών συμπεριφορών (κυβερνοεγκλήματος), μεταξύ άλλων, της ρητορικής του μίσους, του εκφοβισμού, κ.λπ.. Το ίδιο το “online shaming” θεωρείται μια από αυτές τις αντικοινωνικές συμπεριφορές, παρά ως μια αντισταθμιστική συμπεριφορά, ίσως γιατί το διαδίκτυο δεν είναι η γειτονιά μας, όπου θα μας στείλει κάποιος να ρεζιλευτούμε για να νιώσουμε ντροπή. Υπάρχουν διάφοροι «κρυφοί δρόμοι», που θα λέγαμε πως μεταλλάσσουν κι αυτή την έννοια της αντικοινωνικότητας.

Ασφαλέστερα θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο ίδιος ο κοινωνικός αποκλεισμός (αφαιρετική παρεμβατική ενέργεια – απόλυτη κοινωνική αποδοκιμασία) ή ο κοινωνικός εξαναγκασμός (διαφοροποιητική ή τροποποιητική παρεμβατική ενέργεια), μερικές φορές, ως ποινική μεταχείριση, μεταξύ άλλων διαθέσιμων νοείται, μπορεί να αρκεί, για να αντιμετωπιστεί ή και να θεραπευτεί (εάν θεραπεύεται) μια αποκλίνουσα συμπεριφορά ή να προστατευτεί το κοινωνικό σύνολο· κι αυτός, με τη σειρά του, επιφέρει έμμεσα ενός είδους κοινωνικό στίγμα (παθητικά, άρα πιο διαχειρίσιμο, ως συνδεδεμένο με την επίσημη ποινή), ή και αυτή η ειδησεογραφία των ΜΜΕ. Εκείνο το (απροσδιόριστο πλέον εννοιολογικά και διατηρούμενο περισσότερο ως σχήμα λόγου) “name and shame” που αφήνεται ουσιαστικά στην κοινωνική πρωτοβουλία (ως «ελέγχεται» από τα ΜΜΕ), ως μια κατά κάποιο τρόπο αυτορυθμιζόμενη κατάσταση, μπορεί και να επαρκεί σήμερα.

Θα αναφερθώ, όμως, αναλυτικά στο θέμα αυτό, με κάποια άλλη ευκαιρία, εφόσον είναι τέτοιο που, σαφώς, δεν μπορεί καν να αγγίξει, κανείς, στο πλαίσιο ενός άλλου θέματος, πόσω μάλλον όταν είναι θέμα ερευνητικού ενδιαφέροντος. Νοείται ότι διαφορετική είναι και η εγκληματολογία ή η δικανική ψυχολογία ή άλλη επιστήμη που χρειάζεται (και θα πρέπει να δίνεται σε ερευνητές) πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα δραστών, με σκοπό την κατάρτιση προφίλ ή άλλο επιστημονικό σκοπό, και διαφορετική είναι η διάχυση των προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο, μέσα από τη νομολογία και το δίκαιο, ακόμα κι αν αυτή δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό.

Η ενεργός πορεία προς την ανωνυμοποίηση

Εν πάση περιπτώσει, η λήψη υπόψη των προσωπικών δεδομένων κατά τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο φαίνεται να έχει ήδη μπει σε συγκεκριμένες ράγες, από τις οποίες δεν αρκεί η τάση για αποδοχή των δυναμικών του “name and shame”, για να εκτροχιάσει την όλη πορεία. Στα Συμπεράσματα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου για τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την επιγραμμική δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο (5306/18 – LIMITE – EJUSTICE 3 JURINFO 1), τον περασμένο Φεβρουάριο, τα οποία εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στην 3603η σύνοδό του της 8ης Μαρτίου 2018, υιοθετήθηκαν τα εξής:

1. Στις σύγχρονες δημοκρατίες το κράτος δικαίου απαιτεί διαφάνεια στην εφαρμογή του δικαίου από τα δικαστήρια και επαρκή πρόσβαση στις πηγές του δικαίου για τους πολίτες. Η δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων επιτρέπει την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το δίκαιο εφαρμόζεται από τον δικαστή. Για να μπορούν οι επαγγελματίες του νομικού κλάδου, οι δημόσιοι φορείς και οι πολίτες να παρακολουθούν την εξέλιξη του δικαίου, είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουν γνώση των πιο σημαντικών υποθέσεων.

2. Το διαδίκτυο έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να διαδίδονται οι πληροφορίες· πολλά δικαστήρια και δικαστικές αρχές χρησιμοποιούν σύγχρονες τεχνολογίες για να καθιστούν τις δικαστικές αποφάσεις διαθέσιμες σε όλους.

3. Για την εύρυθμη λειτουργία της έννομης τάξης της Ένωσης, είναι αναγκαία η αμοιβαία γνώση των νομικών συστημάτων των άλλων κρατών μελών, ιδίως, αλλά όχι μόνον, όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ.

4. Η επιγραμμική δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων απαιτεί την εξισορρόπηση διαφόρων συμφερόντων, εντός των ορίων που καθορίζονται από το νομικό πλαίσιο και το πλαίσιο πολιτικής. Η ανταλλαγή εθνικών βέλτιστων πρακτικών μπορεί να χρησιμεύσει ως πηγή έμπνευσης για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να εξισορροπηθούν τα εν λόγω συμφέροντα.

5. Το παρόν έγγραφο περιγράφει μια δέσμη τέτοιων βέλτιστων πρακτικών. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι εν λόγω βέλτιστες πρακτικές δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, δεν επιδιώκουν κανενός είδους εναρμόνιση και θα πρέπει απλώς να εκληφθούν ως πρόσκληση για προβληματισμό. Η έκταση και ο τρόπος της επιγραμμικής δημοσίευσης των δικαστικών αποφάσεων εναπόκεινται σε κάθε κράτος μέλος και/ή δικαστήριο.

6. Στο παρόν έγγραφο, ο όρος «δικαστικές αποφάσεις» καλύπτει όλα τα είδη των ενδιάμεσων και τελικών δικαστικών αποφάσεων —υπό οποιαδήποτε ονομασία— οι οποίες εκδίδονται από δικαστήρια, όπως ορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

7. Αυτές οι βέλτιστες πρακτικές αφορούν μόνο την ενεργό δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο· δεν καλύπτουν την πρόσβαση σε δικαστικά αρχεία/αποφάσεις που διέπονται από τα εθνικά καθεστώτα σχετικά με την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα, στο μέτρο που τα καθεστώτα αυτά βασίζονται στην παροχή πρόσβασης κατόπιν ατομικών αιτημάτων σε συγκεκριμένες υποθέσεις.

Ι Σχετικά με την επιλογή

8. Εάν δημοσιεύονται στο διαδίκτυο μόνο επιλεγμένες δικαστικές αποφάσεις, η ύπαρξη γραπτών κριτηρίων επιλογής μπορεί να διευκολύνει το έργο των θεσμικών οργάνων που είναι υπεύθυνα για τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα διαφάνεια έναντι του κοινού. Για λόγους διαφάνειας, μπορεί να εξεταστεί η δημοσίευση των κριτηρίων επιλογής, είτε αυτά περιέχονται στη νομοθεσία είτε σε δικαστικές αποφάσεις είτε σε κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής.

ΙΙ. Σχετικά με την προστασία των δεδομένων

9. Όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις δικαστικές αποφάσεις (και στα μεταδεδομένα των αποφάσεων αυτών) που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο, τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν τις επιπτώσεις της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων, και, από την 25η Μαΐου 2018, του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων (ΓȀΠΔ) και των σχετικών πράξεων.

10. Κατά την επιλογή της ενδεχόμενης μεθόδου απόκρυψης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις δημοσιευόμενες δικαστικές αποφάσεις, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η διαφύλαξη του ευανάγνωστου και της σαφήνειας του κειμένου.

10. Τα εθνικά δικαστήρια και οι λοιπές αρχές παροτρύνονται να λαμβάνουν γνώση του άρθρου 95 του Κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, αναφέροντας τις περιστάσεις στις οποίες τα πρόσωπα ή οι οντότητες που εμπλέκονται στην διαφορά της κύριας δίκης μπορούν να καταστούν ανώνυμα κατά τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, καθώς και των παραγράφων 21 και 22 των «Συστάσεων προς τα εθνικά δικαστήρια σχετικά με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων», που περιέχουν πρόσθετες πληροφορίες ως προς τη διαδικασία του προαναφερόμενου άρθρου 95.

III. Σχετικά με την περαιτέρω χρήση

12. Μπορεί να θεωρηθεί καλή πρακτική να καθίστανται οι δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις διαθέσιμες για περαιτέρω χρήση σε μορφότυπους αναγνώσιμους από υπολογιστή, στο μέτρο του δυνατού και λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών ή δημοσιονομικών περιορισμών και των χαρακτηριστικών της διαδικασίας σύνταξης.

13. Μπορεί να θεωρηθεί καλή πρακτική να καθίστανται διαθέσιμα για περαιτέρω χρήση και τα τυπικά, τουλάχιστον, μεταδεδομένα, σε καλά διαρθρωμένο μορφότυπο.

14. Για την κάλυψη των αναγκών των περαιτέρω χρηστών, θα μπορούσαν να εξεταστούν κατάλληλες επιλογές καταφόρτωσης.

 ΙV. Σχετικά με τη βελτίωση της χρηστικότητας

15. Δεδομένου του τεράστιου αριθμού των αποφάσεων που δημοσιεύονται επιγραμμικά, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνο η απλή διαθεσιμότητα αλλά και η χρηστικότητα των σχετικών αποθετηρίων. Μπορούν να εξεταστούν διάφοροι μηχανισμοί για την ενίσχυση της χρηστικότητας των βάσεων δεδομένων, καθώς και διάφορες επιλογές για τη βελτίωση της δυνατότητας πρόσβασης στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτές, ανάλογα με τον όγκο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δημοσιευμένων αποφάσεων, τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και της νομικής κοινότητας, καθώς και τις εθνικές παραδόσεις. Ορισμένα παραδείγματα που θα μπορούσαν να εξεταστούν είναι οι μηχανές αναζήτησης και τα μεταδεδομένα. Για τα μεταδεδομένα, θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση τα υποχρεωτικά και προαιρετικά πεδία που αναφέρονται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Αναγνωριστικού Ευρωπαϊκής Νομολογίας (ECLI).

16. Η πλήρης δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων συμβάλλει στη διαφάνεια της δικαστικής εξουσίας, δημιουργεί όμως ογκώδη αποθετήρια, καθιστώντας δύσκολη την εύρεση αποφάσεων που έχουν ιδιαίτερη νομική σημασία ή ιδιαίτερες κοινωνικές επιπτώσεις. Εάν είναι εφικτό από τεχνική και οργανωτική άποψη, θα ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί κάποια μέθοδος χαρακτηρισμού της σημασίας των αποφάσεων, που να δείχνει ποιες είναι σημαντικές για άλλους πέραν των διαδίκων και σε ποιον βαθμό.

17. Ως βέλτιστη πρακτική για τη μονοσήμαντη ταυτοποίηση και αναφορά των δικαστικών αποφάσεων, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η εφαρμογή του Αναγνωριστικού Ευρωπαϊκής Νομολογίας (ECLI). Για να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη του πλαισίου του ECLI, θα ήταν σκόπιμο να καθίστανται διαθέσιμες μέσω της μηχανής αναζήτησης του ECLI οι αποφάσεις που φέρουν τέτοιο αναγνωριστικό.

Παρόλο που ετοιμότητα για εναρμόνιση, αν και δρομολογημένη κάπως, δεν φαίνεται ότι μπορεί να υπάρξει σύντομα, η καθιέρωση του ECLI και ήδη η υιοθέτηση (μη δεσμευτικών) βέλτιστων πρακτικών τείνει να μετριάζει την οξύτητα των φωνών που κινούνται στη σκέψη ότι το θέμα των προσωπικών δεδομένων είναι εντελώς άσχετο με τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο. Ερευνητές που δουλεύουν πάνω στο ECLI είναι πολύ πιθανόν να λαμβάνουν υπόψη τους τα προσωπικά δεδομένα και το τι ισχύει σε κάθε κράτος μέλος σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα (βλ. για παράδειγμα τους Opijnen, Peruginelli, Kefali & Palmirani, 2017), διευκολύνοντας, εκεί όπου εφαρμόζεται το ECLI, την όλη διαδικασία. Εκεί όπου δεν εφαρμόζεται ακόμα, τα μέτρα που θα ληφθούν θα πρέπει να είναι τέτοια που να εισαγάγουν τουλάχιστον ίδιες πτυχές ανωνυμοποίησης με εκείνες που θα σκοπεί το ECLI, όταν θα είναι έτοιμο να εισαχθεί.

Στα περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε., τα προσωπικά δεδομένα αφαιρούνται από τις δικαστικές αποφάσεις που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο, εκτιμώντας ότι η δικαστική διαφάνεια, η δικαιική έρευνα και ο δικαιικός διάλογος δεν προϋποθέτουν αναγκαστικά τη δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων στους μη μετέχοντες στις συγκεκριμένες διαδικασίες. Όντως, στα κράτη μέλη που έχουν παράδοση κοινού δικαίου (common law) παρουσιάζεται κάποια δυσκολία συνδυασμού της αρχής της δημοσιότητας της δίκης (open justice) (όπως αυτή διευρύνθηκε ιστορικά) και της ανάγκης προστασίας των προσωπικών δεδομένων[1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι το αγγλικό (και αυστραλιανό) δίκαιο απασχόλησε περισσότερο το θέμα της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας και των εκδοτικών δικαιωμάτων σε σχέση με τις δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις (στο BAILII ακόμα υπάρχουν κατάλοιπα ρυθμίσεων), παρά το θέμα των προσωπικών δεδομένων των υποκειμένων της δικαστικής διαδικασίας, ό,τι κι αν λέει αυτό στον καθένα. Μα και η σύγχρονη ευρωπαϊκή προσέγγιση του «open data», που δεν εξαιρεί τις δικαστικές πληροφορίες αλλά επιβάλλει την περίληψή τους, δεν συγκρούεται πραγματικά με την αρχή «open justice» (δεν λέει κάτι διαφορετικό από αυτήν, εφόσον κατ’ ακρίβεια βασίζεται σε αυτήν) απλά επειδή προσπαθεί να εισαγάγει, παράλληλα, ευέλικτους μηχανισμούς προστασίας των λοιπών ατομικών δικαιωμάτων, που δεν υπήρχαν και από πάντα στο δίκαιο, αλλά και μηχανισμούς διευρωπαϊκής διάδοσης της χρήσιμης δικαστικής και νομικής πληροφορίας.

Διαφορές, φυσικά, υφίστανται και ως προς τον τρόπο με τον οποίο κάθε κράτος μέλος επιλέγει να ανωνυμοποιήσει τα προσωπικά δεδομένα (π.χ. με χρήση των πραγματικών ή τυχαίων αρχικών των ονοματεπωνύμων, πλήρης αφαίρεση σε ορισμένες περιπτώσεις που μπορεί να δημιουργεί δυσκολίες στην ανάγνωση, αντικατάσταση των ονομάτων με τις ιδιότητες που διευκολύνει την ανάγνωση, κ.λπ.). Σε κάποια κράτη μέλη έχει εισαχθεί ήδη αυτοματοποιημένη διαδικασία για να γίνεται αυτό το δύσκολο έργο και σε άλλα ακολουθείται η χειροκίνητη μέθοδος. Όπως αναφέρεται στη συγκριτική έρευνα των  Opijnen, Peruginelli, Kefali και Palmirani, (2017), μόνον στην Κύπρο είχε αναφερθεί η δυνατότητα της αφαίρεσης προσωπικών δεδομένων κατά τη σύνταξη της δικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο ή τον Δικαστή που την εκδίδει και όχι κατά τη δευτερογενή δημοσίευσή της (που όμως, στην ευρωπαϊκή σκέψη, θα μπορούσε να κρούει στην ανάγκη μη παρέμβασης στο δικαιοδοτικό δικαστικό έργο όταν καταπιάνεται με τα προσωπικά δεδομένα, μα και στην αντίστοιχη αναγκαιότητα να υπάρχει πρωτογενώς δημοσιευμένη η δικαστική απόφαση με τα πλήρη προσωπικά στοιχείων των συμμετεχόντων στη δικαστική διαδικασία, η οποία να δίνεται σε αυτούς και να καταχωρείται στα οικεία δικαστικά μητρώα, όπου να μπορεί να έχει πρόσβαση κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο που αιτείται σχετικά, στον βαθμό και στην έκταση του ενδιαφέροντος του).

Η διάκριση μεταξύ της κοινωνικής είδησης και της δικαστικής πληροφορίας

Φαίνεται, βέβαια, σε συνάρτηση και με ό,τι προλέχθηκε για το “name and shame” ότι η δυσκολία εστιάζεται στο να γίνει κατανοητή από όλους και με τον ίδιο τρόπο η διάσταση μεταξύ της κοινωνικής είδησης και της δικαστικής πληροφορίας. Κατά τα λοιπά, είναι κοινή η θεώρηση ότι η διαδικασία της απονομής της δικαιοσύνης συνιστά μια κοινωνική διαδικασία, με την οποία ολόκληρη η κοινωνία (εκπροσωπούμενη από το Δικαστήριο και τον Δικαστή) απαντά με συγκεκριμένο τρόπο στο άδικο ή στην ανομία κ.λπ. Όμως η μία σχολή σκέψης λέει ότι από αυτή την κοινωνική διαδικασία είναι φύσει αδύνατον να εξαιρεθεί η πληροφορία για τα πρόσωπα (τα προσωπικά – ταυτόχρονα κοινωνικά – δεδομένα) του κοινωνικού συνόλου και να ειδωθεί απομονωμένα η απονομή της δικαιοσύνης ως αφηρημένη και γενικευμένη κατάσταση, όπως το δίκαιο. Η άλλη σχολή σκέψης λέει, επί τούτου, ότι με την αφαίρεση των προσωπικών (ταυτόχρονα κοινωνικών) δεδομένων δεν αφήνεται η απονομή της δικαιοσύνης ακριβώς να ειδωθεί ως αφηρημένη και γενικεύσιμη κατάσταση, αλλά έτσι αφήνεται να ειδωθεί το νομολογιακό δίκαιο, ως δίκαιο (ακριβώς εκπληρώνοντας το κοινό δίκαιο ή – όπως είναι η σύγχρονη τάση στον ευρωπαϊκό λόγο – τις αρχές ή τις ανάγκες της κοινοχρησίας της δικαστικής πληροφορίας), η δε απονομή της δικαιοσύνης εκφράζεται δια της πρωτογενούς δημοσίευσης μιας δικαστικής απόφασης, η οποία πρέπει να είναι πάντα πλήρης και στην οποία μπορεί να έχει πρόσβαση οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος (που επιθυμεί να ελέγξει τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης σε συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνάρτηση με τα προσωπικά δεδομένα), με δικές του ενέργειες.

Έπειτα, η μία σχολή νομικής σκέψης προβάλλει ότι η προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι άσχετη με τις δικαστικές αποφάσεις γιατί, από τη στιγμή που συμμετέχει, κανείς, στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, που είναι δημόσια διαδικασία, θα πρέπει να προσδοκά τη δημοσιοποίηση, τουλάχιστον του ονόματός του[2], κι αν το γνωρίζει εξ αρχής ως δεδομένο της προσφυγής της δικαιοσύνης, συναινεί προς τούτο. Η άλλη σχολή σκέψης απαντά ότι δεν είναι καθαρά ζήτημα επιλογής το να προσφύγει κάποιος στη δικαιοσύνη, με την έννοια του ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη δεν είναι αποσυνδεδεμένη από την ανάγκη να απονεμηθεί δικαιοσύνη, πέραν του ότι συνιστά βασικό κανόνα πως η χρήση των προσωπικών δεδομένων για συγκεκριμένο σκοπό δεν σημαίνει δικαίωμα επαναχρησιμοποίησής τους για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, και υπάρχει προφανής διάσταση μεταξύ του σκοπού απονομής της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση και πληροφόρησης όλων των υπολοίπων για το νομολογιακό δίκαιο. Εξάλλου, από μόνο του θεωρούμενο, το δεδομένο ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη και την ανεξέλεγκτη διάδοση προσωπικών πληροφοριών, μπορεί να επιδρά στην ίδια τη δυνατότητα ή στο δικαίωμα του προσώπου να προσφεύγει στη δικαιοσύνη και να εκφράζεται στο πλαίσιο αυτής, για τους σκοπούς της, με πλήρη ελευθερία. Εξάλλου, πάλι, κάθε δημόσια δράση θα μπορούσε να συνιστά εκπροσωπούμενη «κοινωνική» δράση, ωστόσο όλες οι δημόσιες αρχές οφείλουν να μην δημοσιοποιούν προσωπικά δεδομένα που κατέχουν, απλά και μόνον επειδή συνιστούν δημόσιες αρχές· άλλως πώς η παροχή προσωπικών δεδομένων προς τις δημόσιες αρχές ή η κατοχή τους από αυτές δεν καθιστά τα προσωπικά δεδομένα «δημόσια», εκ της ιδιότητας του κατόχου τους (δημόσια υπηρεσία), έναντι στην έννοια «ιδιωτικά», τηρουμένου του δικαιώματος κάθε πολίτη, βέβαια, να αιτηθεί δική του πρόσβαση σε αυτές, στον βαθμό που έχει ίδιο ή ιδιωτικό συμφέρον. Είναι, μάλιστα, θετική υποχρέωση που έχουν οι δημόσιες υπηρεσίες των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα προστασίας των προσωπικών δεδομένων που κατέχουν.

Πρωτογενής δημοσίευση και δευτερογενής δημοσίευση: διαφορετικοί σκοποί

Και η συζήτηση μπορεί να συνεχίζεται για πολύ ακόμα, μέχρι την εξάντληση της μέχρι στιγμής διαθέσιμης επιχειρηματολογίας. Ο διάλογος, βέβαια, ουδέποτε ήταν και σε μια τέτοια καθαρή βάση που να μπορεί διακρίνει ανάμεσα στην πρωτογενή δημοσίευση μιας δικαστικής απόφασης (με τους τάδε σκοπούς) και στη δευτερογενή δημοσίευση (δημοσιοποίηση) μιας δικαστικής απόφασης (με τους άλλους σκοπούς). Και η διάκριση αυτή φαίνεται να είναι αρκετά έως πολύ βολική, ώστε να εξηγεί κι άλλες επιμέρους διακρίσεις, που προαναφέρθηκαν ή έγινε τουλάχιστον προσπάθεια να εξηγηθούν.

Όπου πρωτογενής δημοσίευση θα μπορούσε να καλείται η δημόσια έκδοση ή απαγγελία της δικαστικής απόφασης και η τυχόν μεταφορά της στον έντυπο φορέα που δίνεται στους διαδίκους και καταχωρίζεται στα σχετικά δικαστικά αρχεία. Η δικαστική απόφαση που δημοσιεύεται πρωτογενώς θα πρέπει να περιέχει όλα τα απαραίτητα προσωπικά δεδομένα, που θα επιτρέψουν στους διαδίκους, μεταξύ άλλων, να την χρησιμοποιήσουν, για να υλοποιηθεί το δίκαιο που απονεμήθηκε γι’ αυτούς.

Η δευτερογενής δημοσίευση (δημοσιοποίηση) θα μπορούσε να είναι η κάθε περαιτέρω δημοσίευση της δικαστικής απόφασης για την εξυπηρέτηση οποιουδήποτε άλλου σκοπού δεν σχετίζεται με την απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως, για παράδειγμα, για ενημέρωση του κοινού σε σχέση με τη νομολογία και το δίκαιο που απορρέει από τη νομολογία.

Σε θεωρητικό επίπεδο, αυτό το σχήμα, πρωτογενούς δημοσίευσης και δευτερογενούς δημοσίευσης μιας δικαστικής απόφασης, χρήζει περισσότερης ανάλυσης, και δοκιμής.

Η ιδιωτικότητα μιας πληροφορίας που δίδεται δημόσια και η δημόσια πληροφορία

Μιλώντας για τη διάκριση μεταξύ της δικαστικής πληροφορίας και της κοινωνικής είδησης δεν σημαίνει προσπάθεια αποκοινωνικοποίησης της δικαστικής πληροφορίας. Απεναντίας, σημαίνει προσπάθεια οριοθέτησης της (δια της αποπροσωποποίησης) και τότε ενίσχυσης και κοινωνικοποίησής της. Αυτή η λεπτή διάκριση συνιστά, μάλλον, ένα από τα δυσκολότερα (μα και κρισιμότερα) σημεία στην προσπάθεια ρύθμισης του ζητήματος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων όταν παρέχεται απρόσκοπτη πρόσβαση όλων στο περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων. Η προαναφερόμενη δυσκολία, όμως, φαίνεται να απορρέει από ένα βαθύτερο επίπεδο. Από τη δυσκολία στην αντίληψη της ιδιωτικότητας μιας πληροφορίας που δίνεται δημόσια ή σε δημόσια αρχή, τη διάκρισή της από την πληροφορία που είναι η ίδια δημόσια (με διάφορες άλλες έννοιες) και από την αντανακλαστική εστίαση σε κάποια (ή στην) επιφανειακή αντιφατικότητα.

Οι δικαστικές αποφάσεις, αυτούσιες ως εκδίδονται, συνιστούν «δημόσιες πληροφορίες» για συγκεκριμένους σκοπούς, εξ ου και δημοσιεύονται πρωτογενώς και δημιουργείται διαθεσιμότητά τους, ώστε σε αυτές να μπορεί να έχει πρόσβαση ο καθένας που, με δικές του ενέργειες, μεταβαίνει στο δικαστήριο ή αιτείται πρόσβαση στο δικαστικό αρχείο κ.λπ.. Ο δημόσιος αυτός χαρακτήρας των πληροφοριών, όμως, δεν αποδίδει ευρύτερο δημόσιο χαρακτήρα και στα προσωπικά δεδομένα που περιέχονται στις δικαστικές αποφάσεις, δεν αποχαρακτηρίζει τα προσωπικά δεδομένα ως, κατά τεκμήριο, ιδιωτικές πληροφορίες, δεν καταργεί, γενικά, την ιδιωτικότητα. Χωρίς να σημαίνει ότι η επικράτηση της ιδιωτικότητας, από ένα σημείο και μετά (από εκείνο το δύσκολο σημείο και μετά, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο), δημιουργεί και αδιαφάνεια. Δημιουργεί, καλύτερα, εξισορρόπηση. Μία αναγκαία εξισορρόπηση που υποδηλώνει, καταρχάς, ότι, η συμμετοχή του ατόμου ή προσώπου στην ευρύτερη κοινωνία, όπου εξυπακούεται και η σχέση του με το κράτος, δεν καταργεί την ιδιωτική του σφαίρα έναντι σε κάθε ένα μεμονωμένο στοιχείο του κράτους αυτού. Αυτή η ισορροπία, όμως, μπορεί να διασαλευτεί και πάλι εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα σε κάθε μεμονωμένο στοιχείο του κράτους, σε κάθε πολίτη, να έχει πρόσβαση στις δημόσιες πληροφορίες, περιλαμβανομένων των αυτούσιων δικαστικών αποφάσεων, όταν αυτός χρειάζεται τέτοια πρόσβαση. Εκεί, και πάλι, δεν μπορεί να υπάρξει απολυτότητα, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον του προσώπου που αιτείται την πρόσβαση στην ιδιωτική δικαστική πληροφορία συναξιολογείται με το ιδιωτικό συμφέρον του φορέα των προσωπικών δεδομένων σε ιδιωτικότητα.

Αν το σκεφτεί, κανείς, η αντίθετη προσέγγιση θα καταργούσε, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια την έννοια των προσωπικών δεδομένων, στη βάση κάποιας (φιλοσοφικής) σκέψης ότι, εφόσον ζούμε όλοι μαζί σε κοινωνία και η ύπαρξή μας είναι δημόσια και είμαστε γνωστοί στο κράτος (το οποίο γνωρίζει και πρέπει να γνωρίζει ποιοι είμαστε, πού μένουμε, τι δουλειά κάνουμε, κ.λπ.), δεν έχουμε και την πραγματική δυνατότητα να χρησιμοποιούμε τη σύλληψη «προσωπικά δεδομένα» έναντι σε οποιονδήποτε άλλον, που επίσης είναι μέλος της ίδιας κοινωνίας, του ιδίου κράτους. Είναι, άραγε, τόσο εύθραυστη η σύλληψη των «προσωπικών δεδομένων», με μια τέτοια θεώρηση; Η δεδομένη δυνατότητα κάθε πολίτη, εάν και στην έκταση που επιδεικνύει σχετικό ενδιαφέρον, να λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες, τις δημόσιες πληροφορίες, που είναι καταχωρισμένες σε διάφορα δημόσια αρχεία, καθιστά την προστασία των προσωπικών δεδομένων περιττή; Προφανώς, όχι.

Στην περίπτωση των δικαστικών αποφάσεων, η πρόσθετη σύγχυση δημιουργείται εκ του γεγονότος ότι οι δικαστικές διαδικασίες γίνονται δημόσια και όποιος θέλει μπορεί να παρευρεθεί στη δικαστική αίθουσα και να παρακολουθεί και να ακούει (εκτός εάν διαταχθεί διαφορετικά). Να ακούει να αναφέρονται ονόματα και να εκτίθενται προσωπικές πληροφορίες, που οι ίδιες δίνονται δημόσια. Επομένως, δεν είναι και όπως οποιαδήποτε άλλη περίπτωση στην οποία ο πολίτης εμπιστεύεται στο κράτος προσωπικά του δεδομένα, στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης. Δημόσια, όμως, είναι και κάθε συμπεριφορά του ατόμου που είναι δυνατόν να είναι ορατή από απροσδιόριστο αριθμό ατόμων, χωρίς να σημαίνει ότι το άτομο που φέρεται δημόσια παύει να έχει ιδιωτική ζωή ή ότι την ώρα κατά την οποία και ο σκοπός για τον οποίο φέρεται δημόσια είναι καταλυτικά της δυνατότητάς του να έχει ιδιωτική ζωή ή ότι παρέχεται εκ προοιμίου δικαίωμα στον καθένα, επειδή πληροφορήθηκαν οι λίγοι για μια δημόσια συμπεριφορά (εκ της άσκησης του δικού τους δικαιώματος να φέρονται κι αυτοί δημόσια), να λάβει κι εκείνος την ίδια προσωπική πληροφορία ανεξαρτήτως της αναγκαιότητας και χρησιμότητάς της για τον ίδιο (θα ήταν αυτή, ενδεχομένως, μια διαταραγμένη σύλληψης της αρχής της ισότητας).

Μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία

Σε αυτό τον περίπατο μεταξύ των εναλλασσόμενων ισορροπιών, όταν μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα, χρησιμοποιούνται πάγια ορισμένες εκφράσεις που βολεύουν, στο να αποφεύγεται, κάθε φορά, η τριβή του νου με τις ακανθώδεις αυτές περιοχές που μπορούν εύκολα να διεισδύσουν και να χαθούν μέσα σε χαώδεις δρόμους φιλοσοφίας. Μια από αυτές τις εκφράσεις είναι η έκφραση της αναγκαιότητας «μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία». Όπου η ίδια η έκφραση περιέχει έναν κόσμο πολλών πιθανών συγκρούσεων και επικρατήσεων, ισορροπιών, ένα ολόκληρο λειτουργικό σύστημα αξιών του δικαίου. Όπως και το πιο απλοϊκά εκφρασμένο, πως ο καθένας (μέσα σε τέτοια δημοκρατική κοινωνία) μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μην ενοχλεί τον άλλο, στον βαθμό που τέτοια ενόχληση δεν είναι αναγκαία ή ανάλογη και μπορεί να αποφευχθεί.

 

————-

Ahmed, E., Harris, N., Braithwaite, J. & Braithwaite, V. (2001). Shame Management Through Reintegration. Cambridge: Cambridge University Press.

Braithwaite, J. (1989). Crime, Shame and Reintegration. Sydney: Cambridge University Press.

Opijnen, Μ., Peruginelli, G., Kefali, E. & Palmirani, M. (2017). Online Publication of Court Decisions in Europe. Legal Information Management, 17, 136 – 145.

—————–

[1] Βλ. και στην A.T. v Globe24h and Sebastien Radulescu 2017 FC 114

[2] Flinkkilä and Others v. Finland, αρ. 25576/04, § 75, 06.04.2010; Saaristo and Others v. Finland, αρ. 184/06, § 61, 12.10.2010), αν όχι της διεύθυνσής του, βλ. Alkaya v. Turkey, αρ. 42811/06, 09.10.2012; Bohlen v. Germany, αρ. 53495/09, § 45, 19.02.2015

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.