Η Εγκύκλιος για την ανωνυμοποίηση των δικαστικών αποφάσεων

Εν τέλει, η ρύθμιση του θέματος της δημοσιοποίησης των δικαστικών αποφάσεων των Κυπριακών δικαστηρίων στο διαδίκτυο φαίνεται να λαμβάνει πορεία προς κάποιες κατευθύνσεις, μετά και τη χθεσινή δημοσίευση Εγκυκλίου / Οδηγιών από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Το μέσο της Εγκυκλίου

Η επιλογή του μέσου για την εν λόγω ρύθμιση (Εγκύκλιος / Οδηγίες), αντανακλά έναν περιορισμό ως προς τη δυνατότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ρυθμίζει τα της δικαστικής υπηρεσίας (εξ ου μάλλον και η αναμονή ότι τη ρύθμιση θα αναλάμβανε ο νομοθέτης, ως επαναλαμβάνεται στο προοίμιο). Τέτοιος εκλαμβανόμενος περιορισμός ενδεχομένως απορρέει από το άρθρο 163 του Συντάγματος, που προβλέπει σχετικά με τη δυνατότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει διαδικαστικούς κανονισμούς, ή απλά από την (στενή) ερμηνεία του άρθρου αυτού.

Κι όμως, κάθε υπηρεσία μπορεί (και πρέπει) να ρυθμίζει τον εσωτερικό τρόπο λειτουργίας της, πέραν του ότι το άρθρο 163 του Συντάγματος, ακόμα και με αυτή τη διατύπωσή του, δεν φαίνεται να απαγορεύει τη ρύθμιση του ζητήματος της επεξεργασίας των δικαστικών αποφάσεων που αποστέλλονται από τα Δικαστήρια για σκοπούς δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο ή που δημοσιεύονται από τα ίδια τα Δικαστήρια. Εξάλλου, η περίπτωση της παραγράφου 2(δ) του άρθρου 163 του Συντάγματος σχετικά με τη δυνατότητα ρύθμισης των καθηκόντων και εξουσιών των δικαστικών υπαλλήλων θα μπορούσε να προσεγγιστεί ερμηνευτικά πως αναφέρεται σε κάθε ενέργεια που γίνεται εντός της δικαστικής υπηρεσίας από υπαλλήλους της, περιλαμβανομένης της επεξεργασίας των δικαστικών αποφάσεων. Έπειτα, η επεξεργασία μιας δικαστικής απόφασης για σκοπούς δημοσιοποίησής της συνιστά και διαδικασία που, ακόμα κι αν δεν αφορά σε ακροαματική διαδικασία «ενώπιον» των Δικαστηρίων, δηλαδή δεν είναι δικαιοδοτικής φύσης (όπως ούτε η καταχώριση μιας δικαστικής απόφασης στο βιβλίο αποφάσεων συνιστά τέτοια), γίνεται από τα Δικαστήρια ή με κάποια ευρύτερη έννοια «ενώπιον» των Δικαστηρίων. Νοείται ότι, η ρυθμιστική εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν μπορεί να αγγίζει τις πράξεις ή ενέργειες προσώπων που δεν ανήκουν στη δικαστική υπηρεσία, ως προς τις οποίες, όντως, αρκεί μια χρήσιμη σύσταση.

Εν πάση περιπτώσει, η επιλογή του μέσου της ρύθμισης δεν επιδρά κατ’ ανάγκη στην αρτιότητα ή την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης που σκοπείται από πλευράς εκτέλεσης του καθήκοντος επεξεργασίας των δικαστικών αποφάσεων από τα Δικαστήρια πριν από την αποστολή τους για σκοπούς δημοσίευσης στο διαδίκτυο, ως καθήκον· επιδρά, όμως, στη δυνατότητα άσκησης δικαιώματος από πλευράς του κάθε φορέα των προσωπικών δεδομένων, σε σχέση με τον τρόπο που θα δημοσιευτεί στο διαδίκτυο η δικαστική απόφαση που περιλαμβάνει τα προσωπικά του δεδομένα. Τέτοιο δικαίωμα, για την προστασία του οποίου είναι που σκοπείται η συμμόρφωση, θα ασκούνταν ευκολότερα εάν υπήρχαν διατάξεις διαδικαστικού περιεχομένου, έντυπα, διαδικασία, με βάση τα οποία ο φορέας, ο οποίος βρίσκεται σε αυτό τον συγκεκριμένο διάλογο με τη δικαστική υπηρεσία τη δεδομένη χρονική στιγμή μετά από την έκδοση της δικαστικής απόφασης που τον αφορά, ενόσω αυτή βρίσκεται στη δικαστική υπηρεσία, να μπορεί να υποβάλει αίτημα στο Δικαστήριο (στην υπηρεσία αυτή) σχετικά με την περαιτέρω επεξεργασία ή και τη μη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων που περιέχονται στις δικαστικές αποφάσεις.

Από την άλλη, η επιλογή του μέσου της Εγκυκλίου, σαφώς, δεν αποκλείει την άσκηση συναφών δικαιωμάτων φορέων προσωπικών δεδομένων με βάση τον Κανονισμό ή τον νόμο (π.χ. να ζητήσει ο φορέας των προσωπικών δεδομένων από την υπηρεσία αυτή να μην δημοσιοποιηθούν, με δικές της ενέργειες, στο διαδίκτυο τα προσωπικά του δεδομένα που περιέχονται στη δικαστική απόφαση). Το ζήτημα είναι με ποιο ρυθμισμένο τρόπο η δικαστική υπηρεσία θα ανταποκριθεί σε τέτοιο αίτημα, και ποια θα είναι η εμπλοκή του Δικαστηρίου ή του Δικαστή που εκδίδει τη δικαστική απόφαση, για να διασφαλίσει την ορθότητα της επεξεργασίας ώστε η τελευταία να μην αλλοιώνει το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης. Με απλά λόγια, εάν αύριο ένας διάδικος ζητήσει από τη δικαστική υπηρεσία (εφόσον δεν υπάρχει θεσμοθετημένο μέσο, με μια απλή επιστολή) να μην δημοσιοποιηθούν τα προσωπικά του δεδομένα, που περιέχονται στη δικαστική απόφαση, στο διαδίκτυο με ενέργειες του Δικαστηρίου (γιατί ενέργειες άλλων δεν μπορούν, σε τέτοιο στάδιο ή με τέτοιο τρόπο, να αφορούν το Δικαστήριο), θα γίνει κάποια επεξεργασία (άλλη από αυτήν που περιέχεται στην Εγκύκλιο) ή θα αντιταχθεί η Εγκύκλιος ως μέσο που ρυθμίζει και εξαντλεί το ζήτημα, και εάν θα γίνει κάποια επεξεργασία, με ποιον τρόπο θα γίνει και από ποιον; Αντίστοιχα, μπορεί ένας διάδικος να επιθυμεί να μην γίνει οποιαδήποτε επεξεργασία όσον αφορά τα δικά του προσωπικά δεδομένα (δικά του είναι)· με ποιον τρόπο μπορεί να τύχει σεβασμού αυτό το δικαίωμά του (βέβαια, κάποιος εδώ μπορεί να πει ότι, σε τέτοια περίπτωση, μπορεί, εάν θέλει, να δημοσιεύσει μόνος του ό,τι επιθυμεί, σαφώς μπορεί· αλλά ο λόγος γίνεται για τον τρόπο με τον οποίο, στον διάλογο της δικαστικής υπηρεσίας με τον φορέα προσωπικών δεδομένων, η υπηρεσία αυτή ανταποκρίνεται ή δεν ανταποκρίνεται και πώς προσεγγίζει το δικό της καθήκον με ή χωρίς ταυτόχρονη αναφορά στο αντίστοιχο δικαίωμα του φορέα);

Τέλος, η επιλογή ρύθμισης του ζητήματος δια Εγκυκλίου δίνει την εντύπωση ότι δεν υπήρχε χρόνος για εστίαση στη λεπτομέρεια και την ορθότητα στη διατύπωση, που απαιτεί ένας διαδικαστικός κανονισμός· στην ανάγκη ακολούθησης των γενικών και ειδικών αρχών νομοτεχνικής επεξεργασίας πράξεων με κανονιστικό περιεχόμενο. Από την άλλη, δεν γνωρίζουμε εάν η ρύθμιση αυτή, δια Εγκυκλίου, είναι μόνιμη ή προσωρινή ή κι αν θα μπορούσε, η Εγκύκλιος, να λειτουργήσει ως ένα μέσο δοκιμής ορισμένων ρυθμίσεων στην πράξη, ώστε το ζήτημα να ρυθμιστεί καλύτερα σε μεταγενέστερο χρόνο.

Το προοίμιο

Πριν θεωρηθεί το περιεχόμενο της Εγκυκλίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση προοιμίου σε κάθε διάβημα ρύθμισης κάθε ζητήματος, στο οποίο να εκτίθενται σε σειρά όλες οι σκέψεις που επιδρούν στις επιλογές του ρυθμιστή, είναι σήμερα πολύ βασικό κομμάτι μιας ρύθμισης· πολλές φορές σημαντικότερο ή εκτενέστερο από το ίδιο κανονιστικό μέρος, στην ερμηνεία του οποίου, επίσης, βοηθά.

Η χρήση προοιμίου συνιστά πλέον μια καλά εμπεδωμένη πρακτική των ενωσιακών νομικών πράξεων, που θα πρέπει, ίσως, να εμπνέει αναλόγως αντίστοιχες πρακτικές στα κράτη μέλη, ως βέλτιστη πρακτική, κατάλληλη σε καιρούς διαφάνειας και εδραιωμένης κοινωνικής ευθύνης. Η περιορισμένη χρήση προοιμίου εμφανίζεται και στην Κύπρο σε ορισμένους νόμους (μπορεί εναρμονιστικούς) σε σχέση με τη ψήφιση των οποίων υφίστανται συνηθέστερα και αιτιολογικές εκθέσεις, αλλά, δυστυχώς, όχι με τον αναλυτικό και καλά επεξηγηματικό τρόπο των ενωσιακών νομικών πράξεων, πόσω μάλλων με πνεύμα ουσιαστικής υιοθέτησης, πέραν από τον έκδηλο καταναγκασμό στο διάβημα της θέσπισης. Είναι, στην προκειμένη περίπτωση, στην πράξη αυτή που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι υπάρχει τέτοιο προοίμιο, έστω λακωνικό. Λακωνικό μεν, αλλά αρκετά αναλυτικότερο από τα προοίμια άλλων νομικών πράξεων.

Η (συνήθης) λακωνικότητα έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ εξηγούνται καλώς ορισμένες αιτιολογικές σκέψεις για το να προχωρήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην έκδοση της συγκεκριμένης (νομικής) πράξης της Εγκυκλίου, δεν αιτιολογούνται και οι επιλογές ρύθμισης που έγιναν. Οι αιτιολογικές ή εισαγωγικές σκέψεις είναι, κατά τη γνώμη μου, καλές, όταν, από την ανάγνωσή τους και μόνον, καθίστανται σαφή αφενός το πόσο μελετήθηκε το θέμα που ρυθμίζεται αφετέρου το ποιες θα είναι οι ρυθμίσεις που (με πολύ μεγαλύτερη συντομία) θα ακολουθήσουν. Μπορεί, για μία μεμονωμένη ρύθμιση να χρειάζονται εκατό και πλέον εισαγωγικές – αιτιολογικές σκέψεις, που όμως να είναι αναγκαίες και να συμβάλλουν τα μέγιστα και στην αποδεκτότητα της συγκεκριμένης ρύθμισης.

Η επισήμανση της έλλειψης αρίθμησης της Εγκυκλίου μπορεί να φαίνεται λεπτομέρεια. Όπως και ο σχολιασμός επί της επανάληψης του «επειδή», ως σε ορισμένα συμφωνητικά έγγραφα αλλά και κανονιστικά κείμενα. Αυτή είναι πρακτική που υπάρχει μεν, ιδίως στην Κύπρο (είναι άγνωστο ποιος είναι, ιστορικά, ο εμπνευστής αυτής της υπερέμφασης του επαναλαμβανόμενου «επειδή»), αλλά δεν προτιμάται από όλους· θεωρείται κατ’ ακρίβεια περιττή, για να εκτεθούν με σαφήνεια τα σημεία που έχουν ληφθεί υπόψη ή για να καταδειχθεί ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη όλα μαζί, κ.λπ. Προτιμάται, σήμερα, νομοτεχνικά, περισσότερο, η πρακτική του: Επειδή: 1, 2, 3, 4, κ.λπ. ή του Εκτιμώντας ότι ή Έχοντας υπόψη ότι ή Λαμβάνοντας υπόψη ότι: 1, 2, 3, 4, κ.λπ. …

Ο κανόνας της έκδοσης αυτούσιων δικαστικών αποφάσεων

Επί του προκείμενου, είναι σημαντικό και το γεγονός ότι η Εγκύκλιος ξεκινά από τον κανόνα (παράγραφος 1) ότι όλες οι δικαστικές αποφάσεις περιέχουν καταρχάς όλα τα προσωπικά δεδομένα που είναι απαραίτητα για να ασκήσει το δικαστήριο το έργο του, να αποφασίσει το ενώπιον του ζήτημα, και ότι τέτοια αυτούσια δικαστική απόφαση παραδίδεται στους άμεσα ενδιαφερόμενους (για να την κάνουν ό,τι θέλουν, με δική τους ευθύνη).

Η επισήμανση της ισχύος της αρχής της αναλογικότητας και σε αυτή την περίπτωση εξυπηρετεί, μάλλον (χρήσιμα) μα διακριτικά, την ανάγκη καλλιέργειας δικαστικής ευαισθησίας σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα και κατά την αρχική διατύπωση των δικαστικών αποφάσεων (τόσα όσα).

Αποφάσεις μη υποκείμενες σε ανωνυμοποίηση και αποφάσεις υποκείμενες υποχρεωτικά σε ανωνυμοποίηση

Εκ των παραγράφων 2 και 3, προκύπτει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν επέρχεται ανωνυμοποίηση (αποφάσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν αποφασίζει υπό την ιδιότητά του ως Συνταγματικό Δικαστήριο) και περιπτώσεις όπου επέρχεται υποχρεωτική ανωνυμοποίηση (αποφάσεις οικογενειακών δικαστηρίων και κάθε δικαστική απόφαση αστικής ή ποινικής φύσης που αφορά σε ανήλικο). Όπως προαναφέρθηκε, δεν καλύπτονται από το προοίμιο οι συγκεκριμένες ρυθμιστικές επιλογές ούτε γίνονται παραπομπές σε άλλα κανονιστικά κείμενα. Μπορεί, φυσικά, κάποιος να αντιληφθεί την αναγκαιότητά τους, βασιζόμενος σε διάφορες δικές του σκέψεις ή και εκ της γνώσης ότι αυτές οι επιλογές ρύθμισης υπάρχουν και αλλού.

Υποχρεωτική πλήρης ή απόλυτη ανωνυμοποίηση στις υποθέσεις οικογενειακού δικαστηρίου και σε αστικές ή ποινικές υποθέσεις που αφορούν σε ανήλικους

Ο κανόνας της παραγράφου 3 έχει ως εξής:

«Σε κάθε περίπτωση ανωνυμοποιούνται και τα ονόματα των διαδίκων σε όλες τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Οικογενειακών Δικαστηρίων και σε υποθέσεις που αφορούν ανηλίκους, τόσο πολιτικές όσο και ποινικές.»

Ο κανόνας της υποχρεωτικής ανωνυμοποίησης της παραγράφου 3 αναφέρεται στα ονόματα των διαδίκων και με τρόπο ως να ισχύει πρόσθετα από κάθε άλλη ανωνυμοποίηση («και τα ονόματα των διαδίκων»). Κάθε άλλη ανωνυμοποίηση που μάλλον προβλέπεται στην ίδια Εγκύκλιο. Μάλλον, η αναφορά σε «ονόματα» είναι αναφορά σε ονοματεπώνυμα, ώστε να έχει και νόημα η διαφοροποίηση από τον κανόνα της παραγράφου 4.

Δεν υπάρχει ερμηνευτική διάταξη, που να δίνει έννοιες όπως «ανήλικος», «ανωνυμοποίηση», «δικαστική απόφαση», «οικογενειακό δικαστήριο», κ.λπ., κι αυτό, μάλλον, είναι αποτέλεσμα της νομοτεχνικής χαλαρότητας του μέσου της Εγκυκλίου, που είναι ανεκτή στον βαθμό που δεν επηρεάζει το κανονιστικό νόημα.

Οι υποθέσεις, αστικές ή ποινικές, που αφορούν σε ανήλικους μπορεί να υποθέσει, κανείς, ότι είναι και οι υποθέσεις εκείνες στις οποίες ο ανήλικος (άτομο κάτω των 18) ενέχεται όχι μόνον ως διάδικος (άρα ενάγει ή ενάγεται δια άλλου προσώπου ή είναι ανήλικος παραβάτης), αλλά και ως θύμα ποινικού αδικήματος. Ωστόσο, η ρύθμιση αναφέρεται σε ανωνυμοποίηση ονομάτων των διαδίκων σε υποθέσεις που αφορούν σε ανήλικους. Πληρέστερη προστασία, σε αυτή την περίπτωση, του ανήλικου θύματος ποινικού αδικήματος, θα παρέχει, μάλλον, ο κανόνας της παραγράφου 6, όσον αφορά την ανωνυμοποίηση του ανήλικου μάρτυρα, κατά τη δημοσιοποίηση της απόφασης στο διαδίκτυο.

Από ποιον και πότε;

Εκ της θέσης της παραγράφου 3, μετά τη θέση του κανόνα της παραγράφου 1 (μα χωρίς περαιτέρω ρυθμιστικό συσχετισμό μαζί της), και πριν τη θέση του γενικού κανόνα της επεξεργασίας για σκοπούς δημοσιοποίησης της παραγράφου 4 (και χωρίς ρυθμιστικό συσχετισμό και μαζί της), δεν είναι βέβαιο εάν η ανωνυμοποίηση των ονομάτων των διαδίκων στις υποθέσεις αυτές θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο ή τον Δικαστή που τις εκδίδει (διαφορετικά, από ποιον;) και κατά την έκδοση ή σε ένα στάδιο μεταγενέστερο της έκδοσης και παράδοσης της αυτούσιας απόφασης στους διαδίκους (άρα τηρουμένης και της παραγράφου 1).

Όσον αφορά την υποχρεωτική ανωνυμοποίηση στις συγκεκριμένες υποθέσεις, εάν αυτή θα λαμβάνει χώρα κατά το στάδιο της έκδοσης (ανεξάρτητα από την παράγραφο 1), και όχι κατά τη δημοσίευση στο διαδίκτυο (ή αλλού), θα πρόκειται για ρυθμιστική επιλογή που δεν συναντάται αλλού σε ευρωπαϊκό έδαφος (παρά το ότι η ανωνυμοποίηση του συγκεκριμένου είδους υποθέσεων είναι, κατά τα λοιπά, κοινή επιλογή, κατ’ ελάχιστον), και που θα μπορούσε να σκεφτεί, κανείς, ότι μπορεί να επηρεάζει κάπως το δικαιοδοτικό έργο (γιατί κάπου πρέπει να υφίσταται και αυτούσια η δικαστική απόφαση οικογενειακού δικαίου και αυτή που αφορά σε ανήλικους, μη δημοσιευμένη, για να μπορεί να υλοποιηθεί το δίκαιο που απονέμεται δι’ αυτής), εάν δεν είναι σαφές ότι η εν λόγω επεξεργασία γίνεται για σκοπούς δημοσιοποίησης.

Έπειτα, εάν δεν σχετίζεται με το στάδιο της έκδοσης, τέτοια επεξεργασία, από ποιον θα πρέπει να γίνει και με ποια διαδικασία (π.χ. ο ίδιος ο δικαστής θα εκδίδει αυτούσια και επεξεργασμένη δικαστική απόφαση ταυτόχρονα σημειώνοντας αναλόγως την κάθε μία);

Πώς;

Σε κάθε περίπτωση, λείπει ο τρόπος με τον οποίον θα πρέπει να γίνει μια τέτοια επεξεργασία (π.χ. με πλήρη αφαίρεση και κενό, χρήση αρχικών, κάτι άλλο; ).

Υποχρεωτική μερική ανωνυμοποίηση σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν σε φυσικά πρόσωπα και προορίζονται για δημοσίευση στο διαδίκτυο

Ο κανόνας της παραγράφου 4 έχει ως εξής:

«Οι δικαστικές αποφάσεις που προορίζονται για δημοσιοποίηση / επεξεργασία στο διαδίκτυο θα δημοσιεύονται με αναφορά μόνο στο επίθετο των διαδίκων, φυσικών προσώπων, χωρίς αναφορά σε οποιαδήπτοε άλλα στοιχεία του ονόματος τους και ιδιαίτερα χωρίς αναφορά σε τυχόν παρωνύμια.»

Ο κανόνας της παραγράφου 4, στον βαθμό που δεν σχετίζεται ρυθμιστικά με την προηγούμενη παράγραφο, δείχνει να αναφέρεται σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις (αστικές, ποινικές, διοικητικές, κ.λπ.) που προορίζονται για δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο και αφορούν σε φυσικά πρόσωπα.

Θα μπορούσε να υποθέσει, κανείς, ότι αυτός ο τρόπος ανωνυμοποίησης, δια της θέσης του επωνύμου (ή «επιθέτου»), συνιστά περιορισμένη υποχρεωτική ανωνυμοποίηση καθολικής εφαρμογής σε όλες τις υποθέσεις που εμπλέκουν φυσικά πρόσωπα, και συνιστά κατηγορία ή τρόπο ανωνυμοποίησης ξεχωριστό ή διακριτό από αυτόν της παραγράφου 3. Δηλαδή, ότι στην παράγραφο 3 έχουμε πλήρη υποχρεωτική ανωνυμοποίηση, προσδιορισμένη και περιορισμένη με βάση το είδος των υποθέσεων (δικαστικές αποφάσεις οικογενειακών δικαστηρίων και δικαστικές αποφάσεις αστικής και ποινικής φύσης που αφορούν σε ανήλικους) καθ’ ύλη (άρα το εύρος είναι ως προς την έκταση της ανωνυμοποίησης σε σχέση με τα ονόματα των διαδίκων), και ότι στην παράγραφο 4  έχουμε μερική μα καθολική υποχρεωτική ανωνυμοποίηση, προσδιορισμένη με βάση το υποκείμενο των υποθέσεων (φυσικά πρόσωπα) και ανεξαρτήτως του είδους των υποθέσεων (άρα το εύρος είναι καταρχάς ως προς το είδος των υποθέσεων). Και πάλι, όμως, εάν είναι αυτή η περίπτωση, δεν καλύπτεται από τις αντίστοιχες σκέψεις του προοιμίου και δεν μπορεί να οδηγηθεί κάποιος σε αυτό το συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα με ασφάλεια και άνεση. Και πάλι, δεν είναι σαφές, αυτή την επεξεργασία για σκοπούς δημοσιοποίησης, που είναι πιθανότερο να ισχύει τηρουμένης της παραγράφου 1, ποιος την κάνει και πότε.

Όσον αφορά την ουσία της επιλογής, της χρήσης των επωνύμων των φυσικών προσώπων και της εξαίρεσης των νομικών προσώπων (ακόμα κι όταν πρόκειται για προσωπικές εταιρείες), έτυχε κάποιου σχολιασμού σε προηγούμενη δημοσίευση, όπου εκτέθηκαν ορισμένες ανησυχίες. Βέβαια, μπορεί να συνάγει, κανείς, με σημείο αναφοράς τις αστικές ή ποινικές υποθέσεις και ταυτόχρονη λήψη υπόψη του κανόνα της παραγράφου 3, ότι, στις αστικές και ποινικές υποθέσεις που δεν αφορούν σε ανήλικο ισχύει ο γενικός κανόνας της παραγράφου 4, άρα χρησιμοποιείται μόνον το επώνυμο των διαδίκων εάν αυτοί είναι ενήλικα φυσικά πρόσωπα και κανονικά το όνομα του νομικού προσώπου, και σε αστικές και ποινικές υποθέσεις που αφορούν σε ανήλικο ισχύει ο κανόνας της παραγράφου 3, άρα γίνεται πλήρης ανωνυμοποίηση των ονομάτων (όλων) των διαδίκων είτε είναι φυσικά πρόσωπα είτε είναι νομικά πρόσωπα (π.χ. όταν ο εναγόμενος σε αστική υπόθεση όπου ο ανήλικος ενάγει δια του πλησιέστερου φίλου είναι και εταιρεία, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια οχήματος με το οποίο επισυνέβη ατύχημα στο οποίο ο ανήλικος είχε υποστεί τη σωματική βλάβη). Ή μήπως όχι;

Υποχρεωτική ανωνυμοποίηση κατά τη δημόσια εκφώνηση

Οι κανόνες των παραγράφων 3 και 4, προφανώς, αναφέρονται στα ονόματα των διαδίκων, που περιέχονται στον τίτλο των υποθέσεων αλλά και στο εσωτερικό περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων. Στη μία περίπτωση (κανόνας παραγράφου 3) η πρόνοια είναι για ανωνυμοποίηση, με αδιευκρίνιστο τρόπο και σε αδιευκρίνιστο χρόνο, αποφάσεων οικογενειακών δικαστηρίων και αστικών και ποινικών αποφάσεων που αφορούν σε ανήλικους, και στην άλλη περίπτωση (κανόνας παραγράφου 4) η πρόνοια είναι για ανωνυμοποίηση με χρήση των επωνύμων των φυσικών προσώπων των διαδίκων και ισχύει για όλες τις δικαστικές αποφάσεις.

Σχηματικά:

ασδ

Πέρα, όμως, από τα ονόματα των διαδίκων, υπάρχουν, ασφαλώς, και άλλα προσωπικά δεδομένα που μπορεί να περιέχονται σε δικαστικές αποφάσεις και αφορούν είτε τους διαδίκους είτε άλλα πρόσωπα. Χαρακτηριστικά, κάθε δικαστική απόφαση δυνατόν να περιέχει και συνήθως περιέχει προσωπικά δεδομένα περισσότερων του ενός φορέα, κάποιοι εκ των οποίων συμμετέχουν στη δικαστική διαδικασία ως διάδικοι, άλλοι ως μάρτυρες, άλλοι αναφέρονται με άλλο τρόπο, εξ ου και η πολυπλοκότητα της ρύθμισης της όλης σχέσης, της ταυτόχρονης προστασίας όλων με κάποιο μηχανισμό. Οι κανόνες των παραγράφων 5 και 6 φαίνεται να ρυθμίζουν όσον αφορά τα λοιπά προσωπικά δεδομένα (πλην των ονομάτων των διαδίκων).

Μια, τολμώ να πω, όχι τόσο ικανοποιητική ρυθμιστική διατύπωση, είναι αυτή της παραγράφου 5, που θέτει κανόνες ανωνυμοποίησης κατά την εκφώνηση των δικαστικών αποφάσεων σε δημόσια συνεδρία, ως εξής:

«Κατά την εκφώνηση των αποφάσεων σε δημόσια συνεδρία ανωνυμοποιούνται τα ακόλουθα προσωπικά δεδομένα που δεν είναι αναγκαία η δημοσιοποίηση τους, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και τηρουμένης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας… …»

Πότε;

Αφενός ο κανόνας της παραγράφου 5 τίθεται μετά τον κανόνα της παραγράφου 4 που αφορά σε αποφάσεις που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο (χωρίς ρυθμιστική συσχέτιση μεταξύ των δύο κανόνων), αφετέρου αναφέρεται μόνον στο στάδιο της εκφώνησης, αφήνοντας να νοηθεί ότι κατά τη δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο τα προσωπικά δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 5 δεν τυγχάνουν ίδιας επεξεργασίας, αλλά αναφέρονται μέσα στις δικαστικές αποφάσεις που ανωνυμοποιούνται μόνον με βάση τον κανόνα της παραγράφου 4 ή τον γενικό κανόνα της παραγράφου 6.

Μα ο σκοπός της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, σε κάθε περίπτωση, είναι να μην καθίσταται ταυτοποιήσιμος ο φορέας τους. Ούτως ή άλλως, η εκφώνηση των δικαστικών αποφάσεων σε δημόσια συνεδρία πλέον γίνεται συνοπτικά, σύμφωνα με παλαιότερη Εγκύκλιο. Εάν δημοσιοποιηθεί δικαστική απόφαση με μόνη επεξεργασία την αφαίρεση του πρώτου ονόματος του ατόμου με βάση τον κανόνα της παραγράφου 4 και περίληψη όλων των λοιπών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 (π.χ. διεύθυνση), πολύ πιθανόν να μην επέρχεται το ζητούμενο, να μην καθίσταται, δηλαδή, μη ταυτοποιήσιμος ο φορέας, με μόνη τη χρήση, προσθέτως, του κανόνα της παραγράφου 6.

Ορθότερο θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο κανόνας της παραγράφου 5 να ισχύει όσον αφορά το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων που προορίζονται για δημοσιοποίηση πέραν της δημοσιότητας της δικαστικής απόφασης που απαγγέλλεται στη δικαστική αίθουσα, όπου εκεί (κατά την απαγγελία) δεν θα έπρεπε να τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός (πέραν της σύστασης για συνοπτική ανάγνωση που προωθήθηκε δια παλαιότερης Εγκυκλίου).

Ποια δεδομένα;

Φαίνεται ότι, κατά τη δημόσια εκφώνηση (και αμφίβολα κατά τη δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο ή αλλού), υπάρχουν προσωπικά δεδομένα που ανωνυμοποιούνται και προσωπικά δεδομένα που δεν ανωνυμοποιούνται.

Ανωνυμοποιούνται:

  • Διευθύνσεις των διαδίκων και των εμπλεκομένων
  • Βιομετρικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία προκύπτουν από ειδική τεχνική επεξεργασία συνδεόμενη με φυσικά, βιολογικά ή συμπεριφορικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου και τα οποία επιτρέπουν ή επιβεβαιώνουν την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση του εν λόγω φυσικού προσώπου, όπως εικόνες προσώπου ή δακτυλοσκοπικά δεδομένα.
  • Γενετικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία παρέχουν μοναδικές πληροφορίες σχετικά με τη φυσιολογία ή την υγεία του εν λόγω φυσικού προσώπου.
  • Δεδομένα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις διαδίκων ή μαρτύρων ή δεδομένα που αφορούν στη σεξουαλική ζωή ή τον γενετήσιο προσανατολισμό, πλην πάντοτε των περιπτώσεων όπου η επεξεργασία είναι απαραίτητη για λόγους ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος ή κρίνεται απολύτως αναγκαία από το Δικαστήριο ενεργόν υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα.
  • Αριθμοί τηλεφώνου. Όπου είναι αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται  οι 4 τελευταίοι αριθμοί.
  • Αριθμοί κυκλοφορίας οχημάτων. Όπου είναι  αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται  οι 2 τελευταίοι αριθμοί.
  • Αριθμοί δελτίου ταυτότητας, διαβατηρίου Όπου είναι αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται  οι 4 τελευταίοι αριθμοί.
  • Ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, αριθμούς δημοτολογίου (για αλλοδαπούς) Όπου είναι αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται  οι 4 τελευταίοι αριθμοί.
  • Τραπεζικοί λογαριασμοί, αριθμοί χρηματιστηριακών λογαριασμών, τραπεζικές επιταγές. Όπου είναι  αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται  οι 4 τελευταίοι αριθμοί εκτός αν οι 4 αριθμοί είναι ίδιοι οπότε θα πρέπει να αναφέρονται τόσοι αριθμοί όσοι είναι αναγκαίοι μέχρι τον πλησιέστερο διαφορετικό ψηφίο. Π.χ. «μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN ……. 5742, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας C.P.B Public Co Ltd & Earthenstatue.»
  • Αριθμός εγγραφής ακινήτου. Όπου είναι αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται  με την ανωνυμοποίηση κάποιων ψηφίων προκειμένου να γίνεται δυνατή η διαφοροποίηση του ακινήτου αλλά όχι η ταυτοποίηση του. Π.χ. επίδικο διαμέρισμα με αριθμό 104, στην πολυκατοικία «ELINA COURT», στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής Δ.717, Φ/Σχ. XL6 II, Τεμ.644, στην οδό Βαλδασερίδη και Αμφίσσης ανωνυμοποιείται με τη μορφή διαμέρισμα με αριθμό xxx, στην πολυκατοικία «xxxxx xxxx», στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής Δ.7×7, Φ/Σχ. XL 56.6 II, Τεμ.6×4, στην οδό Β…….. και Α…….
  • Αριθμός μητρώου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή άλλου ασφαλιστικού Ταμείου. Όπου είναι  αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται οι 3 τελευταίοι αριθμοί εκτός αν οι 3 αριθμοί είναι ίδιοι οπότε θα πρέπει να αναφέρονται τόσοι αριθμοί όσοι είναι αναγκαίοι μέχρι τον πλησιέστερο διαφορετικό ψηφίο.
  • Αριθμός φορολογικού μητρώου. Όπου είναι αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (είναι επίδικα στοιχείο/τεκμήριο/απόδειξη) αναφέρονται  οι 3 τελευταίοι αριθμοί εκτός αν οι αριθμοί είναι ίδιοι οπότε θα πρέπει να αναφέρονται οι αριθμοί τόσοι αριθμοί όσοι είναι αναγκαίοι μέχρι τον πλησιέστερο διαφορετικό ψηφίο.
  • Αριθμοί που συνδέονται απόλυτα με κάποιον εμπλεκόμενο στην υπόθεση π.χ. αριθμό της δικηγορικής ταυτότητας.
  • Διαθήκη, αναφορά σε διαθήκη.
  • Πράξεις υιοθεσίας κ.λπ.

Πώς;

Όσον αφορά την ανωνυμοποίηση κατά την εκφώνηση, η προφανής έννοια της ανωνυμοποίησης είναι εκείνη της παράκαμψης αναφοράς κατά την ανάγνωση. Τα πιο πάνω δεδομένα, όμως, συνηθέστερα, δεν αναφέρονται κατά την απαγγελία μιας δικαστικής απόφασης, ούτως ή άλλως. Εάν, πάλι, τα δεδομένα αυτά «ανωνυμοποιούνται» και κατά τη δημοσίευση στο διαδίκτυο, και όχι μόνον κατά την εκφώνηση (που είναι και το λογικά πιθανόν), το ένα ερώτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ανωνυμοποιούνται (π.χ. η διεύθυνση), δηλαδή τι μπαίνει στη θέση τους, και το άλλο ερώτημα είναι, εκεί που ορίζεται η χρήση ορισμένων τελευταίων ψηφίων (που ως κανόνας ισχύει περισσότερο για έγγραφη διατύπωση), σε τι εξυπηρετεί εκείνη η χρήση, σε σχέση πάντα με το ζητούμενο που είναι η μη δυνατότητα ταυτοποίησης του φορέα των δεδομένων (δεν δημιουργείται άραγε έτσι ελάχιστη βάση δυνατότητας ταυτοποίησης έστω με τη χρήση ορισμένων τελευταίων ψηφίων, σε συνάρτηση με τη χρήση του επωνύμου που είναι, με βάση τον κανόνα της παραγράφου 4, επιτρεπτή); Αρκεί η δυνατότητα χρήσης της αρχής της αναλογικότητας ή θα χρειάζονταν (πρώτιστα) σαφέστερο και μεγαλύτερο εύρος των εξουσιών ενός Δικαστή ή Δικαστηρίου να ορίσει τα περί ανωνυμοποίησης στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση, με βάση τις ελάχιστες κατευθυντήριες σε κάθε περίπτωση και την αρχή της αναλογικότητας;

Δεν ανωνυμοποιούνται:

  • Ονόματα μαρτύρων εκτός των ήδη υπαρχόντων περιορισμών (π.χ. Αστυνομικούς …)
  • Ονόματα άλλων εμπλεκομένων με την υπόθεση που παρέχουν γνωματεύσεις  (π.χ. πραγματογνώμονες, γιατροί, μηχανικοί, ορκωτοί λογιστές, κ.λπ.)
  • Δικαστές, δικηγόροι, πληρεξούσιοι δικηγόροι,
  • Δικαστικές αποφάσεις και Δικαστήρια
  • Υπουργεία ή Υπηρεσίες, Ανεξάρτητοι θεσμοί, Αρχές

Η μη ανωνυμοποίηση κατά την εκφώνηση, φυσικά, δεν μπορεί να σημαίνει ότι εκφωνούνται κιόλας κατά τη δημόσια απαγγελία, και ότι αίρεται η προηγούμενη Εγκύκλιος της συνοπτικής ανάγνωσης.

Το ότι δεν ανωνυμοποιούνται, μεταξύ άλλων, «δικαστικές αποφάσεις», σημαίνει, μάλλον, ότι η παράθεση της ήδη υφιστάμενης νομολογίας (τουλάχιστον κατά τη δημόσια εκφώνηση, μα ο κανόνας θα ήταν χρήσιμος ως κανόνας γενικότερης εφαρμογής) δεν επιδέχεται επεξεργασίας σχετικής με προσωπικά δεδομένα.

Περαιτέρω ανωνυμοποίηση για σκοπούς ανάρτησης στο διαδίκτυο και έκδοσης

Ο κανόνας της παραγράφου 6 έχει ως εξής:

«Περαιτέρω επεξεργασία με ανάρτηση στο διαδίκτυο (Cylaw), είτε για σκοπούς έκδοσης από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο (Νομικές Εκδόσεις), όλες οι πολιτικές και ποινικές αποφάσεις θα πρέπει να τυγχάνουν πριν την ανάρτηση ή την εκτύπωση τους επεξεργασίας, πέραν των ήδη ανωνυμοποιημένων στοιχείων ως ανωτέρω (υπό στοιχείο 2) και τα ονόματα: … …»

Όπως αναφέρθηκε, ο κανόνας της παραγράφου 6, που αναφέρεται σε δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο και εντύπως με ενέργειες των Δικαστηρίων (παραπέμποντας μόνον στο Cylaw, χωρίς να είναι γνωστό εάν εκείνη είναι η μοναδική βάση δεδομένων με την οποία επικοινωνούν τα Δικαστήρια και δια της οποίας εξυπηρετείται το έργο), και σε περαιτέρω επεξεργασία, αναφέρεται ουσιαστικά σε επεξεργασία που επιδέχονται πρόσθετα όλες οι δικαστικές αποφάσεις αστικής και ποινικής φύσης, πέραν της ήδη προβλεπόμενης.

Υπάρχει μια ασαφής παραπομπή σε κάποιο «στοιχείο 2», ενώ ό,τι νοείται ως προβλεπόμενη αλλού επεξεργασία των δικαστικών αποφάσεων αστικής και ποινικής φύσης είναι αυτή που αφορά στην αφαίρεση ονομάτων πλην του επωνύμου και σε αγνώστου είδους ανωνυμοποίηση διαδίκων σε υποθέσεις που αφορούν σε ανήλικους.

Η ανωνυμοποίηση του κανόνα της παραγράφου 6 αφορά στα ονόματα και προβλέπονται ονόματα που ανωνυμοποιούνται (άγνωστο, επίσης, με ποιο τρόπο γίνεται η ανωνυμοποίηση και πότε και από ποιον) και ονόματα που δεν ανωνυμοποιούνται.

Ανωνυμοποιούνται τα ονόματα:

  • Των μαρτύρων
  • Άλλων εμπλεκομένων με την υπόθεση που παρέχουν γνωματεύσεις (π.χ. πραγματογνώμονες, γιατροί, μηχανικοί, ορκωτοί λογιστές, κ.λπ.) εξαιρουμένων των περιπτώσεων όπου πρόκειται για νομικά πρόσωπα, Υπουργεία ή Υπηρεσίες, Ανεξάρτητους Θεσμούς, Αρχές και φυσικά πρόσωπα όταν εκπροσωπούν Θεσμούς.

Δεν ανωνυμοποιούνται τα ονόματα:

  • Δικαστών, δικηγόρων, πληρεξούσιων δικηγόρων.
  • Υπουργείων ή Υπηρεσιών, Ανεξάρτητων Θεσμών, Αρχών.

Συνθέτοντας το γράφημα με σημείο αναφοράς τις αστικές και ποινικές υποθέσεις:

ασδδ

Η όλη ρύθμιση τελειώνει κάπως απότομα. Μεταξύ άλλων, δεν αναφέρεται το γεγονός αλλά και ο τρόπος με τον οποίο σημειώνεται επί της δικαστικής απόφασης ότι κάποια δικαστική απόφαση υπέστη επεξεργασία, πότε, και από ποιον.

Αναμένοντας, σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή της ανωνυμοποίησης στην πράξη, με βάση την υφιστάμενη Εγκύκλιο, να διαψεύσει τις όποιες ανησυχίες (σε σχέση με τη συμμόρφωση με τον Κανονισμό όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που περιέχονται σε δικαστικές αποφάσεις) ή και να δώσει περαιτέρω ερεθίσματα για περαιτέρω χρήσιμες βελτιώσεις, όσον αφορά τη ρύθμιση αυτού του ζητήματος.

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.